Κὠστας Χατζηαντωνίου

«Το νεοελληνικό στοίχημα δεν έχει ακόμη χαθεί οριστικά»

*

Με αφετηρία το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη – Θυμάμαι τη Μαρία Σπάρταλη (Καστανιώτης, 2026), ο Κώστας Χατζηαντωνίου συζητά με το Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη.

~.~

— Μου αρέσει να σκέφτομαι τα ιστορικά μυθιστορήματά σου σαν μια τριλογία, λοξά παπαρρηγοπούλεια. Η κληρονομιά της (αρχαίας) Μεγάλης Ελλάδας στο Αγκριτζέντο, τα βυζαντινά νάματα στο Στέμμα των Αυγών, και τώρα στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, η ζωτικότητα του νεώτερου ελληνισμού της Διασποράς, και όχι μόνο. Και κάπου ανάμεσα, σαν κατακλείδα πρωθύστερη ή άδοξον –προσώρας;– επίλογο, τον Κύκλο του χώματος, αυτό το κωμικοτραγικό πορτραίτο της τωρινής, της μετά το ’74, πατρίδας μας, που όσο πάει και λιγοστεύει.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του εσώτερου εαυτού μας έχουν βαθιές ρίζες και μυστικές, αν όχι σκοτεινές, αιτίες υπάρξεως. Εκείνα που από τα πρώτα του χρόνια, από το περιβάλλον και την καταγωγή του κανείς διαισθάνεται, εκείνα που με τον καιρό γνωρίζει, σαφώς ή αόριστα, και εκείνα που τελικώς πιστεύει (ή δεν πιστεύει), αλλά δεν μπορεί να αποδείξει, στη δική μου περίπτωση βρήκαν τελική διέξοδο στην αφηγηματική μυθοπλασία – ίσως και μεταμυθοπλασία, δεν ξέρω. Η τρίσημη ενότητα του παρελθόντος μας δεν είναι κατά τη γνώμη μου απλώς μια ιδέα, όπως θεωρούν με προφανή ιδιοτέλεια διάκονοι άλλων ιδεών. Είναι μια βιωμένη εμπειρία, είτε το θέλουμε είτε όχι. Κάπως έτσι η αρχαία ψυχή που κατά τον ποιητή που αγαπούμε «ζει μέσα μας αθέλητα κρυμμένη» με οδήγησε στο Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα και στον «χαμένο» ελληνισμό της Σικελίας. Δεν ήταν τυχαία η εκλογή εκείνη. Δεν με γοήτευσαν τόσο τα αρχαία σπαράγματα και οι επιβιώσεις π.χ. της νότιας Ιταλίας όσο αυτό που ζει μυστικά –αν ζει– μετά τον θάνατό τους. Αυτή είναι η περίπτωση της Σικελίας και της συμβολικής κατά βάθος πόλης-αφορμής του βιβλίου. Παρόμοια περίπτωση είναι η μυθιστορία για το βυζαντινών πηγών όνειρο που έσβησε βίαια και άδικα το 1922, η οδός που με έβγαλε σε μία άλλη «χαμένη» πόλη, τη Νίκαια της Βιθυνίας και στη γραφή του Στέμματος των αυγών. Ενδιαμέσως προηγήθηκε, όπως παρατηρείς, Ο κύκλος του χώματος, πρωθύστερος επίλογος μιας περιπέτειας που άρχισε με λαμπρές, θεωρώ, προϋποθέσεις πριν από δύο αιώνες και κατέληξε σε άδοξο τέλος (Σκέπτομαι τώρα πως θα μπορούσε και αυτό το βιβλίο να έχει τίτλο το όνομα μιας πόλης: Κερύνεια). Νομίζω πως έχει σημασία να πω εξαρχής ότι δεν πρόκειται για βιβλία που ανήκουν στο τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Για το παρόν μας μιλούσα, για το παρόν μιλώ και στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, όπου αποδίδω φόρο τιμής στο στοίχημα του Νέου Ελληνισμού και σε μία τάξη η οποία καίτοι νεκρή πλέον, ακόμη προκαλεί τον φθόνο εχθρών, άσπονδων φίλων ή κακών μιμητών της. Για να μην αναφερθώ στη δυσανεξία που προκαλούν στον περήφανο (ή πρόχειρα κρυμμένο μέσα μας) Βαλκάνιο κριτικό μορφές όπως η Μαρία Σπάρταλη.

— «Θα βρεθεί κάποιος να μας ανακαλέσει στη ζωή;», αναρωτιέται στο βιβλίο αυτό η ηρωΐδα σου. Ποιο έναυσμα είχες, τι στάθηκε αφορμή για να ασχοληθείς με την ζωή και την προσωπικότητα της Μαρίας Σπάρταλη;

Η εμμονική, παραδέχομαι, ενασχόλησή μου με την «τρίτη ιστορική εντολή» του ελληνισμού (της οποίας σταθήκαμε ανάξιοι προς δόξαν και μακροημέρευση τόσο του κοτζαμπασισμού όσο και της περιώνυμης κλεφτουριάς – για να θυμηθώ τον Περικλή Γιαννόπουλο), με οδήγησε αναπόφευκτα και στον ελληνισμό της Διασποράς. Όταν συνάντησα καθ’ οδόν την ζωγράφο Μαρία Σπάρταλη, κόρη της ιωνικής παροικίας του Λονδίνου, δεν περίμενα, για να είμαι ειλικρινής, τους δρόμους που θα ανοίγονταν σε κάθε βήμα που θα έκανα μετά την συνάντηση αυτή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά ευρήματα της έρευνας για την ίδια και το περιβάλλον της ή για τον σύζυγό της (έναν σπουδαίο Αμερικανό που αγάπησε την Ελλάδα περισσότερο από τους Έλληνες των τριόδων) αλλά κυρίως σε όσα διαισθάνθηκα για τον χαρακτήρα και το ασκητικό της πνεύμα που συνδυασμένο με την ομορφιά και το ταλέντο αξίωνε (έτσι ένιωσα) να φωτιστεί με ένα έργο ειδικά για αυτήν. Έργο που θα συνέδεε παράλληλα την ελληνική ζωή με μία άλλη εκδοχή τέχνης, όπως αυτήν που υπηρέτησε η Μαρία Σπάρταλη. Αναφέρομαι βέβαια στο σπουδαίο κατά τη γνώμη μου κίνημα των Προραφαηλιτών.

— Οι Προραφαηλίτες, ως κίνημα καλλιτεχνικό, δεν ξέρω πόσο γνωστοί μάς είναι εδώ στην Ελλάδα. Εννοώ, ουσιωδώς γνωστοί, έξω από τον ξηρό εγκυκλοπαιδισμό. Προσωπικά περιπλανήθηκα στον κόσμο τους, όσο το κατάφερα, εμμέσως, μέσω του Γέητς και του Πάουντ, το έργο των οποίων αναμετράται διαφοροτρόπως με την κληρονομιά τους. Ίσως και στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη η εικόνα τους δεν είναι πολύ απαλλαγμένη από τη θαμπή εικόνα του «δονκιχωτισμού».  Όπως και η Αναγέννηση ή ο ρομαντισμός, ήδη από την ονομασία τους, μοιάζει να επαγγέλλονται το αδύνατον για τις τωρινές παραστάσεις μας – την επιστροφή σε κάτι το ζείδωρο αλλά τώρα πλέον χαμένο. Κάτι που «οι μοντέρνοι κριτικοί βλέπουν με μισό μάτι».

