ΝΠ | Ιστορία

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Ο ναός της Παναγίας Σκριπούς, του έτους 873-4, όπως σώζεται σήμερα· ο τρούλος ανακατασκευάστηκε τον 20ό αιώνα.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #19
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Όχι μία, ούτε δύο, αλλά πέντε συνολικά επιγραφές τοποθετήθηκαν στον ναό της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, για να απαθανατίσουν την ολοκλήρωσή του το έτος 6382 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το καθ’ ημάς 873/4 μετά Χριστόν. Αυτή η επιγραφική «φλυαρία», που κάνει ευτυχείς τους σημερινούς ιστορικούς, αρχαιολόγους και φιλολόγους, οφείλεται στον ιδρυτή του ναού, τον βασιλικό πρωτοσπαθάριο και επί των οικιακών Λέοντα, και ανταποκρίνεται όντως στο μέγεθος και τη σημασία του εγχειρήματος.

Ο ναός της Σκριπούς συνιστά ένα ορόσημο στην εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι ένα ογκώδες κτίσμα που συνδυάζει παλαιές και νέες ιδέες με τρόπο σχεδόν πειραματικό, διαγράφοντας ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία προς την αποκρυστάλλωση του σταυροειδούς ναού με τρούλο, του καινούριου τύπου εκκλησιών που από τον επόμενο, 10ο αιώνα, επικράτησε σε όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και διαδόθηκε ακόμη και εκτός των συνόρων της. Η Σκριπού διαθέτει επίσης πληθωρικό γλυπτό διάκοσμο, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, ο οποίος σηματοδοτεί μία νέα αφετηρία στην τέχνη της βυζαντινής μαρμαρογλυπτικής. Κάτι άλλο που την κάνει ιδιαίτερη, είναι η ευρύτατη χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού στην κατασκευή της, με τρόπο που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για μια ενδεχόμενη πρόθεση συμβολικής σύνδεσης με την αρχαιότητα. Πέραν τούτων, αυτός ο μεγάλος ναός σχετίζεται με τη συντονισμένη τότε προσπάθεια του κράτους να ανασυγκροτήσει τη νότια Ελλάδα, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων ως εργαλείο την οικοδόμηση πολυδάπανων εκκλησιών, με ευεργετικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες.

Ανάμεσα στις πέντε επιγραφές που μνημονεύουν τον ιδρυτή του ναού και τα κίνητρά του, τους τρεις βασιλείς των Ρωμαίων Βασίλειο, Κωνσταντίνο και Λέοντα, και τον οικουμενικό πατριάρχη Ιγνάτιο, ξεχωρίζει εκείνη που έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του κτηρίου. Πρόκειται για ένα μακροσκελές εξάμετρο επίγραμμα, χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα και γραμμές-οδηγούς, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο:

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος ἔργα καλύψει
σῶν καμάτων, πανάριστε, βυθῷ πολυχανδέι λήθης
ἔργα ἐπεὶ βοόωσι καὶ οὐ λαλέοντα περ’ ἔμπης·  
καὶ τόδε γαρ τέμενος παναοίδιμον ἐξετέλεσας
Μητρὸς ἀπειρογάμου, θεοδέγμονος ἰφιανάσσης,
τερπνὸν ἀποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αἰγλην·
Χριστοῦ δ’ἑκατέρωθεν ἀποστόλω ἔστατον ἄμφω,
ὧν Ῥώμης βῶλαξ ἱερὴ κόνις ἀμφικαλύπτει·
ζώοις ἐν θαλίῃσι χρόνων ἐπ’ ἀπείρονα κύκλα
ὦ πολύαινε Λέων πρωτοσπαθάριε μέγιστε,
γηθόμενος κτεάτεσσι καὶ ἐν τεκέεσσιν ἀρίστοις
χῶρον ἐπικρατέων τε παλαιφάτου Ὀρχομενοῖο .  

(περισσότερα…)

Ρώσσικη άμυνα και ρώσσικη νίκη

ПОДВИГ ВАШ БЕССМЕРТЕН – ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΣΑΣ
Αικατερινούπολη, Μνημείο των Πεσόντων κατά του Ναζισμού
(φωτογραφία Ηλίας Μαλεβίτης)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ό,τι και να λέει το Χόλλυγουντ και η αμερικανική μυθοπλασία: ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε ούτε στη Νορμανδία ούτε στο Δυτικό Μέτωπο. Ο πόλεμος κρίθηκε στο Στάλινγκραντ, στο Λένινγκραντ και στη Μόσχα. Εκτιμάται ότι στο Ανατολικό Μέτωπο, κατά της ΕΣΣΔ, οι Γερμανοί έριξαν ώς και το 87% των δυνάμεων του στρατού τους.

Η Σοβιετική Ένωση υπέστη συντριπτικά μεγαλύτερες απώλειες σε σύγκριση με τους Δυτικούς συμμάχους: περίπου 25 εκατομμύρια νεκροί ήταν το τίμημα, μαχητές και άμαχοι. Οι Σοβιετικοί έχαναν 5 έως 10 άντρες για κάθε Γερμανό στρατιώτη. Οι απώλειες των ΗΠΑ και της Βρετανίας ήταν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες. Πολύ φριχτότερο ήταν το τίμημα που πλήρωσαν οι λαοί που αντιστάθηκαν ενεργά στον κατακτητή, κυρίως οι Έλληνες και οι Γιουγκοσλάβοι.

Η λογοτεχνία έχει αποδώσει μοναδικά τον τιτάνιο αγώνα των Σοβιετικών. Στο μόνοπρακτο Ρώσσικη άμυνα ο μεγάλος Γερμανός δραματουργός Χάινερ Μύλλερ (1919-1995) περιγράφει το τραγικό δίλημμα ενός Σοβιετικού αξιωματικού του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διοικητή μονάδας που στρατοπεδεύει στα περίχωρα της Μόσχας περιμένοντας τη Βέρμαχτ η οποία ώς τότε, μήνα Οκτώβριο του 1941, προελαύνει ακάθεκτη.

