Day: 16.04.2026

Επίπονη πορεία αυτογνωσίας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Χρήστος Μαρκίδης,
Ποιήματα 1999-2020,
Αρμός 2023

Ο τόμος περιλαμβάνει την συγκεντρωτική ποιητική δουλειά του ζωγράφου Χρήστου Μαρκίδη, μια δουλειά που επικοινωνεί άρρηκτα με το εικαστικό του έργο, καθώς και στους δύο κώδικες χρησιμοποιεί μια γλώσσα ενιαία, μέσω της οποίας αναδύεται στην επιφάνεια του ορατού το μάγμα των πραγμάτων πριν γεννηθούν και αποκοπούν από τη κοινή ύλη, όταν η λέξη και το πράγμα, η έννοια και η μορφή δεν είχαν αποσπαστεί από την ρέουσα ουσία του κόσμου, γι’ αυτό και τα σχήματα και οι λέξεις διατηρούν στην ρευστότητά τους την ανοιχτή πολυσημία του Ενός και το Όλου. Δημιουργείται έτσι ένας κόσμος πριν από την ερμηνεία, γι’ αυτό και ερμητικός. Η λέξη γίνεται σήμα ενός ρηγματωμένου από αιωνιότητα χώρου, ευδαιμονικού και χαμένου:

Άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα

Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;

Ποιος πίσω την άρπαξε;

Στη δουλειά του διέγνωσα τρεις ορίζουσες· την εκκλησιαστική παράδοση, όπως αυτή μέσω της παιδιόθεν αγωγής μεταστοιχειώνεται στην εικαστική και ποιητική αναζήτηση του καλλιτέχνη, τον «υπερούσιο νόστο» στη γενέθλια γη και τους ανθρώπους και, τέλος, το στοχασμό για την τέχνη που είναι στοχασμός για την ύπαρξη. Όλα μαζί λουσμένα στα νάματα – μια αγαπημένη λέξη στη δουλειά του – μιας Αχερουσίας της μνήμης. Έτσι στην πρώτη δουλειά του διαβάζουμε:

Συμμαζεύοντας το διάσημο εργαστήριο βρήκα
κάτι παλιές Εικόνες. Μία περίστανε τον Ιανό, η άλλη
τον Ερμόλαο, η τρίτη – κέλυφος μόνο- την
Εικοσιφοίνισσα ατραπό κόρη. Νανουρίζοντας
στην αγκαλιά μου το μέταλλο, ένα είδος ανθι-
βόλου που οι πατέρες κεντούσαν τα σπάργανα,
το εξής φάντασμα μου αποκαλύφθηκε: τραπέζι
στρωμένο με πηλό και πάνω μας χελιδονοφωλιά
από άργιλο. Ετούτη η Νεκρή φύση ενέχει την
γέννηση της Περιβλέπτου, ανέκραξα, οι τέσσε-
ρις ορίζοντες είναι τα πλοκάμια στο κεφαλάρι της
μνήμης.

Εδώ, η Εικοσιφοίνισσα, η εικόνα της Παναγίας στην ομώνυμη μονή της Δράμας, πατρίδας του Μαρκίδη, και τα συμπαρομαρτούντα σύμβολα της ορθοδοξίας είναι θραύσματα της νεκρής φύσης της μνήμης, εκεί όπου ανήκουν τα παιδικά βιώματα και οι αγαπημένοι απόντες, όπως διαβάζουμε παρακάτω («το πηγάδι που έριχνα, ο σπίνος που σημάδευα […] ο από χρόνια πεθαμένος Ανάργυρος;»). (περισσότερα…)

Ο «πατριωτισμός του έρωτα»: Από το άτομο στο Πρόσωπο

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[8/12]

~.~

Έχοντας απορρίψει τον σχολαστικισμό και τη νοησιαρχία, ό,τι δηλαδή ποιεί σύστημα, εθνικισμό και ιδεολογία, ο θεολογικός αποφατισμός του Κυριάκου Μαργαρίτη καθιστά τη γραφή τόπο μυστικής δεξίωσης της πραγματικότητας του Θεού. Έννοιες προερχόμενες από την πατερική παράδοση, όπως «θέα Θεού», «θεοπτία», «γνώση Θεού» και «θέωση», παραπέμπουν στην εν λόγω σωτηριολογική αντίληψη.[424] Μοναδικός στόχος του εν λόγω συγγραφικού εγχειρήματος, κατά το Ορθόδοξο παράδειγμα, με εμφανή θρησκειολογικά ερείσματα στο ρωσικό ρεύμα της πνευματικότητας,[425] αναδεικνύεται η ένωση με το απόλυτο, η οποία συλλαμβάνει τη γνώση του Θεού ως δυναμική σχέσης:

Στην πραγματικότητα, όλα είναι σχέση. Μια αδιάρρηκτη ενότητα.[426]

Έτσι είδε κι ο πρίγκιπας Μίσκιν τη Ναστάζια, και την ερωτεύτηκε. Σε ένα εντύπωμα∙ θα πει: Εικόνα Προσώπου. Άλλως πως: Αγιογραφία.[427]

Με τη γνωσιολογία της αγάπης, κατάλαβα ότι η σχέση είναι ο συντελεστής και για τη ζωή και για τη γνώση της.[428]

