Ο ΜακΓκράθ, η ιστορία και το μέλλον του αθεϊσμού στη Δύση

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

«Ο άνθρωπος, με τη βοήθεια της επιστημονικής γνώσης και του ανθρωπισμού μπορεί να κυριαρχήσει στη φύση και να τη μεταχειριστεί με σωφροσύνη για να καταστεί ευδαίμων»: αυτό υπήρξε σε γενικές γραμμές το αστικό ιδανικό, όπως το έχει σκιαγραφήσει ο Παναγιώτης Κονδύλης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο νεώτερος ευρωπαϊκός πολιτισμός έδινε στον Θεό ένα είδος “τιμητικής αποστρατείας”, μετατρέποντάς Τον σε εγγύηση της αστικής κοσμοεικόνας, αλλά και ωθώντας Τον διακριτικά στο περιθώριο, καθώς έδινε στο Άνθρωπο (με άλφα κεφαλαίο) την κεντρική σημασία. Σύμφωνα με μια έρευνα που έγινε το 1916 από το American Men of Science, σε ερωτηθέντες 1000 Αμερικανούς ερευνητές από τον χώρο της φυσικής, της βιολογίας και των μαθηματικών, ένα ποσοστό της τάξης του 42% πίστευε στον Θεό, περίπου ένα 42% δήλωνε άθεο, και το 17% δήλωνε πως δεν ήταν βέβαιο. Η έρευνα επαναλήφθηκε από το American Men of Science, ογδόντα χρόνια μετά, με τα αποτελέσματα να είναι χωρίς σοβαρή απόκλιση: το 39% εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 45% δήλωνε άθεο, και τέλος, το 15% ισχυριζόταν ότι δεν είχε κατασταλάξει σχετικά. Σύμφωνα πάλι με μια έρευνα του 2009, το 33% του συνόλου των επιστημόνων στις Η.Π.Α. εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 18% στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, ενώ το 41% θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άθεο. Σήμερα, οι δεδηλωμένοι άθεοι/αθεϊστές αποτελούν περίπου το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού, με την Κίνα να βρίσκεται πρώτη στατιστικά (200 εκατομμύρια άνθρωποι). Παρά τις έντονες αμφισβητήσεις εναντίον των θρησκειών, αυτές δείχνουν να ανθίστανται. Πώς εξηγείται αυτό;

Στο βιβλίο του Το λυκόφως του αθεϊσμού (The Twilight of Atheism, 2004), ο Άλιστερ ΜακΓκράθ αναλαμβάνει το εγχείρημα να σκιαγραφήσει συνοπτικά και γλαφυρά, μέσα σε περίπου τετρακόσιες σελίδες, την ιστορία του αθεϊστικού κινήματος στην ευρωπαϊκή σκέψη, από την εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού μέχρι και τον 20ό αιώνα. Ο (πρώην αθεϊστής και νυν Αγγλικανός κληρικός) ΜακΓκράθ, που πλέον ασπάζεται μιαν άποψη που είναι ευρύτερα γνωστή ως “θεολογικός κριτικός ρεαλισμός”, δεν αντικρούει τόσο τα διάφορα αθεϊστικά επιχειρήματα αλλά επιλέγει να απομυθοποιήσει την αίγλη του αθεϊσμού, απλώς προβάλλοντας τα ιστορικά σφάλματα και τις αδυναμίες του, με σκοπό να φανεί ότι τελικά δεν είναι βιώσιμη αντιπρόταση απέναντι στη θρησκευτικότητα, μια προσπάθεια που έχει εκτιμηθεί και από σύγχρονους άθεους διανοητές, όπως ο Τζούλιαν Μπαγκνίνι και ο Τζον Ν. Γκρέι. Το βιβλίο του χωρίζεται σε δυο μεγάλες ενότητες, το «Μεσουράνημα» και το «Λυκόφως». Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις κυριότερες μορφές που έλαβε ο αθεϊσμός εκφραζόμενος από σημαντικές προσωπικότητες με ακτινοβολία, ενώ προβλέπει ότι το αθεϊστικό κίνημα στο μέλλον πρόκειται μάλλον να εκλείψει.

