Day: 17.04.2026

Ίων Δραγούμης, «κρατῶντας σφιχτά στὰ δόντια τους δεμένη τὴ γλῶσσα»…

Φωτογραφία: Αρχείο Νώντα Τσίγκα

~.~

Ένα απόσπασμα από Το μονοπάτι, 1925

Επιλογή κειμένου-Σχολιασμός
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920) έγραψε Το μονοπάτι μεταξύ 1899-1902. Το έργο αυτό, που το θεωρούσε πρωτόλειο και γι’ αυτό το κατέλειπε ως αδημοσίευτο, πρωτοεκδόθηκε μετά τον θάνατό του, στα 1925, με επιμέλεια του αδελφού του Φιλίππου Στ. Δραγούμη. Αξίζει να σημειώσουμε πως οι απόψεις που διατυπώνονται στο κεφάλαιο «Γλώσσα», που παραθέτουμε εδώ ολόκληρο,  αφορούν έναν νέο εικοσιενός χρόνων που μόλις έχει αποφοιτήσει από τη νομική σχολή και έχει λάβει το διδακτορικό του, έχει δώσει εξετάσεις στο διπλωματικό σώμα και έχει επιτύχει. Η μνήμη του «κοντού», «φωνακλά» και «αρρωστιάρη»  δασκάλου, στο γυμνάσιο της Πλάκας όπου αυτός φοίτησε, δείχνει και το επίπεδο της εκπαίδευσης που λάβαιναν τότε οι μαθητές του Άστεως, στην ελεύθερη, για δυο γενιές ήδη τοτε,  Ελλάδα. Ο Δραγούμης μισεί την Αττική διάλεκτο και εχθρεύεται την καθαρεύουσα του «λογιοτατισμού». Είναι έτοιμος να υποστηρίξει από τους πρώτους, ως εμπροσθοφυλακή, το επαναστατικό κίνημα του δημοτικισμού (ιδρυτής της Εταιρείας «Εθνική Γλώσσα» στα 1904, πρωταγωνιστής  του κινήματος των «δημοτικιστών της Πόλης» στα 1907-1910, Ιδρυτικό μέλος και ψυχή του  «Εκπαιδευτικού Ομίλου» από τα 1910, προτού ο όμιλος αλωθεί από τους Γληνό, Τριανταφυλλίδη κ.α. με τις συγγνωστές συνέπειες). Την ώρα αυτή στο σπίτι των Δραγούμηδων υποστηρίζεται η ακραιφνής καθαρεύουσα ενώ η γλώσσα που μιλιέται, ως μητρική σχεδόν, είναι τα… γαλλικά.

///

Β΄.  Γλῶσσα.[1]

Ἕνας δάσκαλος κοντός, φωνακλᾶς καὶ ἀρρωστιάρης στὴν τελευταία τάξη τοῦ σκολειοῦ, ὅταν κουράζονταν ἀπὸ τὴ γλωσσολογία καὶ τὴ μετάφραση τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἔβριζε τοὺς Βουλγάρους, κ’ ἐπειδὴ ἦταν γρινιάρης δὲν εὐχαριστοῦνταν ἀπὸ τοὺς φετεινοὺς μαθητές του, μόνο πάντα θυμοῦνταν μὲ ἐπαίνους τοὺς περσινούς.

Τότε ἔλεγε «Δὲν ἔχομε πιὰ φιλοπατρία. Δὲν ἔχομε φωτιά. Οἱ πολιτικοὶ μᾶς χάλασαν. Θά ’ρθουν οἱ Βούλγαροι καμμιὰ μέρα, ἀκοῦτε, μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ τότε θὰ καταλάβωμε ὥς ποῦ ἔχομε φτάσει.[2] Ἂν ἡ γενιά σας δὲ δουλέψη, δὲν πάσκιση νὰ διορθωθῆ, πάει, χαθήκαμε».

Κι αὐτὸς ὁ δάσκαλος, ὅταν δὲ γρίνιαζε φωνάζοντας τέτοιες ἀλήθειες, μιλοῦσε ἥσυχα γιὰ τὴ γλῶσσα κ’ ἔλεγε συχνά, ἐπειδὴ ἤτανε γλωσσολόγος· «Μὴν προσκυνᾶτε σὰ θεὰ τὴν ἀττικὴ γλῶσσα». (περισσότερα…)