ελληνική γλώσσα

Ελλαδέξ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Αντιθεσμική και προσβλητική η μη προσέλευση servicers και funds στην Βουλή», γράφουν τα ΜΜΕ, όσα το αναφέρουν καν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Όταν δεν χρησιμοποιείς καν λέξη ελληνική για να κατονομάσεις τα αρπακτικά που λυμαίνονται την χώρα, γιατί παραξενεύεσαι που αυτά γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους κρατικούς θεσμούς σου και τους πολιτικούς σου; (Που είναι άλλωστε και οι κυρίως υπαίτιοι για τη δική τους αυθαιρεσία, απόδειξη η τελευταία νομοθετική διάταξη που αποπειράθηκαν να περάσουν στη ζούλα υπέρ τους.)

Η ελευθερία ξεκινάει από τις λέξεις, δηλαδή από την εκφραστική αυτοδιάθεση, από την ανεξάρτητη αυτοκατανόηση κάθε υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού. Και το Ελλαδέξ, όπως το αποκαλούσε προφητικά ο Σεφέρης ήδη από τη δεκαετία του 1960, από την ελληνική γλώσσα έχει πάρει διαζύγιο. Αυτά τα δυο, ξενογλωσσία και υποτέλεια πάνε μαζί κι αχώριστα.

Η εικόνα από τον ομότιτλο, εμπνευσμένο από τον ποιητή, δίσκο του 1975.

///

«Ξεκίνα από τη μέση. Είναι ο μόνος κανόνας που έχω». Αυτή τη συμβουλή, διαβάζω σε τίτλο δημοσιεύματος, έδωσε σε κάποιον αναγνώστη της η αρτιβράβευτη νομπελίστρια Ανν Κάρσον. Και αναρωτιέμαι με τη σειρά μου: πόσοι έπιασαν την αναφορά στον Όμηρο και την Ιλιάδα, στον αρχαίο επικό κανόνα «In medias res» που κάποτε ήταν η «κοινή μέθοδος» στην τέχνη της αφήγησης; Γι’ αυτήν δεν μιλάει και ο Ροΐδης στην Πάπισσα Ιωάννα;

«Ἀπὸ τοῦ μέσου ἄρχονται συνήθως οἱ ἐπικοὶ ποιηταί· ταὐτὸ ποιοῦσι καὶ οἱ μυθιστοριογράφοι, ὅσοι τὰς δεκατόμους τύχας τῶν Πόρθων καὶ Ἀραμίδων παραγγέλουσιν ὑπομισθίῳ ἐφημερίδι νὰ ὀνομάσῃ, ἀριστοτελικῇ ἀδείᾳ, ἐποποιίας· ἔπειτα ὁ ἥρως, ὅταν εὕρῃ εὐκαιρίαν, ἐντὸς σπηλαίου ἢ ἀνακτόρου, ἐπὶ εὐώδους χλόης ἢ μαλακῆς κλίνης διηγεῖται τὰ προηγούμενα τῇ ἐρωμένῃ, «ἐπεὶ εὐνῆς καὶ φιλότητος ἐξ ἔρον ἕντο». Οὕτω θέλει ὁ Λατῖνος Ὀράτιος ἐν τῇ Ποιητικῇ· τοῦτο συνιστῶσι καὶ οἱ βιβλιοπῶλαι, ὁσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ὁρίζοντες εἰς τὸν συγγραφέα τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ ὡς τοῦ ἐνδύματος εἰς τὸν ῥάπτην. Τοιαύτη τέλος εἶναι ἡ κοινὴ μέθοδος».

Στην ίδια στιχομυθία, εξάλλου, η Κάρσον ως πηγή έμπνευσης για το έργο της αναφέρει ένα και μόνο όνομα: τον Όμηρο. Και δεν μπορώ εδώ παρά να σκεφτώ την ειρωνεία, αναλογιζόμενος από ποιαν πλευρά του λογοτεχνικού μας φάσματος αναθρώσκουν κυρίως τα εγκώμια προς την Καναδή: αν ο θαυμαστής δεν καταλαβαίνει την πηγή απ’ όπου τρέφεται το έργο της συγγραφέως που υποτίθεται ότι θαυμάζει, τι κατανοεί εντέλει από το έργο αυτό;…

Η τραγωδία του μοντερνισμού, από τον καιρό του πολεμιστήριου «Make it New!» του Έζρα Πάουντ, ήταν πάντα αυτή. Ότι ενώ οι πρωτοστάτες του γνώριζαν πολύ καλά τι ακριβώς επεδίωκαν να ανανεώσουν, ποιους κανόνες αθετούσαν και γιατί, οι επίγονοί τους εκλάμβαναν πάντα το έργο τους ως απροϋπόθετο. Εκλάμβαναν τη δεδηλωμένη συνέχεια ώς αυτόφωτη αφετηρία. Και έτσι, γυμνώνοντάς τους από το ουσιώδες περιεχόμενό τους, συρρίκνωναν και τους νεωτερικούς μέντορές τους στον ξηρό τρόπο, στην μορφική ιδιοτροπία καλύτερα, στην παραξενιά του εκφέρεσθαι. Ή πάλι τους άφηναν να πνιγούν σε μια θάλασσα υποσημειώσεων. Δεν ξέρω αν η Κάρσον κατάφερε ποτέ να βγει απ’ αυτήν. Διαβάζω με συγκίνηση τις πρώτες φράσεις του κειμένου της όπου μιλάει για το πάρκινσον (ελληνική μετάφρασή του δημοσιεύθηκε στο Νέο Πλανόδιον πέρυσι).