Σύμφωνα με τον ΜακΓκράθ, το μεσουράνημα των αθεϊστικών κοσμοθεωριών (αυτής της «πνευματικής αυτοκρατορίας» όπως ο ίδιος ονομάζει τον αθεϊσμό) ήταν η περίοδος 1789-1989, από την κατάληψη της Βαστίλης εκ μέρους των επαναστατών στην Γαλλία, μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου, που σήμανε και την ιστορική παρακμή του κομμουνισμού. Πράγματι, η προαναφερθείσα διακοσαετία αποτέλεσε το θέατρο της διαπάλης των μεγάλων κοσμικών ιδεολογιών. Σύμφωνα με τον ΜακΓκράθ, καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της περιθωριοποίησης του Θεού («απομάγευση του κόσμου») έπαιξε κάποτε άθελά του ο προτεσταντισμός, ειδικά από τα τέλη του 17ου αιώνα και έπειτα. Ενώ οι ρωμαιοκαθολικοί έκαναν λόγο για την θεϊκή παρουσία μέσα στο σύμπαν, στους προτεστάντες (παρά τις εξαιρέσεις, όπως π.χ. τον πιετισμό) ο Θεός λαμβάνει περισσότερο τον ρόλο ενός ανώτερου αρχιτέκτονα ή μηχανικού. Το εκείθεν διαχωρίστηκε αυστηρά από το εντεύθεν. Αν όμως η ύπαρξη του Θεού λαμβάνει μικρή σημασία στην καθημερινή ζωή, το επόμενο βήμα είναι ίσως η λησμονιά του Θεού. Ένας μόνιμα απών Θεός μπορεί εύκολα να γίνει ένας ανύπαρκτος Θεός. Διότι πριν από όλα τα επιχειρήματα υπέρ ή κατά του Θεού, αυτό που προέχει, και που διαμορφώνει το κλίμα του διαλόγου, είναι η αίσθηση (ή μη αίσθηση) της παρουσίας Του.

Ωστόσο, η πρώτη συνειδητή προσπάθεια για την αποθρησκειοποίηση του κόσμου έγινε κατά τη Γαλλική Επανάσταση, μετά την οποία ο Ροβεσπιέρος καθιέρωσε μια ντεϊστική λατρεία. Ήδη από εκείνη την εποχή, όμως, πρέσβευαν τολμηρά τον αθεϊσμό ορισμένες μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Λα Μετρί, ο Ντε Σαντ και ο Ζαν-Μπατίστ Ντου Βαλ Ντε Γκρες (ευρύτερα γνωστός ως Ανάχαρσις Κλουτς).
Αντίστοιχα, στη σύγχρονη εποχή, τρεις ήταν οι μεγαλύτεροι στυλοβάτες της αθεϊστικής σκέψης: ο Φόυερμπαχ, o Μαρξ και ο Φρόυντ. Με τις πρωτότυπες και τολμηρές ιδέες τους, οι τρεις αυτοί διανοητές καλλιέργησαν στις μάζες το όραμα για ένα κόσμο χωρίς Θεό και πίστη, όπου η επιστήμη και η λογική θα έχει τα εχέγγυα του πολιτισμού. Το πρώτο μακροπρόθεσμο πολιτικό πείραμα αποθρησκειοποίησης έγινε μετά την άλλη μεγάλη επανάσταση, την Οκτωβριανή. Τότε ιδρύθηκε για πρώτη φορά ένα αθεϊστικό κράτος (Ε.Σ.Σ.Δ.) και η θρησκεία διώχτηκε και πολεμήθηκε επίσημα, ήδη από το 1922, με επίσημη διαταγή του Λένιν.
Ωστόσο, η Ε.Σ.Σ.Δ διαλύθηκε και η θρησκεία αναβίωσε πανηγυρικά, έχοντας προηγουμένως παρουσιάσει πλήθος ανθρώπων που αρνούμενοι να προδώσουν την πίστη τους στο Θεό, οδηγήθηκαν στο μαρτύριο. Όχι μονάχα παραμένει ισχυρή η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, αλλά και αποτελεί καίριο στοιχείο συνοχής στη σημερινή Ρωσσία.