Δεν έχεις άδικο. Έχω την εντύπωση πως ο στείρος νεοκλασικισμός και η σχολή του Μονάχου δεν επέτρεψαν να εμβολιαστεί η νεοελληνική εικαστική ζωή με τις αρχές των  Προραφαηλιτών παρότι μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε στον ύστερο Γύζη ή στον Μπισκίνη. Επιπρόσθετα, ο δικός μας μεσαίωνας, ο βυζαντινός, δεν είχε τις δέουσες αντιστοιχίες με τον δυτικό μεσαίωνα που οι Προραφαηλίτες, ως τελευταία λάμψη του ρομαντισμού, θέλησαν να αποκαταστήσουν και να φωτίσουν. Για τον κόσμο της ελληνικής Διασποράς όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ζώντας με άμεσο τρόπο την ευρωπαϊκή ζωή, μπορούσαν να εκτιμήσουν την γνησιότητα και την πρωτοτυπία των Προραφαηλιτών, έστω ως «επιστροφή» και εν πάση περιπτώσει πιο αυθεντικούς από τις τυποποιημένες, «κούφιες» θεματικές της βρετανικής Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών. Η γενναία απόρριψη της Αναγέννησης και η αποκατάσταση της δυτικής μεσαιωνικής τέχνης ξέρω πως προκαλεί έκπληξη. Οι ιδέες τους όμως για ρεαλισμό και επιστροφή στην φύση, η έξοδος από τα σκοτεινά ατελιέ, η πίστη στο πραγματικό φως, το λαμπερό χρώμα και την σχολαστική λεπτομέρεια, η πεποίθηση για μία τέχνη με ηθικό, κοινωνικό και πνευματικό βάρος, προετοιμάζει νομίζω τα μεγάλα ρεύματα που ακολούθησαν. Κι ας μη φαίνεται αυτό με μια πρώτη ματιά. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ακόμη και τα θρησκευτικά τους θέματα τα αποδίδουν με γήινο, σοκαριστικό για την εποχή ρεαλισμό. Και βέβαια δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε την άμεση επαφή με την μεγάλη ποίηση: από τον κύκλο του Αρθούρου, τον Δάντη και τον Σαίξπηρ ως τον Κητς και τον Τέννυσον. Χαίρομαι που υπενθυμίζεις την επιρροή τους στον πρώιμο Πάουντ και τον Γέητς, ο πατέρας του οποίου ήταν γνήσιος Προραφαηλίτης ζωγράφος. Το «Make it New» του μοντερνιστή Πάουντ και ο «Αποχαιρετισμός» του Hugh Selwyn Mauberley, η οριστική ρήξη με την αναζήτηση της ομορφιάς (υπό το πρόσχημα ότι ο κόσμος αλλάζει βίαια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), στάθηκαν μοιραίες κινήσεις, αν και βλέπω κάποιες επιβιώσεις του ρεύματος μέσα στον υπερρεαλισμό. Μα νομίζω πως ξέφυγα από την ερώτηση και την μελαγχολία της Μαρίας Σπάρταλη που με την ευφυΐα της είχε καταλάβει πολύ νωρίς πως ανήκε σε ένα κόσμο που πεθαίνει.

— Ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτήν λοιπόν. Ξέρουμε βεβαίως τα εικαστικά της έργα που εκτίθενται σε γνωστά μουσεία. Οι υπόλοιπες πηγές για τη ζωή της πόσο πλούσιες είναι, τι περιθώριο, μικρό ή μεγάλο, σου άφησαν για να την «νιώσεις»; Σε κάποιο σημείο την βάζεις να ξεφυλλίζει την μετάφραση του Φάουστ από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, μετανοημένη που άφησε τις ελληνικές της ρίζες να ατροφήσουν. Ξέρουμε κι από άλλες πηγές, τον Βικέλα λ.χ., τις βιογραφίες του Καβάφη, πόσο καλά προσαρμοσμένοι ήταν οι Έλληνες στο περιβάλλον της βικτωριανής Αγγλίας. Αλλά και πόσο γρήγορα ενίοτε αφομοιώνονταν πλήρως…

Θίγεις ένα κρίσιμο σημείο που με απασχόλησε ιδιαίτερα πριν αφεθώ τελικά στην φαντασία και το ένστικτό μου – το μεγάλο πλεονέκτημα της μυθοπλασίας απέναντι στην ιστορική μελέτη και την βιογραφία. Δυστυχώς οι πηγές για την ίδια είναι ελάχιστες, ακόμη και οι επιστολές της λιγοστές. Αυτές δε που ελάμβανε ανύπαρκτες – μαρτυρείται ότι τις έκαψε. Τα περιθώρια συνεπώς ήταν μεγάλα, αντιστοίχως και η διακινδύνευση. Αντιθέτως για τον σύζυγό της, τον Ουίλλιαμ Στίλλμαν, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα αφού έγραψε και εξέδωσε απομνημονεύματα. Η αναφορά στην μετάφραση του Προβελέγγιου είναι επινοημένη, όπως και η παρουσία της π.χ. στο φιλελληνικό συλλαλητήριο του 1922, που όντως έγινε στο Λονδίνο. Δυστυχώς η Μαρία συν τω χρόνω πήρε αποστάσεις από την ελληνική ζωή και δεν είναι τυχαίο ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα. Θεωρώ βέβαιη την πικρία από τις επιθέσεις του αθηναϊκού τύπου κατά του πατέρα της (προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο και επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε ελληνικά επαναστατικά κινήματα) αλλά και κατά του Στίλλμαν, φίλων αμφοτέρων του Χαρίλαου Τρικούπη. Η εχθρότης του μικροελλαδισμού που εξαντλείται σε ηρωικούς δεκάρικους και των λεγομένων «αυτοχθόνων» έναντι των Ελλήνων των παροικιών είναι νομίζω γνωστές τοις πάσι. Ωστόσο η Μαρία δεν αγγλοποιήθηκε. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι τα παιδιά και τα εγγόνια της κατέληξαν στις ΗΠΑ (εκεί ζουν σήμερα οι απόγονοί της). Καμιά μεταφύτευση όμως δεν φέρνει την ευτυχία. Σκέπτομαι πως ήταν μοιραίο (αφού αποτύχαμε να συγκροτηθεί ο ελληνικός κοσμοπολιτισμός) άλλοι να γίνουν κοσμοπολίτες κι άλλοι να οχυρωθούν νοσταλγικά στην ανάμνηση του εθνισμού μας – πριν τα σαρώσει όλα ο επελαύνων μηδενισμός. Η πληγή της αποτυχίας του νέου Ελληνισμού πάντως παραμένει ανοιχτή. Ό,τι κι αν πουν οι ξεριζωμένοι, όσες δικαιολογίες και αν εφεύρουμε.

