Ο Λεβινάς, ο ρατσισμός και η πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας σήμερα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στο περίφημο θεατρικό μονόπρακτο του Σαρτρ με τον τίτλο Κεκλεισμένων των θυρών (1944), πρωταγωνιστές είναι τρεις άνθρωποι: ο λιποτάκτης Ζοζέφ Γκαρσέν, η ομοφυλόφιλη Ινέζ Σεράνο και η αριστοκράτισσα Εστέλ Ριζώ, μέσα σε ένα μυστηριώδες ξενοδοχείο, το οποίο φαίνεται να είναι η μεταθανάτια κόλαση. Καθώς αναπτύσσεται μια δυναμική ανάμεσα σε αυτά τα τρία πρόσωπα και αποκαλύπτεται το έγκλημα ή αμάρτημα που έκανε ο καθένας τους, ο Γκαρσέν καταλήγει στο συμπέρασμα πως η κόλαση δεν είναι ούτε οι φλόγες, ούτε οι δαίμονες, ούτε τα όργανα βασανισμού. Η κόλαση είναι οι άλλοι («L’ enfer, c’ est les autres»). Αυτή είναι η περίφημη σαρτρική ρήση, με την οποία ο Γάλλος υπαρξιστής φιλόσοφος ήθελε να δείξει, μέσα από το παράλογο, το πώς η ελευθερία των ανθρώπων τους οδηγεί στη σύγκρουση. Θεμελιώδης ιδέα στη σκέψη του Εμμανυέλ Λεβινάς (1906-1995) είναι η σχέση του Εγώ (δηλ. του ανθρώπινου υποκειμένου) με τον Άλλο (άνθρωπο), ο οποίος είναι μοναδικός και εντελώς διαφορετικός σε σχέση με το ίδιο (το εγώ), οπότε αδυνατεί να τον κατανοήσει. Ολόκληρη η σκέψη του Λεβινάς στηρίζεται στο θεμελιώδες ερώτημα του πώς μπορούμε να σκεφτούμε τον άλλο χωρίς να απαλείψουμε τη διαφορετικότητά του. Η σκέψη του Λεβινάς έχει διπλή αφόρμηση: στηρίζεται τόσο στη σκέψη άλλων φιλοσόφων (Πλάτων, Ντεκάρτ, Χούσερλ, Χάιντεγκερ), όσο και στα θρησκευτικά κείμενα (Αγία Γραφή). Μια ακόμη ισχυρή επιρροή στη φιλοσοφία του ήταν η πρώιμη επαφή με το λογοτεχνικό έργο του Ντοστογιέφσκι. Πραγματικά, η ιδέα που εκφράζεται στους Αδελφούς Καραμάζοβ ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για όλους τους άλλους άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στη σκέψη του. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ίσως ρόλο στη διαμόρφωσή του, έπαιξε η αιχμαλωσία του, ως Εβραίου, σε γερμανικό ναζιστικό στρατόπεδο. Σύμφωνα με τον Λεβινάς, κάθε προσπάθεια κατανόησης του Άλλου (ανθρώπου), δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τον ανάγει στο εγώ που προσπαθεί αν τον γνωρίσει. Όσο και αν προσπαθώ, δε μπορώ να γνωρίσω πλήρως τον άλλο. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σχετιστώ μαζί του. Μονάχα όταν σχετίζομαι με τον άλλο, εμφανίζεται μια διέξοδος από τον περιορισμό του εαυτού μου. Κύριο χαρακτηριστικό κάθε απόπειρα συσχετισμού με τον Άλλο, είναι η ευθύνη που ως άνθρωπος αισθάνομαι απέναντί του. Η ευθύνη αυτή, που για το Λεβινάς είναι άπειρη, δεν είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών συνθηκών, αλλά αντίθετα κάθε ηθική διδασκαλία έχει εκείνη ως αφετηρία της. Στη σχέση μου με τον Άλλο ενδέχεται να προσπαθήσω να υποτάξω την ετερότητά του σε αυτό που είμαι εγώ ο ίδιος. Αυτό το κάνω ασκώντας βία. Το πιο ακραίο παράδειγμα τέτοιας βίας είναι ο φόνος, κατά τον οποίο αφαιρώ κάθε ετερότητα από το άλλο ανθρώπινο πρόσωπο, παραδεχόμενος ότι μου είναι αδύνατο να τον οικειοποιηθώ όπως θέλω. Πρόκειται για σύγκρουση ανάμεσα στη δική μου ελευθερία και την ελευθερία του άλλου, μια σύγκρουση που στην πραγματικότητα είναι η βάση κάθε πολεμικής σύρραξης. Σύμφωνα με τον Λεβινάς, κάθε ελευθερία τείνει διαλεκτικά να ξεπεράσει τα όρια του προσώπου που την κατέχει και να καταστεί τυραννική περιορίζοντας την ελευθερία των άλλων. Για να επιβιώσουν λοιπόν οι κοινωνίες, συνεχίζει, οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει γραπτούς νόμους που δεσμεύουν τους ανθρώπους σε αμοιβαίο περιορισμό ελευθεριών. Για να είναι όμως ελεύθεροι οι πολίτες, οφείλουν να υπακούν τους νόμους συνειδητά, δηλαδή μόνο εφόσον βλέπουν τη δική τους βούληση να αντικατοπτρίζεται σε αυτούς. Κάθε γνήσια υπακοή προϋποθέτει ελευθερία και αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, πρόκειται για καθεστώς ανελευθερίας. Ο πραγματικά ανελεύθερος άνθρωπος παραδίδεται από ευκολία στη βούληση των άλλων. Με αυτή την έννοια, ο ανελεύθερος άνθρωπος, λέει ο Λεβινάς, είναι αυτός που δε μπορεί να υπακούσει. Πέρα από τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις των ανθρώπων, ο Λεβινάς ξεκινά από την επαφή με τον άλλο για να καταλήξει σε μια άλλου είδους σχέση: τη σχέση με το Θεό. Ο μόνος τρόπος να φτάσουμε προς το Θεό είναι μέσα από την επαφή με τον άλλο άνθρωπο. Γίνεται φανερό βέβαια ότι ο Λιθουανός στοχαστής έχει ως κύριο παράδειγμα σχέσης την ερωτική σχέση, που από τη φύση της τείνει να κυμαίνεται ανάμεσα στα ακραία όρια της υποταγής και της κυριαρχίας. Με βάση την ερωτική σχέση, ο Λεβινάς προσδιορίζει θεμελιωδώς το περιεχόμενο κάθε ανθρώπινης σχέσης. Ενώ λοιπόν το Εγώ, για τους θεωρητικούς της ισχύος, προσπαθεί πρωτίστως να κυριαρχήσει έναντι των άλλων, σε μια συνεχή διαμάχη, για τον Λεβινάς είναι πιο θεμελιώδης η αναφορικότητά του, η ανάγκη του να σχετιστεί με κάποιο άλλο πρόσωπο. Η σκέψη του Λεβινάς επηρέασε αρκετά, και πέραν του χώρου της φιλοσοφίας.

Στο βιβλίο του Ο Άλλος, ο Πολωνός πολεμικός ανταποκριτής που ταξίδευε διεθνώς από το 1956, Ρίσαρντ Καπισίνσκι (1932-2007), εκφράζει τις ιδέες του για την πολυπολιτισμικότητα του σύγχρονου κόσμου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επικοινωνία των διαφορετικών πολιτισμών του κόσμου μας. Συγκεκριμένα, η επικοινωνία των ανθρώπων γνώρισε τρία στάδια: αυτό της εμπορικής επικοινωνίας, αυτό της αποικιοκρατίας και τέλος, εκείνο της ανεκτικότητας. Αυτό το τελευταίο στάδιο επικοινωνίας, στο οποίο βρισκόμαστε μέχρι σήμερα, είχε τρεις σημαντικούς σταθμούς: τον Γαλλικό Διαφωτισμό, τη φιλοσοφία του Ιμάνουελ Λεβινάς και τη, δεδομένη πλέον στις μέρες μας, πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας. O Καπισίνσκι τονίζει ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί ήταν που ταξίδεψαν και εξερεύνησαν ολόκληρη τη γη, αυτή τους όμως η πρωτοπορία ενείχε πάντα τον κίνδυνο του ευρωκεντρισμού, δηλαδή της περιφρόνησης για ό,τι δεν ανήκε στην επικράτεια του Δυτικού πολιτισμού. Στην καταπολέμηση του ευρωκεντρισμού κύριο ρόλο έπαιξαν οι ανακαλύψεις του Μαλινόφσκι στα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, οι οποίες έθεσαν τις βάσεις για την επιστήμη της κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Με τη σειρά του, ο Κλοντ Λεβί-Στρως (1908-2009), από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της επιστήμης της κοινωνικής ανθρωπολογίας επιχειρεί ν’ αναδείξει γλαφυρά την ετερογένεια των αμέτρητων πολιτισμών του κόσμου μας. Συγκρουόμενος με ορισμένες βαθύτατα παγιωμένες προκαταλήψεις, ο Λεβί-Στρως δείχνει εδώ με συναρπαστικά παραδείγματα τις θεμελιώδεις ασυμμετρότητες στην πληθώρα των ανθρώπινων πολιτισμών, τονίζοντας συνάμα την εγγενή προδιάθεσή μας να παρατηρούμε τα άλλα πολιτισμικά συστήματα μέσα από το δικό μας (πχ έτσι εξηγείται ο ευρωκεντρισμός και το αρχαιοελληνικό ρητό «πας μη Έλλην βάρβαρος»), όπως ο παρατηρητής μέσα στο κινούμενο τρένο, κατά το νοητικό πείραμα της Σχετικότητας του Αϊνστάιν: η σχέση των πολιτισμών μεταξύ τους διέπεται από τη δική της «σχετικότητα», μας λέει ο Λεβί-Στρως. Σύμφωνα με τον Λεβί-Στρως, η ποικιλία των ανθρωπίνων πολιτισμών υπάρχει, στο παρόν και στο παρελθόν, πιο μεγάλη και πιο πλούσια απ’ ό,τι πρόκειται να μάθουμε ποτέ σχετικά με αυτή.

Οι πολιτισμοί της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής είχαν μείνει εντελώς απομονωμένοι από ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο για μια περίοδο που κυμαίνεται μεταξύ δέκα και είκοσι πέντε χιλιάδες χρόνια. Ακόμη και οι σημερινές σχετικά απομονωμένες φυλές που θεωρούμε «πρωτόγονες», έχουν μεταβληθεί σημαντικά στη δομή τους, σε σχέση με αυτό που ήταν στα πολύ παλιότερα χρόνια. Οι διαφορές των πολιτισμών εξηγούνται συχνά από τις σχέσεις οι οποίες τους συνδέουν: πράγματι, ένας πολιτισμός υιοθετούσε πολλές φορές έθιμα και παραδόσεις όχι λόγω βαθιάς εσωτερικής ανάγκης αλλά μάλλον με κύριο στόχο να μη μείνει καθυστερημένος συγκριτικά με έναν άλλο, γειτονικό σε αυτόν, πολιτισμό ή κοινωνία. Ωστόσο, παρά την αυξημένη επαφή των διαφορετικών πολιτισμών σήμερα, ακόμη ο κίνδυνος της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, ο οποίος εκδηλώνεται είτε με την εκούσια απομόνωση ενός λαού, είτε με έναν πόλεμο και μαζικές εκτελέσεις. Είναι γεγονός, υποστηρίζει και πάλι ο Καπισίνσκι, ότι η εποχή που ζούμε είναι πολυπολιτισμική, καθώς η αλματώδης τεχνολογική ανάπτυξη κατέστησε δυνατή την πύκνωση της επικοινωνίας και την υπέρβαση των αποστάσεων με εφευρέσεις όπως η τηλεόραση και το διαδίκτυο. Είναι λοιπόν στη διάθεσή μας να αποδεχτούμε τη διαφορετικότητα του Άλλου και να συνάψουμε μια σχέση μαζί του, μέσα σε κλίμα ανεκτικότητας και ειλικρίνειας ή διαφορετικά, να στραφούμε εναντίον του χτίζοντας συρματοπλέγματα ή και διεξάγοντας μάχη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Άλλος είναι μοναδικός και όπως έλεγε και ο Λεβινάς, η ευθύνη μας απέναντί του είναι πάντα άπειρη.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Κυριακή 11/7 | Οι Αρχαίοι Τραγικοί κι Εμείς – Με τον Γιώργο Μπλάνα

~.~

Δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματος μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή του αρχαίου δράματος Γιώργο Μπλάνα. Με τον καλεσμένο μας συζητούν η θεατρολόγος και πανεπιστημιακός Ιωάννα Ρεμεδιάκη και ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Μπλάνα ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Κυριακή 11 Ιουλίου 2021, ώρα 21:30

~.~

Γιώργος Μπλάνας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Ποιητής, κριτικός και μεταφραστής εμφανίστηκε στα γράμματα το 1987 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής: Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν την σφαγή. Έκτοτε εξέδωσε 10 ποιητικά βιβλία: Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου * Νύχτα * Παράφορο * Η απάντησή του * Επεισόδιο * Τα ποιήματα του προηγούμενου αιώνα * Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη * Στασιωτικά [1-50] * Στασιωτικά [51-100] *Τερατούργημα και Ο Κότσυφας του Σύμπαντος. Άσκησε επί δεκαετίες την κοινωνική, πολιτική και λογοτεχνική κριτική και μετέφρασε πλήθος σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων λογοτεχνικών έργων. Η ενασχόλησή του με την αρχαία ελληνική λυρική και δραματική ποίηση, απέδωσε εκδόσεις του συνόλου των αποσπασμάτων του Αρχίλοχου και του Παλλαδά του Αλεξανδρέως, Ραψωδιών της Ομήρου Ιλιάδος και δραμάτων του Αισχύλου, του Σοφοκλέους, του Ευριπίδου και του Αριστοφάνους. Οι μεταφράσεις του αρχαίων δραματικών και σαιξπηρικών έργων χρησιμοποιήθηκαν συχνότατα σε παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου και άλλων θεατρικών οργανισμών.