Για να συγκρατήσει τους κατατρομαγμένους φαντάρους του που λιποτακτούν ομαδικά, ο διοικητής σκηνοθετεί ένα περιστατικό. Ρίχνει μια πιστολιά στον αέρα και φωνάζει ότι έφτασαν οι Γερμανοί. Ακολουθεί πανικός, οι στρατιώτες του σκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Έβγαλα μια κραυγή Συναγερμός Στα όπλα
Ένας αλαλαγμός σηκώθηκε Ο Γερμανός
Σαν την ηχώ που η μια πλαγιά ρίχνει στην άλλη
Μα ώς κι αυτή έσβησε απ’ το ψιθυρητό
Που μες στα χαρακώματα απλωνόταν
Σαν νά ’ταν ήδη ο Γερμανός μπροστά μας
Από τα ορύγματα φαντάροι ξεμυτούσαν
Βουτούσανε πίσω ξανά και πάλι βγαίναν
Από τα χαρακώματα σαν μαριονέττες
Τότε ένας πρώτος το ’βαλε στα πόδια
Κι άλλοι πολλοί ξοπίσω προς το δάσος
Ώσπου ακούστηκε ένα πρόσταγμα ένα αλτ
Που όμως δεν βγήκε από το στόμα μου το δικό μου
Εγώ με κοίταζα στεκόμουν εκεί δίπλα
Και στύλωνα τα μάτια μου στο δράμα
Στο χέρι μου κρατούσα ακόμη τ’ όπλο
Οπού μ’ εκείνο υποδύθηκα τον ρόλο
Του Γερμανού με τόση επιτυχία
Ανάμεσα στο δάσος και τον ποταμό
Αυτή η φυγή ήταν το χειροκρότημά μου

Τότε εκείνος πιάνει έναν δεκανέα που αυτοτραυματίστηκε εκούσια για να αποφύγει τη μάχη, και τον εκτελεί παραδειγματικά. (περισσότερα…)

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»;

*

του ΗΕΝRΙ LΕVΑVΑSSΕUR

~.~

Η προσφυγή στον όρο «ιουδαιοχριστιανισμός» συνιστά ένα αμφισβητήσιμο συντομευτικό σχήμα, ακατάλληλο να αποδώσει την ουσία του πολιτισμού μας, τον οποίο προσήκει απλώς να ονομάζουμε ευρωπαϊκό, χωρίς να του προσάπτουμε άλλους, περιοριστικούς προσδιορισμούς.

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»; Πολλοί σημερινοί συγγραφείς, στοχαστές ή πολεμογράφοι σπεύδουν να την χαρακτηρίσουν ως τέτοια. Είναι, όμως, ακριβής και πρόσφορος αυτός ο ορισμός της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πραγματικότητας; Πρέπει η τελευταία να νοηθεί κατ’ ουσίαν ως «ιουδαιοχριστιανικών» καταβολών; Δεν πιστεύουμε κάτι τέτοιο, για δύο κύριους λόγους: ο πρώτος αφορά την ιστορία των ευρωπαϊκών λαών, ο δεύτερος την ιστορία των θρησκειών.

Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Οι γλώσσες που ομιλούνται σήμερα από τους ευρωπαϊκούς λαούς (λατινογενείς, γερμανικές, κελτικές, σλαβικές, βαλτικές, καθώς και η νέα ελληνική) ανήκουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα (με εξαίρεση τη βασκική, την ουγγρική, τη φινλανδική και την εσθονική), στην οικογένεια των «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών· πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν όλες κατάγονται από μια κοινή μητρική γλώσσα, ηλικίας άνω των 5.000 ετών. Και δεδομένου ότι η γλώσσα δομεί τη σκέψη, αυτή η κληρονομιά συνιστά θεμελιώδες τμήμα του πολιτισμού μας.

Επιπλέον, καμία μετακίνηση πληθυσμών ή αποικισμός εξωγενής προς το ινδοευρωπαϊκό σύνολο δεν υπήρξε επαρκώς μαζικός —από όσους έπληξαν κατά τόπους την Ευρώπη τα τελευταία πέντε χιλιάδες έτη— ώστε να ανατρέψει ριζικά τη σύνθεση του ευρωπαϊκού πληθυσμού σε ηπειρωτική κλίμακα (με εξαίρεση τα μεταναστευτικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών, τα οποία συνιστούν φαινόμενο άνευ ιστορικού προηγουμένου από την εποχή της διάχυσης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται σήμερα απερίφραστα από τα πορίσματα των πλέον πρόσφατων παλαιογονιδιωματικών μελετών. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν είναι απλώς ομιλητές ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (όπως συμβαίνει, λ.χ., με αφροαμερικανικούς πληθυσμούς που επικοινωνούν στα αγγλικά), αλλά και απόγονοι ινδοευρωπαϊκών προγονικών γραμμών, εγκατεστημένων επί χιλιετίες στον ίδιο χώρο.

Οι λαοί της Ευρώπης είχαν ήδη φθάσει σε προχωρημένο στάδιο πολιτισμικής ανάπτυξης από την εποχή του Χαλκού, πριν από 3.500 χρόνια και πλέον. Ως προς την εξέλιξη των επιστημών και των τεχνών, αλλά και ως προς τις μεγάλες αρχές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, η Ευρώπη είναι επίσης κληρονόμος της ελληνικής σκέψης και του ρωμαϊκού προτύπου, τα οποία προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Τα μνημεία του Στόουνχεντζ, του Παρθενώνα ή του ρωμαϊκού Φόρουμ ανεγέρθηκαν πολύ πριν από τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αποτελούν απτά τεκμήρια της αρχαιότητας του πολιτισμού μας.

Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί η σημασία των εξωτερικών επιδράσεων, ιδίως των ανατολικών, που ασκήθηκαν κατά καιρούς στον ευρωπαϊκό πολιτισμό: κανένας πολιτισμός δεν αναπτύσσεται χωρίς επαφή με τους γείτονές του, με τους οποίους άλλοτε συγκρούεται και άλλοτε συνδιαλέγεται, γεγονός που συνεπάγεται αδιάκοπη αλληλεπίδραση. Παρά ταύτα, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός παραμένει διακριτός από τον περίγυρό του· διαθέτει ίδϊα ταυτότητα, και οι επιδράσεις που δέχθηκε ή άσκησε ανά τους αιώνες δεν πρέπει να οδηγούν σε παραγνώριση της ιδιοπροσωπίας του.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο χριστιανισμός δεν ανήκει στις «ρίζες» της Ευρώπης, αλλά συνιστά μάλλον ένα «εμβόλιο» που μετασχημάτισε φυσιολογικά την ανάπτυξη του δένδρου επί του οποίου εμφυτεύθηκε σε ήδη προχωρημένο στάδιο της πολυχιλιετούς του εξέλιξης. Η διαπίστωση αυτή δεν αποβλέπει, βεβαίως, στην υποτίμηση της συμβολής του χριστιανισμού στον πολιτισμό μας. Χωρίς αυτή τη «μεταμόσχευση», ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα ήταν αναμφίβολα πολύ διαφορετικός (προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ουδείς μπορεί να το κρίνει). Η συγκίνησή μας ενώπιον των ερειπίων του Στόουνχεντζ ή του Παρθενώνα δεν αποκλείει τη συγκίνησή μας κάτω από τους θόλους του καθεδρικού της Σαρτρ. Ο θαυμασμός προς τον Όμηρο ή τον Αριστοτέλη δεν συνεπάγεται παραίτηση από την εκτίμηση προς τον Θωμά τον Ακινάτη ή τον Πασκάλ. Ας προστεθεί —κάτι που δυστυχώς δεν είναι πλέον αυτονόητο στην εποχή μιας πολιτισμικής αποσάθρωσης υπό τις επιταγές «πνευματικών τρομοκρατών»— ότι μπορεί κανείς να θαυμάζει έναν στοχαστή χωρίς να συμμερίζεται όλες τις αναλύσεις του. Υπενθυμίζεται, τέλος, το προφανές: το να αναγνωρίζουμε ότι οι «ρίζες» του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι αρχαιότερες του χριστιανισμού δεν εμποδίζει κάποιον να είναι χριστιανός, ούτε θίγει την εγκυρότητα των δογμάτων των χριστιανικών ομολογιών για όσους τα ασπάζονται. Πρόκειται για διαπίστωση που ανήκει στο πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και όχι της πίστης: η ευρωπαϊκή πολιτισμική πραγματικότητα κατέστη χριστιανική, υπό την έννοια ότι η ιστορική της πορεία δεν νοείται χωρίς τη χριστιανική συμβολή, ενώ οι πρώιμες φάσεις της, που αποτελούν το απώτατο κληροδότημά μας, προηγούνται της έλευσης του χριστιανισμού στην Ευρώπη. Αντιστρόφως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι και ο χριστιανισμός προσέλαβε πολλά από την Ευρώπη κατά την εγκατάστασή του σε αυτήν: αρκεί να αναλογισθεί κανείς τα εκτενή δάνεια από την ελληνική σκέψη, τα «ρωμαϊκά» σχήματα οργάνωσης (στις δυτικές και ανατολικές εκδοχές τους), καθώς και τις τοπικές παραδόσεις «λαϊκής ευσέβειας», από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας έως σήμερα — τόσο στους καθολικούς και τους προτεστάντες όσο και στους ορθοδόξους. (περισσότερα…)