Φυσικά, ο ΜακΓκράθ δεν υποστηρίζει ότι η υιοθέτηση αθεϊστικών θέσεων οδηγεί κατ’ ανάγκην σε εγκλήματα ή ολοκληρωτικές πολιτικές. Θεωρεί ωστόσο ότι όσα συνέβησαν στον εικοστό αιώνα συνιστούν μια υπολογίσιμη διάψευση των προσδοκιών των κλασικών θεωρητικών του αθεϊσμού. Συγκεκριμένα, αν τα ισχυρότερα θεμέλια στη σκέψη εκείνων ήταν η εγκληματική δράση των μεγάλων θρησκειών μέσα στην ιστορία αφενός, και η ένθερμη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του ανθρώπου μέσω των επιστημών αφετέρου, τότε τα ολοκληρωτικά και κοσμικά (ή και επίσημα αθεϊστικά) καθεστώτα του εικοστού αιώνα κατόρθωσαν να κλονίσουν τη βεβαιότητα με την οποία προβάλλονταν και οι δύο. Μάλιστα, η ύστερη αναβίωση των θρησκευτικών παραδόσεων στα πάλαι ποτέ κομμουνιστικά κράτη που περιόριζαν και καταδίωκαν με πολλούς τρόπους τη θρησκευτική ευλάβεια, έτρωσε την αισιοδοξία με την οποία προβλεπόταν η παρακμή της πίστης στο άμεσο μέλλον. Πλέον, είναι ξεκάθαρο πως οι θρησκείες του κόσμου μας δεν θα εξαφανιστούν τόσο εύκολα. Επιπλέον, καθώς η απήχηση που είχε ο αθεϊσμός έγκειται στο ότι πολλές φορές έδρασε ως απελευθέρωση από την καταπίεση και τον φανατισμό που εκδήλωναν οι θρησκείες, έγινε ορατό ότι ένα επισήμως αθεϊστικό καθεστώς δεν είναι αναγκαστικά λιγότερο τυραννικό σε σχέση με μια θεοκρατία.

Ένα ακόμη αθεϊστικό επιχείρημα, το οποίο επιχειρεί να καταρρίψει ο ΜακΓκράθ, είναι οι ισχυρισμοί περί καταπιεστικής δράσης των θρησκειών, παρουσιάζοντας το παράδειγμα της Νότια Κορέας. Στις αρχές του 20ού αιώνα, μόλις το 1% του πληθυσμού ήταν χριστιανικό. Στα τέλη του, ήταν περίπου το 49%. Πώς έγινε μια τέτοια αλλαγή; Ο ΜακΓκράθ εξηγεί ότι ο λόγος που η Νότια Κορέα έφτασε τελικά στο σημείο να στέλνει ιεραποστόλους σε ολόκληρη την Ασία, είναι επειδή ο χριστιανισμός υπήρξε μια απελευθερωτική δύναμη στο εσωτερικό της, ενισχύοντας τα εθνικοπατριωτικά αισθήματα των Νοτιοκορεατών ενάντια στον ιαπωνικό επεκτατισμό (η Νότια Κορέα ήταν υπό ιαπωνική κατοχή την περίοδο 1910-1945). Επομένως, για το αν μια θρησκεία θα δράσει απελευθερωτικά ή καταπιεστικά για τη ζωή των ανθρώπων μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, παίζει εξίσου θεμελιώδη ρόλο με το δόγμα, η εκάστοτε ιστορική συγκυρία.

Η φημισμένη ακτιβίστρια υπέρ της εκκοσμίκευσης, Μάντλιν Μάρεϊ Ο’ Χερ, που είχε κάποτε χαρακτηριστεί ως «η πιο μισητή γυναίκα στην Αμερική».