2011 Ευριπίδου: Ηρακλής Μαινόμενος, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού.
2014 Σοφοκλέους: Φιλοκτήτης, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2015 Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2016-17 Αισχύλου: Επτά επί Θήβας, σε σκηνοθεσία Cezaris Grauzinis.
2017 Ευριπίδου: Ιφιγένεια εν Αυλίδι, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη.
2017 Σοφοκλέους: Φιλοκτήτης, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αγαρτζίδη.
2018 Αισχύλου: Αγαμέμνων, σε σκηνοθεσία Cezaris Grauzinis.
2018 Σοφοκλέους: Αντιγόνη, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη.
2018 Ευριπίδου: Ορέστης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη.
2018 Αριστοφάνους: Βάτραχοι, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2021 Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη.

Οι εργασίες του που έχουν βραβευθεί: Βραβείο Περιοδικού Διαβάζω (Στασιωτικά [1-50]), Έπαινος Κάρολος Κουν (Ευριπίδης: Ηρακλής Μαινόμενος), Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (Βασίλι Γκρόσμαν: Ζωή και Πεπρωμένο).

~.~

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΑΤΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΩΔΙΩΝ

Μετάφραση Γιώργου Μπλάνα

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Χέρια μου, χέρια στερημένα τη συντρόφισσα χορδή·
χέρια ριγμένα στα δεσμά των χεριών του.
Άρρωστο μυαλό, σκλάβα ψυχή, πως τρύπωσες ξανά
στη ζωή μου και μ’ άρπαξες κρυμμένος
πίσω απ’ αυτό το άγνωστο παιδί,
που δε σου αξίζει και μου αξίζει.
Μα τι μπορούσε να γνωρίζει άλλο απ’ τις διαταγές σου;
Κοίτα, πονάει για όσα με πόνεσε και πόνεσα.
Δεν το ήθελε, δεν ήταν κακός από τη φύση του,
κι όμως το μοχθηρό σκοτάδι της ψυχής σου
τον έκανε τεχνίτη στην απάτη.
Τώρα, κάθαρμα, με δένεις και ζητάς να με τραβήξεις
απ’ την ακτή, που μ’ έριξες έρημο, άστεγο, κουφάρι ζωντανό.
Ανάθεμά σε! Να ψοφήσεις σαν σκυλί!
Πόσες φορές σε καταράστηκα,
αλλ’ οι θεοί δε θέλουν να γελάσω
τον όλεθρό σου. Εσύ ζεις και βασιλεύεις
κι εγώ κουτσαίνω, ο δύστυχος, τις συμφορές μου,
για να γελάς και να γελούν τ’ αφεντικά σου,
οι περιβόητοι στρατηγοί Ατρείδες.
Και να σκεφτείς πως σ’ έζεψαν
με ψέματα κι εκβιασμούς
στην εκστρατεία τους, ενώ εγώ, ο αφελής,
έτρεξα πρόθυμα, με εφτά καράβια,
για να με εξευτελίσετε σ’ αυτή την ερημιά
και να ρίχνετε ο ένας στον άλλον την ευθύνη.
Τι με τραβάτε τώρα; Πού με πάτε; Γιατί;
Δεν είμαι πια ένα τίποτα; Δεν πέθανα από καιρό;
Πώς δεν κουτσαίνω πια, πως δε βρωμάω, αθεόφοβε;
Πώς θα μπορέσετε να κάνετε θυσίες και σπονδές,
αν με πάρετε μαζί σας; Γι’ αυτό δε με παράτησες εδώ;
Που να ψοφήσετε σαν τα σκυλιά, φονιάδες μου,
αν οι θεοί αποδίδουν δικαιοσύνη.
Και να είστε σίγουροι, αποδίδουν.
Θα μπαίνατε ποτέ στον κόπο να φτάσετε ως εδώ,
για χάρη ενός απόκληρου, αν κάτι θεϊκό
δεν σάς ενοχοποιούσε;
Α, πατρίδα και θεοί που βλέπετε τα πάντα,
τσακίστε τους· σήμερα, αύριο, κάποτε,
όμως τσακίστε τους, αν με λυπάστε.
Τέτοια ζωή που καταρρέω, θα χαιρόμουν
το θάνατό τους σαν να έγινα καλά.

~.~

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Κυνήγι φτερωτό των ουρανών
κι έθνος ολόχαρο των αγριμιών
που τρέφεται σε τούτες τις πλαγιές,
μη φεύγετε την πέτρα μου, μην τρέχετε·
δεν έχω πια στα χέρια τόξου δύναμη,
ο δύστυχος. Ελάτε,
μη φοβάστε.
Ο τόπος είναι αφύλαχτος.
Σειρά σας να χορτάσετε ό,τι μένει
από το σφάγιό μου.
Εγώ σε λίγο
φεύγω απ’ τη ζωή.
Με τι να πορευτώ;
Χορταίνει ο άνεμος αυτόν
που έχασε της μάνας γης την αγκαλιά;

~.~

ΑΙΑΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Αι, α! Στενάζω και ακούω τ’ όνομά μου.
Όχι στενάζω, αιάζω είναι το σωστό.
Κι έτσι μπορώ να είμαι Αίας
όσο ζητάει η κατάντια μου. Αι, α, κατάντια:
να φτάνει κάποτε στην Τροία ο πατέρας,
να σπέρνει σθένος και ορμή και να θερίζει δόξα·
και να ’ρχεται ύστερα ο γιος στην ίδια γη
να οργώνει τα πεδία των μαχών
με χέρια ισάξια του πατέρα,
να σπέρνει το ίδιο σθένος και να θερίζει ατίμωση
σαν να ’ναι ο τελευταίος των Αχαιών.
Όμως ακόμα κι έτσι ερείπιο όπως είμαι,
μέσα μου ξέρω σίγουρα πως αν ο Αχιλλέας
ήταν εδώ και έκρινε ποιος έχει την ανδρεία
να φέρει τα όπλα του, θα έδειχνε εμένα·
μόνο εμένα. Κι ας πιστεύουν οι Αχαιοί
πως είναι άξιος να τα ’χει ένας πανούργος
κι ας λοιδορούν το σθένος μου.
Αν έβλεπα μπροστά μου, αν μπορούσα να σκεφτώ,
δεν θα τολμούσαν να προκρίνουν άλλον άνδρα.
Μὰ εγώ άπλωσα το χέρι να συντρίψω
ανθρώπους ένοχους και η κόρη, η αρπακτική, του Δία
έλυσε καταπάνω μου την λύσσα της. Ορίστε,
λοιπόν, ο ανδρείος μαχητής: ένας ασήμαντος χασάπης.
Τώρα γελούν, νομίζουν πως είναι ζωντανοί
από δικό μου λάθος. Δεν σκέφτονται πως όταν
σπέρνει σκοτάδι ο θεός, βρίσκει την ευκαιρία
και ξεγλιστρά απ’ τον γενναίο ο δειλός.
Λοιπόν, τι μου απομένει; Οι θεοί με κυνηγούν,
το πανελλήνιο με μισεί κι η Τροία δεν με σηκώνει.
Ν’ αφήσω ετούτη την στιγμή τους Αχαιούς,
να πάρω πίσω το Αιγαίο μονάχος, λιποτάκτης;
Πώς θα σταθώ μπροστά στον Τελαμώνα;
Πώς θα τον αντικρύσω; Και πώς θ’ αντέξει να με δεῑ
να επιστρέφω με άδεια χέρια; Τι θα του πω;
Γυμνός θα πάει ο γιος στην δόξα του πατέρα;
Όχι, ποτέ, ποτέ όσο ζώ. Καλλίτερα να ορμίσω
πάνω στους Τρώες μόνος μου. Κι όσους θερίσω
πριν με θερίσουν. Έτσι τουλάχιστον θα πάω
δοξασμένος. Όχι! Αυτό δεν περιμένουν οι Αχαιοί,
για να πανηγυρίσουν; Δεν βγαίνει άκρη. Κάπως
πρέπει να μάθει ο πατέρας πως ο γιος
δεν είναι ανάξιος καρπός της γενναιότητάς του.
Πρέπει· γιατί είναι ντροπή να θες να ζήσεις μια ζωή
που οι δυστυχίες της γεννούν μονάχα δυστυχίες.
Τι νόημα έχει να πεθαίνεις κάθε μέρα
για να μένεις ζωντανός; Ύπαρξη κάλπικη αυτός
που προσπαθεί να συντηρήσει της ελπίδας την φωτιά
με ψέματα χλωρά. Ζήσε καλά ή πέθανε καλύτερα.
Νά πώς υπάρχει ο αυθεντικός άνθρωπος.
Εγώ αυτά είχα να πω.

~.~

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ [ΑΙΣΧΥΛΟΥ]

Απέραντο γαλάζιο τ’ ουρανού·
αέρα, διάφανο γεράκι της δροσιάς,
πηγές των ποταμών,
πέλαγο, γέλιο της αρμύρας φωτεινό
μητέρα γη και φλογερό βλέμμα του ήλιου,
δείτε θεός από θεούς τι πάσχω.
Δείτε αιώνιο μαρτύριο που έχω να παλέψω.
Αυτό αξίζω για την νέα εξουσία:
πέτρα και σίδερο σε μια ερημιά.
Α, πού κατάντησα! Δεν ξέρω τι να πρωτοπονέσω·
το σιδερένιο μου παρόν
ή τους πέτρινους αιώνες που θα έρθουν;
Λύτρωση! Θά ’ρθει η λύτρωση ποτέ;
Τι λέω; Σαν να μην ξέρω τι θα φέρει
το μέλλον: ένα-ένα, καθαρά·
τίποτα απρόβλεπτο, όλα δοσμένα, μετρημένα.
Θα το αντέξω -πρέπει!-
το μέρισμά μου. Δεν παλεύεται -το ξέρω-
η Ανάγκη. Θα σωπάσω
μπροστά στην δύναμή της.
Μα δεν μπορώ να κάνω την σιωπή μου
να σωπάσει. Μιλάει – κι εγώ ένα στόμα έχω…
Άνθρωπος η κατάντια μου!
Γι’ αυτόν άρπαξα απ’ την φλόγα την φωτιά·
σ’ αυτόν την χάρισα, κλεισμένη
σ’ ένα καλάμι, ζωντανή – να τον διδάξει
πως γίνεται Άνθρωπος ο Άνθρωπος. Αυτό
το ανθρώπινο όραμα με οδήγησε εδώ, στην ερημιά
των απάνθρωπων δεσμών μου. Αχ!
Ποιος είναι εκεί;
Ποιος ψιθυρίζει; Ποιος μυρώνει τον αέρα,
διάφανος σαν αέρας. Φανερώσου!
Είσαι θεός, θνητός ή πλάσμα θεϊκό;
Ήρθες στης γης την άκρη για να δεις
το πέτρινο μαρτύριο που περνώ ή τι;
Βλέπεις θεό δεσμώτη, απόβλητο, εχθρό
της εξουσίας των θεών… από φιλανθρωπία.
Τι είναι αυτό! Ακούω πουλιά;
Φτερά θροΐζουν ή σηκώθηκε αέρας;
Τι φέγγει εκεί; Ποιος τρόμος…

~.~

ΗΡΑΚΛΗΣ [ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ – ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Λοιπόν, αφού πιαστήκαμε για τα καλά λόγια,
άκου στις νουθεσίες σου τι έχω ν’ αντιτάξω•
και μέτρα τα χτυπήματα που μου ’δωσε η ζωή.
Με γέννησε ο άνθρωπος
που σκότωσε τον γέροντα πατέρα της μητέρας μου –
κι όταν δεν έχει μια γενιά βάσεις σωστές, οι απόγονοι
θα δυστυχήσουν βέβαια.
Ύστερα, αυτός ο Δίας
-ποιος είναι δεν με νοιάζει-
σε κάποια κλίνη, μου άνοιξε πόλεμο με την Ήρα.

Γέρο μου, μην ανησυχείς. Έναν πατέρα έχω.