Ολόκληρο το έργο του Μαργαρίτη, αρχής γενομένης με την Κρόνακα, ερείδεται κατ’ ουσίαν στο εννοιολογικό πλαίσιο της «οντολογίας του προσώπου»,[429] όπου το πρόσωπο νοείται ως διακριτή, αλλά εν κοινωνία ελεύθερη και αγαπητική υπόσταση. Παρότι ο ίδιος ο πεζογράφος αναγνωρίζει ως κυρίαρχη για τη μύησή του στο εν λόγω οντολογικό πεδίο την ανάγνωσή του του αγίου Σωφρονίου,[430] όπως επίσης εμφαίνει την αναγωγή του σε μια Ορθόδοξη γραμματειακή παράδοση εμβέλειας δεκαπέντε περίπου αιώνων, στο πλαίσιο της παρούσας πραγμάτευσης χρειάζεται να αναφερθεί ότι –ως έννοια– η «οντολογία του προσώπου» καθιερώθηκε στον σύγχρονο θεολογικό λόγο χάρη στην επιδραστικότητα του έργου του Χρήστου Γιανναρά.[431] Το οντολογικό ζήτημα προσδιορίζεται εν προκειμένω σε επίπεδο εμπειρικής αμεσότητας και όχι εννοιολόγησης, κοινωνίας/σχέσης και όχι ατομικότητας, τα οποία χαρακτηρίζουν τον δυτικό τρόπο σκέψης και ύπαρξης: «Το πρόσωπο ορίζεται ως αναφορά και σχέση […]. Το πρωταρχικό νοηματικό περιεχόμενο της λέξης αποκλείει να ερμηνεύσουμε το πρόσωπο ως ατομικότητα καθεαυτήν, έξω από τον χώρο της σχέσης».[432] Αντλώντας από την πατερική θεολογική παράδοση της Ανατολής και εμβολιάζοντάς το με νεωτερικά κριτικά πλαίσια, κυρίως δε με τον υπαρξισμό, ο Γιανναράς επενδύει το πρόσωπο με οντολογικό περιεχόμενο και προσδιορίζει την πραγμάτωσή του αποκλειστικά στη σχεσιακότητα και το άνοιγμά του στον άπειρο Θεό: «Τότε μόνο ο άνθρωπος πραγματοποιεί τον προορισμό του, την κλήση του να γίνει πρόσωπο, όταν βρίσκεται σε κοινωνία αγάπης με τα υπόλοιπα πρόσωπα, κατά το πρότυπο του Τριαδικού Θεού».[433]

Σε αυτό το πλαίσιο, ο σαρκικός έρωτας αποηθικοποιείται, με αναφορά στον πουριτανισμό των εν Ελλάδι θρησκευτικών οργανώσεων και την από μέρους τους «θρησκειοποίηση» του χριστιανισμού,[434] ανάγεται δε σε προϋπόθεση για την καθολική μετοχή του ανθρώπου σε κοινωνία με τον Θεό και την πραγμάτωση της ενότητας μέσα στον κόσμο: «Η αγάπη είναι η μόνη οδός κοινωνίας των προσώπων κατά το πρότυπο του Τριαδικού Θεού. Ο έρως είναι μια μορφή αυτής της αγάπης, η πληρέστερη, γιατί προϋποθέτει καθολική μετοχή όλου του ανθρώπου».[435] Συναφώς, η ευχαριστιακή σύναξη ως γεγονός φανέρωσης της εκκλησιαστικής ενότητας και η ενορία ως τρόπος εμπειρικής βίωσης του Θεού πριμοδοτούνται στα γραπτά του στοχαστή:

[…] η ερωτική σχέση παραμένει ως η κατ’ εξοχήν οδός κοινωνίας και ενότητας των προσώπων. Η καθολική αυτή ενότητα είναι και φυσική και υπερφυσική – στη Θεία Κοινωνία η βρώση και η πόση είναι η συμμετοχή του σώματος στην καθολική ενότητα με τον Κύριο.[436]

Ομοίως, ο γάμος ως ένωση εν μυστηρίω και η σεξουαλικότητα λαμβάνουν τολμηρά, στο πλαίσιο της αμφισβητησιακής κίνησης του ’60, κεντρικό ρόλο όχι μόνο στη σκέψη, αλλά και στο λογοτεχνικό έργο του Γιανναρά,[437] με κύρια αναφορά τον ιερό πόθο και την ερωτική αλληγορία του Άσματος Ασμάτων. Ακολουθώντας την εν λόγω μυστικιστική παράδοση της Ανατολής και της καταρχήν Ορθόδοξης κατάφασης του υλικού στοιχείου ως σάρκας του άκτιστου Λόγου, ο έρωτας στον Μαργαρίτη συνιστά την υπέρτατη πραγμάτωση της επιδιωκόμενης ενότητας της Εκκλησίας:

[E]ίμαι (μάλλον: πολύ θα ήθελα να είμαι!) εκκλησιαστικός συγγραφέας, ουσιαστικά. Εγώ δεν πιστεύω ούτε στην ποίηση ούτε στη λογοτεχνία per se, και ασφαλώς ούτε σε έθνη, θρησκείες, ιδέες κ.ο.κ. Η Εκκλησία τα ξεπερνά όλα αυτά, είναι ένα ερωτικό γεγονός, και είναι το μοναδικό που με απασχολεί, επειδή πιστεύω ότι είναι το μοναδικό πραγματικά ερωτικό/αγαπητικό γεγονός.[438]

Όπως και στον Γιανναρά, η Εκκλησία στον Μαργαρίτη νοείται ως γεγονός κοινωνίας, γι’ αυτό και η συμβολική της Θείας Ευχαριστίας συνιστά την εν μυστηρίω ένωση των μελών της σε σώμα με κεφαλή τον Χριστό: (περισσότερα…)