«Όταν διαγνώστηκα με πάρκινσον το σύμπτωμα που πραγματικά με τρόμαξε ήταν ότι παραμορφώθηκε το γράψιμό μου. Ευχαριστιόμουν να γράφω σε σημειωματάρια, γέμιζα ολόκληρα ράφια, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τώρα οι κάθετες μολυβιές λυγίζουν ή σπάνε ή πάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, τα φωνήεντα συρρικνώνονται σε σφαιρίδια, οι ουρές χάνουν τις ήπιες, έξυπνες γωνίες τους, όλα γενικά φαίνονται πολύ άσχημα. Ή, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ, ηλίθια. Κάθομαι και σβήνω ολόκληρες παραγράφους από ντροπή. Δύσκολο να περιγράψεις ή να εξηγήσεις την αισχύνη του κακού χειρογράφου. Το κακό χειρόγραφο είναι άσχημο. Φαίνεται κάπως βλακώδες. Ήμουν έτοιμη να πω πως δείχνει ψεύτικο, αλλά μετά συνειδητοποίησα πως το αντίθετο συμβαίνει. Μέσα στην αταξία της, η χαοτική γραφή μοιάζει να μου αποκαλύπτει κάτι που θα προτιμούσα να μην το κοιτάξω. Φέρνει στο προσκήνιο εκείνο που ο Τζέραλντ Μάνλεϋ Χόπκινς αποκαλούσε «εσωτερικό τοπίο». «Πρόσεχε εκείνον που η γραφή του ταλαντεύεται όπως το καλάμι στον άνεμο» έλεγε ο Κομφούκιος. Η γραφολογία, όπως φαντάζομαι θα γνωρίζετε, είναι η μελέτη της γραφής ενός ανθρώπου που μπορεί να μας δώσει στοιχεία για την ανάλυση του χαρακτήρα του.»

Ύστερα όμως κοντοστέκομαι. Είναι στ’ αλήθεια αναγκαίες όλες αυτές οι μνείες στον Μπάρτ, στον Χόπκινς, στον Κομφούκιο για να μιλήσουμε για κάτι τόσο στοιχειωδώς ανθρώπινο, όπως ο πόνος και η ασθένεια; Φαίνεται πως, για μας, σήμερα, είναι. Η σχολαστική μανιέρα των λίγων τώρα πια τροφίμων του όψιμου μοντερνισμού μας (ας προσθέσει κανείς στη λέξη όσα μετά- και post- επιθυμεί) ριζώνει στην υπερτροφία της μνήμης. Ίσως ακριβώς επειδή απευθύνεται στην λησμοσύνη του πλήθους.

///

Τὸ μὲν συγχωρῆσαι, συγκεχώρηται ὑμῖν· τὸ δὲ μεῖναι, οὐκέτι μένω μεθ’ ὑμῶν, διότι οὐχ εὑρέθη εἷς ἐξ ὑμῶν ἔχων διάκρισιν τοῦ συμπαθῆσαί μοι.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

///

Για κάθε παιδί που πηγαίνει σ’ ένα όποιο συνοικιακό φροντιστήριο, οι γονείς τους λαμβάνουν έξι-εφτά σελίδες πυκνογραμμένες με νομικές ανοητολογίες, φόρμες προς συμπλήρωση, αιτήσεις προς έγκριση και τα παρόμοια. Διασφαλίσεις όλα αυτές τάχα ότι τηρείται ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και άλλα τέτοια σπουδαιοφανή. Κι αυτό τη στιγμή που τα πραγματικά προσωπικά μας δεδομένα είναι εντελώς κοινά, πουλιούνται κι αγοράζονται ελευθέρως στην ψηφιόσφαιρα, παρακολουθούνται από κάθε λογής κρατικές και παρακρατικές υπηρεσίες, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται κατά το δοκούν και κατά σύστημα.

Το ίδιο και με την λεγόμενη ανακύκλωση. (περισσότερα…)

Μπάρα και Γούδα: Τα καλιαρντά και το λεξικό που ανταλλάξαμε

του ΑΡΗ ΜΕΝΤΗ

~.~

Κάθε φορά που ακούω από τους μεγαλύτερούς μου φίλους, πάνω σε χαλαρές συζητήσεις, να πέφτουν στο τραπέζι λέξεις όπως «μπάρα» και «γούδα», ρωτάω τη σημασία τους. Τους διακόπτω με την αμηχανία του ανθρώπου που μόλις συνειδητοποίησε ότι είναι ο μόνος ξένος στο τραπέζι. Εκείνοι με κοιτάζουν με ένα μειδίαμα ανάμεσα σε νοσταλγία και συγκατάβαση, μου εξηγούν πως πρόκειται για το μέγεθος των ανδρικών μορίων και το χαμένο μετρικό τους σύστημα. Αρχίζουν να μου λένε ξανά για τα καλιαρντά.

Και κάθε φορά ο ρυθμός της φωνής τους αλλάζει. Γίνεται πιο γρήγορος, πιο συνωμοτικός. Για τα δικά μου αυτιά οι λέξεις ακούγονται σαν γλωσσικά απολιθώματα, μια ρετρό αναλαμπή μιας εποχής που δεν έζησα. Για εκείνους ήταν το αλφάβητο της επιβίωσής τους.