— Όπως και τ’ άλλα σου βιβλία, το Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη σχολιάζει διαμέσου του παρελθόντος το παρόν. Γράφεις λ.χ. «την πραγματική διαφορά μεταξύ των καθεστώτων δεν την κάνει το πρόσωπο των κυβερνώντων όσο ο χαρακτήρας των κυβερνωμένων». Ή, πιο ωμά αυτή τη φορά, «Ξένος πάλι – ανέχονται οι Ρωμιοί να βασιλεύει Ρωμιός;»

Κάθε φορά που αναλύουμε τις κακοδαιμονίες ή και τις συμφορές που μας πλήττουν, έχουμε την τάση να τις αποδίδουμε είτε σε μια «κρίση αξιών» είτε σε ανάξιες ηγεσίες είτε, ακόμη χειρότερα, σε συνωμοσίες. Πρόκειται για ακίνδυνα εικονικά φάρμακα που παρουσιάζονται ως πανάκεια. Στην πραγματικότητα οι «αξίες» είναι πολιτιστικά προϊόντα, η ιεραρχία των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντά μας (για να μην πω συμφέροντα), οπότε και η εγκυρότητά τους μειώνεται καθώς οι προτιμήσεις και τα συμφέροντα εξελίσσονται. Προφανώς η εξουσία υποβάλλεται στην συνεχή βάσανο της αμφισβήτησης. Πότε όμως γίνεται αυτή η αμφισβήτηση ανταρσία και πολιτική μεταβολή; Οι κοινωνικοί επιστήμονες θα απαντούσαν όταν ωριμάσουν οι κοινωνικές συνθήκες. Εγώ θα έλεγα πως είναι οι χαρακτήρες των ανθρώπων που όταν συντονιστούν σε έναν κοινό τρόπο αντίδρασης οδηγούν στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές. Στην ελληνική περίπτωση που αναφέρεις, ο ημιάγριος ατομικισμός και η ενδιάθετη ροπή προς συνεχείς εμφυλίους πολέμους υποχωρούν μόνο μπροστά στο αίσθημα μιας ξένης διαιτησίας. Από την κλήση ξένων βασιλέων ως την πρόσκληση διαιτητών ποδοσφαιρικών αγώνων, από την αναζήτηση προπονητών ως την αμφίθυμη υποδοχή αθλητών, καθηγητών και πολιτικών με διεθνείς τίτλους, δεν αποδεικνύεται ένα θηριώδες έλλειμμα εθνικής αυτοπεποίθησης; Αλίμονο δε αν κάποιος ξεχωρίσει – για να μην αναφερθώ σε όσα αντιμετώπισε ο ελληνισμός των παροικιών όταν θέλησε να υπηρετήσει αυτόν τον τόπο. Σε αντίθεση λοιπόν με τις εφήμερες και μεταβαλλόμενες αξίες, ίσως θα έπρεπε να ξαναμιλήσουμε για αυτό που οι Αρχαίοι ονόμαζαν αρετές. Αλλά πώς κανείς να επικαλεστεί τέτοιες λέξεις, αν δεν αναγνωρίσει έναν ηθικό κώδικα από τον οποίο αυτές πηγάζουν; Και τέτοιος κοινός κώδικας  δεν υπάρχει όταν τελειώνει ένας ολόκληρος κόσμος…

— «Λίγο πριν τελειώσει αυτός ο κόσμος» είναι και ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου. Τίτλος που μοιάζει να συνοψίζει επιγραμματικά την ψυχική διάθεση που το γέννησε, και την βαθύτερη επίγνωση που το υποβαστάζει. Σκέφτομαι τώρα ότι και εδώ και έξω τα πιο αξιόλογα πράγματα που γράφονται μοιάζουν όλο πιο πολύ με Ρέκβιεμ. Του Σινιόσογλου το Απομονωτήριο λ.χ. Ή κάποια από τα βιβλία του Ουελλμπέκ.

Ακριβώς! Βέβαια αυτή η αίσθηση δεν είναι νέα. Ήδη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έχουμε τις πρώτες ρωγμές στην θεολογία της προόδου. Η Μαρία Σπάρταλη, έχοντας ζήσει την αισιοδοξία του 19ου αιώνα, λίγο πριν πεθάνει, με την εμπειρία ήδη του πρώτου τετάρτου του εικοστού αιώνα, νιώθει πως ο κόσμος που ήξερε τελειώνει. Σκέπτομαι πως εμείς, με την εμπειρία του πρώτου τετάρτου του εικοστού πρώτου αιώνα, μπορούμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα. Να πούμε πως πιθανότατα πεθαίνει όχι απλώς ο κόσμος «μας» αλλά ο κόσμος. Κοίταξε. Ένας πολιτισμός μπορεί να μην πεθάνει από μια φυσική ή πολεμική καταστροφή. (περισσότερα…)

Η συγγραφική πατρίδα του Ηλία Βενέζη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

«Τα Κιμιντένια, χαμηλά απ’ την Πέργαμο,
μοιάζουν σαν ένα πελώριο καράβι που στοίχειωσε
και καρφώθηκε μες στο Αιγαίο και περιμένει
το χέρι που θα του δώση ενέργεια να κινηθή,
ψυχή να υπάρξη».
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, «Γκαν», Αρχιπέλαγος

Πώς γεννιούνται τα πλάσματα της δημιουργικής φαντασίας; Νά ένα ερώτημα που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Ο Τόπος, η Περίσταση και το Αίμα (για να θυμηθούμε κάπως τον Ιππόλυτο Ταιν) δεν θα πάψουν, βέβαια, να τροφοδοτούν την ειδική εκείνη ροπή που κάνει τον άνθρωπο συγγραφέα. Ισχυρίζομαι ωστόσο ότι ο Τόπος είναι αυτός που θα καθορίσει το ύφος και παρόμοιες εμπειρίες, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα πλήθος επιλογών, δεν χρωματίζονται απλώς στον ορίζοντα του περιβάλλοντος (και ιδιαίτερα της άδικης απώλειάς του) αλλά υποβάλλουν και τον τρόπο που αδαείς και στεγνοί εύκολα θα χαρακτηρίσουν «επικό», «λυρικό» και άλλα κριτικά παρόμοια, αγνοώντας πως αυτός ο τρόπος είναι ο μόνος που διασφαλίζει εν τέλει την αλήθεια των υπαρκτών συγγραφικών πλασμάτων.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα από τις ακτές της Αιολίδας (αντίκρυ στη Λέσβο), στον δρόμο που οδηγεί από το Αϊβαλί προς την Πέργαμο και το Μπαλίκεσιρ, υψώνονται τα Κιμιντένια, μέρος της ορεινής αλυσίδας του Μαντρά νταγ, όπως η Ιστορία θέλησε να ονομάζεται σήμερα ο αρχαίος Πίνδασος. Αν τα Κιμιντένια είναι ο τόπος που ίσως καθόρισε τη φυσική του σώματος και τη μεταφυσική του πνεύματος ενός συγγραφέα, πράξη ευγνωμοσύνης στάθηκε το αντιχάρισμα αυτού του συγγραφέα που παρέδωσε στη μνήμη των επιγενομένων το όνομα ενός τόπου τον οποίο η ματαιότητα των ήχων και η αδιαφορία των ανθρώπων απειλούσε να αφανίσει, όπως τόσα και τόσα άλλα. Ο λόγος για τον Ηλία Βενέζη, τον πιο χαμηλόφωνο μα και πιο ηρωικό –επιτρέψτε μου να πιστεύω– της αιολικής άνοιξης. Αυτόν που έγραψε και αθανάτισε την Αιολική Γη.