Ο ΜακΓκράθ εξετάζει επίσης και τα επιστημολογικά ερείσματα του αθεϊσμού. Οι διαφορές θρησκείας και επιστήμης δεν είναι τόσο απόλυτες και ξεκάθαρες, όσο θα το ήθελαν εκείνοι. Συγκεκριμένα, τα επιστημολογικά κριτήρια που θέτουν συνήθως οι αθεϊστές όσον αφορά τη θρησκεία, υποστηρίζει, είναι τόσο αυστηρά, ώστε ούτε η επιστήμη δεν μπορεί να τα ικανοποιήσει πλήρως. Η σύγχρονη ιστορία της επιστήμης μαρτυρά ότι οι επιστήμονες δεν λειτουργούν με τον απόλυτα ορθολογιστικό τρόπο που φανταζόμαστε: η πίστη-εμπιστοσύνη και το ένστικτο παίζουν αρκετά σημαντικό ρόλο. Παραδείγματα είναι η περίφημη γενική θεωρία της σχετικότητας, του Άινσταϊν, η οποία δεν επιβεβαιώθηκε οριστικά παρά μονάχα πέντε δεκαετίες αργότερα από τη διατύπωσή της. Μέχρι τότε υπήρχε απλώς εμπιστοσύνη σε πολλές από τις πτυχές της, που δεν είχαν ακόμη επιβεβαιωθεί. Μάλιστα, η θεωρία του Άινσταϊν υποστήριζε πως η βαρύτητα του ήλιου είχε αντίκτυπο στο φως που ο ίδιος εξέπεμπε. Αυτή οφειλόταν στη μείωση της ταχύτητας του φωτός λόγω της μάζας του ήλιου, η μείωση όμως ήταν μόλις 2 εκατομμυριοστά και δεν μπορούσε να εντοπισθεί με τα μέσα που υπήρχαν κατά τη δεκαετία του 1920. Τότε φαινόταν ότι, παρά τις γενικά εύστοχες προβλέψεις της, η θεωρία του Άινσταϊν διαψευδόταν σε ένα σημείο.

Αρκούσε άραγε αυτό για την απόρριψή της; Τελικά, η μείωση ανιχνεύθηκε μόλις στη δεκαετία του 1960, με τη βοήθεια μιας καινούργιας φασματοσκοπικής τεχνικής. Εδώ έχουμε ξεκάθαρα μια θεωρία που φαίνεται να διαψεύδεται από παρατηρήσεις και να δημιουργείται αντίφαση, ωστόσο μετά από μερικές δεκαετίες η αντίφαση εξαφανίζεται. Στο μεταξύ όμως, η θεωρία δεν απορρίφθηκε, όπως θα απαιτούσε ένας αφοσιωμένος οπαδός της επιστημονικής διαψευσιμότητας. Απλώς διατηρήθηκε, με την ελπίδα πως η αντίφαση πρόκειται να ξεπεραστεί μελλοντικά. Αυτό είναι μονάχα ένα από τα πάμπολλα παραδείγματα στην ιστορία της επιστήμης που δείχνουν ότι η σύγκρουση με παρατηρησιακά δεδομένα δεν επαρκεί για την απόρριψη μιας κατά τα άλλα καλής θεωρίας. Όταν λοιπόν οι αθεϊστές προβάλλουν την επιστήμη για να απορρίψουν τους ισχυρισμούς της θρησκείας, απλώς υπερακοντίζουν τις δυνατότητες της ίδιας της επιστήμης. Σε τελική ανάλυση, λέει ο ΜακΓκράθ, οι αθεϊστές θέτουν τόσο αυστηρά κριτήρια, που ούτε καν η επιστήμη δεν είναι ικανή να τα καλύψει απόλυτα. Αν, τέλος, ως “πίστη” ορίσουμε κάτι που βρίσκεται πέραν της βέβαιης και αποδεδειγμένης γνώσης, τότε τόσο ο αθεϊσμός όσο και οι διάφορες μορφές θρησκευτικότητας είναι μορφές πίστης.