Η γλώσσα, στους ορισμούς της κοινωνιολογίας, λειτουργεί ως γέφυρα: ο τρόπος που το υποκείμενο συνδέεται με το σύνολο. Τα καλιαρντά έκαναν το αντίθετο. Φτιάχτηκαν για να λειτουργήσουν ως τοίχος — ένας κρυπτογραφημένος κώδικας που υψώθηκε από μια κοινότητα σε καθεστώς παρανομίας, με μοναδικό σκοπό να κρατήσει τον υπόλοιπο κόσμο απ’ έξω.

Η γλωσσολογία έχει όνομα γι’ αυτό. Ο Μάικλ Χάλλιντεϋ τα ονόμασε αντι-γλώσσες: κώδικες που κρατούν άθικτη τη γραμματική της κυρίαρχης γλώσσας και ξαναφτιάχνουν από την αρχή το λεξιλόγιο, ακριβώς στα σημεία όπου η ζωή της αντι-κοινωνίας διαφέρει. Γι’ αυτό και όποιος λέει ότι τα καλιαρντά είναι «απλώς λεξιλόγιο» έχει δίκιο στη μηχανική αλλά άδικο στη λειτουργία: το λεξιλόγιο είναι ακριβώς το σημείο όπου χτίζεται ο τοίχος. Στην ίδια κατηγορία ανήκει το Polari των Βρετανών ομοφυλόφιλων, η lubunca της τουρκικής τρανς κοινότητας, το pajubá των Βραζιλιάνων τραβεστί αλλά και  η γκρυπσέρα των πολωνικών φυλακών. Η γεωγραφία αλλάζει μόνο, γιατί η ανάγκη ήταν πάντα η ίδια.

Και είναι πολύ παλαιότερα απ’ όσο φανταζόμαστε. Δεν είναι η αργκό της μεταπολεμικής πιάτσας: τον Νοέμβριο του 1904 ένα αθηναϊκό περιοδικό της εποχής, το «Πετακτό Κόρτε», δημοσίευσε ολόκληρο ρεπορτάζ με λεξιλόγιό τους. Εξήντα εφτά χρόνια πριν από τον Πετρόπουλο, η γλώσσα ήταν ήδη αρκετά διαδεδομένη ώστε να την προσέξει ο Τύπος.

Όταν η ίδια σου η ύπαρξη συνιστά ποινικό αδίκημα ή κοινωνική αυτοκτονία, δεν έχεις την πολυτέλεια της διαφάνειας. Δεν τα μιλούσες για να γράψεις ποίηση. Τα μιλούσες στο Ζάππειο —που μέσα στη γλώσσα λεγόταν Ζαρντέν— στην Ομόνοια, στα στενά της Συγγρού και στα φτηνά λουτρά, για να προειδοποιήσεις τον διπλανό σου ότι έρχεται η αστυνομία. Τα μιλούσες για να κανονίσεις τη συνεύρεση και για να κοροϊδέψεις κατάμουτρα τον πελάτη χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα.

Δεν είναι τυχαίο ποιοι έφτιαξαν αυτή τη γλώσσα. Δεν γεννήθηκε στα κρυφά σαλόνια των εύπορων ομοφυλόφιλων που μπορούσαν να εξαγοράσουν την ιδιωτικότητά τους. Γεννήθηκε στο πεζοδρόμιο. (περισσότερα…)

Τα νήματα του κόσμου

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κατά βάθος, η ιδέα ότι τα νήματα αυτού του κόσμου τα κινούν κάποιοι καλά κρυμμένοι συνομώτες, είναι μια ιδέα αισιόδοξη, βγαλμένη κι αυτή από τη δέσμη των ασπρόμαυρων διαφωτιστικών διανοημάτων που κηδεμονεύουν τη σκέψη μας τους τελευταίους αιώνες. Διότι συνοδεύεται πάντα από την διαβεβαίωση: αρκεί να τραβήξουμε τον μπερντέ και όλα θα έρθουν στο φως, οι κατεργάρηδες θα πάνε στον πάγκο τους και τον ρόλο του κουκλοπαίχτη, στα φανερά πια, θα τον αναλάβουν εκείνοι που πρέπει.

Όμως στην πράξη τα νήματα του κόσμου δεν τα κινεί κανείς αποκλειστικά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συνωμοσίες, όπως διδάσκουν οι, αφελείς ή ιδιοτελείς, αντισυνομωσιολόγοι του καιρού μας. Από συνωμοσίες, απάτες, ψεύδη, υποκρισία βρίθει η προσωπική και η συλλογική μας ζωή, στα φανερά λίγα πράγματα γίνονται, όποιοι και να τα κάνουν. Αλλά διότι το έργο που παίζεται είναι χαοτικό εξαρχής και οι πρωταγωνιστές του φιγούρες τυχάρπαστες και εναλλάξιμες ταχύτατα.

Αυτά που παρακολουθούμε να γίνονται στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη, το Ιράν, στην τεχνητή νοημοσύνη, στα πολιτικά πράγματα της Δύσης κ.ο.κ., ναι, κάποιοι τα θέλησαν αρχικά. Τώρα όμως κανείς δεν τα ελέγχει και όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν, καυχιούνται για μια ισχύ που δεν διαθέτουν εμπράκτως.

Μακάρι να την είχαν! Ακόμη και μια καταθλιπτική βεβαιότητα θα ήταν προτιμότερη από το ιλιγγιώδες αυτό σκόρπισμα του κόσμου που όλο και επιταχύνεται μπροστά μας.