Ήμουν μωρό, στα σπάργανα, κι έπρεπε να παλέψω
με φίδια τερατόμορφα, για να επιβιώσω.
Κι όταν στο σώμα μου έδεσε η πανοπλία του άντρα,
τι δεν αντιμετώπισα – Τρισώματους Τυφώνες;
Λιοντάρια; Γίγαντες; Ορδές τετράποδων πολεμιστών;
Τη σαρκοβόρα Ύδρα, που είχε δυο κεφάλια και έκαψα εκατό;
Τι πέρασα! Πώς άντεξα! Και άντεξα πολλά.
Μέχρι τον Άδη έφτασα και έφερα στο φως
τον σκύλο τον τρικέφαλο, τον πυλωρό του σκότους•
για χάρη του Ευρυσθέα.
Και, να, το επιστέγασμα των άθλων μου: τα λάφυρα
της δυστυχίας μου: νεκρά
παιδιά – και είναι παιδιά μου!
Κατάντια!
Πώς να μείνω στη Θήβα που αγάπησα;
Είναι ντροπή!
Κι αν μείνω
ποιο ιερό, ποια τελετή, ποιον φίλο να πλησιάσω;
Δεν έχω το δικαίωμα και δεν θα με δεχθούν.
Να πάω στο Άργος; Πώς; Φυγάς
απ’ την πατρίδα μου;
Ή να βρω
μιαν άλλη πόλη να κρυφτώ;
Ποια πόλη; Είναι μπροστά μου
τα μοχθηρά τους βλέμματα, που θα με αναγνωρίζουν•
Τρυπούν τ’ αφτιά μου οι ψίθυροι:
«Αυτός δεν είναι ο φονιάς,
ο γιος του Δία, που σκότωσε γυναίκα και παιδιά;
Α, να χαθεί, το σίχαμα, να ξεβρομίσει ο τόπος!»

[Άκου με: αυτός ο άνθρωπος που έλεγε πως ζούσε
τάχα μέσα στο φως
της ευτυχίας, ταράζεται, τα χάνει, όταν αρχίσει
να σκοτεινιάζει η μοίρα του.
Όμως αυτός που έμαθε τι είναι δυστυχία
από τα γεννοφάσκια του, ξέρει τι περιμένει.]
Κι εγώ γνωρίζω, φίλε μου,
πως θα τελειώσω. Κάποτε κι η γη θα μου φωνάζει
πως είμαι ανεπιθύμητο; να πάψω να μολύνω
τα χώματά της, τα νερά, τις θάλασσες. Θα λέει
πως μόνο το μαρτύριο του Ιξίωνα μου ταιριάζει.
[Καλύτερα έτσι. Οι Έλληνες δεν θα ’ναι αναγκασμένοι
να βλέπουν ενός Έλληνα γενναίου την κατάντια.]

Λοιπόν; Γιατί να ζω;
Τι έχει να μου δώσει αυτή η άχρηστη ζωή;
Το αίσχος της;
Τώρα μπορεί του Δία η γυναίκα
να ξεσηκώσει απ’ τους χορούς τις αίθουσες του Ολύμπου.
Έγινε αυτό που ήθελε. Τον πρώτο των Ελλήνων
τον γκρέμισε απ’ το βάθρο του.
Θεά να σου πετύχει!
Πώς να την σεβαστείς,
όταν για μια γυναίκα, που άρεσε στον Δία,
στερεί από την Ελλάδα
τους υπερασπιστές της;

~.~

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ [ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Δεν έχω του Ορφέα το μυαλό, πατέρα μου· δεν ξέρω
να τραγουδάω και να ξυπνούν οι πέτρες και να τρέχουν
να μ’ ακούσουν· να μιλάω και να μαγεύω
τους ανθρώπους και να κάνουν ό,τι θέλω.
Τα δάκρυά μου τα χαζά έχω μονάχα.
Κάτι αξίζουνε κι αυτά, πατέρα: είναι δικά μου
κι είναι της κόρης σου – μην τ’ αρνηθείς.
Πέφτω στα πόδια σου· σε ικετεύω. Ξέρω:
δεν ικετεύουνε ποτέ με άδεια χέρια· να,
δέξου τα χέρια μου και πες πως είναι
κλαδάκια ελιάς και δάφνης. Μην με διώχνεις
τόσο γρήγορα απ’ το φως· είναι γλυκό
το φως – μην μ’ αναγκάσεις
να δω της γης τ’ ανίδωτα κι ανείπωτα σκοτάδια.
«Πατέρα μου» δεν ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσες
να βγαίνουν απ’ τα χείλη μου; «Παιδί μου»
δεν σ’ άκουσα να λες μόλις σε είδα
στο φως του κόσμου; Κι όταν
μεγάλωσα, σε σένα δεν ερχόμουν, δεν καθόμουν
στα γόνατά σου, δεν σου γύριζα τα χάδια, τα φιλιά σου;
Δεν μου ’λεγες: «Θα ζήσω να σε δω, πριγκίπισσά μου,
βασίλισσα στο σπίτι σου· γυναίκα ευτυχισμένη
στην αγκαλιά ενός βασιλιά, μεγάλου σαν και μένα;»
κι εγώ σου χάιδευα τα γένια –όπως τώρα–
και σου ’λεγα: «Θα ζήσεις και θα είσαι
γέροντας και θα έρχεσαι στο σπίτι μου κι εγώ
θα σε φροντίζω όπως με φρόντιζες εσύ».
Εγώ δεν τα ξεχνάω τα λόγια μου, πατέρα.
Εσύ τα ξέχασες και θέλεις να με σκοτώσεις.
Τι θα ’λεγε ο Ατρέας, ο παππούς μου,
αν ήξερε; Τι θα ’λεγε ο δικός σου
παππούς, ο Πέλοπας; Άκου τι λέει
η μητέρα μου. Δεν φτάνει μία φορά
που πόνεσε, όταν μου ’δωσε ζωή; Πρέπει να ζήσει
και τον πόνο του θανάτου μου; Τι φταίω
εγώ αν ήθελε η Ελένη τον Αλέξανδρο, πατέρα;
Πώς να πεθάνω εγώ γι’ αυτούς;
Κοίταξέ με, φίλησέ με να θυμάμαι τον καλό μου
πατέρα, όταν θα φύγω απ’ τη ζωή επειδή
δεν με λυπήθηκε ο πατέρας μου. Και συ,
Ορέστη μου, αδελφέ μου, βοήθησέ με. Ξέρω·
είσαι μικρούλης· όμως νιώθεις
–το νιώθω– το κακό που πλησιάζει
την αδελφή σου· και το δάκρυ σου, μωρό μου,
έχει δύναμη μεγάλη – να το ξέρεις.
Κοίτα, πατέρα, τι σου λέει: «Είναι μικρή
η αδελφούλα μου· λυπήσου τη!» Μαζί,
μαζί σ’ το λέμε – εγώ πουλί μικρό κι αυτός
πουλάκι τοσοδά. Είμαι μικρή, όμως πρόλαβα
να μάθω κάτι π’ ούτε εσύ ούτε κανείς
μπορεί να το νικήσει.
Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
Κι είναι τρελός αυτός που λέει:
καλύτερα να πέθαινα χαρούμενος παρά
να ζω δυστυχισμένος.

~.~

ΜΗΔΕΙΑ [ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Ορίστε· ήρθα εγώ σε σας, γυναίκες της Κορίνθου,
για να μην παρεξηγηθώ. Λένε πολλά
οι άνθρωποι μπροστά και πίσω από τις πόρτες.
Αλαζονεία βλέπουν στην διακριτικότητα
οι γείτονες, γιατί το βλέμμα
και άδικο είναι κι απρόκλητα επιθετικό,
πριν διακρίνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο·
πόσο μάλλον αν είναι ξένος. Το σωστό
είναι να σέβεται την πόλη που τον φιλοξενεί.
Μα κι οι πολίτες να μην κρίνουν
απ’ τα φαινόμενα. Πολίτης
και άγνοια είναι σωστή καταστροφή. Όσο για μένα,
με τσάκισε, καλές μου, αυτό το ξαφνικό.
Σαν φάντασμα πλανιέμαι σε τούτη την ζωή
που δεν την θέλω. Είμαι νεκρή, σας λέω·
νεκρή. Ο άντρας μου, αυτός που ήταν για μένα
ο κόσμος όλος, όλη μου η ζωή,
είναι το μεγαλύτερο ψέμα του κόσμου.
Μα, δεν υπάρχει πλάσμα σ’ αυτόν τον κόσμο,
πιο δύστυχο απ’ την γυναίκα.
Κάθε ανάσα, κάθε σκέψη κι ένα πρόβλημα.
Πληρώνουμε πανάκριβα έναν άντρα
κι αγοράζουμε αφέντη.
Υπάρχει μεγαλύτερη απάτη;
Κι αν βγει καλός, πάει καλά. Όμως θα βγει;
Άλλη αγωνία αυτή. Για χωρισμό ούτε λόγος.
Η άτιμη, αυτή που άφησε τον άντρα της!
Μένουμε εκεί, σ’ ένα καινούριο άγνωστο σπίτι,
με άλλες συνήθειες κι άλλες αρχές,
αμήχανες, χωρίς να ξέρουμε τι πρέπει
να κάνουμε. Πρέπει να είσαι Πυθία για να ξέρεις
πράγματα που δεν έμαθες στο πατρικό σου σπίτι.
Κι αν καταφέρουμε να μάθουμε όπως-όπως
και πάρουν όλα την σειρά τους
κι ο άντρας λέει -όπως λένε- πως αντέχει τον ζυγό
του γάμου έχει καλώς.
Δεν είναι άσχημα. Το αντίθετο, μπορείς να λες
πως είσαι ευτυχισμένη. Ασφαλώς,
ο άντρας, όταν βαρεθεί την σπιτική μονοτονία,
βγαίνει, πηγαίνει να ξεσκάσει.
Εμείς στο μεταξύ δίνουμε μάχη για την τιμή του
με σύμμαχο την μοναξιά. Για ν’ ακούσουμε στο τέλος
πως είμαστε κρυμμένες στην ασφάλεια του σπιτιού,
όταν εκείνοι προσπαθούν να ξεφύγουν, με το δόρυ,
το δόρυ του εχθρού. Ανοησίες! Χίλιες φορές
η ασπίδα και το δόρυ, παρά μια γέννα. Όμως άλλο
εσείς κι άλλο εγώ. Εσείς έχετε τόπο
και σπίτι πατρικό και φίλους και γνωστούς.
Εγώ είμαι μόνη σε ξένο τόπο: λάφυρο
μιας εκστρατείας σε τόπο βάρβαρο,
χωρίς γονείς και αδελφό και συγγενή να καταφύγω.
Μια χάρη μόνο σου ζητώ. Αν βρω τρόπο να τιμωρήσω
τον άντρα μου, την νύφη του και τον πατέρα της,
για το κακό που μου ’καναν, μην πεις
τίποτα σε κανέναν.
Γιατί, σ’ το λέω: μπορεί η γυναίκα να φοβάται
και τον ίσκιο της, μπορεί να μην αντέχει
ούτε ν’ ακούει για μάχες και σπαθιά,
μα όταν πολιορκηθεί ο έρωτάς της, δεν υπάρχει
πιο πολεμόχαρη ψυχή.

~.~

ΑΝΤΙΓΟΝΗ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Αχ, νυφική μου κάμαρα, σπίτι μου σκοτεινό:
τάφε και φυλακή μου, έρχομαι για να βρω
όσους δικούς μου δέχτηκε εκεί η Περσεφόνη.
Μόνον εγώ απόμεινα. Μόνο και μόνο για να δω
τον θάνατό μου πριν καλά-καλά να ζήσω.
Άργησα, άργησα πολύ, μάνα καλή, πατέρα μου,
κι αγαπημένε μου αδελφέ, κοντά σας να κουρνιάσω.
Έρχομαι, κατεβαίνω: το αγαπημένο σας παιδί,
εγώ που σας ετοίμασα, σας στόλισα, σας τίμησα
στο τελευταίο ταξίδι.
Ακούτε; Ακούς κι εσύ καλέ μου Πολυνείκη.
Το σώμα σου προστάτεψα, αδελφέ
και να τι κέρδισα! Όχι·
σε τίμησα, έτσι έπρεπε: το ξέρουν οι καλοί.
Τέτοιο φορτίο τρομερό -κι ενάντια στους πολίτες-
δεν θα το άντεχα, αδελφέ, ούτε για τα παιδιά μου,
τα σπλάχνα μου· τον άντρα μου αν έβλεπα να λιώνει
άταφος… Όχι, αδελφέ, μην σε τρομάζουν
τα λόγια μου· ξέρω τι λέω. Τη θέση ενός άντρα
νεκρού την παίρνει άλλος.
Και την απώλεια των παιδιών,
καινούργια την γιατρεύουν.
Όμως δεν γίνεται άλλος αδελφός από γονείς
που βρίσκονται στον Άδη.
Αυτό είναι νόμος, αδελφέ.
Και τον σεβάστηκα. Κι αυτός, ο Κρέων, λέει
πως παρανόμησα, δικαίωμα στις χαρές
δεν έχω της ζωής: άντρα παιδιά και σπίτι.
Σπίτι μου θέλει ο τάφος μου να γίνει·
εκεί μονάχη κι έρημη να ζω τον θάνατό μου.
Ποιο νόμο παραβίασα των θεών;
Θεοί! Θεοί!
Ούτε θεοί ούτε άνθρωποι μπορούν να με συντρέξουν πια,
αφού καταδικάστηκα γι’ ασέβεια επειδή υπήρξα ευσεβής!
Αν συμφωνούν μ’ αυτήν την καταδίκη οι θεοί,
πεθαίνοντας θα ξέρω πως το λάθος ήταν δικό μου. Όμως
αν είχα δίκιο εγώ, ας πάθουν οι άδικοι όσα μου έκαναν.
Αυτό μου φτάνει.