Στη γνωστή ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, «Χειμωνιάτικο φως» (1962), που θεωρείται το δεύτερο μέρος από την «Τριλογία της σιωπής» o ιερέας Τόμας Έρικσον έχει απολέσει την πίστη του στον Θεό εξαιτίας των αν-θρώπινων πολεμικών φρικαλεοτήτων, και τον βλέπουμε, σε μια μόνο μέρα από τη ζωή του, να εκφράζει όλη την αγωνία του μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Η απουσία πίστης στον Θεό, του φαίνεται ως λύτρωση: αν ο Θεός δεν υφίσταται, τότε όλος ο ανθρώπινος πόνος είναι κάτι που δεν εξηγείται και όλα τα ερωτήματά μας, ξαφνικά σβήνουν. Είναι άραγε το καθήκον ο λόγος που ο Έρικσον παραμένει ιερέας, ή μήπως κάτι άλλο;

Όπως συμπεραίνει ο ΜακΓκράθ:

Οι φυσικές επιστήμες ενδέχεται να οδηγήσουν κάποιους μακριά από το Θεό και κάποιους άλλους κοντά του. Το να πούμε, όμως, ότι πρέπει να κάνουν είτε το ένα είτε το άλλο, αυτό ισοδυναμεί με απομάκρυνση από το νόμιμο πεδίο της επιστημονικής μεθόδου, καθώς και με λαθραία εισαγωγή θρησκευτικών ή αντι-θρησκευτικών απόψεων κάτω από ένα ψευδοεπιστημονικό προπέτασμα καπνού.

Από την άλλη, η ιστορία της οικοδόμησης ενός κόσμου χωρίς Θεό, πέραν των συλλογικών μορφών που κατά καιρούς έλαβε, έχει να επιδείξει και ορισμένες ενδιαφέρουσες ατομικές περιπτώσεις. Ο ΜακΓκράθ παρουσιάζει την ιστορία της Μάντλιν Μάρεϊ Ο’ Χερ (1919-1995), ίσως της κατ’ εξοχήν φιγούρας του αθεϊστικού ακτιβισμού στις Η.Π.Α., που γύρω στο 1962, διεκδίκησε και πέτυχε την απαγόρευση της προσευχής στα σχολεία ως αντισυνταγματικής. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η Ο’ Χερ, που ενέπνευσε και στάθηκε το ηθικό πρότυπο για αρκετούς ανθρώπους μέχρι και τις μέρες μας, υπήρξε στη ζωή της σκληρή, μνησίκακη και φανατισμένη, που έφτασε στο σημείο να αποκηρύξει τον ίδιο της τον γιο, όταν αυτός έγινε χριστιανός. Αν είναι αλήθεια ότι μπορείς να κάνεις αγαθοεργίες χωρίς να πιστεύεις στον Θεό, είναι επίσης αλήθεια ότι μπορείς να είσαι φανατισμένος, δογματικός και επικίνδυνος για τους άλλους, ακόμη και χωρίς να πιστεύεις σε κάποια θρησκεία. Αυτό επιχειρεί να δείξει ο συγγραφέας με την πραγμάτευση της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Πάντως, ο αθεϊσμός αναδείχτηκε, κατά κάποιον τρόπο, στην ιδανική “θρησκεία” της Νεωτερικότητας. Έχει μάλιστα υπολογιστεί ότι, γύρω στη δεκαετία του 1960, ο παγκόσμιος πληθυσμός αποτελούνταν κατά το ήμισυ από κατ’ όνομα αθεϊστές. Οι αθεϊσμοί των Μαρξ, Φόυερμπαχ και Φρόυντ, πέραν των επιμέρους διαφορών τους, είχαν ένα σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό: δεν αποδείκνυαν το ψεύδος των θρησκειών και την ανυπαρξία θεού αλλά τα έπαιρναν ως δεδομένα a priori, επιχειρώντας έπειτα να προσφέρουν μια ερμηνεία για την ανθρώπινη πίστη, προς επίρρωση του προϋποτιθέμενου αθεϊσμού τους, καθώς και μια βιώσιμη αντιπρόταση σε αυτή. Ακόμη και η ρήση του Νίτσε ότι «ο Θεός είναι νεκρός», αποτελεί όχι επιχείρημα αλλά μια διαπίστωση ενός ήδη τετελεσμένου γεγονότος. Αν όμως η Νεωτερικότητα υπήρξε ο κατ` εξοχήν χώρος ανάπτυξης κοσμικών και αθεϊστικών ιδεολογιών, μήπως η Μετανεωτερική εποχή που έχει κιόλας ξεκινήσει, διερωτάται ο ΜακΓκράθ, σηματοδοτεί, εκτός από την περίφημη «παρακμή των μεγάλων αφηγήσεων», και την επάνοδο των μεγάλων θρησκειών στο προσκήνιο; Σήμερα πάντως το μέλλον δεν μοιάζει καθόλου με τον άθρησκο κόσμο που πολλοί προέβλεπαν μόλις μερικές δεκαετίες πριν. Αντίθετα, η Δύση έχει αρχίσει να έρχεται σε όλο και πιο στενή επαφή με νέες μορφές θρησκευτικότητας: η δύναμη των Πεντηκοστιανών, αυτής της σχετικά καινούργιας θρησκευτικής σέκτας, αλλά και η διάδοση στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική ανατολίτικων θρησκειών, όπως το Ισλάμ και ο Ινδουισμός, σηματοδοτούν τις νέες και αποφασιστικές αλλαγές που θα επηρεάσουν το προσεχές μέλλον.