///

«Αυτό το ποίημα είναι ένα θαύμα. Η πικρία του είναι η μόνη πικρία που έχει νόημα, εκείνη που πηγάζει από την καθυποταγή του ανθρώπινου πνεύματος στη βία, δηλαδή, εντέλει, στην ύλη. Αυτή η καθυποταγή είναι κοινή μοίρα, αν και κάθε πνεύμα την υπομένει διαφορετικά, κατά τις αρετές του. Κανείς στην Ιλιάδα δεν γλιτώνει από αυτήν, όπως και κανείς άνθρωπος πάνω στη γη. Όμως και κανείς υποτασσόμενος δεν αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση γι’ αυτό. Όποιος, μέσα στην ίδια του την ψυχή και στις ανθρώπινες σχέσεις, ξεφεύγει από την κυριαρχία της βίας, χαίρεται την αγάπη, αλλά μια αγάπη που την σκιάζει πάντα η θλίψη λόγω του ολέθρου που επικρέμεται συνεχώς πάνω της.

Τέτοιο είναι το πνεύμα του μοναδικού αληθινού έπους που διαθέτει η Δύση. Εμπρός της η Οδύσσεια φαντάζει απλώς μια καλή μίμηση, άλλοτε της Ιλιάδας, άλλοτε ανατολικών ποιημάτων. Η Αινειάδα είναι μια μίμηση που, όσο λαμπρή κι αν είναι, την παραμορφώνει η ψυχρότητα, η πομπώδης ρητορική και το κακό γούστο. Τα γαλλικά chansons de geste, στερούμενα της αίσθησης της δικαιοσύνης, δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη μεγαλοσύνη: στο Chanson de Roland, ο θάνατος ενός εχθρού δεν συγκινεί ούτε τον συγγραφέα ούτε τον αναγνώστη με τον ίδιο τρόπο όπως ο θάνατος του Ρολάνδου.

Η αττική τραγωδία, ή τουλάχιστον η τραγωδία του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αποτελεί την πραγματική συνέχεια του έπους. Η έννοια της δικαιοσύνης τη διαφωτίζει, χωρίς ποτέ να παρεμβαίνει άμεσα σε αυτήν. Εδώ η βία εμφανίζεται με την ψυχρότητα και τη σκληρότητά της, πάντα συνοδευόμενη από μοιραίες συνέπειες αναπόφευκτες και γι’ αυτούς που την ασκούν και γι’ αυτούς που την υφίστανται.»

SIMONE WEIL

///

Ο Μαζωνάκης και η Βίσση. Ό,τι γνώμη και να έχει κανείς για τους δυο τους, είναι προφανές: αντικατοπτρίζουν με μεγάλη ακρίβεια αυτό που είμαστε ως συλλογικότητα. Μας αντιπροσωπεύουν.

///

Δύσμοιρα ελληνικά… Ούτε στις μαρκίζες των βιβλιοπωλείων, ούτε στους τίτλους των λογοτεχνικών περιοδικών, ούτε στις αφίσες των ποιητικών φεστιβάλ δεν περισσεύει πια θέση για σας.

/// (περισσότερα…)

Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες

Η γλώσσα μας έχει δύο πνεύμονες εφάμιλλης αξίας, την δημώδη προφορική και την λόγια –γραπτή– παράδοση. Από τις υπόγειες πλέον νεροσυρμές της δημώδους, εξακολουθεί να αρδεύεται, στάγδην ή πλουσιοπάροχα, το έργο μερικών καλών συγγραφέων και οι αμπελώνες με τις ποικιλίες των τοπικών ιδιωμάτων, παρότι εξαντλημένοι πιά, τροφοδοτούν κατά καιρούς ενστάσεις προτεραιότητας για τον τρύγο τους. Ο αχός των δημοτικών μας τραγουδιών σμίγει με το κελάρυσμα της ιστορικής μνήμης και στη συνεκβολή τους αναδύεται η νοσταλγία μιάς αλλοτινής άνοιξης. Υπερβαίνοντας τα όρια της εξιδανικευμένης ηθογραφίας ή μίας ναυαγοσωστικής επιχείρησης, κάποιοι από τους κορυφαίους πεζογράφους μας ανασύρουν τα τζοβαϊρικά της δημοτικής παρακαταθήκης ως υλικά αναμύθευσης της κοινοτικής συνθήκης – και οι πιο τολμηροί μεθοδεύουν την επανασύσταση των αφηγήσεών της στα συμφραζόμενα των καιρών μας.

Η μοίρα της λόγιας παράδοσης απεναντίας, δεν συγκινεί. Τα κοσμήματά της λογίζονται ως κτερίσματα σκευοφυλακίου, τα κάλλη της υποβλέπονται ως αγαλμάτινα και η τέρψη τους αποδοκιμάζεται, όταν δεν καταγγέλλεται ως νεκροφιλική. Οι μεγάλοι της εκπρόσωποι, ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης και ο Βιζυηνός, δοξολογούνται βέβαια αλλά μόνο σε επιμνημόσυνες τελετές με διαρκώς μειούμενο ακροατήριο. Κατά συνέπεια το έργο τους αποσύρεται σ’ ένα ένδοξο μεν αλλά ασύχναστο περιθώριο και οι φιλολογικές δεήσεις που αναπέμπονται στο όνομά τους δεν φαίνεται να εμπνέουν τους νεότερους συγγραφείς. Η αρχαΐζουσα υψηλοφροσύνη του Κάλβου γίνεται τάσι όπου «το ψυχρόν της αργύριον ρίπτει η σελήνη», ο ιμερικός αναπαλμός του Εμπειρίκου προσλαμβάνεται ως γαργαλισμός με λευκά γάντια ενώ ακόμα και οι λογιότροπες αναφορές του Ελύτη διαβάζονται με μισό –ήγουν εξ ολοκλήρου φιλύποπτο– μάτι.

