Χρῆστος Μποκόρος, Ἀσπρόμαυρη φωτογραφία

~.~

Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου «e-μερολογιο ΙΙ» , ποὺ θὰ κυκλοφορήσει αὐτὴ τὴ βδομάδα μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἔκθεσής του «1821, ἡ γιορτή» στὸ Μουσεῖο Μπενάκη (19 Μαΐου – 10 Ὀκτωβρίου 2021).

~.~

Αὐ­τὴ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α ποὺ ἀ­νέ­συ­ρα ἀπ’ τὸν σω­ρὸ τῶν φευ­γά­των μνη­μεί­ων τῆς παι­δι­κῆς μου ζω­ῆς εἶ­ναι τὸ μό­νο ὀ­πτι­κὸ τεκ­μή­ρι­ο ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε ὄν­τως τὸ ἀ­χού­ρι στὸ κτῆ­μα. Ἕνας πα­ρά­δει­σος τα­πει­νὸς ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ­σα χα­μέ­νος. Μπρο­στά του πα­ρα­τη­μέ­νη ἡ πα­λιὰ κα­ρό­τσα ποὺ προ­σάρ­μο­ζε ὁ κυρ Θω­μᾶς στὸ τρα­κτε­ρά­κι ποὺ εἶ­χε γιὰ νὰ ὀρ­γώ­νει καὶ νὰ φρε­ζά­ρει τὰ ἀν­θο­κή­πι­α. Σ’ αὐ­τὴν πη­γαι­νο­ερ­χό­μα­σταν χα­ρά­μα­τα στὸ κτῆ­μα, ὅ­ταν δὲν παίρ­να­με πε­ζοὶ τὸν δρό­μο. Ἔ­στρω­νε ἡ μά­να μου πί­σω κου­ρε­λοῦ­δες καὶ κοι­μό­μα­σταν ἄλ­λο λί­γο μέ­χρι νὰ φτά­σου­με, ἤ­τα­νε νύ­χτα ἀ­κό­μα. Αὐ­τὴ κι ὁ πα­τέ­ρας μπρο­στά. Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ μοῦ ἔ­δι­νε κι ἐ­μέ­να τὸ τι­μό­νι, κι ἔ­τσι πρω­τό­μα­θα νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ ἐ­πο­χού­με­νος. Τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει ἐκεῖ πιά, τὰ ρη­μά­ξα­νε οἱ γύ­φτοι κι ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη, ἡ ἀ­νε­λέ­η­τη πρό­ο­δος. Τὸ φω­το­γρά­φη­σα μᾶλ­λον τὸν χι­ο­νι­σμέ­νο χει­μώ­να τοῦ 1979. Λο­ξὰ γε­μά­τη νε­ρὸ ἡ κα­ρό­τσα μὲ ἐγ­κλω­βι­σμέ­να πά­νω στὸ κρύ­σταλ­λο τοῦ πά­γου φύλ­λα καὶ κλα­ρά­κια ποὺ ἔ­φερ­νε ἀ­πο­βρα­δὶς τ’ ἀ­νε­μό­βρο­χο στὴν πα­γω­νιά. Εἶ­χε ξε­ρα­θεῖ τό­τε ἀπ’ τὸ χιό­νι κι ἡ γυα­λέ­νια μας ἡ μυ­γδα­λιά, ἔ­σπα­σε ἀπ’ τὸ βά­ρος του καὶ τὸ με­γά­λο κλα­δὶ τῆς σκα­μνιᾶς ποὺ στὴν σκι­ε­ρὴ ἀγ­κα­λιά του ἀ­πὸ κά­τω χω­ρού­σα­με ὅ­λοι ν’ ἀρ­μα­θι­ά­σου­με τὸν σω­ρὸ τοῦ κα­πνοῦ στὴν χω­μά­τι­νη αὐ­λὴ ‒σ’ αὐ­τὸ κρε­μού­σα­με καὶ τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὴν κού­νια‒ κι ἔ­λαμ­πε ὁ ἥ­λι­ος τρι­γύ­ρω, δί­πλα στὴ στέρ­να χρυ­σα­στρά­φτα­νε τὰ χα­μο­μή­λια, εἶ­χε πε­θά­νει ὁ πα­τέ­ρας μου τὸ προ­η­γού­με­νο κα­λο­καί­ρι, κι ἄρ­χι­σαν ἔ­κτο­τε νὰ ἀ­φα­νί­ζον­ται κι ἄλ­λα ση­μά­δια τοῦ τό­που γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζω τὴν ἀ­πο­δο­χὴ –ἂν πο­τέ‒ τῆς μοι­ραί­ας ἀ­πώ­λει­ας, ἡ κα­πνο­καλ­λι­έρ­γει­α τέ­λει­ω­νε, εἶ­χαν ζη­τή­σει νὰ πα­ρα­δώ­σου­με καὶ τὶς ἄ­δει­ες, μεί­να­νε χέρ­σα τὰ κτή­μα­τα, δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ τὰ συμ­μα­ζέ­ψω, σπού­δα­ζα τό­τε ἀλ­λοῦ καὶ δὲν μὲ ἔ­βλε­πα νὰ ξα­να­γυ­ρί­ζω.