Ωστόσο, κάθε φορά που μια θρησκεία κατακτά την πολιτική εξουσία, είναι νομοτελειακά βέβαιο ότι θα διαφθαρεί από αυτή. Τότε είναι που ο αθεϊσμός φαντάζει ως απελευθέρωση και αποκτά μεγάλη γοητεία στα μάτια των καταπιεσμένων ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε ότι το αθεϊστικό κίνημα γεννήθηκε κυρίως ως αντίδραση σε μια διεφθαρμένη και προνομιούχα εκκλησιαστική ιεραρχία, στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Όσο ο χριστιανισμός αντιλαμβάνεται τις προκλήσεις του σήμερα και αποδεικνύεται ικανός να τις αντιμετωπίσει χωρίς να ανακυκλώνει μηχανικά τις παρωχημένες απαντήσεις του χθες, τόσο λιγότερο ελκυστικός θα φαντάζει ο αθεϊσμός. Επιπλέον, λέει ο Άλιστερ ΜακΓκράθ, ορισμένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα του τελευταίου είναι ότι στον σύγχρονο κόσμο έχουν σχηματιστεί ηθικά κριτήρια που αντιμάχονται ορισμένες από τις πιο παραδοσιακές πλευρές των θρησκευτικών παραδόσεων (π.χ. η αιώνια καταδίκη υπήρξε το πιο “δυσκολοχώνευτο” θεολογικό δόγμα στη βικτωριανή Αγγλία και ξεσηκώνει συζητήσεις μέχρι σήμερα). Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον του αθεϊσμού θα εξαρτηθεί όχι τόσο από τους δικούς του υποστηρικτές αλλά πρωτίστως από τους πιστούς θρησκευόμενους, καθώς το αθεϊστικό κίνημα έχει ακόμη αδύναμη θεσμική υπόσταση και συγκροτείται κυρίως ως αντίδραση προς εκείνους (ενν. τους πιστούς) και τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις τους.

Στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά “House M.D.”, ο πρωταγωνιστής παρουσιάζεται να λέει ότι οι πεποιθήσεις του δεν έχουν κανένα αντίκτυπο στη ζωή του, οπότε πιστεύει αυτό που του είναι πιο βολικό, και επίσης πως είναι άθεος μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, ενώ τον υπόλοιπο καιρό απλώς αδιαφορεί για το ζήτημα.

Σύμφωνα με τον ΜακΓκράθ, υπήρχαν τρεις κυρίως λόγοι που έβρισκε ο ίδιος γοητευτικό τον αθεϊσμό στα νιάτα του. Αρχικά, ο αθεϊσμός προσέφερε τη δυνατότητα αποδέσμευσης από το θρησκευτικό παρελθόν, το οποίο στην περίπτωση της πατρίδας του συγγραφέα (Ιρλανδία) περιείχε ένα ιστορικό πλήθους βίαιων συγκρούσεων για θρησκευτικούς λόγους. Αν ο αθεϊσμός του παρουσιαζόταν απλώς ως μια κοσμοθεωρία, ισχυρίζεται, δε θα τον έβρισκε ελκυστικό. Ήταν κυρίως το όραμα ενός κόσμου χωρίς πολέμους, που καθιστά τον αθεϊσμό γοητευτική προοπτική για έναν νέο άνθρωπο. Ένας ακόμη λόγος ήταν η νεανική του ροπή, σύμφωνα με την οποία όσο πιο ψυχρή είναι μια άποψη, τόσο πιθανότερο είναι να είναι σωστή. Τέλος, ο αθεϊσμός (σε συνδυασμό με τον μαρξισμό, τον οποίο ο ΜακΓκράθ επίσης ασπαζόταν) διατεινόταν ότι έδινε στην ανθρωπότητα την ευκαιρία να αυτομεταμορφωθεί σε κάτι άλλο. Ερχόμενος για πρώτη φορά σε επαφή με την ιστορία και τη φιλοσοφία της επιστήμης, όταν πήγε στην Οξφόρδη να σπουδάσει χημεία, άρχισε να αναθεωρεί τις παραπάνω απόψεις του.