Η παλίρροια της ελληνικής όμως οφείλεται στην αλληλουχία δημοτικής φουσκονεριάς και λόγιας αμπώτιδος: Η πλημμυρίδα της λαλιάς φέρνει στην ακτή τον πλούτο της και η φυρονεριά της γραφής τον αποκαλύπτει και τον συμμαζεύει. Χωρίς το φιλί των ρευμάτων τους, γλώσσα με γλώσσα, πάμε χαμένοι – σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες του Καβάφη. (περισσότερα…)

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους.

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους

Η παλέτα της ετεροφοβίας έχει μόνο δύο χρώματα το άσπρο και το μαύρο – η ενδιάμεση χρωματική γκάμα έχει αποκλειστεί προγραμματικά και ο καθένας εγγράφεται υποχρεωτικά στα αρχεία του φίλου ή του εχθρού. Για να είσαι φίλος του ετεροφοβικού απαιτείται πλήρης ταύτιση με κάποια εξ αποκαλύψεως απρόσβλητη, παντός καιρού και αδυσώπητη αλήθεια, την οποία ο ίδιος μονοπωλεί και οι πάντες οφείλουν να γονατίσουν μπροστά της. Η στοχαστική αμφιλογία, ο σκεπτικισμός και η ελλοχεύουσα αμφιβολία προξενούν πανικό στον ετεροφοβικό. Ο σύμμαχος υπό προϋποθέσεις ή ο κατ’ αρχήν συνοδοιπόρος, είναι ύποπτοι λιποταξίας και επισύρουν, εκ προοιμίου, την χλεύη του. Η ενδιάμεση περιοχή μίας συμφωνίας μετ’ επιφυλάξεων αποδοκιμάζεται ενώ ακόμα και οι ελάχιστες ενστάσεις στην ατζέντα του, διεγείρουν υπόνοιες προδοσίας. Ο παράλληλος βηματισμός, έστω και προς την ίδια κατεύθυνση, καταγγέλλεται ως επικίνδυνη λοξοβασία, γιατί η φωτεινή λεωφόρος είναι δική του και προς όσους ψάχνουν περιφερειακές ατραπούς εκτοξεύεται η κραυγή: έλα πίσω μου ή γκρεμοτσακίσου! Ο ετεροφοβικός μισεί ανεξαιρέτως όσους δεν στοιχίζονται στρατιωτικά με το πιστεύω του για την χορτοφαγία ή την κρεοφαγία, τον ιμπεσιονισμό ή τον εξπρεσιονισμό, τη λόγια ή τη δημώδη μας παράδοση. Λειτουργεί μέσω δογματικών αποκλεισμών: με τον Τολστόι ή με τον Ντοστογιέφκι, με τον Ελύτη ή με τον Καβάφη, με τον Βάγκνερ ή με τον Βέρντι – και καταδικάζει την μερική τους συναποδοχή ως διπροσωπία. Ο ίδιος κραδαίνει το χρίσμα της ιερατικώς υπερέχουσας κατακεφαλιάς, δεν αποζητά καθεστώς ισοτιμίας για τις πεποιθήσεις του –όπως ψευδέστατα διατείνεται– αλλά μεθοδεύει τη βάναυση επιβολή της φωνής του έναντι όλων των υπολοίπων. Ο ηθικοπλαστικός ζηλωτισμός του ετεροφοβικού δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά τόνου ανάμεσα στην ήπια εναντίωση και στη σφοδρή κριτική, την αποκλίνουσα δυναμική ή τη διαφορότροπη αιχμή οποιασδήποτε ιδέας δεν είναι ολοσχερώς εμβαπτισμένη στη μισαλλοδοξία του. Συνεπώς ο αντίπαλος ανάγεται αυτομάτως σε εχθρό, η αμαύρωση και ο στιγματισμός του οποίου εμπίπτει στη συνοπτική διαδικασία του ακυρωτικού εξοστρακισμού. Εννοείται πως ο ετεροφοβικός μισεί πρωτίστως τον εαυτό του, τόσο βαθιά ώστε του είναι αναγκαίο να παροχετεύει την επιθετικότητά στον –όποιο– έχθρό.

///

Η επέλαση της αγγλοφρένειας

Βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια μου (συγγνώμη, τα my eyes!). Πολλές ακτιβιστικές οργανώσεις δίνουν τραχύ και επαινετέο αγώνα για τη διάσωση των παραδοσιακών οικισμών και την υπεράσπιση της ακτογραμμής  από την εργολαβική ασυδοσία, για την προστασία των δασών και των καταφυγίων της άγριας πανίδας, για τα θαλάσσια ή ορεινά οικοσυστήματα που απειλούνται από την –τάχα μου επενδυτική– αδηφαγία της κερδοσκοπικής φρενίτιδας. Διαφεύγει της προσοχής τους όμως ότι εξίσου απειλούμενο είναι το, αυτονόητα καθοριστικό, πρωτογενές περιβάλλον του ανθρώπου: το οικοσύστημα της μητρικής μας γλώσσας. Παραβλέπουν λοιπόν ότι η βιοποικιλότητα την οποία υπερασπίζονται αφορά επίσης δεκάδες διαλέκτους που αφανίζονται κάθε χρόνο και γλωσσικές εκτάσεις ερημοποιούμενες από την εξάλειψη των φυσικών τους ομιλητών ή συρρικνούμενες με επιταχυνόμενο ρυθμό από τον ψηφιακό αποκλεισμό. Φαίνεται πως δεν αντιλαμβάνονται ότι ο νεοαποικιακός επεκτατισμός, τον οποίο καταγγέλλουν με κάθε ευκαιρία, βρίσκει την πιο ύπουλη μορφή του στην επέλαση των ισχυρών γλωσσών και πρωτίστως της αγγλοφρένειας. (περισσότερα…)