Καυ­τὰ ἀπ’ τὴ ζέ­στη τὰ κα­λο­καί­ρια τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς συγ­κο­μι­δῆς τοῦ κα­πνοῦ στὰ χω­ρά­φια. Χρει­ά­ζον­ταν χέ­ρια πολ­λὰ νὰ δου­λεύ­ουν, ἐρ­χόν­του­σαν κι ἄλ­λοι, γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως καὶ κο­ρί­τσια. Ἔ­και­γε ὁ κάμ­πος, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο πύ­ρω­νε ἀ­βά­στα­χτος μέ­σα μας ὁ πό­θος τῆς ἄ­γου­ρης νε­ό­τη­τας, ποὺ ὑ­πο­τρο­πί­α­ζε ἀ­κά­θε­κτος στὸ ἀ­πό­με­ρο ἀ­χού­ρι δί­πλα στὸ ρέμ­μα. Πη­γαί­να­με πρὸς τὰ κεῖ στὴν ὄ­χθη μὲ τὶς ψη­λὲς κα­λα­μι­ὲς γιὰ τὴν ἀ­νάγ­κη μας, ἢ γιὰ διά­λειμ­μα, λέ­γα­με, γιὰ μιὰ βόλ­τα ξε­κού­ρα­σης, νὰ τεν­τω­θοῦ­με, κι ἂν δὲν ἦ­ταν ἄλ­λος κα­νεὶς ἐ­κεῖ γύ­ρω, σπρώ­χνα­με τὴν ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νη ξύ­λι­νη πόρ­τα καὶ ξε­γλυ­στρού­σα­με μὲ κά­ποιο ἀπ’ τὰ κο­ρί­τσια, ἀ­νέ­με­λα δῆ­θεν, συ­νεν­νο­η­μέ­νοι μὲ τὰ μά­τια μο­νά­χα. Κα­τέ­βαι­νες ἕ­να λυ­ω­μέ­νο πέ­τρι­νο σκα­λὶ καὶ ξα­να­πά­τα­γες χῶ­μα, σ’ ἔπι­α­νε ἀ­μέ­σως ἡ δρο­σιὰ ποὺ κρά­τα­γε πάν­τα φυ­λαγ­μέ­νη ἐ­κεῖ μέ­σα στὸ εὐ­ά­ε­ρο ἡ­μί­φως, κι ἡ μυ­ρω­διά του ἀ­πε­ρί­γρα­πτη, ξε­χω­ρι­στὴ καὶ κα­τα­δι­κή του. Σί­μα­λη πέ­τρα χα­μη­λὰ μ’ ἀρ­γι­λό­χω­μα, πλιν­θό­χτι­στο πά­νω, εἶ­χε ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­ρι­στε­ρὰ δί­πλα στὴν πόρ­τα κι ἕ­να ἀ­πέ­ναν­τι ποὺ ἔ­βλε­πε πί­σω στὸν κῆ­πο. Σὲ σκο­τει­νὲς γω­νιὲς τρυ­πω­μέ­νοι πί­σω ἀπ’ τὴ θαμ­πὴ σκό­νη τῶν ἀ­κτί­νων τοῦ ἥ­λι­ου ‒κρυμ­μέ­νοι νο­μί­ζα­με ἀπ’ ὅ­λους‒ μὲ μαγ­κα­νί­ες καὶ κόλ­πα, γε­λά­κια, χα­ζό­λο­γα καὶ σι­ω­πὲς λου­φά­ζα­με ἀ­νά­με­σα στὰ χί­λι­α μύ­ρι­α πράγ­μα­τα ποὺ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πισμέ­να ἐ­κεῖ κά­τω ἢ κρε­μα­σμέ­να στοὺς τοί­χους