Ίων Δραγούμης, «κρατῶντας σφιχτά στὰ δόντια τους δεμένη τὴ γλῶσσα»…

Φωτογραφία: Αρχείο Νώντα Τσίγκα

~.~

Ένα απόσπασμα από Το μονοπάτι, 1925

Επιλογή κειμένου-Σχολιασμός
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920) έγραψε Το μονοπάτι μεταξύ 1899-1902. Το έργο αυτό, που το θεωρούσε πρωτόλειο και γι’ αυτό το κατέλειπε ως αδημοσίευτο, πρωτοεκδόθηκε μετά τον θάνατό του, στα 1925, με επιμέλεια του αδελφού του Φιλίππου Στ. Δραγούμη. Αξίζει να σημειώσουμε πως οι απόψεις που διατυπώνονται στο κεφάλαιο «Γλώσσα», που παραθέτουμε εδώ ολόκληρο,  αφορούν έναν νέο εικοσιενός χρόνων που μόλις έχει αποφοιτήσει από τη νομική σχολή και έχει λάβει το διδακτορικό του, έχει δώσει εξετάσεις στο διπλωματικό σώμα και έχει επιτύχει. Η μνήμη του «κοντού», «φωνακλά» και «αρρωστιάρη»  δασκάλου, στο γυμνάσιο της Πλάκας όπου αυτός φοίτησε, δείχνει και το επίπεδο της εκπαίδευσης που λάβαιναν τότε οι μαθητές του Άστεως, στην ελεύθερη, για δυο γενιές ήδη τοτε,  Ελλάδα. Ο Δραγούμης μισεί την Αττική διάλεκτο και εχθρεύεται την καθαρεύουσα του «λογιοτατισμού». Είναι έτοιμος να υποστηρίξει από τους πρώτους, ως εμπροσθοφυλακή, το επαναστατικό κίνημα του δημοτικισμού (ιδρυτής της Εταιρείας «Εθνική Γλώσσα» στα 1904, πρωταγωνιστής  του κινήματος των «δημοτικιστών της Πόλης» στα 1907-1910, Ιδρυτικό μέλος και ψυχή του  «Εκπαιδευτικού Ομίλου» από τα 1910, προτού ο όμιλος αλωθεί από τους Γληνό, Τριανταφυλλίδη κ.α. με τις συγγνωστές συνέπειες). Την ώρα αυτή στο σπίτι των Δραγούμηδων υποστηρίζεται η ακραιφνής καθαρεύουσα ενώ η γλώσσα που μιλιέται, ως μητρική σχεδόν, είναι τα… γαλλικά.

///

Β΄.  Γλῶσσα.[1]

Ἕνας δάσκαλος κοντός, φωνακλᾶς καὶ ἀρρωστιάρης στὴν τελευταία τάξη τοῦ σκολειοῦ, ὅταν κουράζονταν ἀπὸ τὴ γλωσσολογία καὶ τὴ μετάφραση τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἔβριζε τοὺς Βουλγάρους, κ’ ἐπειδὴ ἦταν γρινιάρης δὲν εὐχαριστοῦνταν ἀπὸ τοὺς φετεινοὺς μαθητές του, μόνο πάντα θυμοῦνταν μὲ ἐπαίνους τοὺς περσινούς.

Τότε ἔλεγε «Δὲν ἔχομε πιὰ φιλοπατρία. Δὲν ἔχομε φωτιά. Οἱ πολιτικοὶ μᾶς χάλασαν. Θά ’ρθουν οἱ Βούλγαροι καμμιὰ μέρα, ἀκοῦτε, μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ τότε θὰ καταλάβωμε ὥς ποῦ ἔχομε φτάσει.[2] Ἂν ἡ γενιά σας δὲ δουλέψη, δὲν πάσκιση νὰ διορθωθῆ, πάει, χαθήκαμε».

Κι αὐτὸς ὁ δάσκαλος, ὅταν δὲ γρίνιαζε φωνάζοντας τέτοιες ἀλήθειες, μιλοῦσε ἥσυχα γιὰ τὴ γλῶσσα κ’ ἔλεγε συχνά, ἐπειδὴ ἤτανε γλωσσολόγος· «Μὴν προσκυνᾶτε σὰ θεὰ τὴν ἀττικὴ γλῶσσα». (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891)

*

Γεννήθηκε στην Πόλη το μακρινό 1815. Πέθανε σαν σήμερα, στις 14 Απριλίου 1891. Με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους γαλούχησε γενιές. Τρία επεισόδια της ανθρώπινης κωμωδίας από τις σπουδαίες σελίδες του. – ΚΚ

///

«Τω 322», αφηγείται ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αντλώντας με τη σειρά του απ’ τον Πλούταρχο, «ο στόλος των Αθηναίων ηττήθη κατά κράτος υπό του Μακεδόνος Κλείτου περί Αμοργόν.» Ο δημαγωγός Στρατοκλής, προτού καν φτάσουν στην πόλη τα νέα, «εισελαύνει εστεφανωμένος» από το Δίπυλο, «βεβαιοί ότι νενικήκασι» και βάζει τον δήμο να εκδώσει ψήφισμα για επίσημες γιορτές και πανηγύρια.

Πανηγύριζε ακόμη η πόλη, όταν «καταφθάνουσιν εις Πειραιά τα ελεεινά του στόλου λείψανα». Ο δε Στρατοκλής, βλέποντας το πλήθος να αγανακτεί μαζί του που το είχε ξεγελάσει, θα δικαιολογηθεί με το αμίμητο: «Είτα τι πεπόνθατε δεινόν ή δύο ημέρας ηδέως γεγόνατε;» Ή, σε μεταγραφή: «Τι το φοβερό πάθατε; Περάσατε και δυο μέρες ευχάριστα!»

