Day: 14.04.2026

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891)

*

Γεννήθηκε στην Πόλη το μακρινό 1815. Πέθανε σαν σήμερα, στις 14 Απριλίου 1891. Με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους γαλούχησε γενιές. Τρία επεισόδια της ανθρώπινης κωμωδίας από τις σπουδαίες σελίδες του. – ΚΚ

///

«Τω 322», αφηγείται ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αντλώντας με τη σειρά του απ’ τον Πλούταρχο, «ο στόλος των Αθηναίων ηττήθη κατά κράτος υπό του Μακεδόνος Κλείτου περί Αμοργόν.» Ο δημαγωγός Στρατοκλής, προτού καν φτάσουν στην πόλη τα νέα, «εισελαύνει εστεφανωμένος» από το Δίπυλο, «βεβαιοί ότι νενικήκασι» και βάζει τον δήμο να εκδώσει ψήφισμα για επίσημες γιορτές και πανηγύρια.

Πανηγύριζε ακόμη η πόλη, όταν «καταφθάνουσιν εις Πειραιά τα ελεεινά του στόλου λείψανα». Ο δε Στρατοκλής, βλέποντας το πλήθος να αγανακτεί μαζί του που το είχε ξεγελάσει, θα δικαιολογηθεί με το αμίμητο: «Είτα τι πεπόνθατε δεινόν ή δύο ημέρας ηδέως γεγόνατε;» Ή, σε μεταγραφή: «Τι το φοβερό πάθατε; Περάσατε και δυο μέρες ευχάριστα!»

Παρ’ όλα αυτά, δεν έχασε τη θέση του, «δεν έπαυσε πρωτεύων εν Αθήναις». Στο τέλος μάλιστα «και παντοδύναμος ενταύθα εγένετο.»

///

Ότι ο στρατηγός Λυσίας ήταν ναυαγός, μας βεβαιώνει ο Παπαρρηγόπουλος, «είχεν αποδειχθή αναμφισβητήτως».

Στις Αργινούσες, κατά τη ναυμαχία με τους Λακεδαιμόνιους, σώθηκε πάνω σ’ ένα πλοίο βουλιαγμένο. Ακόμη κι αν οι άλλοι επτά συστρατηγοί του στον αθηναϊκό στόλο ήταν ένοχοι επειδή δεν περισυνέλεξαν (εν μέσω τρικυμίας!) τους πεσόντες και τους ναυαγούς, «ο Λυσίας ήτο ομολογουμένως αθώος».

Όμως οι αγανακτισμένοι στον δήμο ήταν πλήθος και οι λαοπλάνοι που τους έβαζαν φιτίλια άνθρωποι επιδέξιοι. Παρακάμφθηκαν λοιπόν κανόνες δικονομικοί και περιττά δικαστήρια και στήθηκαν στα γρήγορα «εις εκάστην φυλήν δύο υδρίαι, δηλαδή, ως ηθέλομεν ειπεί σήμερον, δύο κάλπαι».

Με άλλα λόγια, διενεργήθηκε (και τότε…) δημοψήφισμα πάνω σε ερώτημα εκβιαστικό: είτε όλοι ένοχοι, είτε όλοι αθώοι! Ο σοφός δήμος αν διάλεγε το δεύτερο «έμελλε να αποφασίση ότι και ο Λυσίας ήτο ένοχος διότι ναυαγός ων δεν έσωσε τους άλλους ναυαγούς»!!

Όπερ και εγένετο. Ο Λυσίας εκτελέστηκε μαζί με τους άλλους. Σ’ όσους μέσα σε κλίμα απίστευτης κατατρομοκράτησης αποτόλμησαν να διαμαρτυρηθούν για το παράλογο της διαδικασίας (ανάμεσά τους, μόνος αυτός μέχρι τέλους, ο Σωκράτης), το πλήθος βροντοφώναζε ότι «δεινὸν εἶναι εἰ μή τις ἐάσει τὸν δῆμον πράττειν ὃ ἂν βούληται», όπως διαβάζουμε στον Ξενοφώντα. Δηλαδή ότι είναι φοβερό να απαγορεύουν στον λαό να κάνει ό,τι του καπνίσει.

///

«Ο υδραυλικός Κράτης ο Χαλκιδεύς», γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, επεχείρησε μετά από εντολή του Αλέξανδρου «ν’ αποξηράνη την Κωπαΐδα.» Και είχε ήδη προχωρήσει αρκετά με το έργο όταν «αίφνης ηναγκάσθη να το διακόψη, στασιασάντων των Βοιωτών». Τι είχε συμβεί; «… οι Θηβαίοι εφοβήθησαν μήπως εξ αυτού ωφεληθώσιν οι Ορχομένιοι, οι αρχαίοι αυτών αντίζηλοι»…

Το περιστατικό το πρωτοβρίσκουμε στον Στράβωνα. Το ανέκδοτο με την κατσίκα του γείτονα, υποστηρίζουν οι μελετητές, είναι άλλης περιόδου.

*

*

*

 

Πόσα βιβλία χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τὸ ἐρώτημα παραλλάσσει βέβαια τὸν τίτλο τοῦ περίφημου διηγήματος τοῦ Τολστόι «Πόση γῆ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;» Σ’ αὐτὸ ὁ ἥρωας, ἕνας ἄπληστος γαιοκτήμονας, βρίσκει ὄντως τελικὰ τὴν ἀπάντηση, πεθαίνοντας πάνω στὴν προσπάθεια νὰ αὐξήσει τὸ ἔχει του: δυὸ μέτρα ὅλη κι ὅλη.