Στη μικρασιατική τριλογία του Ηλία Βενέζη (όπως συνήθως αποκαλείται το μυθιστορηματικό του τρίπτυχο: Το νούμερο 31328, Γαλήνη και Αιολική Γη), το τρίτο, το βιβλίο της νοσταλγίας, έρχεται μετά την εξιστόρηση της τραγικής αιχμαλωσίας και της δραματικής προσφυγικής εγκατάστασης που περιγράφονται, αντίστοιχα, στα δύο πρώτα. Ο Ηλίας Μέλλος (που δεκαοκτάχρονος σύρθηκε από το Αϊβαλί στις πορείες θανάτου και είχε την τύχη να είναι ένας από τους μόλις 23 που επιβίωσαν από μιαν αποστολή 8.000 ανδρών), μετά το χρονικό της τραγωδίας αλλά και τα πρώτα του διηγήματα με την πίκρα της μνήμης της Ανατολής, θα νιώσει πως ήρθε η ώρα για την ανάμνηση των γλυκών ημερών της Αιολίδας, τους πρώτους μήνες της Κατοχής. Μια ονειρική διαφυγή και ανάγκη να θυμηθεί πως υπήρξαν και αισθήματα καλοσύνης και γενναιότητας στη γη; Ναι. Αλλά χωρίς να ξεχνάμε πως η πίκρα της απώλειας δεν παύει να διαπερνά, ρητά ή άρρητα, αυτή τη «γλυκιά» αναδρομή που καθόλου γλυκιά άλλωστε δεν την θεωρούσε ο ίδιος: «θα είναι ένα βιβλίο πικρό», εξομολογήθηκε τις μέρες που το έγραφε στον Άγγελο Τερζάκη. Μήπως δεν περιέχει άλγος και μόνον ως έννοια η νοσταλγία; Και μπορεί κανείς να παραβλέψει πως η έκδοση της Αιολικής Γης, τον Δεκέμβρη του 1943, θα βρει τον Βενέζη στα κελιά των μελλοθανάτων των φυλακών Αβέρωφ, εμπειρία που τόσο συγκλονιστικά περιέγραψε σε ένα άλλο βιβλίο του, στο Μπλοκ C;

Η Αιολική Γη έχει χαρακτηριστεί ως σύνθεση από παιδικές αναμνήσεις και ως αγροτικό ελεγείο. Ακριβέστερη είναι νομίζω η διατύπωση του Λώρενς Ντάρρελλ: «ένα ποιητικό σχόλιο για τη ζωή, τέτοια που ήταν άλλοτε στα Κιμιντένια πριν γίνει η έξωση απ’ τον Παράδεισο». Το μυθιστόρημα αυτό, «με τον επιδέξιο συγκερασμό καταστάσεων και διαθέσεων, δημιουργεί μιαν άλλη Εδέμ από τη χαμένη Ανατολή». Αν στην Εδέμ δεν υπήρχε χρόνος, αλλά μόνο μια ευλογημένη ατέλειωτη διάρκεια ευτυχίας, η εδεμική ατμόσφαιρα της Αιολίδας βγαίνει από την αναδημιουργία ενός τρόπου ζωής που έχει χαθεί, από τη λογοτεχνική διάσωση μιας κληρονομιάς που έχει αρπαχθεί. Στην ατμόσφαιρα αυτή κυριαρχεί μια λέξη, ένας τόπος: τα Κιμιντένια. (περισσότερα…)

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι B΄

Alphonse-Marie de Neuville (1835-1885), Η Υπεράσπιση του Μεσολογγίου
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  B΄
( Μέρος Α’ εδώ )

Ήταν οι μέρες που κυρίευε την ψυχή του Σολωμού η αγωνία για την τύχη της αποκλεισμένης πολιτείας αλλά και της Επανάστασης, όταν αντιχτυπούσαν ως τη Ζάκυνθο οι αντίλαλοι κανονιών από τα ρήχη του Μεσολογγιού, ενώ γυναικόπαιδα «θλιμμέν’ απομεινάρια της φυγής και του χαμού» γέμιζαν τους δρόμους και τα καντούνια του νησιού, και άλλες πόρτες άνοιγαν κι άλλες κλείνανε ερμητικά. Η αγωνία εκείνη θα γεννήσει μια σύνθεση που για χρόνια θα υφαίνει και θα ανυφαίνει, θα καταλύει και θα αναπλάθει όλο και τεχνικώτερα, μέχρι να αποδώσει τέλεια το ύψος του ακέραιου ανθρώπου, «το ύψος της ψυχής και εν ταυτώ τα φυσικά αισθήματα εις όλη τους τη σφοδρότητα» αλλά και «τα ιδιώματα του θείου πλάσματος», όπως σημειώνει ο Πολυλάς. Το έργο αυτό, που θα συγκεφαλαιώσει τη ζωή και τις ιδέες του, ο Σολωμός το δούλεψε περισσότερο από κάθε τι, σε όλη του τη ζωή σχεδόν. Το μέγα γεγονός της Εξόδου θα μετουσιωθεί τελικά με στέρεες λέξεις, τομές παραδειγματικές και έναν έξοχο συνδυασμό αφηγηματικών τρόπων και προσωπικών λόγων, στον ύψιστο συμβολισμό του ανθρώπου που ξεπερνά κάθε ανάγκη μα και κάθε ομορφιά της ζωής, για να λάμψει η ελευθερία ως ουσία του.

Πολυσήμαντο θα ήταν ένα τέτοιο ποίημα («η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη» όριζαν εξαρχής οι προλεγόμενοι Στοχασμοί), και ως τέτοιο δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολυεπίπεδο –αισθητικά, φιλοσοφικά, αφηγηματικά– ώστε να μορφοποιηθεί η Ιδέα και να γίνει εφικτή η απόδοση της υπεραισθητής φύσης του ανθρώπου και η συμφιλιωτική αρμονία μεταξύ της εξωτερικής ύπαρξης των όντων και της βαθύτερης ουσίας τους. «Μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό, από την αρχή ως το τέλος, όπου είναι η λέξη αιματοτσακισμένα». Η βία του εχθρού, η πείνα, η αρρώστια, οι πειρασμοί του έρωτα και του ξανθού Απρίλη, η σαγηνευτική φύση που είναι στην πιο καλή της ώρα, δεν θα μετακινεί τους Πολιορκημένους ούτε βήμα από την προσήλωση στο Ιδανικό και στο Χρέος.