καὶ στὰ ζευ­κτὰ τῆς σκε­πῆς μὲ καρ­φιὰ καὶ τσιγ­κέ­λια, ἱ­μάν­τες κι αἰ­ω­ρού­με­να σύρ­μα­τα. Εἶ­χε κι ἄλ­λα χω­μέ­να σὲ τρύ­πες στὶς πλί­θες ἀ­νά­με­σα, φα­κούς, κλε­φτο­φά­να­ρα, βε­λό­νες γιὰ ἀρ­μά­θια­σμα καὶ γκλί­τσες γιὰ τ’ ἅ­πλω­μα, μπου­ζί, μπου­κα­λά­κια ἀ­πὸ φάρ­μα­κα, ἐ­ξαρ­τή­μα­τα μη­χα­νῶν, κι ἄλ­λα πε­ρί­ερ­γα ἀ­δι­ά­γνω­στα, δὲν πε­τού­σα­με τί­πο­τα τό­τε, ὅ­λα μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­βαί­να­νε χρή­σι­μα κά­ποια στιγ­μὴ ἀ­νάγ­κης στὴν ἐ­ρη­μιὰ ἐ­κεῖ πέ­ρα. Λί­γο καὶ σκόρ­πιο το φῶς ποὺ περ­νοῦ­σε τὶς σι­δε­ριὲς ἀπ’ τοὺς ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­νους φεγ­γί­τες μὲ τὸ κο­τε­τσό­συρ­μα καὶ τὰ σπα­σμέ­να, λε­ρω­μέ­να τους τζά­μια, ἢ ἀπ’ τὶς χα­ρα­μά­δες ψη­λὰ τῶν κε­ρα­μι­διῶν ποὺ τὰ σπα­ρά­ζαν οἱ βρο­χὲς κι ὁ ἀ­έ­ρας. Μπερ­δευ­ό­ταν τὸ βλέμ­μα κοι­τών­τας μὲς σὲ τό­σα φω­τι­σμέ­να μπα­λώ­μα­τα ποὺ στο­λί­ζαν τὸ σκο­τά­δι με­τέ­ω­ρα κι ὅ­λο ἀλ­λά­ζα­νε σχῆ­μα καὶ θέ­ση μὲ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ ἥ­λι­ου ποὺ αὐ­τὸς μό­νο ξέ­κλε­βε μα­τιὲς στὰ μυ­στι­κὰ καὶ στὰ θαύ­μα­τα ποὺ ξε­δί­πλω­ναν ἐ­κτε­θει­μέ­να κρυ­φὰ στὸ ἀ­να­πάν­τε­χο κα­τα­φύ­γι­ο τ’ ἀ­μή­χα­να μπλεγ­μέ­να παι­δι­κά μας κορ­μιά, ἄ­γου­ρα τσά­γα­λα, τρυ­φε­ρὰ καὶ σχε­δὸν ἀ­σχη­μά­τι­στα στὴν πρώ­ι­μη ὀ­μορ­φιά τους, ἀ­δέ­ξι­α κι ἄ­τσα­λα ἀ­κό­μη, μο­σχο­μυ­ρί­ζαν πο­νη­ρε­μέ­νη ἀ­θω­ό­τη­τα τ’ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­να μας μά­γου­λα, κα­θὼς ξε­πρό­βα­λε δει­λὰ κι ἀ­να­πό­φευ­κτα κά­τω ἀπ’ τὰ βρώ­μι­κα ροῦ­χα τὰ πλα­τιά της δου­λειᾶς, ἕ­να που­κά­μι­σο ἀ­νοι­χτό, μιὰ φού­στα κον­τὴ ψη­λὰ ση­κω­μέ­νη, ὄ­νει­ρο κι ἀ­λή­θει­α μα­ζί, καὶ γέ­λια με­τὰ τραν­τα­χτὰ γιὰ ξε­κάρ­φω­μα ‒ἔ­σκυ­βα