Παρ’ όλα αυτά, δεν έχασε τη θέση του, «δεν έπαυσε πρωτεύων εν Αθήναις». Στο τέλος μάλιστα «και παντοδύναμος ενταύθα εγένετο.»

///

Ότι ο στρατηγός Λυσίας ήταν ναυαγός, μας βεβαιώνει ο Παπαρρηγόπουλος, «είχεν αποδειχθή αναμφισβητήτως».

Στις Αργινούσες, κατά τη ναυμαχία με τους Λακεδαιμόνιους, σώθηκε πάνω σ’ ένα πλοίο βουλιαγμένο. Ακόμη κι αν οι άλλοι επτά συστρατηγοί του στον αθηναϊκό στόλο ήταν ένοχοι επειδή δεν περισυνέλεξαν (εν μέσω τρικυμίας!) τους πεσόντες και τους ναυαγούς, «ο Λυσίας ήτο ομολογουμένως αθώος».

Όμως οι αγανακτισμένοι στον δήμο ήταν πλήθος και οι λαοπλάνοι που τους έβαζαν φιτίλια άνθρωποι επιδέξιοι. Παρακάμφθηκαν λοιπόν κανόνες δικονομικοί και περιττά δικαστήρια και στήθηκαν στα γρήγορα «εις εκάστην φυλήν δύο υδρίαι, δηλαδή, ως ηθέλομεν ειπεί σήμερον, δύο κάλπαι».

Με άλλα λόγια, διενεργήθηκε (και τότε…) δημοψήφισμα πάνω σε ερώτημα εκβιαστικό: είτε όλοι ένοχοι, είτε όλοι αθώοι! Ο σοφός δήμος αν διάλεγε το δεύτερο «έμελλε να αποφασίση ότι και ο Λυσίας ήτο ένοχος διότι ναυαγός ων δεν έσωσε τους άλλους ναυαγούς»!!

Όπερ και εγένετο. Ο Λυσίας εκτελέστηκε μαζί με τους άλλους. Σ’ όσους μέσα σε κλίμα απίστευτης κατατρομοκράτησης αποτόλμησαν να διαμαρτυρηθούν για το παράλογο της διαδικασίας (ανάμεσά τους, μόνος αυτός μέχρι τέλους, ο Σωκράτης), το πλήθος βροντοφώναζε ότι «δεινὸν εἶναι εἰ μή τις ἐάσει τὸν δῆμον πράττειν ὃ ἂν βούληται», όπως διαβάζουμε στον Ξενοφώντα. Δηλαδή ότι είναι φοβερό να απαγορεύουν στον λαό να κάνει ό,τι του καπνίσει.

///

«Ο υδραυλικός Κράτης ο Χαλκιδεύς», γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, επεχείρησε μετά από εντολή του Αλέξανδρου «ν’ αποξηράνη την Κωπαΐδα.» Και είχε ήδη προχωρήσει αρκετά με το έργο όταν «αίφνης ηναγκάσθη να το διακόψη, στασιασάντων των Βοιωτών». Τι είχε συμβεί; «… οι Θηβαίοι εφοβήθησαν μήπως εξ αυτού ωφεληθώσιν οι Ορχομένιοι, οι αρχαίοι αυτών αντίζηλοι»…

Το περιστατικό το πρωτοβρίσκουμε στον Στράβωνα. Το ανέκδοτο με την κατσίκα του γείτονα, υποστηρίζουν οι μελετητές, είναι άλλης περιόδου.

*

*

*

 

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι B΄

Alphonse-Marie de Neuville (1835-1885), Η Υπεράσπιση του Μεσολογγίου
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  B΄
( Μέρος Α’ εδώ )

Ήταν οι μέρες που κυρίευε την ψυχή του Σολωμού η αγωνία για την τύχη της αποκλεισμένης πολιτείας αλλά και της Επανάστασης, όταν αντιχτυπούσαν ως τη Ζάκυνθο οι αντίλαλοι κανονιών από τα ρήχη του Μεσολογγιού, ενώ γυναικόπαιδα «θλιμμέν’ απομεινάρια της φυγής και του χαμού» γέμιζαν τους δρόμους και τα καντούνια του νησιού, και άλλες πόρτες άνοιγαν κι άλλες κλείνανε ερμητικά. Η αγωνία εκείνη θα γεννήσει μια σύνθεση που για χρόνια θα υφαίνει και θα ανυφαίνει, θα καταλύει και θα αναπλάθει όλο και τεχνικώτερα, μέχρι να αποδώσει τέλεια το ύψος του ακέραιου ανθρώπου, «το ύψος της ψυχής και εν ταυτώ τα φυσικά αισθήματα εις όλη τους τη σφοδρότητα» αλλά και «τα ιδιώματα του θείου πλάσματος», όπως σημειώνει ο Πολυλάς. Το έργο αυτό, που θα συγκεφαλαιώσει τη ζωή και τις ιδέες του, ο Σολωμός το δούλεψε περισσότερο από κάθε τι, σε όλη του τη ζωή σχεδόν. Το μέγα γεγονός της Εξόδου θα μετουσιωθεί τελικά με στέρεες λέξεις, τομές παραδειγματικές και έναν έξοχο συνδυασμό αφηγηματικών τρόπων και προσωπικών λόγων, στον ύψιστο συμβολισμό του ανθρώπου που ξεπερνά κάθε ανάγκη μα και κάθε ομορφιά της ζωής, για να λάμψει η ελευθερία ως ουσία του.

Πολυσήμαντο θα ήταν ένα τέτοιο ποίημα («η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη» όριζαν εξαρχής οι προλεγόμενοι Στοχασμοί), και ως τέτοιο δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολυεπίπεδο –αισθητικά, φιλοσοφικά, αφηγηματικά– ώστε να μορφοποιηθεί η Ιδέα και να γίνει εφικτή η απόδοση της υπεραισθητής φύσης του ανθρώπου και η συμφιλιωτική αρμονία μεταξύ της εξωτερικής ύπαρξης των όντων και της βαθύτερης ουσίας τους. «Μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό, από την αρχή ως το τέλος, όπου είναι η λέξη αιματοτσακισμένα». Η βία του εχθρού, η πείνα, η αρρώστια, οι πειρασμοί του έρωτα και του ξανθού Απρίλη, η σαγηνευτική φύση που είναι στην πιο καλή της ώρα, δεν θα μετακινεί τους Πολιορκημένους ούτε βήμα από την προσήλωση στο Ιδανικό και στο Χρέος.