~.~

ΗΛΕΚΤΡΑ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Άσπιλο φως και σύντροφε
πιστέ της γης, αέρα·
πάλι με βρήκατε οικτρό
ναυάγιο στα ρηχά των σκοταδιών.
Πάλι όλη-νύχτα πάλευα
με την στυγνή αγρύπνια μου,
σ’ αυτό το άθλιο σπίτι:
να προσπαθώ να κρατηθώ
απ’ τις πληγές μου με πληγές,
να μην αφήσω να χαθεί η μνήμη του πατέρα
που δεν μου πήρε ο πόλεμος,
δεν έπεσε σαν άνδρας, μαχόμενος βαρβάρους·
η μάνα μου κι ένας μοιχός, ο Αίγισθος, τον έκοψαν
σαν δέντρο που τους έκλεβε το φως.
Κι έμεινα εγώ , πατέρα μου, μονάχη να θρηνώ
τον άδικο και άνανδρο, πανάθλιο θάνατό σου.
Μόνον εγώ· άλλος κανείς.
Σε ξέχασαν πατέρα.
Μα όσο έχει τ’ άστρα της η νύχτα κι όσο βγαίνει
ο ήλιος, δεν θα στερηθεί εμένα το κατώφλι σου.
Σαν την αηδόνα που της πήραν τα μικρά
θα κλαίω απαρηγόρητα· εδώ – να με ακούν,
να μην μπορούν στιγμή να ησυχάσουν.
Άδη, με ακούς;
Ακούγομαι εκεί κάτω Περσεφόνη;
Πού είσαι Ερμή των σκοταδιών κι εσύ Κατάρα ευλογημένη;
Πού είστε κόρες των θεών, άγριες Ερινύες;
Τι πάθατε, δεν βλέπετε μοιχούς και δολοφόνους
να τριγυρνούν στο σπίτι μου;
Ελάτε, εκδικηθείτε,
τον φόνο του πατέρα μου.
Φέρτε τον αδελφό μου.
Πονώ βαθιά και σκοτεινά.
Πάω στα τυφλά. Ένα χέρι!

Σάββατο 10/7 | Οι Γάλλοι Κλασσικοί κι Εμείς – Με τον Στρατή Πασχάλη

~.~

Στην πρώτη από τις δύο βραδιές τις αφιερωμένες στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και την παρουσία τους στη νεοελληνική σκηνή σήμερα, οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή Στρατή Πασχάλη, μεταφραστή του Ρακίνα και άλλων Γάλλων δραματουργών. Μαζί του συζητούν η Έφη Θεοδώρου, σκηνοθέτιδα και διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητής, μεταφραστής και εκδότης του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Στρατή Πασχάλη ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης. 

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Σάββατο 10 Ιουλίου 2021, ώρα 21:30

~.~

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Αθηνών. Δημοσίευσε δέκα ποιητικές συλλογές (οι τρεις τελευταίες, Εποχή παραδείσου, το 2008, Τα εικονίσματα, το 2013, Μεγάλη Παρασκευή, το 2021), ένα μυθιστόρημα (Ο άνθρωπος του λεωφορείου), ένα βιβλίο με δοκίμια (Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς), ανθολογίες ποίησης και πεζογραφίας (Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης, Α. Παπαδιαμάντης, Σκοτεινά Παραμύθια, Όταν οι άγγελοι περπατούν, ανθολογία πεζού ποιήματος κ.ά.), ένα παιδικό έμμετρο παραμύθι (Τ’ ασημένιο ρομποτάκι με το κόκκινο φωτάκι) και πολλές μεταφράσεις (Ρεμπώ, Εκλάμψεις, Το μεθυσμένο καράβι, Λωτρεαμόν, Μαλντορόρ, Μπερνάρ Νοέλ, Περαστικός απ’ τον Άθω κ.ά.). Το 2003 το σύνολο των έως τότε ποιημάτων του κυκλοφόρησε με τίτλο Στίχοι ενός Άλλου. Μετέφρασε πάνω από είκοσι θεατρικά έργα. Ανάμεσά τους: Ευριπίδη  Μήδεια, Ιππόλυτος, Ορέστης (για την Επίδαυρο), Σαίξπηρ Αγάπης Αγώνας Άγονος, Ρακίνα Φαίδρα, Ανδρομάχη, Βερενίκη, Ροστάν Οι Ρομαντικοί, Συρανό, Κλωντέλ Ο Κλήρος του Μεσημεριού, Το ατλαζένιο γοβάκι Κούσνερ-Κορνέϊγ, Φρεναπάτη, Πήτερ Σάφφερ, Το δώρο της Μέδουσας, Ευγένιος Λαμπίς, Οι Τρεισευτυχισμένοι, Τέρενς Μακ Νάλλι, Master Class, κ.ά. Συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες Γιάννη Χουβαρδά, Βίκτωρα Αρδίττη, Στάθη Λιβαθινό, Δημήτρη Τάρλοου, Βασίλη Νικολαΐδη, Εύη Γαβριηλίδη, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Αντώνη Καλογρίδη, Έφη Θεοδώρου, Γιάννη Σκουρλέτη, Θέμελη Γλυνάτση, Ρενάτε Τζετ, Γιόσι Βίλλερ, κ.α.. Την περίοδο 2003-04 στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου έκανε τη δραματουργική επεξεργασία της παράστασης Αυτό που δεν τελειώνει Ι, ΙΙ, βασισμένης σε ελληνικά ποιήματα του 20ού αιώνα. Τέλος, μετέφρασε πολλά λιμπρέτα και κείμενα τραγουδιών για το Μέγαρο Μουσικής. Διασκεύασε για τη σκηνή τη Φόνισσα του Α. Παπαδιαμάντη και τους Αθώους του Μπροχ ( θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, περίοδος 2011-12-13, 2015-16), τον Τρελαντώνη της Πηνελόπης Δέλτα ( θεάτρο Ακροπόλ, περίοδος 2013-14), καθώς και τη Μεγάλη Χίμαιρα και τον Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση (θέατρο Πορεία, περίοδοι 2014-15-16, 2019-20) κ.α. Έγραψε, διασκεύασε ή επιμελήθηκε τα κείμενα σε μεγάλες παραγωγές παραστάσεων για όλη την οικογένεια και σε τιμητικά σκηνικά αφιερώματα ( Οι τρεις βασιλοπούλες που λιώναν τα γοβάκια τους, Θησέας και Αριάδνη στο νησί των ταύρων, Μελίνα-όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα, Τρωικός Πόλεμος, Σερσέ λα φαμ – οι γυναίκες στα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα, Δον Κιχώτης, Η Παναγία των Παρισίων, Οδύσσεια.) Το 2019 παρουσιάστηκε στην οριστική μεταφραστική εκδοχή της η Φαίδρα του Ρακίνα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης,  σε σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου, στη Μικρή Επίδαυρο, τη Ρωμαϊκή Αγορά και σε υπαίθριους χώρους της Κρήτης.  Το 2020 στο θέατρο Πορεία παρουσίασε, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, την ποιητική σύνθεση Δόξα Κοινή, βασισμένη σε Έλληνες ποιητές.  Για την ποίηση και τις μεταφράσεις του έχει τιμηθεί με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, δύο φορές με το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω, με το Βραβείο «Άρης Αλεξάνδρου», καθώς και με το Βραβείο «Μάριος Πλωρίτης». Το 2016 του απονεμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση το παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, σουηδικά, βουλγαρικά, αλβανικά, ρουμανικά, κορεάτικα, κ.ά.).

~.~

Αποσπάσματα από τη Φαίδρα του Ρακίνα

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Φίλε, τι ξεστομίζεις ;
Εσύ, που αφότου ανάσανα την καρδιά τούτη ορίζεις,
Αισθήματα ακατάδεχτης, αγέρωχης καρδιάς
Αναίσχυντα ν’ απαρνηθώ τολμάς και μου ζητάς ;
Δεν είναι ότι θήλασα γάλα μιας αμαζόνας
Ό,τι μονάχα μ’ έκανε να είμαι ο αλαζόνας
Που σε ξαφνιάζει. Σ’ ηλικία φτάνοντας πιο μεστή,
Ένιωσα ότι είμαι από γενιά λαμπρή και θαυμαστή,
Όταν εδώ, στο πλάι μου, σ’ άκουγα, γνήσιο φίλο,
Για του πατέρα να μου λες την ιστορία με ζήλο,
Να κρέμομαι απ’ τα χείλη σου, να φλέγεται η ψυχή,
Το έπος ολοζώντανο των άθλων του να ηχεί,
Να βλέπω τον ατρόμητο τον ήρωα να’ ναι ήδη
Παρηγοριά κάθε θνητού για τον χαμό του Αλκείδη.
Τιμωρημένοι οι άρπαγες, πνιγμοί τόσων θηρίων,
Ο Σκείρων, ο Προκρούστης, κι ο Σίνις, κι ο Κερκύων,
Κόκκαλα σκόρπια, ο γίγαντας στη γη της Επιδαύρου,
Ν’ αχνίζει η Κρήτη απ’ το καυτό αίμα του Μινωταύρου.
Μα όταν για πράξεις μου’ λεγες με δόξα λιγοστή,
Αιώνια πίστη ανέμελα παντού να’ χει ορκιστεί :
Πρώτος να κλέβει την Ελένη από τη γη της Σπάρτης,
Των θρήνων της Περίβοιας η Σαλαμίνα μάρτυς,
Και τόσες, που κι ο ίδιος πια πώς να τις θυμηθεί,
Εύπιστες, απ’ το πάθος του είχανε πλανηθεί :
Στους βράχους η Αριάδνη κλαίει και τον καταδικάζει,
Μ’ ευνοϊκότερους οιωνούς τη Φαίδρα εν τέλει αρπάζει.
Και σ’ άκουγα βαρύθυμος, τις πιο πολλές φορές,
Θυμάσαι που σ’ ανάγκαζα γι’ αυτά να μην μου λες,
Πανευτυχής αν γίνονταν να σβήσω από τις μνήμες
Για μια ιστορία υπέρλαμπρη τόσες ανάξιες φήμες ;!
Και τώρα εγώ θα έμπαινα στα ίδια αυτά δεσμά ;
Και οι Θεοί θα μ’ έριχναν τόσο πια χαμηλά ;
Ηδυπαθής θα’ μουν δειλός και περιφρονητέος,
Μια και δεν είμαι εγώ Θησεύς … ο μη κατακριτέος…
Εγώ θηρία αμέτρητα δεν δάμασα ! Λοιπόν,
Δεν έχω το δικαίωμα να σφάλλω σαν κι αυτόν.
Μα έστω κι αν η τόση μου λύγιζε υπεροψία,
Κατακτητή μου θα’ κανα εγώ την Αρικία ;
Τα πλανημένο μου μυαλό δεν θα’ χε θυμηθεί
Αιώνια αντιμέτωποι πως έχουμε βρεθεί ;
Την τιμωρεί ο πατέρας μου με νόμο που’ χει ορίσει
Στ’ αδέλφια της ανίψια αυτή ποτέ να μη χαρίσει.
Από ένα μίσχο ένοχο φοβάται τους βλαστούς,
Και θέλει μες στον τάφο της, μαζί μ’ αυτήν κι αυτούς :
Αιώνια υποταγμένη του κι άκληρη να τη θάψει,
Γι’ αυτήν πυρσός του υμέναιου ποτέ να μην ανάψει.
Και να στηρίξω εγώ εχθρούς της πατρικής του οργής ;
Να γίνω το παράδειγμα του γιου που είναι θρασύς ;
Και βυθισμένη η νιότη μου σ’ έρωτα αλλοπαρμένο….

~.~

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Το θαύμα της αγάπη σας με κάνει κι απορώ,
Που το Θησέα βλέπετε, ακόμα και νεκρό.
Καίει την ψυχή σας σαν φωτιά μ’ αγάπη πάντα νέα.

ΦΑΙΔΡΑ

Ναι, Πρίγκιπά μου, φλέγομαι, λιώνω για τον Θησέα.
Τον αγαπώ, μα όχι όπως ο Άδης τον έχει δει,
Αγαπημένων άπειρων άστατον εραστή,
Που του Θεού πάει των νεκρών την κλίνη ν’ ατιμάσει,
Αλλά πιστό, περήφανο, μ’ αγρίμι να’ χει μοιάσει,
Ωραίο, άγουρο και γητευτή κάθε καρδιάς,
Σαν την εικόνα ενός Θεού, ή όπως βλέπω εσάς.
Είχε το βλέμμα, τη φωνή, και το παράστημά σας,
Ίδια ευγένεια ντροπαλή όπως και στη θωριά σας,
Σαν έσκισε της Κρήτης μας το μαύρο κύμα αυτό,
Των κοριτσιών του Μίνωα ίνδαλμα ποθητό.
Και ο Ιππόλυτος ; Γιατί τότε, χωρίς εκείνον,
Το άνθος απ’ τους ήρωες σύναξε των Ελλήνων ;
Γιατί δεν μπήκατε, παιδί τότε ακόμα, εσείς
Στο πλοίο που έφτασε στην όχθη της δικής μας γης ;
Της Κρήτης το θηρίο εσείς θα είχατε αφανίσει,
Στη δαιδαλώδη φυλακή όπου το είχαν κλείσει,
Και για να λύσει την αβέβαιη περιπλοκή,
Η αδελφή μου θα’ δινε το νήμα μέσα εκεί
Σε σας, μοιραία. Όχι, αφού θα’ χα προλάβει εγώ,
Θα μ’ είχε σπρώξει ο έρωτας απ’ την αρχή σ’ αυτό.
Πρίγκιπα, εγώ, θα ήμουνα, εγώ, η βοηθός
Και μες στου Λαβυρίνθου μας τις κρύπτες οδηγός-
Το μαγικό κεφάλι σας θα’ χα ακριβά πληρώσει !
Ένα νήμα δεν θα’ φτανε, μόνο, για να σας σώσει.
Ερωτευμένη σύντροφος, στην αναζήτησή σας,
Η ίδια εγώ θα ερχόμουνα να πορευτώ μαζί σας,
Κι η Φαίδρα στο Λαβύρινθο αφού θα’ χε χωθεί,
Με σας, ή θα σωζότανε, ή θα είχε χαθεί.