Ίων Δραγούμης, «κρατῶντας σφιχτά στὰ δόντια τους δεμένη τὴ γλῶσσα»…

Φωτογραφία: Αρχείο Νώντα Τσίγκα

~.~

Ένα απόσπασμα από Το μονοπάτι, 1925

Επιλογή κειμένου-Σχολιασμός
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920) έγραψε Το μονοπάτι μεταξύ 1899-1902. Το έργο αυτό, που το θεωρούσε πρωτόλειο και γι’ αυτό το κατέλειπε ως αδημοσίευτο, πρωτοεκδόθηκε μετά τον θάνατό του, στα 1925, με επιμέλεια του αδελφού του Φιλίππου Στ. Δραγούμη. Αξίζει να σημειώσουμε πως οι απόψεις που διατυπώνονται στο κεφάλαιο «Γλώσσα», που παραθέτουμε εδώ ολόκληρο,  αφορούν έναν νέο εικοσιενός χρόνων που μόλις έχει αποφοιτήσει από τη νομική σχολή και έχει λάβει το διδακτορικό του, έχει δώσει εξετάσεις στο διπλωματικό σώμα και έχει επιτύχει. Η μνήμη του «κοντού», «φωνακλά» και «αρρωστιάρη»  δασκάλου, στο γυμνάσιο της Πλάκας όπου αυτός φοίτησε, δείχνει και το επίπεδο της εκπαίδευσης που λάβαιναν τότε οι μαθητές του Άστεως, στην ελεύθερη, για δυο γενιές ήδη τοτε,  Ελλάδα. Ο Δραγούμης μισεί την Αττική διάλεκτο και εχθρεύεται την καθαρεύουσα του «λογιοτατισμού». Είναι έτοιμος να υποστηρίξει από τους πρώτους, ως εμπροσθοφυλακή, το επαναστατικό κίνημα του δημοτικισμού (ιδρυτής της Εταιρείας «Εθνική Γλώσσα» στα 1904, πρωταγωνιστής  του κινήματος των «δημοτικιστών της Πόλης» στα 1907-1910, Ιδρυτικό μέλος και ψυχή του  «Εκπαιδευτικού Ομίλου» από τα 1910, προτού ο όμιλος αλωθεί από τους Γληνό, Τριανταφυλλίδη κ.α. με τις συγγνωστές συνέπειες). Την ώρα αυτή στο σπίτι των Δραγούμηδων υποστηρίζεται η ακραιφνής καθαρεύουσα ενώ η γλώσσα που μιλιέται, ως μητρική σχεδόν, είναι τα… γαλλικά.

///

Β΄.  Γλῶσσα.[1]

Ἕνας δάσκαλος κοντός, φωνακλᾶς καὶ ἀρρωστιάρης στὴν τελευταία τάξη τοῦ σκολειοῦ, ὅταν κουράζονταν ἀπὸ τὴ γλωσσολογία καὶ τὴ μετάφραση τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἔβριζε τοὺς Βουλγάρους, κ’ ἐπειδὴ ἦταν γρινιάρης δὲν εὐχαριστοῦνταν ἀπὸ τοὺς φετεινοὺς μαθητές του, μόνο πάντα θυμοῦνταν μὲ ἐπαίνους τοὺς περσινούς.

Τότε ἔλεγε «Δὲν ἔχομε πιὰ φιλοπατρία. Δὲν ἔχομε φωτιά. Οἱ πολιτικοὶ μᾶς χάλασαν. Θά ’ρθουν οἱ Βούλγαροι καμμιὰ μέρα, ἀκοῦτε, μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ τότε θὰ καταλάβωμε ὥς ποῦ ἔχομε φτάσει.[2] Ἂν ἡ γενιά σας δὲ δουλέψη, δὲν πάσκιση νὰ διορθωθῆ, πάει, χαθήκαμε».

Κι αὐτὸς ὁ δάσκαλος, ὅταν δὲ γρίνιαζε φωνάζοντας τέτοιες ἀλήθειες, μιλοῦσε ἥσυχα γιὰ τὴ γλῶσσα κ’ ἔλεγε συχνά, ἐπειδὴ ἤτανε γλωσσολόγος· «Μὴν προσκυνᾶτε σὰ θεὰ τὴν ἀττικὴ γλῶσσα». (περισσότερα…)

Greek Way of Life!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Greek Way of Life!