Πάθη και αισθήματα, ορμήματα και φρονήματα, όλα σε αρμονική ισοζυγία και με δέος: έρωτας, μητρική αγάπη, τα κάλλη της φύσης, η δόξα, σύμπασα η ζωή. Μα όταν εναντιώνονται στο Πνεύμα όλα τούτα, όταν γίνονται απειλές για την Ιδέα, αυτή, κυρίαρχη, πανωραία και παντοδύναμη, υποτάσσει κάθε ατομικότητα, κάθε πάθος. Σε αυτό το Χρέος (αρχικός τίτλος που σκεπτόταν να δώσει στο έργο τούτο ο Σολωμός) βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της τέχνης αλλά και της ζωής τελικά. Γιατί η τέχνη έχει νόημα μόνον όταν ελευθερώνει τον άνθρωπο. Στο ποίημα του Χρέους, όπως σημειώνεται στους Στοχασμούς, «μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος». Στο τέλος, οι πολιορκημένοι θα θριαμβεύσουν επί της Οδύνης και θα φτάσουν όχι απλώς στην ηθική αυτοσυνειδησία αλλά στη Λύτρωση. (περισσότερα…)

Στο Χαμαντάν η Εσθήρ, κι άλλες τροχιές ομόκεντρες

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Χιόνιζε σαν μπήκαμε στο Χαμαντάν. Δυο μέρες τώρα που ξεκινήσαμε από τα δυτικά, στο Κερμανσάχ, το ’στρωνε το χιόνι. Ήδη είχαμε δει κρουσταλλιασμένους τους καταρράκτες του Γκαντζναμέ έξω απ’ την πόλη. Παγωμένη κυριολεξία· του σημαινομένου της αντάξια η εικόνα.

Τ’ απομεσήμερο βαρύ· σκοτεινιασμένος ο ουρανός, βουβά κι εξακολουθητικά, ράντιζε τουλούπες χιόνι την πόλη. Μπήκαμε στο μεγάλο τζαμί. Χτισμένο κοντά στα μέσα του 19ου αιώνα, τεράστιο, μ’ ένα θεόρατο ιβάν στην είσοδο, το έστεφαν δυο μιναρέδες.  Μ’ ωχροκίτρινα και κοκκινοκαφέ της άμμου τούβλα κεντημένοι οι τοίχοι μέσα κι έξω. Οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν μαλακά, έκανε κρύο.

*

*

Παραδίπλα από το πελώριο ιβάν του τζαμιού είχε ένα φούρνο. Μπήκα μέσα να πάρω κάνα φτενό φρεσκοψημένο στα τοιχώματα των κυκλικών φούρνων φελί ψωμί λαβάς. Οι φουρναραίοι με κεφαλομάντηλα σφιχτά δεμένα πλάθουν το ζυμάρι και τ’ απλώνουν σε σχήμα κυκλικό πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι φουσκωτό υφασμάτινο, κι έπειτα το κολλάνε στα καμπύλα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου. Στη σάρκα του απάνω αφήνουνε συνήθως λακκουβίτσες με τ’ ακροδάχτυλά τους ζυμωμένες. Λαχτάρα μεγάλη να βλέπεις το ζυμάρι να φουσκαλιάζει τόπους τόπους πυρρόξανθο καθώς ψήνεται, κι αμέσως με τις σιδερένιες λαβίδες τους αριστοτεχνικά να το ξεκολλάνε από τα τοιχώματα οι φουρνάρηδες και να τ’ απιθώνουν αχνιστό στον πάγκο. Φρεσκοψημμένο πέρσικο ψωμί, να ζεματάει μες στις φούχτες σου, σ’ όλες τις εκδοχές του ιρανικού νάαν (λαβάς, μπαρμπαρί ή σανγκάκ): η πιο άδολη βουλιμία που με καταλαμβάνει συχνά στο Ιράν.

~.~

*

Το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα)

*

Για το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα) ήξερα. Για τον τάφο της Εσθήρ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ίσαμε τότε. Ένας κυλινδρικός κουμπές, πιότερο σαν μιναρές μικρού χωριάτικου τζαμιού, με έναν λευκό χιονένιο σκούφο πάνω του κουκούλωνε θωπευτικά την Εσθήρ και τον θειό της Μορντεχάϊ (Μαρδοχαίο). Η πόρτα, βράχος μονόλιθος, βαρύς και χαμηλός, σκυφτά σ’ ανάγκαζε να μπεις μέσα, αφού βγάλεις τα παπούτσια σου. Δίπλα δίπλα τα δυο κιβούρια σκεπασμένα με υφάσματα στην μέση του στενάχωρου δωματίου.

*
DSC01219

*
Η εβραιοπερσική παράδοση θέλει τούτο το διπλό μνήμα να στεγάζει τη βιβλική Εσθήρ και τον θειό-θετό της πατέρα, Μαρδοχαίο. Πρώτος μιλάει για τον τάφο της Εσθήρ ο εκ Τουδέλης Βενιαμίν, ο ισπανοεβραίος ταξιδιώτης από τη Ναβάρρα, στο Βιβλίο των ταξιδιών του, καρπό των περιηγήσεών του στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (μάλλον ανάμεσα 1167 και 1172).  Εκεί γράφει λοιπόν ― χωρίς να είναι απολύτως σαφές (για τους ιστορικούς) αν πέρασε από το Χαμαντάν ή μεταφέρει πληροφορίες που συγκέντρωσε στη Βαγδάτη: «…το Χαμεντάν, τη μεγάλη πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονταν τριάντα χιλιάδες Ισραηλίτες. Μπροστά από κάποια συναγωγή έχουν ταφεί οι Μορντεχάϊ και Εσθήρ». Μετά τον 12ο αιώνα, θα ξανακούσουμε για τον τάφο της Εσθήρ στο ποιητικό έργο του Σαχίν του Σιραζινού, περσοεβραίου ποιητή του 14ου αιώνα. Ακολουθώντας την εντολή του αγγέλου στο κοινό τους όνειρo, ο Μαρδοχαίος κι η Εσθήρ φτάνουν στο Χαμαντάν, όπου κανείς δεν τους γνωρίζει. Καθώς πέφτει η νύχτα, βρίσκουν φιλόξενη στέγη σε μια συναγωγή.

«Όταν ο Μαρδοχαίος βλέπει πως δεν υπάρχει στη συναγωγή ψυχή, έξω απ’ τον Παντογνώστη, τον Μοναδικό κι Ελεήμονα, κλαίγοντας λέει στην Εσθήρ: “πλήρης ο κόσμος από σένα κι από μένα. Πρώτος εγώ θα φύγω από εδωνά. Ήρθε ο καιρός που θέλω νά μπω πια στον ύπνο τον αιώνιο. Τώρα είμαι στου μηδενός τον δρόμο, η απελπισμένη μου ψυχή έχει στα χείλη φτάσει. Το χέρι του οινοχόου με κερνάει της γήινης ζωής μου τον αφανισμό. Τον οινοχόο θα πάω να συναντήσω”. Κι αφού αφήνει την στερνή πνοή του, η Εσθήρ τον κλαίει, σαν σύννεφο ανοιξιάτικο, και δίπλα του ξεψυχά, κυπαρίσσι αργυρό… Και τάφο τούς ανέγειραν, που έγινε τόπος προσκυνήματος και μέρος περισυλλογής ευλαβικής».