Πάθη και αισθήματα, ορμήματα και φρονήματα, όλα σε αρμονική ισοζυγία και με δέος: έρωτας, μητρική αγάπη, τα κάλλη της φύσης, η δόξα, σύμπασα η ζωή. Μα όταν εναντιώνονται στο Πνεύμα όλα τούτα, όταν γίνονται απειλές για την Ιδέα, αυτή, κυρίαρχη, πανωραία και παντοδύναμη, υποτάσσει κάθε ατομικότητα, κάθε πάθος. Σε αυτό το Χρέος (αρχικός τίτλος που σκεπτόταν να δώσει στο έργο τούτο ο Σολωμός) βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της τέχνης αλλά και της ζωής τελικά. Γιατί η τέχνη έχει νόημα μόνον όταν ελευθερώνει τον άνθρωπο. Στο ποίημα του Χρέους, όπως σημειώνεται στους Στοχασμούς, «μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος». Στο τέλος, οι πολιορκημένοι θα θριαμβεύσουν επί της Οδύνης και θα φτάσουν όχι απλώς στην ηθική αυτοσυνειδησία αλλά στη Λύτρωση. (περισσότερα…)

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι

Johann Lorenz II Rugendas (1775-1826), Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1826
Επιχρωματισμένη ακουατίντα, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  Α΄

Αν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν αποτελεί το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα του ελεύθερου πια νεοελληνικού πνεύματος, τραγούδι ζωής και πίστης στην ιδέα του ανυπότακτου ανθρώπου, επίτευγμα που χαρακτηρίστηκε δίκαια ως ο «πρώτος γνήσιος καρπός της Ελληνικής φαντασίας, ύστερα από αιώνες μαρασμού της» (Ιάκωβος Πολυλάς), η ύψιστη στιγμή της ποιητικής ιδιοφυίας του Διονυσίου Σολωμού είναι μια σύνθεση η οποία, ημιτελής φαινομενικά, συνιστά το τέλειο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι το κατ’ εξοχήν Ποίημα, αυτό στο οποίο αναδεικνύεται, σε όλο της το βάθος και με όλη της την καθαρότητα, η ουσιώδης, η τραγική αλήθεια του κόσμου: η Ελευθερία. Πέρα όμως από τα τυπικά αισθητικά κριτήρια του τραγικού, πέρα από τον αγώνα εναντίον της Ανάγκης, στο έργο αυτό φανερώνεται και η ελληνική ιδιοσυστασία, που αναγνωρίζει τις χαρές της ζωής, τη φύση, τον έρωτα, την αυταξία της βιωτής, αλλά και που συγχρόνως δεν διστάζει να θυσιάσει τα πάντα χάριν της Ελευθερίας, της θεμελιώδους μυστικής αρμονίας των πάντων. Μια ταπεινή πολιτεία, στο άκρο μιας λιμνοθάλασσας της Ρούμελης που ξανοίγεται στον Κορινθιακό και της τεναγώδους πεδιάδας μεταξύ Αρακύνθου και βουνών της Βαράσοβας, το Μεσολόγγι, όρισε η Μοίρα ως σκηνή αυτής της φανέρωσης. Ας παρακολουθήσουμε πώς υψώθηκε τούτο το μέγα επίτευγμα, πρώτα ως ιστορικό γεγονός (όπως το αποτύπωσε στα απομνημονεύματά του ένας πολεμιστής από την αδούλωτη Χιμάρα της Ηπείρου, ο Σπύρος Μίλιος) και κατόπιν, πώς ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης το απαθανάτισε με το ανυπέρβλητο οικοδόμημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

*

Παράξενη η τύχη των πόλεων. Πενήντα χρόνια πριν, στα Ορλωφικά, το Μεσολόγγι, η πολιτεία που έμελλε να γίνει ιερή, είχε πυρποληθεί από τους Τουρκαλβανούς και παραμονές της Παλιγγενεσίας δεν είχε ακόμη καλά- καλά συνέλθει. Δεν αριθμούσε πάνω από 800 σπίτια και 4.000 κατοίκους. Παρότι υπήρξαν μεμονωμένα επεισόδια, όπως η επίθεση του οπλαρχηγού του Ζυγού Δ. Μακρή στη Σκάλα, στις 5 Μαρτίου, κατά τουρκικού θησαυρού προοριζόμενου για τη Ναύπακτο, πράξη που μπορεί να θεωρηθεί πρώτο επαναστατικό επεισόδιο, ο σηκωμός εδώ δεν άρχισε αμέσως, όπως στην Ανατολική Στερεά. Δεν υπήρχαν οπλαρχηγοί με την ισχύ ενός Οδυσσέα Ανδρούτσου, το σθένος του Διάκου ή ένας Πανουργιάς. Η εγγύτητα των οθωμανικών στρατιωτικών κέντρων, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπου βρισκόταν ο Χουρσίτ με μεγάλες δυνάμεις για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά, οι δυσκολίες επικοινωνίας και συγκοινωνιών, οι μνήμες από την επανάσταση του 1770 και η αναποφασιστικότητα των αρματολών του Βάλτου και του Ξηρόμερου Τσόγκα και Βαρνακιώτη, συνετέλεσαν η Επανάσταση στο Μεσολόγγι ν’ αρχίσει μόλις στις 20 Μαΐου 1821, όταν φάνηκαν τα υδραίικα και τα σπετσιώτικα πλοία και οι Μεσολογγίτες, με επικεφαλής τους προκρίτους Ραζηκότσικα, Παπαλουκά και Καψάλη, πήραν τα όπλα και ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο τουρκικό διοικητήριο.

Γρήγορα το Μεσολόγγι θα εξελιχθεί σε κέντρο των οπλαρχηγών της Δυτικής Στερεάς αλλά και «στρατηγείο» του δαιμόνιου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που έφθασε διά θαλάσσης στις 21 Ιουλίου. Ικανότατος αλλά και φιλόδοξος ο Φαναριώτης πρίγκιπας προσεταιρίστηκε αμέσως προκρίτους και οπλαρχηγούς, όπως ο Δημήτριος Μακρής και ο Ανδρέας Ίσκος, υποσχόμενος τίτλους και αμοιβές, αλλά και τον Αλέξη Νούτσο που ήρθε από την αυλή του Αλή για να προτείνει στους φιλέλληνες αξιωματικούς που έρχονταν στην περιοχή, να… καταταγούν στο στρατό του πασά των Ιωαννίνων προς αντιμετώπιση της πολιορκίας του από τον Χουρσίτ. Χάρη στη μεσολάβηση του Νούτσου ο Μαυροκορδάτος θα επιτύχει να φέρει κοντά του και τους Σουλιώτες, δύναμη σπουδαία στην οποία θα στηρίζεται σταθερά ενώ παράλληλα θα οργανώσει τη συνέλευση που θα ψηφίσει τον Νοέμβρη του 1821 το δικό του πολιτικό σχήμα, τον Οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. (περισσότερα…)

