Day: 04.04.2026

Ο δήμος και το όνειρο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.

Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.

Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)

Πεντακόσιες και μία λέξεις

~.~

«Τ’ Αυγούστου το φεγγάρι είναι σαν τον ήλιο του Μαγιού». Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν πολύ της πίστης –της μάνας όχι τόσο– κι ο παππούς άνθρωπος δίκιος και καλός, κανένα να μη βλάψει. Ήθελε να γίνει παπάς γι’ αυτό και παντρεύτηκε, αλλά η γυναίκα τού πέθανε στη γέννα κι έτσι δεν έγινε. Μετά ο μπαμπάς έπαθε καρκίνο στα σαράντα και τον πήγαν στην Αθήνα, μα του παππού δεν του ’παν γιατί. Όταν γύρισαν ο μπαμπάς ήταν κίτρινος σα κίτρο και ξέραμε πως… μα του παππού πάλι δεν του λέγαν.

Και κείνη την αυγουστιάτικη νυχτιά, δε θα το ξεχάσω, Κωστή μου, είδα τον παππού μες στο σπίτι, κάτω απ’ την «τεκούσα σελήνη» να κάνει τρεις μετάνοιες και μετά να σηκώνει τα δυο του χέρια ψηλά, να έτσι, και να λέει, Θεέ μου, αν έχει ο γιος μου αυτό που νομίζω, μη μ’ αξιώσεις να το δω. Και τρεις μέρες μετά πέθανε… Τίποτα δεν είχε, αλλά πέθανε. Και λίγο μετά έφυγε κι ο μπαμπάς. Είχαμε τα σαράντα τού παππού και μαζί τα εννιάμερα του μπαμπά.

Πηγαίναμε με τον αδερφό μου στα ζώα το πρωί και μετά που γυρίζαμε ακούγαμε στο σπίτι ου ου ου, ου ου ου τις μοιρολογίστρες και δεν αντέχαμε, μας σκίζαν τις καρδιές. Και λέω στον αδερφό, αδερφέ, εσύ ’σαι μαλθακός, κάτσε δω έξω, κι εγώ χίμηξα μέσα και τις έδιωξα όλες, ουστ, στα σπίτια σας να κλάψετε… Κι η γιαγιά η καλή ποτέ δε θρήνησε μπροστά μας. Πήγαινε αμίλητη στις κοτούλες, έβρισκε μια γωνίτσα κι έβγαζε ό,τι μάζευε όλη νύχτα και μετά ερχόταν μ’ ένα χαμόγελο μεγάλο, να έτσι.

Ο παππούς, η γιαγιά, ο μπαμπάς… ο μπαμπάς δηλαδή περισότερο, κι έτσι έναν Αύγουστο έμεινε η μάνα χήρα στα τριάντα τόσα. Πενήντα πέντε σωστά χρόνια μόνη. Ενενήντα δύο φέτο και στο σώμα γερή σα γίδα, μα το μυαλό όλο πάει και φεύγει. Την πήρα χτες τηλέφωνο στης γειτόνισσας, της λέω, έλα μάνα, κι αυτή μου κάνει ποια ’σαι συ;… Μένει και μόνη της η καημένη, μόνο που πάει ο αδερφός και την κοιτάζει κάθε μέρα. Το μόνο που δε καταλαβαίνω είναι πώς ξέρει και παίρνει τα χάπια τα σωστά. Της έχει πει ο αδερφός, να, τούτο το πρωί, τούτο το βράδυ, αλλά και πάλι…

Μα, σου ’πα που την πήγαν στον γιατρό και της δώσαν κάτι καινούργια και της λέει ο γιατρός, κάθε Κυριακή πρωί που πας στην εκκλησιά θα παίρνεις ένα, κι εκείνη η καψερή κατάλαβε να το ρίχνει στο παγκάρι που πάει στην εκκλησιά κι ανοίξαν το παγκάρι την πρώτη Κυριακή και φωνάζει ο ψάλτης τον αδερφό και του λέει, το κόκκινο το χάπι είναι της μάνας σου; Ναι, του κάνει, γιατί; Το βρήκα, βρε, μες στο παγκάρι. Αχ, πολύ γέλιο…

Και λέει ο αδερφός στη μάνα μετά που τη βρήκε στο σπίτι, βρε, μάνα, να το παίρνεις σου ’πε, όχι να το ρίχνεις κει μέσα, κι αυτή τού κάνει, ποιος είσαι συ; Ἐνα μαγιάτικο πρωινό συνέβη τούτο.

 

Αυτά είχα να σου πω για σήμερα, Κωστή μου, κι αν θες, έλα και αύριο για μία νέα ιστορία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

**