*

ardashicc84r-nacc84me-the-book-of-ardashir-by-scc8cacc84hicc84n-14th-century-iran-late-16th-early-17th-century-c2a9-the-library-of-the-jewish-theological-seminary

*

Φευ! Οι ιστορικοί όμως κι οι αρχαιολόγοι κρίνουν αλλιώς. Ο πολύς Ernst Herzfeld θεωρεί πως το κτίσμα που στεγάζει σήμερα τα διπλά μνήματα έχει ανακατασκευαστεί πολλές φορές, και στη σημερινή του μορφή προέρχεται από τον 17ο αιώνα. Κι αυτός μεταξύ άλλων, πιστεύει πως είναι πολύ πιθανόν μέσα τους να φιλοξενούν τα λείψανα μιας άλλης διάσημης Οβριάς, συζύγου βασιλικής κι αυτής, αλλ’ όχι της Εσθήρ: της Σουσαντόχτ, κόρης του Ιουδαίου αιχμαλωτάρχη (ηγέτη των εξόριστων Εβραίων, ‘exilarch’) και συζύγου του Yazdegerd Α΄ (399-420), του Ισδιγέρδη των Βυζαντινών πηγών. Αντιθέτως θεωρεί πως το βιβλικό ζεύγος πρέπει να είναι θαμμένο στα Σούσα.

(περισσότερα…)

Σπυριδιώνης, ένας παράδοξος Λευκαδίτης στα χρόνια της Επαναστάσεως

 *

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, αν κάποιος ήθελε να φκιάξει βαρέλια στην Ζάκυνθο πά’αινε δελόγκου σ’ έναν Λευκαδίτη. Είχε, βαραμέντε, και ντόπιους μαστόρους το Τζάντε, τζόγια μου, μα εκείνοι έμοιαζαν μπροστά του σόλιτοι –συνηθισμένοι, πάει να πεις– κι έφκιαναν μόνον βαρέλια. Ο Σπυριδιώνης, περ ντι πιού –συν τοις άλλοις– έφκιανε και σφραγίδες. Ταγιαδόρος από τσι καλούς, ξυλοσκαλιστής φαμόζος!

Εκεί, στο μαγαζάκι του, μπονώρα-μπονώρα, ανακατώνονταν οι κρασέμποροι με τους καλαμαράδες κι οι μπαρτσολέτες πά’αιναν σύγνεφο. Κογιονάριζε αβέρτα ο ένας τον άλλον. Και τόμου κι ο αβεντόρος έχει πάντα δίκιο, ο μαγαζάτορας ήταν ομπλιγάδος να κρατεί παλάντζα. Μαγγιώρος στο να τηρεί το όρντινο.

Με την μπίμπια στο στόμα, ο ρεμπεσκές – καλαμπούρι στο καλαμπούρι, μαθές. Τον έκανες χάζι ορτό στην μπασία να υποκλίνεται εξεχώριστα σε γραμματιζούμενους και σέμπρους, σε ντινιέντηδες και λιανομάριδο, λες και τους έστελνε ούλους ούφου ντου λούφου – στα τσακίδια, διάτανε!

Τι να σου πρωτομολο’ήσω, ψυχίτσα μου! Χάρμα των ομματιών, το ραμολιμέντο! Κι ήθελε, ο κουζουλός –βόηθα να μην κρεπάρω, Άγιε Διονύσιε– να τονε λένε Βασιλέα της Λευκάδος κιόλας!

«Ε, μα τέτοιοι που ’ν’ οι Αγιομαυρίτες, μάτια μου, μην άξιζαν καλύτερο βασιλέα από τούτο το ρεντίκολο;» μουρμούργαν πίσ’ απ’ την πλάτη του. Γιατί αν το ’λεγαν και μπροστά του, θα τους έπαιρνε και θα τους σήκωνε ο διάσκαντζος!

Μα να ξέρανε κι αυτοίνοι ποιος ήτανε, δεν θ’ αμόλαγαν τέτοιες παρόλες.

Ας έφερναν τα μούτρα τους να τον έβλεπαν στην πολιορκία της Αγια-Μαύρας το 1807, όταν ο Αλή Πασάς απ’ το κάστρο του Τεκέ εξαπέλυε μύδρους στην ρωσσοκρατούμενη Λευκάδα.

Κι όταν τον Μάιο του ιδίου έτους οι Αλβανοί πολιορκητές ενισχύθηκαν απ’ το γαλλικό πυροβολικό, ας ήταν εκεί να ιδούν τι έκαμε αυτός, ο Σπυριδιώνης, τι έκαμε και τον ανακήρυξε βασιλέα ο απεσταλμένος της Ιονίου Πολιτείας, ο ίδιος ο κόμητας Καποδίστριας!

Όταν ο Γάλλος μηχανικός διέταξε να ανοιχτεί περιφερειακή του φρουρίου τάφρος και να γίνει ανέγερση προχώματος, παρατήρησαν πως τα χώματα του ανυψούμενου προμαχώνος ήταν σαθρά και έχρηζαν υποστηρίξεως με σανίδες και δοκάρια, πράγμα σπάνιο στην αγιομαυρίτικη αγορά τον καιρό εκείνο.

Τότε ο Σπυριδιώνης, δίχως ίχνος δισταγμού, σπεύδει στο φτωχόσπιτό του, αποσπά τις πόρτες και τα παράθυρα, ακόμα κι αυτές τις παλιοσανίδες του πατώματος και, μεταφέροντάς τα στον ώμο του, ενισχύει τα οχυρωματικά έργα της πόλεως, που μ’ εκείνα προσδοκούσε την σωτηρία της.

*

(περισσότερα…)

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι

Johann Lorenz II Rugendas (1775-1826), Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1826
Επιχρωματισμένη ακουατίντα, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  Α΄

Αν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν αποτελεί το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα του ελεύθερου πια νεοελληνικού πνεύματος, τραγούδι ζωής και πίστης στην ιδέα του ανυπότακτου ανθρώπου, επίτευγμα που χαρακτηρίστηκε δίκαια ως ο «πρώτος γνήσιος καρπός της Ελληνικής φαντασίας, ύστερα από αιώνες μαρασμού της» (Ιάκωβος Πολυλάς), η ύψιστη στιγμή της ποιητικής ιδιοφυίας του Διονυσίου Σολωμού είναι μια σύνθεση η οποία, ημιτελής φαινομενικά, συνιστά το τέλειο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι το κατ’ εξοχήν Ποίημα, αυτό στο οποίο αναδεικνύεται, σε όλο της το βάθος και με όλη της την καθαρότητα, η ουσιώδης, η τραγική αλήθεια του κόσμου: η Ελευθερία. Πέρα όμως από τα τυπικά αισθητικά κριτήρια του τραγικού, πέρα από τον αγώνα εναντίον της Ανάγκης, στο έργο αυτό φανερώνεται και η ελληνική ιδιοσυστασία, που αναγνωρίζει τις χαρές της ζωής, τη φύση, τον έρωτα, την αυταξία της βιωτής, αλλά και που συγχρόνως δεν διστάζει να θυσιάσει τα πάντα χάριν της Ελευθερίας, της θεμελιώδους μυστικής αρμονίας των πάντων. Μια ταπεινή πολιτεία, στο άκρο μιας λιμνοθάλασσας της Ρούμελης που ξανοίγεται στον Κορινθιακό και της τεναγώδους πεδιάδας μεταξύ Αρακύνθου και βουνών της Βαράσοβας, το Μεσολόγγι, όρισε η Μοίρα ως σκηνή αυτής της φανέρωσης. Ας παρακολουθήσουμε πώς υψώθηκε τούτο το μέγα επίτευγμα, πρώτα ως ιστορικό γεγονός (όπως το αποτύπωσε στα απομνημονεύματά του ένας πολεμιστής από την αδούλωτη Χιμάρα της Ηπείρου, ο Σπύρος Μίλιος) και κατόπιν, πώς ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης το απαθανάτισε με το ανυπέρβλητο οικοδόμημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