Η Ευρώπη και ο αρκτικός της καθρέφτης

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Θα ήταν φαινόμενο κωμικό αν δεν αφορούσε τόσο άμεσα τη ζωή μας. Μιλώ για τη στρατηγική παράλυση της ευρωπαϊκής ηγεσίας παρά τα αλλεπάλληλα ραπίσματα του πιο αυθεντικού εκπροσώπου του αμερικανικού ήθους. Οι διακηρύξεις αλληλεγγύης προς τη Δανία, τα δειλά αντίμετρα, οι τελετουργικές δηλώσεις περί σεβασμού της κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των εθνών (στον αρκτικό κύκλο και τις ουκρανικές πεδιάδες τουλάχιστον), ελάχιστα καλύπτουν την σκληρή πραγματικότητα: η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τα στρατιωτικά μέσα, ούτε την πολιτική βούληση να αντιμετωπίσει κατά μέτωπον τον Αμερικανό προστάτη της. Όλοι γνωρίζουν ότι την κρίσιμη στιγμή, η Γροιλανδία θα κείται μακράν. Όμως το γεγονός είναι αδιαμφισβήτητο. Η Ευρώπη μετά από ογδόντα χρόνια βρίσκεται πάλι σε ένα γεωπολιτικό σημείο καμπής και το ζήτημα της Γροιλανδίας, καταδεικνύει περίτρανα αυτό που όλοι φοβούνται να πουν: η Ευρώπη δεν είναι εταίρος, αλλά ικέτης. Πώς φτάσαμε όμως ως εδώ; Γιατί καλή και άγια η οργή για τη χυδαιότητα του Ντόναλντ Τραμπ (παρότι μόλις πριν από λίγους μήνες η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, «πούλησε» την απόλυτη ταπείνωση ως μια καλή εμπορική συμφωνία), όμως αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει συγχωροχάρτι για όσους που επί δεκαετίες έχτιζαν μια χωρίς ηθικές αρχές ευδαιμονιστική γραφειοκρατία που τώρα έντρομη πασχίζει να σώσει το σαρκίο της.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990, αρκετοί αναλυτές προέβλεπαν την εξάντληση της Ατλαντικής συμμαχίας, όχι λόγω κάποιας ιδεολογικής σύγκρουσης, αλλά λόγω της σταδιακής απόκλισης στρατηγικών συμφερόντων. Το ζήτημα της Γροιλανδίας είναι απλώς η κορωνίδα αυτής της απόκλισης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συλλογίζονται πλέον με ημισφαιρικούς- ηπειρωτικούς όρους, ενώ η Ευρώπη παραμένει παγιδευμένη σε ένα κανονιστικό και διαδικαστικό πλαίσιο. Τι κι αν κάποιοι είχαν προειδοποιήσει, με αξιοσημείωτη πρωιμότητα, για την θεμελιωδώς ασύμμετρη φύση της διατλαντικής σχέσης, ορίζοντας τον ατλαντισμό ως μορφή στρατηγικής και ψυχικής αποξένωσης; Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών νόμιζε (με το αζημίωτο φυσικά δι’ εαυτήν) πως η Ευρώπη ήταν σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η Ευρώπη γινόταν όλο και υποδεέστερη περιφέρεια της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Τώρα, μετά από δεκαετίες αμυντικής αβελτηρίας, τεχνολογικής εξάρτησης και πολιτισμικής αμερικανοποίησης, (περισσότερα…)

Ίων Δραγουμης: Το λάγιο αρνί του ελληνισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Το εκδοτικό ημερολόγιο του 2025 έκλεισε με ένα μείζονος φιλολογικής σημασίας γεγονός. Την έκδοση, χάρη στην πολύχρονη συστηματική εργασία του αφιερωμένου στις δραγουμικές σπουδές Νώντα Τσίγκα, ενός ακόμη τμήματος από τα αδημοσίευτα Τετράδια του Ίωνος Δραγούμη. Ίσως μάλιστα του πιο καίριου για να αντιληφθούμε τη βαθύτερη ηθική και ψυχική ιδιοσυστασία του συγγραφέα τους, που καιρός είναι πια να πάρει την υψηλή θέση την οποία δικαιούται στα ελληνικά γράμματα. Σε αυτά τα Τετράδια (της περιόδου 1902- 1904), δεν λάμπει απλώς μια ψυχή δυνατή, βαθιά και πλούσια που αγωνίζεται σε κατάσταση διαρκούς ταραχής να συλλάβει το νόημα της ύπαρξής της. Δεν ανατέμνεται μόνο το περιβάλλον προσώπου με σημαντικότατο ρόλο στον επικό αγώνα της μακεδονικής ελευθερίας. Μέσα στις σελίδες του τόμου αυτού, ακολουθώντας τα βήματά του στα βουνά της Μακεδονίας (αλλά και της Ανατ. Ρωμυλίας), φωτίζεται ένας χαρακτήρας που θα γινόταν, μερικά χρόνια αργότερα, από λάγιο αρνί του Ελληνισμού ο Άμλετ του εθνικού διχασμού. Επιπρόσθετα: δεν είναι μικρότερης αξίας, ότι από τη μελέτη των Τετραδίων αυτών γίνεται πλέον σαφές και αναμφίλεκτο, από άποψη γραμματολογική, πως ο Δραγούμης, «η πιο βασανισμένη ψυχή στη λογοτεχνία μας», όπως επισήμαινε ο Γ. Θεοτοκάς, ήταν όντως «ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που ένιωσε την ύπαρξη του εσωτερικού ανθρώπου». Όποιος μελετήσει τα ημερολόγια του Ίδα, δεν θα βρει συμπυκνωμένο απλώς έναν συγγραφέα (όπως σημείωνε ο ίδιος στις 4 Απριλίου 1904) αλλά θα νιώσει τη σπάνια ηλεκτρική σπιθοβολή, για την οποία εκείνος έκανε λόγο. Αρκεί να είναι Ζωντανός.

Η περίοδος που καλύπτουν τα δημοσιευόμενα Τετράδια περιλαμβάνει όλη την πρώτη φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Οι εγγραφές ξεκινούν από τις 12 Μαΐου 1902 στην Αθήνα, έξι μήνες πριν από τον διορισμό του Ι. Δραγούμη ως γραμματέα του προξενείου Μοναστηρίου, στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και κλείνουν στις 26 Δεκεμβρίου 1904, πάλι στην Αθήνα, όπου μόλις έχει επιστρέψει από τη θητεία του στο ελληνικό προξενείο Φιλιππουπόλεως, λίγο πριν αναχωρήσει για το προξενείο της Αλεξάνδρειας. (περισσότερα…)

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά. Η σκέψη αυτή ήρθε στον νου μου βγαίνοντας από την αίθουσα όπου είδα την κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια. Μια ταινία έντιμη που, αν μη τι άλλο (πέρα από ορισμένες ανακρίβειες και υπερβολές), αποδίδει πιστά το πρόσωπο ενός πολιτικού ηγέτη εμπνευσμένου και ανιδιοτελούς, ενός ανθρώπου με πίστη αλλά και πατριωτικό ρεαλισμό, ενός χαρακτήρα ευπροσήγορου όσο και αποφασιστικού, απολύτως αφοσιωμένου στο όραμα και στο σχέδιο για τη θεμελίωση σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Η σκέψη «Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά» αφορά στη δημόσια συζήτηση που για μία ακόμη φορά εγκλωβίστηκε στη διαχρονική και αδιέξοδη πόλωση, με εκατέρωθεν ανοησίες δύο στρατοπέδων που κρατούν τη χώρα δέσμια της καθυστέρησης και της εξάρτησης, με ρητορείες και παντομίμες είτε «εκσυγχρονισμού» είτε «παράδοσης». (Ελλάδα: η χώρα που για να ακριβολογείς πρέπει να χρησιμοποιείς πάντα εισαγωγικά).