σο­βα­ρὸς κοι­τών­τας ἀλ­λοῦ‒ τρώ­γα­με σκά­μνα γλυ­κὰ καὶ σύ­κα, στα­φύ­λια, βα­τό­μου­ρα, τὰ κο­ρί­τσια ὁ­λάν­θι­στα χα­μη­λῶ­ναν τὰ μά­τια καὶ μὲ ἄ­σχε­τα χά­χα­να πα­σχί­ζαν νὰ θά­ψουν ἀ­φε­λῶς καὶ ἐν­τέ­χνως ὅ­τι συν­τά­ρα­ξε τὰ σπλά­χνα τοὺς μέ­σα καὶ ξε­χεί­λι­ζε ἡ κο­ρι­τσί­στι­κη σάρ­κα τους σφύ­ζου­σα λαύ­ρα θεϊ­κή, νε­α­ρὰ φου­σκω­μέ­να μπουμ­πού­κια ἀ­τί­θα­σα μὲ τὸ χνού­δι νὰ σγου­ραί­νει τῆς ἐ­φη­βεί­ας καὶ τὰ αἰ­δοῖ­α κρυμ­μέ­να μὲ τὰ μὴ καὶ τὰ ὄ­χι νὰ στα­λά­ζουν γλυ­κό­ξι­νο ἁ­γι­ό­με­λο μου­σκε­μέ­να, τρέ­μαν σὲ κά­θε τους κί­νη­ση τὰ βυ­ζά­κια στη­τὰ καρ­δι­ο­χτυ­πών­τας καὶ τραν­τα­ζόν­του­σαν, σκλη­ραῖ­ναν οἱ ρῶ­γες καὶ τσι­τῶ­ναν τὸ ὕ­φα­σμα, ζων­τα­νὴ ζε­στα­σιὰ ἱ­δρω­μέ­νη κον­τα­νά­σαι­νε ἀ­νά­σες γλυ­κι­ές, πα­ρα­δο­μέ­νες μα­σχά­λες κι ἀ­νά­κα­τα ροῦ­χα ἀ­συμ­μά­ζευ­τα, πό­δια λυ­μέ­να, νὰ μὴ σὲ κρα­τοῦν νὰ στα­θεῖς ἀλ­λὰ κι ἀ­νί­κα­να νὰ σὲ πά­ρουν νὰ φύ­γεις, δά­χτυ­λα ἀ­χόρ­τα­γα σὲ χέ­ρια τρε­μά­με­να ψα­χου­λεύ­α­νε λύ­τρω­ση στὸ ἄγ­γιγ­μα, νὰ χω­θοῦν σ’ ὅ­τι ἀ­νοι­γό­ταν μπρο­στά τους, νὰ σφί­ξουν ὅ­τι ἔ­πι­α­ναν, νὰ κρα­τη­θοῦ­νε, ν’ ἀν­τέ­ξου­νε τὸν χα­μὸ στὴν ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου βυ­θοῦ ποὺ ἀ­πει­λοῦ­σε νὰ μᾶς κα­τα­βρο­χθί­σει στὴ δί­νη του ὁ­λό­κορ­μους, πε­ρι­φρο­νών­τας ἀ­συλ­λό­γι­στα τὸν φό­βο καὶ τὸν τρό­μο τῆς τι­μω­ρί­ας ποὺ ἄ­στρα­φτε ὁ νοῦς καὶ βρον­τοῦ­σε γιὰ νὰ μᾶς στα­μα­τή­σει κι ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ κρύ­βαν μὲς στὶς χοῦ­φτες τὸ πρό­σω­πο μὲ τὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια τεν­τω­μέ­να ὀρ­θά­νοι­χτα γιὰ νὰ συ­νέλ­θουν καὶ γέρ­ναν μὲ τὰ μαλ­λιὰ κα­ταπί­σω τὰ λι­πό­θυ­μα βλέ­φα­ρα ἢ τὰ κλεῖ­ναν σφι­χτὰ ποῦ καὶ ποῦ νὰ μὴ βλέ­πουν τὶς δί­βου­λες