*

Παράξενη η τύχη των πόλεων. Πενήντα χρόνια πριν, στα Ορλωφικά, το Μεσολόγγι, η πολιτεία που έμελλε να γίνει ιερή, είχε πυρποληθεί από τους Τουρκαλβανούς και παραμονές της Παλιγγενεσίας δεν είχε ακόμη καλά- καλά συνέλθει. Δεν αριθμούσε πάνω από 800 σπίτια και 4.000 κατοίκους. Παρότι υπήρξαν μεμονωμένα επεισόδια, όπως η επίθεση του οπλαρχηγού του Ζυγού Δ. Μακρή στη Σκάλα, στις 5 Μαρτίου, κατά τουρκικού θησαυρού προοριζόμενου για τη Ναύπακτο, πράξη που μπορεί να θεωρηθεί πρώτο επαναστατικό επεισόδιο, ο σηκωμός εδώ δεν άρχισε αμέσως, όπως στην Ανατολική Στερεά. Δεν υπήρχαν οπλαρχηγοί με την ισχύ ενός Οδυσσέα Ανδρούτσου, το σθένος του Διάκου ή ένας Πανουργιάς. Η εγγύτητα των οθωμανικών στρατιωτικών κέντρων, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπου βρισκόταν ο Χουρσίτ με μεγάλες δυνάμεις για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά, οι δυσκολίες επικοινωνίας και συγκοινωνιών, οι μνήμες από την επανάσταση του 1770 και η αναποφασιστικότητα των αρματολών του Βάλτου και του Ξηρόμερου Τσόγκα και Βαρνακιώτη, συνετέλεσαν η Επανάσταση στο Μεσολόγγι ν’ αρχίσει μόλις στις 20 Μαΐου 1821, όταν φάνηκαν τα υδραίικα και τα σπετσιώτικα πλοία και οι Μεσολογγίτες, με επικεφαλής τους προκρίτους Ραζηκότσικα, Παπαλουκά και Καψάλη, πήραν τα όπλα και ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο τουρκικό διοικητήριο.

Γρήγορα το Μεσολόγγι θα εξελιχθεί σε κέντρο των οπλαρχηγών της Δυτικής Στερεάς αλλά και «στρατηγείο» του δαιμόνιου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που έφθασε διά θαλάσσης στις 21 Ιουλίου. Ικανότατος αλλά και φιλόδοξος ο Φαναριώτης πρίγκιπας προσεταιρίστηκε αμέσως προκρίτους και οπλαρχηγούς, όπως ο Δημήτριος Μακρής και ο Ανδρέας Ίσκος, υποσχόμενος τίτλους και αμοιβές, αλλά και τον Αλέξη Νούτσο που ήρθε από την αυλή του Αλή για να προτείνει στους φιλέλληνες αξιωματικούς που έρχονταν στην περιοχή, να… καταταγούν στο στρατό του πασά των Ιωαννίνων προς αντιμετώπιση της πολιορκίας του από τον Χουρσίτ. Χάρη στη μεσολάβηση του Νούτσου ο Μαυροκορδάτος θα επιτύχει να φέρει κοντά του και τους Σουλιώτες, δύναμη σπουδαία στην οποία θα στηρίζεται σταθερά ενώ παράλληλα θα οργανώσει τη συνέλευση που θα ψηφίσει τον Νοέμβρη του 1821 το δικό του πολιτικό σχήμα, τον Οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. (περισσότερα…)

«Ίσως κι εγώ να είχα ξεδιψάσει»: Κώστας Πασβάντης (1938-2026)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
 
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται·
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
 
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
 
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα·
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
 
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
 
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.

Τον Γενάρη που μας πέρασε, έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πασβάντης, ένας εξαιρετικός και χαμηλόφωνος ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μέσα από την ποίησή του αναδύεται με πολλούς τρόπους η αίσθηση της γενιάς αυτής ‒ πρωτίστως μέσω της μνήμης («[…] άλλη νύχτα της κατοχής ο πατέρας μπαίνει λαχανιασμένος “ξέφυγα τον μπλόκο, πιάσανε τον Πολυχρόνη” […]»), της έλλειψης («[…] όπως άδειες κονσέρβες / όπως τα χρόνια μας / όπως […]»), αλλού της διάψευσης («[…] δεν ήξερα τότε… Άλλωστε, όπως σ’ έβλεπα σκυφτή, θάρρευα πως μάζευες αγριολούλουδα, δεν ήξερα ότι μιλούσες με τον πεθαμένο αρραβωνιαστικό σου […]»), της διαμαρτυρίας και της κριτικής («Σκύβοντας κι ολοένα σκύβοντας / Γυρεύοντας τον επιούσιο / Σε σκουπιδότοπους […]»), κι αλλού («Ο τόπος γιόμισε γλείφτες»), καθώς και με τον τρόπο του απολογισμού που ξεκινά από τα του εαυτού του («Όταν κάποιος ρωτήσει ποιος είμαι, / από πού έρχομαι, του απαντώ: / Είδα Πολιτείες, είμαι μονάχος. / Βραδιάζω»), κι έπειτα ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: «Κάπου, στα χίλια εννιακόσια εξήντα / Τα πράγματα έδειχναν ευνοϊκά / Έπειτα, ο καθένας και οι ζημιές του». (περισσότερα…)

Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς

To φρούριο της Φυλής την εποχή που το επισκέφθηκε ο Γουίλλιαμ Ληκ, σε απεικόνιση από το έργο του Έντουαρντ Ντόντγουελλ «Views and Descriptions of Cyclopian, or, Pelasgic Remains, in Greece and Italy» (Πηγή: Ίδρυμα Λασκαρίδη – Travelogues).

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Στις 10 Ιανουαρίου του 1806, ανεβαίνοντας στην Πάρνηθα, ο Άγγλος περιηγητής Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ συνάντησε μετά το μετόχι του Αγίου Νικολάου τα κατάλοιπα ενός στιβαρού αρχαίου τείχους. Στο ίδιο σημείο συνέπεσε να βρίσκεται ένας χωρικός από το Μενίδι και ο Ληκ τον ρώτησε αν είχε δει άλλα τείχη αυτού του είδους στην περιοχή. Τότε ο χωρικός άρχισε να του περιγράφει το αρχαίο φρούριο της Φυλής, που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό, και όταν ο περιηγητής ζήτησε να μάθει ποιό ήταν το όνομα αυτού του κάστρου, ο πρώτος του απάντησε με την εξής φράση: «Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς» (έτσι ακριβώς την κατέγραψε ο Ληκ, στα ελληνικά, στο οδοιπορικό του Travels in Northern Greece).

Ο Ληκ ενθουσιάστηκε με την απάντηση. Το «λέγομεν ἡμεῖς» του φάνηκε ελαφρά ειρωνικό — «not without attic salt», σημειώνει. Ο χωρικός από το Μενίδι, ο οποίος γνώριζε ότι το φρούριο ήταν των αρχαίων Ελλήνων, τον ρώτησε με τη σειρά του εάν ήξερε πώς το ονόμαζαν εκείνοι. Όταν άκουσε ότι το όνομα ήταν το ίδιο, Φυλή, έδειξε να χαίρεται· αυτό το μάθημα αρχαιολογίας σε έναν χωρικό της Αττικής, δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί, έγραψε ο Ληκ κλείνοντας την περιγραφή της στιχομυθίας.

Στους Αθηναίους της δικής μας εποχής, η Φυλή είναι πιο γνωστή ως όνομα ενός κακόφημου δρόμου και του τερατώδους χώρου ταφής των σκουπιδιών της πρωτεύουσας. Αποτελεί δε την επίσημη ονομασία του Δήμου της Χασιάς, την οποία όμως οι περισσότεροι εξακολουθούν να αποκαλούν με το μεσαιωνικό της τοπωνύμιο. Για τους αρχαίους Αθηναίους, η Φυλή ήταν συνώνυμη της αποκατάστασης της δημοκρατίας τo 403 π.X., μετά την ήττα τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την κατάλυση του πολιτεύματος από τους Τριάκοντα Τυράννους. Από το οχυρό ύψωμα δίπλα στον ομώνυμο αρχαίο δήμο, εκκίνησαν ο Θρασύβουλος και οι εξόριστοι δημοκρατικοί για να καταλάβουν τον Πειραιά και να επιτύχουν την πτώση των Τυράννων. Τον 4ο αιώνα οι Αθηναίοι έκτισαν στο ύψωμα νέα, ισχυρότερα τείχη — αυτά που σώζονται σε μεγάλη έκταση μέχρι σήμερα. (περισσότερα…)

Σώζου Συρία

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Η σημερινή ιστορική κληρονομιά χιλιετιών στην Συρία, πλην των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων πληθώρας πολιτισμών, σαρκώνεται και στις εναπομείνασες εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες που βρίσκονται διάσπαρτες στη χώρα. Εντός της ισλαμικής σουνιτικής πλειονότητας, υπάρχουν χριστιανοί ―πρωτίστως Ελληνορθόδοξοι και Συρορθόδοξοι― διαφόρων δογμάτων και αποκλίσεων, ανατολικών και δυτικών, Δρούζοι, Σηΐτες και Αλαουΐτες. Εκτός από τους Άραβες σημαντική είναι και η παρουσία Κούρδων στα βορειοανατολικά της χώρας.

Πέρασμα και σταυροδρόμι κομβικό στο κοίλο του τόξου της εύφορης ημισελήνου, η Συρία γνώρισε εισβολές, κατακτήσεις και κατοχές ουκ ολίγες. Αυτή που σφράγισε καθοριστικά τη μελλοντική της εθνο-θρησκευτική υπόσταση βέβαια ήταν  η αραβική κατοχή και κυριαρχία λίγο πριν τα μέσα του 7ου αιώνα, καθώς η Δαμασκός αποτέλεσε και την πρωτεύουσα του πρώτου αραβικού χαλιφάτου (έως το 750 μ. Χ.). Στη νεώτερη και σύγχρονη εποχή, η απελευθέρωση από τον μακρύ οθωμανικό ζυγό στις αρχές τους 20ού αιώνα, ακολουθείται από τη γαλλική κυριαρχία (Γαλλική Εντολή) στην ευρύτερη Συρία, η οποία και χωρίζει την χώρα σε έξι κρατίδια, μεταξύ των οποίων αυτά των Δρούζων και των Αλαουϊτών. Μετά τον πόλεμο και την απόσχιση του Λιβάνου, η ανεξάρτητη πλέον Συρία σιγά-σιγά προσχωρεί στην ιδεολογία του αραβικού εθνισμού και σύντομα διαμορφώνει τη δική της εκδοχή, που εκφράζεται με την ανάδυση και την επικράτηση του κόμματος Μπάαθ. Πέραν της παναραβικής ιδεολογίας, του εκκοσμικευμένου προσανατολισμού του και των σοσιαλιστικών του κατευθύνσεων, με την κατάληψη της εξουσίας το 1970 από τον Χαφέζ αλ-Άσαντ, το Μπάαθ προσλαμβάνει σταδιακά και ιδιαίτερα επιπλέον χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η αποκλειστική, σεχταριστική κυριαρχία ―τόσο εντός του κόμματος όσο και διαμέσου αυτού― στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας, της Αλαουϊτικής μειονότητας, από τα σπλάχνα της οποίας προέρχεται κι ο πρόεδρος Άσαντ. Το δεύτερο ιδιάζον στοιχείο, ενδεικτικό παγίωσης αυταρχικών τάσεων και συμπεριφορών, δεν είναι άλλο από την προσωπολατρεία που αναπτύσσεται βαθμηδόν γύρω από τον πρόεδρο Άσαντ και την οικογένειά του, και η οποία σύντομα οδηγεί στην εδραίωση μιας δυναστικής τρόπον τινα διαδοχής της εξουσίας εντός των κόλπων της οικογενείας Άσαντ. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από το μονοκομματικό καθεστώς διακυβέρνησης που έχει πλέον επιβληθεί στη χώρα.

Ενώ ο Άσαντ κατόρθωσε αρχικά να καταστήσει σεβαστή την ανεξάρτητη παρουσία της χώρας του στην Μέση Ανατολή και να την εκσυγχρονίσει, οι οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που αποπειράθηκε είχαν περιορισμένα αποτελέσματα κι επιτυχίες, λόγω μεταξύ άλλων της εξωτερικής του πολιτικής, της ενδημούσας διαφθοράς κλπ. Παράλληλα με τη σθεναρή και αυταρχική διακυβέρνησή του, και λόγω του κυρίαρχου ρόλου της αλαουϊτικής μειονότητας στα πολιτικά πράγματα, ο Άσαντ παρείχε προστασία, δημόσια αναγνωρισιμότητα και ελευθερία κινήσεων και στις άλλες θρησκευτικές μειονότητες, τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς δηλαδή, τους Συρορθόδοξους, καθώς και τους Δρούζους και τους Σηΐτες. (περισσότερα…)