Ομολογώ ότι ανέκαθεν έβρισκα ανθρωπολογικά ενδιαφέρουσες τις φιγούρες των διαπρεπών φουκαράδων. Με εντυπωσίαζε η παχυλή αμάθεια, η επηρμένη άνεση και η αστραφτερή αναίδεια των κομπάρσων που κατέχουν πρωταγωνιστικούς ρόλους στη δημόσια ζωή της παντέρμης μας χώρας. Εδώ όμως το σκηνικό με την αγγλοφρενή επιγραφή τους ξεπέρασε κατά πολύ. Έδειξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο ελληνικός τρόπος ζωής οπισθοβατεί αλλά η ξενοφωνημένη Ελλάδα προοδεύει ακάθεκτα. (περισσότερα…)

Γενοκτόνοι δημοκράτες

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όπως ήδη οι αρχαίοι σφαγείς της Μήλου, έτσι και οι τωρινοί σφαγείς της Γάζας γελοιοποιούν παντελώς τον επίμονο ισχυρισμό ότι οι δημοκρατίες τάχα μου υπερέχουν ηθικά από τα λοιπά πολιτικά καθεστώτα. Η δημοκρατία όμως είναι πρώτα πρώτα κράτος, πάει να πει εξουσία. Και ο φέρων την εξουσία, όποιος και αν είναι αυτός, είτε μονήρης τύραννος είτε δήμος ολόκληρος, υπόκειται στους ίδιους διαχρονικούς πειρασμούς: η ισχύς του είναι συνήθως ευθέως ανάλογη της αυθαιρεσίας του. Ηθική νομιμοποίηση η εξουσία μπορεί να αντλήσει όχι από τον τύπο του πολιτεύματος, αλλά από ένα κριτήριο εντέλει εξωπολιτικό: τη δικαιοσύνη. Ο Σολομών και ο Αριστείδης ήταν άνδρες που η ιστορία τούς αποκάλεσε δίκαιους επειδή υπάκουαν σ’ έναν τέτοιο ηθικό γνώμονα. Ο Νετανιάχου και αυτοί που τον έφεραν και τον κρατούν στην γενοκτονική του εξουσία δεν είναι παρά η ενσάρκωση εκείνου του παλιού εφιάλτη της Χάννας Άρεντ. Ότι δηλαδή θα ’ρθει κάποτε καιρός που μια πλειοψηφία θα αποφασίζει δημοκρατικά να εξολοθρεύσει όποια μερίδα του πληθυσμού κρίνει χρήσιμο. (περισσότερα…)

Newέλληνες!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Newέλληνες!

Από τότε που κάποιοι πολύ προχωρημένοι τύποι διαλαλούν ότι μας ξεβλάχεψαν, ζούμε σε παρατεταμένη γλωσσική παρενδυσία. Αλλά τι να κάνουμε οι δόλιοι; Η γλώσσα μας ως γνωστόν είναι πάμπτωχη. Γι’ αυτό, διαπρεπείς κοσμικογράφοι και παρουσιαστές πρωινάδικων έχουν βαλθεί να μας απαλλάξουν από τη ντροπή της, αντιγράφοντας τις ιστορικές ομιλίες του Ζολώτα στην Ουάσιγκτον από την ανάποδη. Εκείνος μίλησε αγγλικά χρησιμοποιώντας ελληνικές λέξεις που έχουν δανειστεί οι Εγγλέζοι, αυτοί μιλούν ελληνικά με αγγλική μεταμφίεση. Διότι σύμφωνα με το new paradigm το αντίγραφο είναι καλύτερο από το πρωτότυπο. Έτσι αποτελεί common symptom να βγαίνουν με το telephone ανά χείρας και να δηλώνουν ότι έχουν μία epic διάθεση αλλά και μία melancholy γιατί πήραν σαράντα γραμμάρια και τώρα θα πρέπει να τρέχουν στον πλησιέστερο διαιτητικό meta-φούρνο! Επιπλέον έχουν mega problem επειδή αναγκάστηκαν να κόψουν κάποιον καλεσμένο on air αλλά συνεχίζουν να πουλάνε αέρα κοπανιστό, εξομολογούμενοι ότι στηθοδέρνονται μπροστά σε βυζαντινές icons που έφεραν από το χωριό τους. Παθαίνουν μία ecstasy όταν βλέπουν στο theater μία famous φίλη τους για την οποία μπορεί καμιά φορά να τρέφουν ανάμεικτα αισθήματα jealousy και sympathy αλλά γενικώς έχουν μεγάλο σεβασμό στους authentic characters.

Ξέρουμε βέβαια από την history ότι η anatomy αυτού του phenomenon δεν συνιστά και therapist method εφόσον οι politicians σε periods παρακμής έχουν micro horizon. Κάνουν παντού economy κι έχουν τόσο στρεβλό criterion και τόσο λίγο eroticism ώστε δεν αντιλαμβάνονται καν την problematic oligospermia της σύγχρονης Hellenic γλώσσας. Για να έρθουμε λοιπόν στα σύγκαυλά μας θα επαναλάβω την ξεχασμένη πατριωτική προτροπή: Ξύπνα λεβέντη μου τσολιά, πιάσε το penis απ’ τα μαλλιά!

/// (περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

Άνοιξε η πλατφόρμα!

*

«myΘέρμανση»… άκουσα καλά; Βοήθεια!
myΠαναγιά, βάλε κι εσύ yourΧέρι
γιατι τα πράγματα είναι very, very
ζόρικα πιά για μάς τα κουτορνίθια.

Διεθνιστές κι ελληναράδες βέροι,
όλοι μαζί την έχουμε επιστήθια
φίλη-μας των αιώνων την αλήθεια,
το μυστικό που άλλος λαός δέν ξέρει.