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Θεοί μου ! Τι ; Κυρία μου, ξεχάσατε εντελώς
Πως ο Θησεύς είναι άνδρας σας κι εγώ δικός του γιος ;

~.~

ΦΑΙΔΡΑ, μόνη.

Ω εσύ, την κατάντια μου την αισχρή που κοιτάς,
Αφροδίτη αμείλικτη, τι άλλο θες ; τι ζητάς ;
Με συνέτριψες. Δεν μπορείς να φανείς πιο σκληρή.
Θριαμβεύεις ! τα βέλη σου όλα στόχο έχουν βρει.
Άσπλαχνη, αν θέλει η χάρη σου νέα δόξα ν’ αδράξει,
Χτύπα εχθρό που ως σήμερα δεν έχεις υποτάξει.
Σε αποφεύγει ο Ιππόλυτος, μαζί σου είναι θρασύς,
Μπρος στους βωμούς σου αλύγιστος πάντα, και ασεβής.
Το όνομά σου σαν βρισιά στ’ αυτιά του τα επηρμένα.
Εκδίκηση πάρε, θεά, για σένα και για μένα.
Έρωτα ας νιώσει… Πάλι εδώ τα πόδια σου γυρνάν,
Οινώνη ; Μ’ αποστρέφεται, κι ούτε σ’ άκουσε καν.

~.~

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Για ψέμα τόσο σκοτεινό δίκαιη νιώθω οργή,
Και θα’ πρεπε από μέσα μου η αλήθεια όλη να βγει.
Όμως, κύριέ μου, σ’ αφορά το μυστικό μου. Νιώσε
Το σεβασμό που συγκρατεί τα χείλη μου, και δώσε
Στις έγνοιες σου ανάπαυλα, με την κρίση αρωγό,
Τον βίο μου εξέτασε, σκέψου ποιος είμ’ εγώ.
Όποιος τον νόμο παραβεί μ’ εγκλήματα μεγάλα,
Πριν απ’ αυτά διέπραξε σίγουρα πάντα κι άλλα,
Κι είναι ικανός τα πιο ιερά δίκαια ν’ αθετεί.
Έχει βαθμίδες το έγκλημα όπως κι η αρετή.
Κι ουδέποτε η σεμνότητα κι η πάναγνη ατολμία
Δεν έχει γίνει μονομιάς έσχατη ακολασία.
Θνητός που είναι ενάρετος μια μέρα δεν αρκεί
Για να σκοτώνει δόλια, δειλά να αιμομεικτεί.
Στην αγκαλιά της άσπιλη μ’ ανάθρεψε ηρωίδα,
Το λέει το αίμα στις φλέβες μου, η κάθε του ρανίδα.
Μετά ο Πιτθεύς, απ’ τους βροτούς ο πιο βαθιά σοφός,
Με πήρε από τα χέρια της, μου στάθηκε ταγός.
Δεν θα’ θελα τον άμεμπτο μπρος σου να παραστήσω-
Αν όμως κάποια αρετή μου’ τυχε ν’ αποκτήσω,
Κύριε, είναι ότι απέδειξα, νομίζω, φανερά
Πως ό,τι μου προσάπτουνε το εχθρεύομαι βαθιά.
Αυτός είναι ο Ιππόλυτος που η Ελλάδα έχει γνωρίσει.
Αγρίμι από την αρετή έχω πια καταντήσει.
Όλοι το ξέρουν άκαμπτος πως είμαι και σκληρός.
Το βάθος της καρδιάς μου αμόλυντο είναι όπως το φως.
Κι όμως, λένε ανίερη φωτιά πως μ’ εξουσιάζει….

~.~

ΟΙΝΩΝΗ

Την Αρικία ;

ΦΑΙΔΡΑ

Ω άγνωστο μέλλον μαρτυρικό !
Ποιο άλγος νέο μού κρατά η μοίρα μυστικό !
Όλα όσα υπέφερα, τρόμοι, παραφορές,
Του πάθους μου η μανία, οι τύψεις μου οι φρικτές,
Κι η απόρριψη, σαν μια βρισιά σκληρή, που’ χα υπομείνει,
Μια αμυδρή’ ταν δοκιμή για τούτη την οδύνη.
Αυτοί αγαπιούνται ! μου’ καναν μάγια για να μη δω ;
Πώς έγινε ; Από πότε ; Πού βλέπονταν μέσα εδώ ;
Εσύ το ήξερες. Γιατί να με παραπλανήσεις ;
Γιατί έπρεπε τη φλόγα τους κρυφή να την κρατήσεις;
Τους είδαν να κοιτάζονται συχνά, και να μιλούν ;
Μέσα στα βάθη των δασών πήγαιναν να κρυφτούν;
Αλίμονο ! έσμιγαν οι δυο με πλήρη ελευθερία.
Οι στεναγμοί τους τ’ ουρανού είχαν την ευλογία,
Ποθούσανε, μη νιώθοντας τύψεις, ούτε ενοχές,
Γι’ αυτούς μέρες ξημέρωναν γαλήνιες, φωτεινές,
Ενώ εγώ, το θλιβερό απόβλητο του κόσμου,
Από τη μέρα είχα κρυφτεί, μισώντας και το φως μου.
Μόνον τον θάνατο ως Θεό να εκλιπαρώ τολμούσα,
Και τη στιγμή περίμενα που θα ψυχορραγούσα,
Τροφή μου ήταν η χολή, το δάκρυ μου νερό,
Πονούσα, μα είχα πάντοτε στο πλάι μου φρουρό,
Γι’ αυτό κι η όψη μου άτολμη στους θρήνους να πνιγεί,
Με τρόμο την ολέθρια δοκίμαζε ηδονή,
Και κρύβοντας την ταραχή στο ήρεμο πρόσωπό μου,
Στερούσα κι απ’ τα δάκρυα συχνά τον εαυτό μου.

ΟΙΝΩΝΗ

Τι ωφελεί που μάταια έχουν ερωτευτεί ;
Δεν θα ξανανταμώσουνε….

ΦΑΙΔΡΑ

Μα θ’ αγαπιούνται αυτοί.
Κι ενώ μιλάω εδώ ! τι φρίκη και να το σκεφτείς !
Γελούν με μια μαινάδα οικτρή τρέλας ερωτικής.
Κι από την ίδια εξορία ενώ θα χωριστούν,
Χίλιες φορές ορκίζονται ότι δεν θα χαθούν.
Όχι, μου είν’ αβάσταχτη πληγή τόση ευτυχία,
Οινώνη. Δείξε μου έλεος ! Ζηλεύω με μανία.
Πρέπει η Αρικία να χαθεί. Και του δικού μου ανδρός
Για τη φρικτή της τη γενιά ν’ αφυπνιστεί ο θυμός.
Σε τιμωρίες ήπιες δεν γίνεται να μένει.
Των αδελφών της το έγκλημα εκείνη το υπερβαίνει.
Τυφλή από τη ζήλια μου θα τον εκλιπαρώ.
Τι κάνω ; Που πλανιέται ο νους χωρίς κανένα ειρμό ;
Ζηλεύω ! κι ο Θησέας είναι αυτός που ικετεύω !
Ο άντρας μου είναι ζωντανός, κι άλλον εγώ λατρεύω !
Ποιον άραγε ; Και ποια καρδιά οι πόθοι μου απαιτούν ;
Οι τρίχες μου σηκώνονται, τα χείλη ενώ μιλούν.
Τα εγκλήματά μου, μέχρι εκεί όπου κανείς δεν φτάνει.
Ταυτόχρονα αποπνέω εγώ αιμομιξία και πλάνη.
Τ’ ανθρωποκτόνα χέρια μου, διψούν να εκδικηθούν,
Σ’ αθώο αίμα φλέγονται τώρα να βουτηχτούν.
Δυστυχισμένη ! ακόμη ζω ; κι αντέχω τη μορφή
Ήλιου ιερού, που απ’ αυτόν εγώ έχω γεννηθεί;
Γενάρχης μου είναι των Θεών ο κύριος κι αρχηγός,
Γεμάτα απ’ τους προγόνους μου, το σύμπαν, ο ουρανός.
Πού να κρυφτώ ; Στα έγκατα της γης που είναι σκοτάδι.
Εκεί ; Όπου ο πατέρας μου τη μαύρη υδρία του Άδη,
Τη δέχτηκε απ’ τη μοίρα μας στα χέρια τα αυστηρά,
Και κάθε ωχρό θνητό εκεί ο Μίνωας κρίνει πια ;
Α! πόσο η τρομαγμένη του σκιά θ’ αναρριγεί,
Να στέκει εμπρός στα μάτια του την κόρη του όταν δει,
Να ομολογεί την ενοχή πράξεων μιαρών,
Εγκλήματα ίσως άγνωστα στον κόσμο τον νεκρών !
Μπρος στη φρικτή μου, τι θα πεις, πατέρα, παρουσία ;
Βλέπω απ’ το χέρι σου να πέφτει η τρομερή υδρία,
Βλέπω εσένα ψάχνοντας νέα ποινή σκληρή,
Σαν δήμιο που το αίμα του ο ίδιος τιμωρεί.
Συγνώμη. Έχει το γένος σου στυγνή Θεά αφανίσει.
Αυτή εκδικείται ! Και γι’ αυτό έχω παραφρονήσει !
Αλίμονο ! πάθους φρικτού ντροπή με κυνηγά
Που ουδέποτε η θλιμμένη μου το γεύτηκε η καρδιά.
Κυνηγημένη απ’ τα δεινά ως τη στερνή πνοή,
Αποχωρώ σαν μάρτυρας απ’ την οικτρή ζωή.

Ρακίνας, Φαίδρα, μετάφραση Στρατής Πασχάλης, Κάππα Εκδοτική, 2019

 

 

ΝΠ5 – Μανώλης Μπουζάκης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης όπως τον γνώρισα

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη αὐτοβιογραφία τοῦ Μανώλη Μπουζάκη, ἱδρυτῆ καὶ διευθυντῆ τῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων «Γνώση», Ὁ δρόμος τοῦ Ποσειδώνη: ἀναμνήσεις ἑνὸς πλάνητα ὁδοιπόρου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη μὲ τίτλο: «Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα»)

[…]

Ἡ «Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ Πο­λι­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη» τῆς «γνώ­σης» ἔ­χει ἤ­δη κα­θι­ε­ρω­θεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ὡς μιὰ ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πρω­το­βου­λί­α. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ Πα­νε­πι­στη­μο­νι­κά μας Ἱ­δρύ­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦν κάμ­πο­σα ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α μας ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ βο­η­θή­μα­τα. Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς «φι­λο­σό­φων», «συγ­γρα­φέ­ων», «κα­θη­γη­τῶν» ἀλ­λὰ καὶ κα­θη­γη­τῶν, με­λε­τη­τῶν, στο­χα­στῶν, ἐ­πι­σκέ­πτον­ται κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ «γνώ­ση» καὶ ζη­τοῦν νὰ δεῖ ὁ «κύ­ρι­ος Κον­δύ­λης» τὰ ἔρ­γα τοὺς προ­κει­μέ­νου νὰ ἐν­τα­χθοῦν στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρά. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ζοῦ­σε καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τέσ­σε­ρις ἕ­ως ἕ­ξι μῆ­νες κά­θε χρό­νο. Τὸν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Ἕ­να πρω­ὶ δέ­χο­μαι ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα ἀ­πὸ πε­ρι­ώ­νυ­μο Πρύ­τα­νη τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς με­γά­λου μας Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Συμ­φω­νή­σα­με ραν­τε­βοὺ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας. Ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα τοῦ ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ δύ­ο βο­η­θούς του. Κά­θι­σαν στὶς κα­ρέ­κλες ποὺ τοὺς πρό­σφε­ρα, δὲν ἤ­θε­λαν κα­φὲ οὔ­τε τσά­ι. Ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς σο­βα­ρός, ψυ­χρός, ἀ­μί­λη­τος ζη­τὰ μὲ νό­η­μα ἀ­πὸ τοὺς βο­η­θούς του νὰ ξε­κι­νή­σουν. Ἀ­νέ­λα­βαν ἐ­κεῖ­νοι νὰ μοῦ πα­ρου­σιά­σουν τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου Κα­θη­γη­τῆ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ὁ Συγ­γρα­φέ­ας του νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὰ ὑ­πὸ ἔκ­δο­σιν βι­βλί­α τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Τοὺς εἶ­πα ὅ­τι θὰ με­λε­τή­σει τὴν ἐρ­γα­σί­α ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Σει­ρᾶς μας καὶ θὰ τοὺς ἐ­νη­με­ρώ­σου­με σὲ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σαν οἱ βο­η­θοὶ ὅ­τι θὰ προ­τι­μοῦ­σαν μιὰ ἀ­πάν­τη­ση σὲ δε­κα­πέν­τε το πο­λὺ ἡ­μέ­ρες. Δὲν ἔ­χουν μου λέ­νε πε­ρι­θώ­ρι­ο γιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­να­μο­νή. Εἶ­πα, «κα­λά, θὰ κά­νω ὅ,­τι εἶ­ναι δυ­να­τόν.» Μοῦ πα­ρέ­δω­σαν τὸ ἔρ­γο τους καὶ ἀ­πῆλ­θαν. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­δω­σα τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο στὸν Κον­δύ­λη. Σὲ μί­α ἑ­βδο­μά­δα μου τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε. Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Θυ­μή­θη­κα τὶς δι­ορ­θω­μέ­νες μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ κα­κὲς ἐκ­θέ­σεις τοῦ φι­λο­λό­γου μου στὸ γυ­μνά­σι­ο. Πα­ρα­θέ­τω μιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ κα­θη­γη­τῆ μας σὲ κα­κὴ ἔκ­θε­ση συμ­μα­θη­τή. «Ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν εἶ­χες πρό­λο­γο καὶ ἐ­πί­λο­γο καὶ ὅ­τι ἤ­σουν ἐ­κτὸς θέ­μα­τος, προ­σέ­τι ἡ ἔκ­θε­σίς σου βρί­θει γραμ­μα­τι­κῶν καὶ συν­τα­κτι­κῶν λα­θῶν. Ἕ­να (1)» (Μὲ ἄ­ρι­στά το 20).

Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Κον­δύ­λη ποὺ θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου κα­θη­γη­τῆ. «Ἀ­δό­κι­μη ἔκ­φρα­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «πολ­λα­πλὴ ἐ­πα­νά­λη­ψις», «λα­θε­μέ­νη πα­ρά­θε­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης προ­σέγ­γι­σης θὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὴν πα­ροῦ­σα κα­τα­χώ­ρη­ση ἄ­νευ τῆς ἔγ­γρα­φης ἀ­δεί­ας του…», «αὐ­θαί­ρε­τη εἰ­κα­σί­α» κ.α. κ.α. κ.α… Τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο ὁ­λό­κλη­ρο κα­τα­κόκ­κι­νο. Στὴν πρώ­τη σε­λί­δα μὲ κόκ­κι­να κε­φα­λαί­α γράμ­μα­τα: «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ!» Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­τρε­πτὸ τέ­τοια ἔρ­γα νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν πα­νε­πι­στη­μι­α­κὰ συγ­γράμ­μα­τα. Τὸ μι­σὸ ἔρ­γο κλεμ­μέ­νο ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες ἑλ­λη­νι­κὲς καὶ ξέ­νες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πα­ρά­δε­κτες πα­ρα­δο­χὲς καὶ πλῆ­θος ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φι­ῶν. Εἶ­πα στὸν Κον­δύ­λη ὅ­τι θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σου­με πὼς τὸ ἔρ­γο δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μι­ὰ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξή­γη­ση καὶ δι­και­ο­λο­γί­α. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτά: «ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς πρέ­πει νὰ ξέ­ρει πὼς ἐ­μεῖς ξέ­ρου­με!»

[…]

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

W. H. Auden, Εις μνήμην W. B. Yeats (μετάφραση Αντώνης Μπαλασόπουλος)

wby2

W. H. AUDEN

Εις μνήμην W. B. Yeats

I
Χάθηκε μες στο καταχείμωνο:
Παγωμένα τα ρυάκια, τ’ αεροδρόμια σχεδόν έρημα,
Το χιόνι παραμόρφωνε τα δημόσια αγάλματα·
Ο υδράργυρος βυθιζόταν στο στόμα της θνήσκουσας μέρας.
Τα όργανα που διαθέτουμε συμφωνούν
Η μέρα του θανάτου του ήταν μια σκοτεινή, κρύα μέρα.

Μακριά απ’ την ασθένειά του,
Οι λύκοι έτρεχαν στα αειφόρα δάση,
Ο χωριάτης ποταμός δεν έμπαινε στον πειρασμό απ’ τις μοντέρνες προκυμαίες·
Απ’ τις θρηνητικές γλώσσες
Ο θάνατος του ποιητή κρατήθηκε μακριά απ’ τα ποιήματά του.

Αλλά γι’ αυτόν ήταν το τελευταίο του απόγευμα ως ο εαυτός του,
Ένα απόγευμα από νοσοκόμες και φήμες·
Οι επαρχίες του σώματός του εξεγέρθηκαν,
Οι πλατείες του νου του ήταν άδειες,
Η σιωπή εισέβαλε στα προάστια,
Το ρεύμα της συναίσθησής του έπεσε· έγινε οι θαυμαστές του.

Τώρα είναι σκόρπιος ανάμεσα σε εκατό πόλεις
Εντελώς παραδομένος σε άγνωστες τρυφερότητες,
Για να βρει την ευτυχία του σ’ ένα άλλο είδος δάσους
Και να τιμωρηθεί από ξένο κώδικα συνείδησης.
Οι λέξεις του νεκρού
Μετατρέπονται στα σπλάχνα των ζώντων.

Αλλά στη σημασία και τον θόρυβο του αύριο
Όταν οι μεσίτες βρυχώνται σαν θηρία στο Χρηματιστήριο
Και οι φτωχοί έχουν τα μαρτύρια στα οποία έχουν μάλλον συνηθίσει
Και στο κελί του εαυτού του ο καθένας έχει σχεδόν πειστεί για την ελευθερία του
Κάποιες χιλιάδες θα σκέφτονται τούτη τη μέρα
Όπως σκέφτεται κανείς μια μέρα όπου έκανε κάτι ελαφρώς ασυνήθιστο.

Τα όργανα που διαθέτουμε συμφωνούν
Η μέρα του θανάτου του ήταν μια σκοτεινή, κρύα μέρα.

II
Σαν εμάς ήσουν άμυαλος· το χάρισμά σου επιβίωσε από όλα:
Απ’ την ενορία των ευκατάστατων γυναικών, από τη φυσική φθορά,
Από σένα. Η τρελή Ιρλανδία σε πλήγωσε ως την ποίηση.
Τώρα, η Ιρλανδία έχει ακόμα την τρέλα της και τον καιρό της,
Γιατί η ποίηση δεν κάνει κάτι να συμβαίνει: επιβιώνει
Στην κοιλάδα που η ίδια φτιάχνει, όπου τα διευθυντικά στελέχη
Δεν θα ’θελαν ποτέ ανάμιξη, ρέει προς τον Νότο
Από αγροκτήματα απομόνωσης, από πολυάσχολες θλίψεις,
Πόλεις ωμές στις οποίες πιστεύουμε και στις οποίες πεθαίνουμε• επιβιώνει,
Ένας τρόπος του γίγνεσθαι, ένα στόμα.

III
Γη, δέξου έναν επισκέπτη με τιμή:
Ο Γουίλιαμ Γέιτς ήρθε ν’ αναπαυθεί.
Το Ιρλανδικό σταμνί να κείτεται ας αφεθεί
Άδειο απ’ τη δική του ποίηση.

Στου σκοταδιού τον εφιάλτη
Γαυγίζουν όλοι οι σκύλοι στην Ευρώπη
Κι αναμένουν τα έθνη που ’ναι ζωντανά,
Όλα τους μες στο μίσος τους κλεισμένα·

Της διανόησης η ατίμωση
Από κάθε πρόσωπο κοιτάζει
Και του οίκτου οι θάλασσες
Σ’ όλα τα μάτια παγωμένες και κλειστές.

Ακολούθα, ποιητή, ακολούθα
Ως της νύχτας τον πυθμένα,
Με τη φωνή σου, που λύνει τα δεσμά
Κάνε μας να εκφράσουμε χαρά·

Καλλιεργώντας μία ρίμα
Κάνε την κατάρα κλήμα,
Για την ανθρώπινη τραγούδα αποτυχία,
Μ’ εκστατική απελπισία·

Μέσα στης καρδιάς την ερημιά
Άσε να τρέξουν τα ιαματικά νερά,
Μες στων ημερών του τη φυλακή
Δίδαξε τον λεύτερο να υμνολογεί.

Μετάφραση Αντώνης Μπαλασόπουλος

william-butler-yeats

Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Προς Μάξιμον (μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ
(329-390 μ.Χ.)

ΠΟΙΗΜΑ ΜΑ΄

Προς Μάξιμον *

Τι είναι πάλι αυτά; Τολμάς κι εσύ να γράφεις, Μάξιμε; Τολμάς,
λοιπόν, να γράφεις; Ε, αυτό κι αν είναι αναίδεια, σκέτος
κυνισμός! Βέβαια, σήμερα οι πάντες τολμούν τα πάντα.
Τι καιροί! Σαν μανιτάρια ξεπετάγονται οι επαΐοντες στρατηγοί
κι οι ευγενείς επίσκοποι να δρέψουν δάφνες
για το καλό που δεν τους άφησε η νωθρότητα να κάνουν.
Τι καταφέρνουν; Να πνίγουν τα βλαστάρια της αρετής.
Αποθρασύνθηκε η χωριατιά. Όχι πως κάνει κανένα μεγάλο
κακό με τα μικροκουτσομπολιά της, αλλά, να, δεν είναι σωστό.
Ας παριστάνει, λοιπόν, όποιος θέλει τον γελωτοποιό,
χωρίς να ξέρει πώς (γιατί κι αυτό απαιτεί
γνώση) ας παριστάνει τον μεγάλο τοξότη, ας ανοίγει φτερά
κι ας πετάει στα σύννεφα. Η πράξη έχει σημασία, η γνώση…
υπάρχει τέτοιο πράγμα; Μήπως έγινες κι εσύ
μουσόπνευστος ‒ κατά πως λέγαν οι παλιοί;
Μήπως διεύρυνε το πνεύμα σου κανένα φύλλο δάφνης
ή παραστράτησες κι έπεσες μέσα σε τίποτα ιερά νερά
κι έπειτα, εσύ ο άμετρος, ανάβλυσες μέτρα;
Απίστευτα πράγματα!
Προφήτης ο Σαούλ – συγγραφέας ο Μάξιμος!
Μα έτσι ποιος δεν είναι προφήτης; Έχεις χέρι;
Γράψε. Χαρτί υπάρχει άφθονο, η πέννα
είναι εύχρηστη – ας γράψουν και τα γραΐδια.
Λέγε, γράφε, γέμιζε θέατρα, δρέπε αναίσχυντα
χειροκροτήματα. Λίγοι οι σοφοί, πολλοί οι παράφοροι
Μάξιμοι στο ακροατήριο. Σ’ αυτούς αρέσεις – τους σοφούς,
συγκροτημένους και καλλιεργημένους… χαιρέτα τους.
Γέλα μαζί τους﮲ κι αν δεν σου φτάνει,
πες ό,τι θέλεις ‒ θεμιτό κι αθέμιτο. Αντέχουμε. Εξάλλου,
η παρρησία σου είναι άκρως διασκεδαστική –
έχουμε βέβαια το δικαίωμα να γελάσουμε λιγάκι
κι εμείς. Πόσο μάλλον τώρα, που υπάρχουν πλήθος
ευκαιρίες. Καλλιέργησε ελεύθερα το πνεύμα
της ρητορικής και άσκησε την τέχνη
του γαυγίσματος σ’ αυτούς που σ’ ενοχλούν.
Λόγοι μου, γράμματα και ιδέες, θα φωνάξω μια και δυο
κι άλλες τόσες: Τολμάς κι εσύ να γράφεις; Πού
κι από ποιον και πότε έμαθες – για πες μου;
Δικό σου είναι το χέρι; Χθες ακόμα βολευόσουν
με ξεροκόμματα, που σου προσπόριζαν
η γελοία άσπρη προβιά σου, της ζωής σου
ο σκυλοκαβγάς και τα γρυλίσματά σου.
Τότε η γραφή ήταν για σένα ό,τι η λύρα
για τον γάιδαρο, το κύμα για το βόδι, η ζυγαριά για τα θαλασσινά.
Τώρα μας προέκυψες Ορφέας και κρέμονται όλοι
από τα δάχτυλά σου. Ή Αμφίονας, που παίζει
στις πέτρες μουσική να χτίσουν μόνες τείχη.
Κοίτα θαύματα που κάνει ο κυνισμός, όταν καλοπερνάει.