Για τους κοντοτιέρους των Φώτων δεν υπάρχει Τότε διαφορετικό από αυτό που φαντασιώνονται ως αναγκαία πορεία προς την πρόοδο. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει αγώνες κοινούς με τους κοτζαμπάσηδες και την ολιγαρχία ή και φόνους («Απόλλων»: «ο τύραννος έπεσε»), προκειμένου να λείψει ο πραγματικά φωτισμένος ηγέτης που θα συγκροτούσε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος χωρίς να ξεριζωθεί η ελληνική ταυτότητα. Δεν διστάζουν για τούτο να διακινούν χοντροκομμένα ψέματα για τον «τύραννο» Καποδίστρια, λες και δεν τον κάλεσε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, λες και δεν υπήρξε ο εκλογικός θρίαμβος του 1829 και η Δ΄ εν Άργει Εθνοσυνέλευση. Γράψαμε παλαιότερα για το έργο του κυβερνήτη Καποδίστρια που κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει. (περισσότερα…)

«Ο Αποσυναρμολογημένος Άνθρωπος» 

*

 Ή πώς η ψηφιακή τεχνολογία κατατρώει την ύπαρξή μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Είναι μόλις 24 ετών. Και δεν έχει γνωρίσει τον κόσμο πριν από την ψηφιακή εποχή. Κι όμως. Το βιβλίο του, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη Γαλλία, θέτει το ζήτημα του καιρού μας χωρίς περιφράσεις. Αυτό που κατά τον Baptiste Detombe –αυτό είναι το όνομα νέου Γάλλου δοκιμιογράφου– διακυβεύεται με την ψηφιακή επανάσταση δεν είναι τίποτα λιγότερο από την επιβίωση ή την κατάρρευση του ανθρώπινης ύπαρξης. Το βιβλίο επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τον χώρο στον οποίο κινείται η ολοένα και πιο εικονικοποιημένη ύπαρξή μας, δείχνοντας πώς η αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας που προκαλείται από την ψηφιακή τεχνολογία διαβρώνει σταδιακά ορισμένες από τις πιο βασικές ανθρωπολογικές μας σταθερές εκ των έσω, τόσο στην κατασκευή της ταυτότητάς μας όσο και στη σχέση μας με τον Άλλο.

Εκκινώντας από την στατιστική διαπίστωση ότι τα παιδιά στη Γαλλία περνούν πλέον τόσο χρόνο μπροστά σε μια οθόνη όσο και στην τάξη και οι έφηβοι αφιερώνουν μόνο 12 λεπτά την ημέρα στο διάβασμα έντυπου βιβλίου –σε σύγκριση με 5 ώρες και 10 λεπτά σε οθόνες– ο ταλαντούχος δοκιμιογράφος εξετάζει πώς η ψηφιακή τεχνολογία «κατατρώει τη ζωή μας». Βασιζόμενος σε μια σύνθεση μελετών και δημοσιεύσεων από ερευνητές διαφορετικών ιδεολογικών χώρων, ο Μπατίστ Ντετόμπ σχολιάζει μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ που έδειξε ότι, κατά μέσο όρο, οι άνθρωποι προτιμούν «να υποβληθούν σε ηλεκτροσόκ παρά να υπομείνουν 6 έως 15 λεπτά σιωπής». Το ποσοστό των ανθρώπων που περιηγούνται στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια του χρόνου διακοπών τους, προσθέτει, «έχει αυξηθεί κατά 40 μονάδες από το 2013 (70%!)». Μέσα σε μια δεκαετία! Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους νέους, των οποίων το εύρος προσοχής κατακερματίζεται ολοένα και περισσότερο και των οποίων οι ζωές υπαγορεύονται από εφαρμογές που, χάρη σε ολοένα και πιο εθιστικούς αλγόριθμους και διαδικασίες (βίντεο 20 δευτερολέπτων, σάρωση με το δάχτυλο, ατελείωτη κύλιση), καθορίζουν τι βλέπουν, τι ακούν και τι τους αρέσει.

«Το σύγχρονο εγχείρημα της αυτονομίας έχει ολοκληρωθεί με την ψηφιακή επανάσταση», λέει σε πρόσφατη συνέντευξή του στην επιθεώρηση Philitt, ο Ντετόμπ, που όταν μιλάει για ψηφιακό κόσμο τα περιλαμβάνει όλα: (περισσότερα…)

Από τον Λαφόργκ στον Έλιοτ και από τον Καρυωτάκη στον Σεφέρη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Στην «Εισαγωγή στον Θ. Σ. Έλιοτ» του Γιώργου Σεφέρη (1936) και με αφορμή το ζήτημα της «καθαρής ποίησης» (poesie pure) που δέσποζε στις λογοτεχνικές συζητήσεις εκείνου του καιρού, μία παράγραφος έχει ίσως επιπρόσθετη αξία. Αναφερόμενος στην ροπή να τίθεται η συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες του Κ. Καρυωτάκη ως όριο της νέας «καθαρής ποίησης» και αφού θέσει ως απαρχή της σύγχρονης ποίησης το έργο του Μπωντλαίρ (χαρακτηρίζοντας γενικότερα τον συμβολισμό ως το «πρώτο σημαντικό στάσιμο»), ο Σεφέρης αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει και για τις οφειλές του Τ. Σ. Έλιοτ προς τον Ζυλ Λαφόργκ, τον λιγόχρονο και ελάχιστα γνωστό στις ημέρες μας, Γάλλο συμβολιστή που υπήρξε ένας εκ των πρωτοπόρων της νεωτερικής ποίησης.

«Η αποφασιστική επίδραση πάνω στο έργο του Έλιοτ και η πιο γόνιμη, στάθηκε η επίδραση του Jules Laforgue: πικρά συναισθήματα κάτω από μια χιουμοριστική απάθεια, λεπτομέρειες κοινότοπες με μια ροπή να γίνουν συγκλονιστικές, δίψα του απολύτου που καταλήγει σε μηδενισμό, εικόνες ρεαλιστικές εναρμονισμένες με την αίσθηση μιας ψυχικής απομόνωσης, ποίηση γελωτοποιού όπου οι επιστημονικοί όροι και οι λόγιες εκφράσεις χρησιμοποιούνται για να καλύψουν μιαν αμλετική αναποφασιστικότητα, μουσική γεμάτη από παρατονισμούς, όπως και η ψυχολογία. Κάτι γνωρίσαμε κι εμείς από τη διάθεση αυτή με τον Καρυωτάκη».

Ποιος ήταν όμως αυτός ο ποιητής, η «διάθεση» του οποίου επηρέασε δραστικά τον Τ. Σ. Έλιοτ μα και τον Κ. Καρυωτάκη; Ο Ζυλ Λαφόργκ γεννήθηκε το 1860 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, απ’ όπου, μικρό παιδί, επέστρεψε στη Γαλλία για να εξελιχθεί εκεί σε αριστοτέχνη της λυρικής ειρωνείας και σ’ έναν από τους πιο προικισμένους εισηγητές του ελεύθερου στίχου, πριν πεθάνει στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 27 χρονών, φυματικός και πάμπτωχος. Είχε προλάβει να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (περισσότερα…)

Για τον Γιώργο Ιωάννου, σαράντα χρόνια μετά

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Σαράντα χρόνια μετά την πρόωρη και αδόκητη κοίμησή του, μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. Οφείλουμε στον Γιώργο Ιωάννου την πιο αυθεντική έκφραση της ανθρωπογεωγραφίας της Θεσσαλονίκης, την αρτιότερη μέχρι σήμερα περιγραφή της στη λογοτεχνία μας. Αν αυτό, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να αφορά κυρίως τη μητέρα του πόλη, που έχει χάρη στο έργο του Ιωάννου ένα γερό θεμέλιο αυτογνωσίας αλλά και προσανάμματα ζωής (ζωής αληθινής και όχι υποταγμένης σε ιδέες, είτε λατρευτικών υπερβολών είτε ενοχικών αυτομαστιγώσεων), η νεοελληνική πεζογραφία εν συνόλω τού οφείλει και κάτι επιπλέον. Ένα παράδειγμα έξοχου ύφους, το οποίο αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε, παρά τις αντιρρήσεις ενός συμπλεγματικού μικροαστικού προοδευτισμού που στο όνομα του μοντερνισμού, τού καταλόγιζε… επαρχιωτισμό.