σκέ­ψεις νὰ πα­λιν­δρο­μοῦν ἀ­στα­μά­τη­τες καὶ νὰ μᾶς τρε­λαί­νουν ἀ­να­πο­φά­σι­στους, ἀ­φη­μέ­νους ν’ ἀ­πο­δε­χτοῦ­με τὴ μοί­ρα μας, πῶς ν’ ἀν­τέ­ξουν οἱ ἄ­μοι­ρες τὴν ντρο­πὴ ποὺ πά­λευ­ε ἡ δό­λι­α νὰ πνί­ξει μέ­σα τους τὴν ἀ­συγ­κρά­τη­τη ἐ­πι­θυ­μί­α, τρο­μαγ­μέ­νη κι αὐ­τὴ ἀπ’ τ’ ἀ­πί­στευ­το θάρ­ρος ποὺ τὶς κα­τεῖ­χε ἀ­θε­ό­φο­βο καὶ τὶς ἔ­σπρω­χνε ἄ­μα­θες νὰ βου­τή­ξουν στὸ ἄ­γνω­στο κύ­μα ποὺ λυ­σοῦ­σε ἀ­γρι­ε­μέ­νο μπρο­στά τους, μι­σα­νοῖ­γαν τὰ χεί­λια τους ἄ­ναρ­θρα ἀ­πὸ ἄ­φα­τη ἀ­νάγ­κη, γυ­ρεῦ­αν στε­γνὰ ἀπ’ τὴν ἀ­γω­νί­α τῆς προ­σμο­νῆς ἄλ­λα χεί­λια ὑ­γρὰ νὰ τὰ πιοῦν, νὰ σφρα­γι­στοῦν, νὰ σω­πά­σουν κι ἀ­να­δί­ναν ἄ­θε­λά τους ψί­θυ­ρους κι ἀ­κα­τα­νό­η­τα λό­για οἱ γλῶσ­σες ἐν­δί­δον­τας ἐ­πι­τέ­λους, σὰν νὰ μὴν μπο­ροῦ­σαν νὰ κά­νουν ἀλ­λι­ῶς, σὲ φι­λιὰ πρω­τό­γευ­στα, γρή­γο­ρα, μι­κρὰ καὶ δει­λὰ στὴν ἀρ­χή, γλείφoν­τας με­τὰ τὴν ἁρ­μύ­ρα τοῦ ἔ­ρω­τα μα­ζὶ μὲ τὴ γλυ­κό­πι­κρη πίσ­σα ποὺ ἀφῆ­ναν στὸ δέρ­μα μας χλω­ρὰ τὰ κα­πνό­φυλ­λα, πρὶν γλυ­στρή­σου­με θο­λω­μέ­νοι ἀγ­κα­λιὰ σὲ κι­βώ­τι­α χα­μη­λὰ μ’ ἁ­πλω­μέ­νες βια­στι­κὰ κου­ρε­λοῦ­δες, ψά­χνον­τας οἱ πο­λυ­μή­χα­νοι πῶς ν’ ἀρ­νη­θοῦ­με τὰ αὐ­το­νό­η­τα ἂν μπεῖ κά­ποιος πα­ρεί­σα­κτος, ἕ­τοι­μοι νὰ τὰ πα­ρα­τή­σου­με ὅ­λα ἀ­μέ­σως ἐ­νῶ ἤ­δη βου­λι­ά­ζα­με μα­λα­κὰ σὲ δι­πλω­μέ­να κα­πνό­πα­να ἢ με­λα­νι­ά­ζα­με στρι­μωγ­μέ­νοι σ’ ἀκ­μὲς σκλη­ρὲς κι ἀ­πε­γνω­σμέ­να ρου­φήγ­μα­τα ‒τρό­παι­α σὲ μέ­ρη κρυ­φὰ τοῦ κορ­μιοῦ φυ­λαγ­μέ­να‒ καὶ κυ­λού­σα­με ἐν­τέ­λει λειω­μέ­νοι κα­τά­χα­μα καὶ ἀ­χνίζαν σφα­δά­ζον­τας τὰ μι­σό­γυ­μνα σώ­μα­τα, λου­σμέ­να ἁ­μαρ­τί­α, ἀγ­γιγ­μέ­να ἀπ’ τὸ φῶς, ἀ­πο­πλα­νη­μέ­να, πε­ρι­ού­σι­α, σώ­ζον­τας τὴν παρ­θε­νί­α τους ἐν ἑ­τέ­ρᾳ μορ­φῇ σὲ σκο­τά­δι σπλα­χνι­κὸ καὶ φι­λάν­θρω­πο, φι­λη­μέ­να, δαγ­κω­μέ­να, χυ­μέ­να στὸ χῶ­μα ποὺ ἔ­παιρ­νε καὶ τὶς δι­κές μας ὀ­σμὲς καὶ τὶς ζύ­μω­νε μέ­σα του νὰ μεί­νουν ἐ­κεῖ ἀ­ξε­διά­λυ­τες ἀπ’ τ’ ἀ­ρώ­μα­τα τοῦ χω­ρα­φιοῦ καὶ τοῦ ἀ­έ­ρα, ποὺ φυ­σοῦ­σε κι ὅ­λα τα μπέρ­δευ­ε, τά ’παιρ­νε, τ’ ἄλ­λα­ζε καὶ τά ’φερ­νε πά­λι, ἄ­χυ­ρα πα­τη­μέ­να παν­τοῦ, μο­σχο­σί­τα­ρα, στά­ρια, κα­λαμ­πό­κια, κρι­θά­ρια, κα­πνά, χορ­τα­ρά­κια ξε­ρά, σκου­ρι­α­σμέ­να χαλ­κώ­μα­τα, μπρού­τζα καὶ σί­δε­ρα, λά­στι­χα, καὶ σω­λῆ­νες γιὰ πό­τι­σμα, κο­πρι­ὲς καὶ λι­πά­σμα­τα, τε­νε­κέ­δες, σκοι­νιὰ λι­να­ρέ­νι­α, τσου­βά­λια καὶ σπάγ­γους, σιν­τζί­μι­α, τρι­χιές, στει­λι­ά­ρι­α, πρόγ­κες, ἀ­γρι­ό­ξυ­λα, κε­δρο­πά­λου­κα γιὰ τὶς λιά­στρες, ’λα­τά­κι­α μὲ τὸ ρε­τσί­νι, δε­μά­τια κα­λά­μια κομ­μέ­να, σί­τες καὶ στά­μνες, τσου­κά­λια πή­λι­να μὲ κά­πνα καὶ γά­να βαμ­μέ­να, τά­σια, σακ­κου­λά­κι­α μὲ σπό­ρους, τσά­κες, κα­λά­θια, κο­φί­νια, τε­νε­κέ­δες καὶ κά­δους, σα­τί­λι­α, βα­ρέ­λια γε­μά­τα κυ­πριὰ καὶ κου­δού­νια, βε­λά­σμα­τα, ἐρ­γα­λεῖ­α λα­σπω­μέ­να, πα­λιό­ρου­χα καὶ γα­λό­τσες, που­λά­κια καὶ ζῶ­α οἰ­κό­σι­τα, σκυ­λιὰ καὶ γα­τιά, πον­τί­κια, πα­πιά, πε­ρι­στέ­ρια καὶ κό­τες, κου­νέ­λια, ἀρ­νιὰ καὶ κα­τσί­κια, ξυ­νό­γα­λα καὶ ψω­μὶ ζυ­μω­τὸ νὰ βγαί­νει ἀπ’ τὸν ξυ­λο­φοῦρ­νο φρέ­σκο, ζε­στὸ μὲ στά­χτη καὶ κάρ­βου­να, βού­τυ­ρο ἀπ’ τὴ βούρ­τσα στὸ τσίγ­κι­νο πιά­το τ’ ἀ­πό­γευ­μα ἁ­λα­τι­σμέ­νο μ’ ἁ­λά­τι χον­τρό, ἀ­σβε­στω­μέ­να πε­ζού­λια, φυ­τρω­μέ­να ἀ­γρι­ό­χορ­τα καὶ δί­χρο­να μη­χα­νά­κια ποὺ καίγαν βεν­ζί­νη μὲ λά­δι καὶ τρί­ζαν στὸν χω­μα­τό­δρο­μο φεύ­γον­τας.

Πο­τὲ δὲν ἔ­μα­θα νὰ ’πὲ κα­νεὶς πὼς μᾶς εἶ­δε… Θε­ὸς μό­νο κά­τε­χε τὸ ποιός, τὸ ποιά, τὸ για­τί κι ὅ,­τι ἒ­γιν’ ἐ­κεῖ.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