Σε αποθράσυναν, μου φαίνεται οι μαμές,
συνέταιροι και συνεργοί σου. Βέβαια, σ’ αυτές
φαίνεσαι κύκνος, που λαλεί μελωδικά στ’ αυτιά τους,
σαν ψίθυρος του ζέφυρου σ’ ολόχαρα μεσούρανα φτερά.
Και τι γράφεις; Ενάντια σε ποιον, σκυλί;
Σε άνθρωπο που είναι ολόκληρος γραφή:
ό,τι η ροή για το νερό κι η ζέστη για το πυρ;
Περιττό να επισημάνω πως ενώ δεν αδίκησα ποτέ
κανέναν ‒όχι με πρόθεση τουλάχιστον‒ υπέφερα τα μύρια
όσα αισχρά. Ανόητε, αγράμματε, θρασύ﮲ τι κάνεις;
Περήφανο άλογο σ’ αγώνα δρόμου προσκαλείς;
Λιοντάρι προκαλείς σε πάλη; Έστω μέχρι εκεί
μπορεί να φτάσει ο νους σου: υποθέτεις
πως δεν θα κάνω νύχια και δόντια την γραφή του,
για χάρη σου. Λοιπόν, σε διαβεβαιώ,
πως στο σημείο αυτό ‒αν και το μόνο‒ είσαι σοφός.
Ποιος σοβαρός άνθρωπος θ’ άνοιγε καυγά μ’ έναν σκύλο;

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

 

* Ο Αιγύπτιος κυνικός φιλόσοφος Μάξιμος βαπτίστηκε χριστιανός από τον ίδιο τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, ο οποίος τον αγαπούσε και τον επαινούσε. Ωστόσο ο Μάξιμος επιδόθηκε σε δολοπλοκίες κατά του Γρηγορίου και για ένα διάστημα υπήρξε αντικανονικός Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Στην ίδια Σύνοδο που καθαίρεσε τον Μάξιμο, υπέβαλε ο Γρηγόριος την παραίτησή του από τον Πατριαρχικό Θρόνο, αηδιασμένος από το γεμάτο συνωμοσίες και αυτοκρατορικές παρεμβάσεις περιβάλλον της Εκκλησίας.

 

 

Μία ἀνώτερη γλώσσα

*

ΜΙΑ ΑΝΩΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ
—ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους—

 *

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ χάνει τὴν ἀξία του σὲ μία κοινωνία ἡ ὁποία ἄγεται καὶ φέρεται ἀπ’ τὶς ἑκάστοτε περιστάσεις, ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται στερρῶς ἀπὸ κάποιον ἐθνικὸ σχεδιασμό, μία κοινωνία ποὺ ζῆ χωρὶς κανένα ἀπολύτως ὅραμα ―ἢ ἀκόμη χειρότερα σιτίζει τὸ σαρκίον της μὲ εὐτελῆ junk food ἰδεολογήματα― εἶναι δυστυχῶς ἡ γλώσσα. Ὅταν οἱ λέξεις παύουν νὰ βγάζουν νόημα καὶ κοῦφοι νεολογισμοὶ ἀναδύονται ὅλο καὶ πυκνότερα γιὰ νὰ προσδώσουν περιεχόμενο σὲ ἀντίστοιχες κοῦφες θεωρητικὲς πομφόλυγες (φαινομενικὰ μεγάλες ἀλλὰ πλήρεις κενοῦ), τότε ὁπωσδήποτε κάτι συμβαίνει[1]. Ἡ γλώσσα ἀρχίζει νὰ μεταμορφώνεται σὲ κάτι δύσκαμπτο, ἐχθρικό, ξένο. Καὶ ἂν δεχτοῦμε τὴν (αὐθαίρετη) ἀρχὴ ὅτι ἡ γλώσσα διαρκῶς ἐξελίσσεται[2], τότε σίγουρα μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει ἀγγίξει ἀνώτερα ἐπίπεδα ἐκφραστικῆς ἱκανότητας ἀπόδοσης τῶν πιὸ λεπτεπίλεπτων νοηματικῶν ἀποχρώσεων ― ἐπίπεδα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς οἱ κοινοὶ θνητοὶ σπανίως δυνάμεθα νὰ συλλάβουμε.

Στὸν βωμὸ αὐτῆς τῆς ἀνωτερότητας παρατηροῦμε, ἐδῶ καὶ μερικὲς ἑβδομάδες, νὰ θύουν οὐκ ὀλίγοι τηλεοπτικοὶ ἱερεῖς προκειμένου νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ ἀνεπίτρεπτο μέτρο περὶ διαχωρισμοῦ τῶν πολιτῶν σὲ ἐμβολιασθέντες καὶ μη-ἐμβολιασθέντες (μὲ τὴ δαιμονοποίηση τῶν δευτέρων). Ἡ προσέγγισή μου (καὶ ἔνσταση) δὲν εἶναι νομικοῦ χαρακτῆρος. Ἂς ὑπερασπιστοῦν οἱ νομικοὶ τὴν ἐπιστήμη τους. Εἶναι καθαρῶς γλωσσική. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὡς μαθηματικὸς ποὺ ἔχει μάθει νὰ λέει τὰ πράγματα ἁπλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα[3] ἀπαιτῶ κατ’ ἐλάχιστον σαφήνεια στὸν προφορικό (ἀλλὰ καὶ γραπτό) λόγο ποὺ χρησιμοποιεῖται ὅταν εἶναι νὰ πεισθοῦν οἱ πολίτες γιὰ πολιτικὲς ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται. Νομίζω δὲν ζητάω πολλά. Πῶς ὅμως νὰ μὴν δυσφορεῖ κανεὶς ὅταν ἔρχεται ἀντιμέτωπος καθημερινῶς μ’ ἕναν μετα-γλωσσικὸ μηχανισμό, ὁ ὁποῖος μετέρχεται γλωσσικὰ τρὺκ προκειμένου νὰ βαπτίσει, τεχνηέντως, τὸ παράλογο ὡς λογικό, ἄρα καὶ σωστό, ἄρα καὶ ἠθικό! «Δὲν ὑπάρχει ζήτημα προνομίων. Ὑπάρχει ζήτημα λογικῆς», μᾶς ἐξηγεῖ σοβαρῶς ἕνας ὑπουργὸς ἀπὸ κάποιο τηλεοπτικὸ παράθυρο. Καὶ γιὰ νὰ θέσει ἔτι περαιτέρω τὸ θέμα στὴ σωστή του βάση, σὲ ἄλλη του συνέντευξη, μᾶς ἐνημερώνει (καὶ καθησυχάζει) ὅτι ὅποιες ἀποφάσεις παρθοῦν καθόλου δὲν θὰ ἀφοροῦν στὸν περιορισμὸ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν μη-ἐμβολιασθέντων ἀλλὰ θὰ εἶναι «περισσότερο βαθμοὶ ἐλευθερίας τῶν ἐμβολιασμένων σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνεμβολίαστους» ― οἱ ὁποῖοι (ἐμβολιασμένοι) «θὰ μποροῦν νὰ κινοῦνται πιὸ ἐλεύθερα σὲ περισσότερους χώρους», σύμφωνα πάντοτε μὲ τὸν ὑπουργό.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ. Κόβω ὅμως τὸ κεφάλι μου ὅτι ἀνάλογα λογικὰ ἐπιχειρήματα θ’ ἀκούγονταν καὶ στὴ Γερμανία, τὶς παραμονὲς τοῦ 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ὅταν ξεφύτρωναν πινακίδες στὰ καταστήματα τοῦ Βερολίνου ἀπαγορεύοντας τὴν εἴσοδο στοὺς Ἑβραίους. Στὴν Τσεχία, μετὰ τὸν Νοέμβριο τοῦ ’40, οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπισκέπτονται θέατρα, κινηματογράφους, καφετέριες, βιβλιοθῆκες ἐνῶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ κάθονται στὸ τελευταῖο βαγόνι τῶν ἀστικῶν συγκοινωνιῶν[4]. Στὸν κακόβουλο ἀναγνώστη ποὺ θὰ σπεύσει νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι αὐτὸ συνιστοῦσε παράφορη καταπάτηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μποροῦμε πλέον ν’ ἀπαντήσουμε ―μετὰ ἀπὸ χρόνια κερδισμένης σοφίας!― πὼς ἀσφαλῶς καὶ ὄχι. Ἁπλῶς ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ γενναία ἀπόδοση τινῶν βαθμῶν ἐλευθερίας στοὺς μη-ἑβραίους πολίτες· τίποτε περισσότερο. Οἱ δὲ Ἑβραῖοι (γιὰ δικό τους καλό) θὰ ἔπρεπε νὰ φέρουν σὲ εὐκρινὲς σημεῖο τὸ ἀστέρι τοῦ Δαυίδ. Σήμερα, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, αὐτὸ ἀντικαθίσταται ἀπ’ τὶς μάσκες καὶ τὰ rapid test (γιὰ τοὺς μη-ἐμβολιασμένους μόνο). Διότι, ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ προαναφερθεὶς ὑπουργός, «ἐφόσον ἐσὺ ἔχεις ἀποφασίσει νὰ κινδυνεύεις περισσότερο (=νὰ μὴν ἐμβολιάζεσαι) ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε μέτρα ποὺ θὰ σὲ προστατεύσουν ἀπὸ τὴν ἐπιλογή σου». Γιὰ τὸ καλό σου, θὰ συμπληρώναμε ἐμεῖς.[5]

Ἴσως ν’ ἀκούγονται ἐκτὸς πραγματικότητας τὰ παραπάνω· ἱστορίες ἀπὸ κάποιο παράλληλο σύμπαν. Ὁπωσδήποτε πρόκειται γιὰ μιὰ μικρὴ δόση ὑπερρεαλισμοῦ στὴν καθημερινότητά μας. Ὅπως στὴν ταινία Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία τοῦ Ρομπέρτο Μπενίνι ὅπου τὸ παιδὶ ρωτάει τὸν πατέρα του γιατί στὸν φοῦρνο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Ἑβραίους καὶ στὰ σκυλιά (σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή). Καὶ ὁ πατέρας, προσπαθώντας ν’ ἀπαλύνει τὸ παιδικὸ τραῦμα, τοῦ λέει μὲ ἀπόλυτη φυσικότητα ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ἕνας καταστηματάρχης παρακάτω δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἴσοδο στοὺς Ἱσπανοὺς καὶ στ’ ἄλογα· ἢ στὸ φαρμακεῖο τῆς γειτονιᾶς, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Κινέζους καὶ στὰ καγκουρώ. Καὶ ὅτι στὸ ἑξῆς, στὸ δικό τους βιβλιοπωλεῖο, καλὸ θὰ ἦταν ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀπαγορεύουν τὴν εἴσοδο στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους.[6] (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 3. Οι αποδόσεις του Κυριάκου Χαραλαμπίδη (1/2)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

(περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2021, Το συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη

 

H ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΑΤΡΟΥ ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ για πέμπτη συνεχή χρονιά εφέτος οργανώνουν στον Αίθριο Χώρο του θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, από τις 2 έως τις 31 Ιουλίου, κύκλο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων.

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Αίθριος Χώρος
«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη»
του Θανάση Βαλτινού

Σκηνοθεσία Μιχάλης Βιρβιδάκης
Πρεμιέρα Παρασκευή 2 Ιουλίου, 9.30 μμ

Για “το συναξάρι” έγραψε ο Αλέξανδρος Κοτζιάς το 1972 : «Eκείνο που χαρίζει διαστάσεις και λειτουργικότητα σ’ αυτό το επιφανειακά απλούστατο αφήγημα είναι το αριστοτεχνικό ύφος του, το στενά δεμένο με τις γνήσιες νεοελληνικές ρίζες. Έτσι, ενώ παρακολουθούμε τις τυπικές περιπέτειες ενός θεόφτωχου Πελοποννήσιου λαθρομετανάστη στην Aμερική στις αρχές του αιώνα, βλέπουμε χάρη στα λεγόμενα αλλά και τα παραλειπόμενα να φωτίζουνται ουσιαστικά σημαντικές πλευρές της εθνικής φυσιογνωμίας μας. Αποφλοιώνοντας το είδωλο που μας προσφέρει ο συγγραφέας διακρίνουμε βασικές δομές της νεοελληνικής κοινωνίας, που έδιωξε και διώχνει από τα σπλάχνα της στρατιές ολόκληρες από άκληρους, και παράλληλα αντιλαμβανόμαστε την ψυχοσύνθεση, το πνευματικό επίπεδο, την όλη ποιότητα και κατάσταση των ανθρώπων εκείνων που πήραν και παίρνουν των ομματιών τους αναζητώντας στην ξενιτιά ό,τι τους αρνήθηκε η πατρίδα, την επιβίωση.»

Το πρόσωπο του Κορδοπάτη ερμηνεύει ο ηθοποιός Φώτης Κοτρώτσος, τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Ξανθή Κόντου, η σύνθεση των ήχων είναι του Δημήτρη Ιατρόπουλου, οι φωτισμοί της Μικαέλα Παπά και ως βοηθός σκηνοθέτη δούλεψε ο Μιχάλης Ναξάκης.

Η προπώληση εισιτηρίων άρχισε:
On-line προπώληση εισιτηρίων: http://www.ticketservices.gr
καθώς και στα καταστήματα Public
Πληροφορίες, επικοινωνία, στο τηλέφωνο 28210 92395

 

Θέρους ψόγος

*

ΘΕΡΟΥΣ ΨΟΓΟΣ

στὴν Αἰμιλία Ἰωαννίδου

Δὲν ξέρω ἐσεῖς τί λέτε πάντως, κύριοι,
μὰ ἐγὼ λατρεύω κρύο καὶ χειμῶνα
καὶ ἂν οἱ λόγοι μου ἠχοῦν μυστήριοι
σταθῆτε, σᾶς τὸ κάνω καὶ εἰκόνα.

Ἰδοὺ λοιπὸν τοῦ θέρους τὰ καμώματα
χωρὶς περιστροφὲς καὶ ἀποκρύψεις,
τὰ πάντα θὰ είπωθοῦνε μὲ ὀνόματα,
μὲ νούμερα, στοιχεῖα κι ἀποδείξεις.