Κι εμείς το μάθαμε απο ποιόν; myΠλάτων,
myΠυθαγόρας, myΑριστοτέλης!
Η γλώσσα των θνητών, των αθανάτων,

της Αγοράς, της Πνύκας, της Θυμέλης,
τροφός τόσων ανήσυχων πνευμάτων,
είναι yourΠόρνη… φτάνει να το θέλεις.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Ὁ γλωσσικὸς βιότοπος τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ δικές μας ὀφειλές

*

τῆς ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Μὲ νωπὴ ἀκόμη τὴν ἡδεῖα μνήμη τοῦ ἐξαίρετου Συμποσίου γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη ποὺ ὀργάνωσε ἡ Περιφέρεια Θεσσαλίας ἀπὸ τὶς 19 ἕως τὶς 22 Σεπτεμβρίου 2024 στὴ Σκιάθο, καταθέτω μὲ τὸ παρὸν κείμενο ὁρισμένες σκέψεις γιὰ τὴν παπαδιαμαντικὴ γλώσσα, μαζὶ μὲ τὶς θερμὲς εὐχαριστίες μου πρὸς τὸν Κώστα Κουτσουρέλη, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ γνώση καὶ τὴν εὐαισθησία του συνέβαλε καταλυτικὰ στὴν ἄρτια ὀργάνωση καὶ πραγματοποίηση τοῦ λαμπροῦ αὐτοῦ τριημέρου.

Στὰ μαθητικά μου χρόνια διδάχτηκα τὴ «Σταχομαζώχτρα». Ὅταν βρέθηκα στὰ διδακτικὰ ἕδρανα, δίδαξα «Τὸ μυρολόγι τῆς φώκιας» καὶ ὅταν ἀνέλαβα μέλος συγγραφικῆς ὁμάδας σχολικοῦ ἐγχειριδίου προορισμένου νὰ ἀποτελέσει ὕλη πανελλαδικῶν ἐξετάσεων συμμετεῖχα στὴν ἀνθολόγηση τοῦ διηγήματος «Ὄνειρο στὸ κῦμα». Τὸ ἐρώτημα «τὸν καταλαβαίνουμε πράγματι;», τὸ ὁποῖο θέτει πρὸς συζήτηση σὲ στρογγυλὴ τράπεζα τὸ Συμπόσιο, εἶναι καὶ γιὰ μένα ἰδιαίτερα οἰκεῖο, αἰσθάνομαι ὅμως πὼς στὸ βάθος λανθάνει ἕνα ἄλλο, ποὺ ἐπιτακτικὰ προβάλλει τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐπιτέλεση ἑνὸς χρέους: «ὀφείλουμε σήμερα νὰ δημιουργήσουμε τὶς προϋποθέσεις ὥστε ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ παραμείνει καὶ τὸν εἰκοστὸ πρῶτο αἰῶνα ἄρρηκτη καὶ παράλληλα γόνιμη καὶ δημιουργική;».

Ὅσοι διατυπώνουν τὶς γνωστὲς ἐνστάσεις γιὰ τὸ ἐμπόδιο, ὅπως ἰσχυρίζονται, τῆς καθαρεύουσας ποὺ καθιστᾶ δυσερμήνευτο καὶ μὴ διδάξιμο τὸν Παπαδιαμάντη ἠθελημένα ἢ ἄθελά τους ἀγνοοῦν πὼς ὁ γλωσσικὸς κόσμος τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου δὲν περιορίζεται στὴ λόγια ἐκδοχὴ τῆς ἑλληνικῆς —ποὺ ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ λαμπρὴ καὶ αὐτὴ παρακαταθήκη τῆς γραπτῆς μας παράδοσης—, ἀλλὰ συνιστᾶ ἕνα πολυφωνικὸ γλωσσικὸ σύμπαν, μιὰ ὑπεραιωνόβια βασιλικὴν δρῦν.

Τὸ ὅποιο χρέος μας ἑπομένως ἀφορᾶ τὴ σωτηρία ἑνὸς βιότοπου. Πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ ἕνα ἀπειλούμενο γλωσσικὸ οἰκοσύστημα, τὸ ὁποῖο στεγάζει ὅλο σχεδὸν τὸν πολυποίκιλο καὶ πολύμορφο γλωσσικό μας πλοῦτο, τὸν γραμματειακὰ ἢ διὰ τῆς προφορικῆς παράδοσης κληρονομημένο: λέξεις ὁμηρικές, τῶν λυρικῶν ἢ τῆς δραματικῆς ποίησης, λέξεις τῆς ἀττικῆς πεζογραφίας, τῆς Ἁγίας γραφῆς, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑμνωδῶν κι ἀκόμα λέξεις λαϊκὲς τοῦ σκιαθίτικου ἰδιώματος, ἐκφράσεις καθημερινὲς καὶ ἄλλες προερχόμενες ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ψηφῖδες μιᾶς μοναδικῆς πολυμορφίας καὶ πολυτυπίας, συνυπάρχουν ἁρμονικὰ ἐπεξηγώντας συχνὰ ἄλληλες, καὶ ὅλες μαζὶ συναποτελοῦν μιὰν ἰδιότυπη γλωσσικὴ κιβωτό. Ἔτσι, ἡ ἐπικοινωνία ἐν γένει ἀλλὰ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου βαθμιαῖα μετατρέπεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, σὲ πολύτιμη μαθητεία στὴ γλώσσα. (περισσότερα…)