Μὲ τὰ βιβλία τὸ πράγμα δὲν εἶναι τόσο ἁπλό. Ὁ Μάριο Βάργκας Λιόσα σ’ ἕνα μυθιστόρημά του ἔθεσε τὸν κανόνα τῶν χιλίων: χίλια βιβλία, οὔτε ἕνα παραπάνω, ἂν θὲς νὰ μπάσεις στὸ σπίτι ἕνα καινούργιο, πρέπει νὰ ξεσκαρτάρεις ἕνα παλιό. Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς ἦταν πολὺ πιὸ αὐστηρός: μιὰ ἐταζέρα, ἕνα ραφάκι, χωράει τὰ οὐσιώδη. Καὶ ὁ συνονόματός του Κωστῆς Παπαγιώργης ὑπερθεμάτιζε. Τὰ μεγάλα βιβλία τῆς ἀνθρωπότητας, ἔλεγε, εἶναι γραμμένα ὅλα πρὸ Χριστοῦ.

Μέχρι σχετικὰ πρόσφατα, τὸ πρόβλημα τὸ ἔλυνε τὸ κόστος καὶ ἡ σπανιότητα τῶν ἐκδόσεων. Ὁ Δομήνικος Θεοτοκόπουλος εἶχε στὴν κατοχή του 137 βιβλία ὅλα κι ὅλα. Τόσα τουλάχιστον μετρήθηκαν στὸ ἐργαστήρι του μετὰ τὸν θάνατό του. Ἀνάμεσά τους 27 ἑλληνικά. (Οὔτε ἕνας τόμος τοῦ Πλάτωνα!) Καμιὰ τριακοσαριὰ τίτλους περιεῖχε ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Κάντ, τὸ ξέρουμε ἐπειδὴ μᾶς σώθηκε ὁ κατάλογος τοῦ δημοπρατηρίου ποὺ τοὺς ἔβγαλε στὸ σφυρὶ ὅταν πέθανε. Γύρω στοὺς 700-800 κώδικες ἦταν τὸ ρεγάλο του Βησσαρίωνα πρὸς τοὺς Βενετούς, θεμέλιο τῆς Μαρκιανῆς Βιβλιοθήκης. (Λένε ὅτι ἡ δωρεὰ ἦταν μὲ προθεσμία: τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας. Ὄχι φυσικὰ ὅτι οἱ ἀπελευθερωθέντες τὰ διεκδικήσαμε ποτέ – δὲν εἶναι δὰ καὶ Ἐλγίνεια…)

Τὸν καιρὸ τοῦ Σαίξπηρ, σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία ὑπῆρχαν μόνο δέκα βιβλιοθῆκες μὲ περισσότερους ἀπὸ 1000 τόμους, ἡ μία τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος Ἐλισάβετ Α΄. Γύρω στὰ 1600, ἀκόμη καὶ στὶς μεγάλες χῶρες εἶναι ζήτημα ἂν ἔβγαιναν περισσότερα ἀπὸ ἑκατὸ λογοτεχνικὰ βιβλία τὸν χρόνο. Καμιὰ σαρανταριὰ τίτλοι ἦταν ἡ ἐτήσια ἑλληνικὴ παραγωγὴ σὲ ὅλα τὰ εἴδη γραφῆς τὸν 18ο αἰῶνα. Στὰ 1850 ἔβγαιναν περίπου 150 τίτλοι κάθε χρονιά.

Σήμερα, ἐποχὴ πρωτοφανοῦς πληθωρισμοῦ, οἱ τίτλοι ποὺ ἐκδίδονται κάθε χρονιὰ στὴν Ἑλλάδα εἶναι περὶ τοὺς 10.000. Καὶ τὸ βιβλίο γιὰ τοὺς ἐραστές του μοιάζει νὰ ἔχει γίνει βραχνάς. «Τί νὰ πρωτοδιαβάσεις;» ρωτοῦσε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης σὲ ἐπιφυλλίδα του τὸ μακρινὸ 1972 γιὰ τὴν πλημμυρίδα τῶν νεοεκδιδόμενων.

«Καὶ μόνο γιὰ νὰ κόβεις τὰ φύλλα τους δὲν φτάνει ἡ μισὴ μέρα. Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τὴν ἄλλη μισὴ τὴν ἀφιερώνω στὸ διάβασμα. Καὶ τὴ νύχτα. Πάλι δὲν θὰ προφταίνω. Ἐγὼ σοῦ λέω πὼς δὲν κάνω καμμιὰν ἄλλη δουλειά… Ὑπόθεσε πὼς γίνομαι ἀναγνωστικὴ μηχανή. Τί θὰ πετύχω; Ἡ ἀντίληψή μου θὰ στομώσει, θ’ ἀποβλακωθῶ, δὲν θὰ καταλαβαίνω τί διαβάζω, δὲν θ’ ἀφομοιώνω τὸ παραμικρὸ καὶ θὰ εἶμαι πιὰ ἀνίκανος νὰ κρίνω. Τότε πρὸς τί τὸ διάβασμα;»

Μὲ παρόμοια λόγια περιγράφει τὸ ἄγχος τοῦ φιλότιμου ἀναγνώστη ὁ Τέλλος Ἄγρας σ’ ἕνα κείμενό του γραμμένο στὰ 1944. (περισσότερα…)