Κινᾷς νὰ πᾷς στὴν θάλασσα χαράματα,
νὰ μὴ πετύχῃς κίνησι στὸν δρόμο,
μὰ εἶν’ αὐτὰ εὐχάριστα τὰ πράματα;
Διαλέγεις ἢ τὴν νύστα ἢ τροχονόμο;

Κι ἂς ποῦμε πὼς παρὰ τὸ μποτιλιάρισμα
κατάφερες νὰ φτάσῃς πρὶν τὴν μία∙
λοιπόν, σᾶς τὸ ἀφήνω, κύριοι, χάρισμα
αὐτὸ ποὺ ἀκολουθεῖ ἐν συνεχείᾳ.

Μπροστά σου τὸ ἀμμῶδες παλκοσένικο,
ἡ πλάζ, ἡ παραλία, οἱ όμπρέλλες,
Βαβὲλ ποὺ προσελκύει κάθε ἔνοικο
καὶ κάθε θεοπάλαβου τὶς τρέλες.

Ἄλλοι τὰκ τάκ, χτυπᾶνε τὰ μπαλλάκια τους
μ’ ἐκεῖνες τὶς ἀπαίσιες ῥακέττες
καὶ μὲς στὰ λουλουδᾶτα στενοβράκια τους
σκορποῦν τὸν πανικὸ μὲ πιρουέττες.

Ἄλλοι τὰ μπράτσα σφίγγουν καὶ τὰ στήθη τους
μπροστὰ ἀπὸ κυρίες καλλιπύγους
κι ὑπόσχονται οἱ μύες τους ἀμύθητους
τοὺς παφλασμοὺς τοῦ ὁρμονικοῦ τους σφρίγους.

Πιὸ πέρα ἀρχίζουν οἱ ἀπρέπειες:
μὲ τάπερ παραμάσχαλα κι ἐπ’ ἄμμου
ἀπολαμβάνουν πλήρως τὶς συνέπειες
οἱ σύζυγοι τοῦ εὐτυχοῦς των γάμου.

Ἀνάμεσα σὲ ἴχνη ἀπὸ πέλματα
ποικίλων μεγεθῶν ἀνὰ τὰς θῖνας
ἀκοῦς ἐνθουσιώδη παραγγέλματα
στὴν κλίμακα τῶν τόνων τῆς σειρήνας.

«Κωστάκη, στὰ ῥηχὰ καὶ μή ξανοίγεσαι,
γιατί φορᾷς μονάχα ἕνα μπρατσάκι;
Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ τώρα νὰ πνίγεσαι,
βγὲς ἔξω νὰ στὰ ψάλω ἕνα χεράκι!

Βασίλη, εἶναι τὸ λάδι στ’ αὐτοκίνητο
μὲ δείκτη προστασίας στὸ τριάντα»
λέγει ἡ κομψότατη μαντὰμ καὶ τείνει τὸ
κλειδὶ ποὺ ἔχει βγάλει ἀπὸ τὴν τσάντα.

Μὰ δὲν τελειώνει ἀκόμη τὸ σενάριο
ἀπ’τὰ ἠχεῖα, πές, ποιος μὲ φυλάγει;
Βαρᾷ ἕνα τὰμ – τὰμ ὑποσαχάριο
καὶ λείπουν μόνο τῆς φυλῆς οἱ μάγοι.

Κι ἂν τρέξω νὰ γλυτώσω μὲς στὰ κύματα
ἀλλίμονο! θὰ πέσω σὲ κηλῖδα:
παχύρρευστο τὸ στρῶμα ἀπὸ τὰ λύματα
λαδιῶν λογῆς γιὰ κάθ’ ἐπιδερμίδα.

Σὲ ὕδατα βαθιὰ καὶ καθαρώτερα
μὲ ζώνει μιὰ τρομάρα πιὸ μεγάλη:
κι ἂν κάποιο ἀπ’ αὐτὰ τὰ βρωμoκότερα
μοῦ κόψῃ ὅλο τὸ χέρι ἀπ’ τὴν μασχάλη;

Κι ἂν ξεπεράσω τὴν αἰγιαλίτιδα
καθὼς θὰ κολυμπῶ ἴδιος δελφίνι
(δὲν ἐκκινῶ καὶ βόρεια ἀπ’ τὴν Κρήτη δά!)
μοῦ λέτε, κύριοι, τότε τι θὰ γίνῃ;

Τὸ βλέπω τὸ κορμί μου τὸ νικέλινο,
ποὺ ἔχει σμιλευτῆ μὲ τόση χάρι,
σὲ μιᾶς ἀκταιωροῦ μὲ ἡμισέληνο
νὰ λιώνῃ τὸ πιὸ τρίσβαθο ἀμπάρι.

Θέρετρα λέτε ὑπάρχουνε καὶ ὄρεια.
Βεβαίως, συμφωνῶ καὶ ἐπαυξάνω,
μὰ νά καὶ κάτι σμήνη ἀπὸ πελώρια
κουνούπια σὰν Ῥαφὰλ ἐκεῖ ἀπάνω.

Μὰ πάλι καὶ στὴν κόλασι τῆς πόλεως
πῶς γίνεται κανεὶς νὰ παραμείνῃ;
Θὰ ἤμουν ἀσυγχώρητα ἐπιπόλαιος
ἂν ζοῦσα τόσους μῆνες στὸ καμίνι.

Ἀνάβουν πανταχόθεν τὰ τσιμέντινα
τοτὲμ τῶν ἐργολάβων κι ἐν ᾦ πρῶτα
μ’ ἐνδύματα κομψὰ τὸ σῶμα ἔντυνα
μὲ πνίγει τώρα αὐτὴ ἡ ῥεντικότα.

Ἱδρῶτα στάζει ὡς καὶ τὸ ἡμίψηλον
κι οἱ γκέτες μου κι αὐτὲς ἀκόμη ἱδρῶτα,
καὶ νά ποὺ ἀντικατέστησα τὸ ὕψιλον
καὶ γράφω τὸν ὑδρόβιο μὲ γιῶτα.

Ἂ ὄχι πιά! Τὸ θέρος δὲν λιμπίζομαι!
Χειμῶνες φέρτε μου, βροχὲς ἀβέρτα,
σ’ ἕνα βιβλίο μέσα νὰ βυθίζωμαι,
νὰ κάνω μακροβούτια στὴν κουβέρτα.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Κυκλοφόρησε!

Ἀφιέρωμα: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Πολιτικὴ καὶ Φιλοσοφία

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, [Οἱ θεοὶ τοῦ Ὁμήρου καὶ ἡ ἠθική]
(ἀνέκδοτο σημείωμα ἀπὸ τὰ κατάλοιπα, μεταγραφή – ἐπιμέλεια: Κώστας Κουτσουρέλης)
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, Φίλιππου Ἠλιοῦ ἐγκώμιον (τὸ τελευταῖο, ἀθησαύριστο στὶς κονδυλικὲς ἐκδόσεις, ἑλληνικὸ ἄρθρο τοῦ συγγραφέα)
‒ Μανώλης Μπουζάκης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα
‒ Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ ὑπεροψία
‒ Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτικὴ παραδοσιολατρεία καὶ εὐρωφιλικὸς παρασιτισμός: Ἡ παρακμὴ ὡς ἐθνικὴ ἑνότητα
‒ Κώστας Ι. Μελᾶς, Ἡ οἰκονομία στὴν προβληματικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη: Ἡ περίπτωση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης
‒ Ἰωάννα Τσιβάκου, Ἡ ἰδέα τοῦ ἔθνους στὸν Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Κώστας Κουτσουρέλης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης καὶ ὁ 21ος αιώνας
‒ Παναγιώτα Βάσση, Στοχασμοὶ γιὰ τὴ μαζικὴ δημοκρατία στὸν Παναγιώτη Κονδύλη καὶ τὸν Κώστα Παπαϊωάννου
‒ Σωτήρης Γουνελᾶς, Ὁ Μάρξ, ὁ Κονδύλης καὶ ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα
‒ Γιῶργος Ξηροπαΐδης, Εἶναι πρὸς θάνατο: Κονδύλης καὶ Χάϊντεγγερ, μιὰ κριτικὴ θεώρηση
‒ π. Εὐάγγελος Γκανᾶς, Κράτος καὶ Ἐκκλησία, ἱστορία καὶ προοπτικὲς μιᾶς περίπλοκης σχέσης: Σχόλια ὑπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Πέτρος Πολυμένης, Διαθλάσεις τοῦ ἡδονισμοῦ

Ἐπίσης:

Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α

‒ Γιάννης Πατίλης, Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας
‒ W. H. Auden, Τέχνη ἡ συγγραφική [μτφρ. Ἕλενα Σταγκουράκη]
‒ Μαρίνος Πουργούρης, Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἀλμπὲρ Καμὺ στὴ διαμόρφωση τῆς θεωρίας τῶν ἀναλογιῶν τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη
‒ Δημήτρης Καρακίτσος, Ἀγριόχηνες
‒ Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση. Ἑπτὰ ποιήματα καὶ ἕνα θραῦσμα [μτφρ. Γιῶργος Ἀποσκίτης]
‒ Θωμᾶς Ἰωάννου, Δύο ποιήματα
‒ Δήμητρα Δημητρίου, Τὸ τραγούδι τῆς πράσινης ἰτιᾶς
‒ Αὐγὴ Λίλλη, Πέντε ποιήματα
‒ Λάμπρος Λαρέλης, Λιμερίκια μπινελίκια
~.~
Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ
‒ Στιχάκιας, Δελτίο τύπου
‒ Φώτης Δοῦσος, Τὸ συγγραφικὸ ἀδιέξοδο τοῦ Στρατῆ Τσίρκα
‒ Μύρων Ζαχαράκης, Ὁ Λίππμαν, ὁ Μπέρνεϋς καὶ ἡ διαμόρφωση τῆς κοινῆς γνώμης στὶς σύγχρονες δημοκρατίες
‒ Εὐσταθία Δήμου, Ποιητικὴ περιπλάνηση σὲ ἀν(οίκειους) τόπους [Ζωῆς Σαμαρᾶ, Ἐν ξένῃ γῇ. Ἐπιλεγμένα ποιήματα]
‒ Θεώνη Κοτίνη, Ἀτέλειωτος πόλεμος [Φώτη Σταθόπουλου, Χάνονται στὸ χιόνι]
‒ Κωστούλα Μάκη, Γιὰ μιὰ λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας [Νικήτα Σινιόσογλου, Λεωφόρος Νάτο]
‒ Κωστούλα Μάκη, Μιὰ ἰσορροπημένη πληθωρικὴ βιογραφία [Nick Henck, Subcomandante MarcosΒιογραφία]
‒ Παναγιώτης Νικολαΐδης, Τὸ πληγωμένο πρόσωπο τῆς Μήδειας [Δήμητρας Κουβάτα, Καθαρὸ οἰνόπνευμα]
‒ Θανάσης Γαλανάκης, Εἰκοσικάτηδες-σακάτηδες μὲ μνημηγγίτιδα
‒ Στέφανος Γιονᾶς, Ἡ νύστα τοῦ Μαραμπού
~.~
Στοὺς Τ Ε Ν Ε Κ Ε Δ Ε Ν Ι Ο Υ Σ  Σ Ι Δ Η Ρ Ο Δ Ρ Ο Μ Ο Υ Σ, ὁ Ἠλίας Μαλεβίτης γράφει γιὰ τοὺς Κυκλῶνες τοῦ Καββαδία καὶ κάποιες ἄλλες, παλιὲς περιδινήσεις.

Οἱ διορθώσεις τοῦ τεύχους ἔγιναν ἀπὸ τοὺς Πάνο Γιαλελῆ καὶ Ἠλία Μαλεβίτη.

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

 

BIΤΡΙΝΑ

Τρελάθηκε κατόπιν εορτής
δεν έβγαινε με τίποτα ο μήνας
τι θέλει ένας πλάνης ποιητής
ανάμεσα στις κούκλες της βιτρίνας;

Δεν έβγαινε με τίποτα ο μήνας
η φτώχεια χορηγός στο σκηνικό
ανάμεσα στις κούκλες της βιτρίνας
σαν Κούρος με βερμούδα και μακό.

Η φτώχεια χορηγός στο σκηνικό
περίγελος στα γυάλινά του τείχη
σαν Κούρος με βερμούδα και μακό
μισούσε τους πελάτες και την τύχη.

Περίγελος στα γυάλινά του τείχη
αντίγραφο μιας ποίησης θνητής
μισούσε τους πελάτες και την τύχη:
Τρελάθηκε κατόπιν εορτής.

~.~

ΗΜΙΦΩΣ

Όσο διψάω το καμένο σου ομοίωμα
Όσο παγώνω διπλωμένος στο κελί σου
Όσο γλιστράω στο βρεγμένο σου ικρίωμα
Όσο φοράω το κραγιόν της απειλής σου

Όσο μιλάω τις σπασμένες διαλέξεις σου
όσο μικραίνω στης ανάσας σου τον ήχο
Όσο ανοίγω παρενθέσεις στα προσπέκτους σου
Όσο γεννάω το φιλί σου μ’ έναν στίχο

Όσο ουρλιάζω σαν σκυλί μέσα στο αίμα σου
Όσο ποντάρω παραισθήσεις σ’ ένα ψέμα σου
Όσο δαγκώνω τις πληγές σου και πονάω

Όσο σκοντάφτω στις γωνιές της αγωνίας σου
Όσο γυαλίζω τα παπούτσια της ανίας σου
Όσο σε κλέβω απ’ το φως, τόσο γερνάω.

ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