Συνοψίζοντας, ο ΜακΓκράθ καταπιάνεται μ’ ένα λιγότερο φιλόδοξο εγχείρημα από ότι οι πολεμικοί των θρησκειών συγγραφείς. Στόχος του είναι να απομυθοποιήσει τον αθεϊσμό σε μας, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε βίωσε αυτή την εμπειρία και εκείνος. Η πρωτοτυπία της απολογητικής του έγκειται στο ότι αποφεύγει να υπερασπίζεται (ευθέως) τα χριστιανικά δόγματα. Αντίθετα, προτιμά να χρησιμοποιεί γεγονότα από την ιστορία του αθεϊσμού, δείχνοντας αφενός ότι τα ιδανικά του πείθουν διαρκώς όλο και λιγότερο και αφετέρου ότι δεν έχει να προσφέρει κάτι πραγματικά καλύτερο στον κόσμο μας: ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία και η ημιμάθεια, που τόσες φορές συνδέθηκαν με τη θρησκεία, δεν έπαψαν να υφίστανται ούτε όταν (και όπου) κυριάρχησε ο αθεϊσμός ως ευρύτερη στάση ζωής. Η συλλογιστική του πρώην αθεϊστή Μακγκράθ επιχειρεί να στερήσει από τον αθεϊσμό τη λάμψη του και ουσιαστικά μας λέει ότι ακόμη και μια πλήρης εξάλειψη των θρησκειών δε θα συνεπαγόταν έναν αναγκαστικά καλύτερο κόσμο. Ίσως μάλιστα να οδηγούσε και σε έναν χειρότερο, αφού θα είχε στερήσει για εκατομμύρια ανθρώπους την παράδοση που νοηματοδοτεί τη ζωή τους και τους προσφέρει ένα αίσθημα κοινότητας, αν βέβαια δεν έπαιρνε κιόλας τη θέση τους, ως αντίδραση, ως ένας νέος δογματισμός με αθεϊστικό πρόσημο. Μπορεί όμως να παρατηρηθεί εδώ ότι, για να είναι ή να γίνει κανείς πιστός θρησκευόμενος, καθόλου δεν επαρκεί η απλή απομυθοποίηση του αθεϊσμού αλλά χρειάζεται και η αναζωπύρωση της θρησκευτικής φλόγας. Ως προς αυτό το θέμα όμως, το βιβλίο ο ΜακΓκράθ δεν προσφέρει κάποια διέξοδο. Γι` αυτό, θα μπορούσε βάσιμα να ισχυρισθεί κανείς ότι το πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν σήμερα οι επιμέρους θρησκευτικές παραδόσεις δεν είναι τόσο ο αθεϊσμό, δηλαδή η (νεωτερική) ιδεολογική στράτευση σε μια κοσμική ιδεολογία που επιδιώκει την εξαφάνιση του ιερού, αλλά η αθεΐα, ως η (μετανεωτερική) ψυχολογική αδιαφορία απέναντι στο μεταφυσικό εν γένει. Αυτή η αδιαφορία εξαπλώνεται σήμερα τόσο σε πιστούς όσο και σε μη πιστούς, σχετικοποιώντας τις πεποιθήσεις τους και καθιστώντας τις επιμέρους διαφορές τους όλο και πιο δυσδιάκριτες.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