Το παράδειγμα του Ιωάννου, η μονομερής αφήγηση με διάσπαση του θέματος σε ψηφίδες, η ανασύνθεση του χρόνου, η καταγραφή των συμβαινόντων με λόγο ενδιάθετο και τρόπο προσωπικό, πρωτότυπο και πειστικό, δεν ανανέωσε απλώς την ηθογραφία μιας ιδανικής ενότητας σώματος και ψυχής, που συντηρεί τα όνειρα ενός ολόκληρου κόσμου με αξιοπρέπεια και κατανόηση. Μπορεί να είχε ως πυρήνα έμπνευσης τη Θεσσαλονίκη, νομίζω ωστόσο πως αφορά γενικότερα και τον τρόπο που αντικρίζουμε τη ζωή και την τέχνη. Αν δηλαδή θέλουμε να είναι αυτό οικειοποίηση και στη συνέχεια ανάπλαση του κοινού βιώματος, μύθων χάρη στους οποίους μπορούμε να συνυπάρχουμε, ή διανοητική άσκηση ξεριζωμένων γραφομανών.

Μίλησα ήδη για βίωμα και τη σημασία να έχει ο λόγος βάρος βιώματος. Δεν εννοώ πως πρέπει η αφήγηση να είναι αυτοβιογραφική. Ο Ιωάννου αυτό το απέφυγε θαυμάσια γιατί ήξερε πώς από το εφήμερο και το ιδιωτικό να ανάγεται στο διαρκές και το συλλογικό. Μπορεί να ξεκινά από το υπαρκτό βίωμα, ουδέποτε όμως ξεπέφτει σε οικτίρμονα αυτοπαρατήρηση ή σε μελοδραματικά ξεσπάσματα. Δεν είχε ψυχολογία πλασιέ. Το πάθος του για την κληρονομιά και την παράδοση δεν ήταν αφελές. Πήγαζε από τη βαθιά γνώση ότι ο διχασμός μεταξύ του δήθεν υψηλού καλλιτεχνικού έργου και του λαϊκού αναγνώσματος είναι μια από τις κακοδαιμονίες όχι απλώς της λογοτεχνίας αλλά του μοντέρνου κόσμου γενικά. Η διήγηση είναι τέχνη λαϊκή εκ φύσεως, ακροαματική από τη σύστασή της. Και συνάπτεται πάντα με τα κοινά πάθη. (περισσότερα…)

Νικαίας εγκώμιον

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Τη χρονιά αυτή συμπληρώνονται 1700 χρόνια από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Οι θεολογικές εκδηλώσεις, προφανώς, θα είναι αρκετές. Στο σημείωμα αυτό ας θυμηθούμε την κάποτε λαμπρή ελληνική πόλη της Βιθυνίας, που γνώρισε κι αυτή τις συνέπειες της κατάκτησης και του εξανδραποδισμού, μέσα από το εγκώμιο που έγραψε ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις, τον καιρό που η πόλη ήταν έδρα του εξόριστου βυζαντινού κράτους (μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης, την 13η Απριλίου 1204) και το οποίο σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση παραθέσαμε στο βιβλίο Το στέμμα των αυγών (Καστανιώτης, 2020). Το 1331, μετά από τριετή πολιορκία, η Νίκαια έπεσε οριστικά στα χέρια των Οθωμανών. Έκτοτε παρήκμασε και το 1920, πριν εισέλθει σε αυτήν ο ελληνικός στρατός, για μια τελευταία ελπίδα ελευθερίας, γνώρισε τη δήωση από τους τσέτες του Κεμάλ, τη σφαγή των κατοίκων της και την καταστροφή του ιστορικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (φωτογραφία). Ο άλλος ιστορικός της ναός, η Αγία Σοφία, που μετατράπηκε σε μουσείο, σήμερα λειτουργεί και πάλι ως τζαμί. Το κείμενο που ακολουθεί, ενός λαμπρού διανοούμενου βασιλέα που πέθανε δυστυχώς νεότατος, αφήνοντας όμως έργο στιβαρό, φιλοσοφικό, θεολογικό αλλά και υμνογραφικό (δικός του ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας), ας είναι ένα πενιχρό μνημόσυνο των χιλιάδων αφανών μαρτύρων της Νικαίας, θυμάτων της φρίκης που οι άνθρωποι ονομάζουν Ιστορία.

~.~

Νικαίας εγκώμιον

«Νου θεϊκό θα πω αυτή την πόλη και τους πολίτες της αγαθούς διότι πράξη και θεωρία ευγενικά ενώνουν, τα σκαλοπάτια ανεβαίνοντας του λόγου με βήμα σταθερό, και από τη δύναμη της λογικής κοσμούμενοι, τον οικείο τους νου περιτειχίζουν· την πολιτεία τους, για να την κάνουν πιο περίβλεπτη κι από τον μηδικό τον πλούτο κι απ’ τη χρυσή ομηρική αλυσίδα που κρέμεται απ’ τον ουρανό. Έτσι έγινε αυτή η βασιλική πόλη ανώτερη κάθε άλλης, τους κατοίκους της περιβάλλοντας με τον πιο ωραίο ήχο, το πλέον εξέχον άκουσμα. Και σεμνυνομένη σεμνύνεται και στηριζομένη στηρίζει κι αν υπάρχει ακόμη κάποια ενάντια πολιτεία, αυτή με την ευστάθειά της είναι λιμάνι που από κείνη τους κατοίκους της προστατεύει. Διότι το σώμα τότε δεν παρεκκλίνει μόνον, όταν υπάρχει ευρυθμία ανάμεσα στα μέλη, τα μέρη και τα όργανά του…».

Μέρα λαμπρή, σε ώρα μελιχρότατη ο λαός της Νικαίας άκουγε το εγκώμιό του και ήταν χυμένο ολόγυρα κάτι πιο χαϊδευτικό κι από το αεράκι της Προποντίδας, πιο δροσερό από το βάλσαμο των ολοπράσινων πευκώνων του Ολύμπου που ντύνανε τη γιορτή της επιστροφής του βασιλέα, μουσική υπόκρουση στα λόγια του διαδόχου για την πόλη που είναι κέντρο των γραμμάτων του καιρού μας, Αθήνα του αιώνα μας. Μα ο ρήτορας ήξερε και πώς μια πόλη στην παρακμή ξεπέφτει – δεν εγκωμίαζε μόνο: (περισσότερα…)

Αλαίν ντε Μπενουά, «Οι Ευρωπαίοι είναι οι άρρωστοι του πλανήτη»

*

«Οι Ευρωπαίοι είναι οι άρρωστοι του πλανήτη σήμερα. Δεν έχουν ιδέα ποια μπορεί να είναι η μοίρα της Ευρώπης, γιατί η λέξη πεπρωμένο δεν έχει κανένα νόημα για αυτούς. Κυβερνούμενη από εκτοπλάσματα ή υπνοβάτες, που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να πολεμήσουν, αλλά τώρα είναι έτοιμοι να εμπλέξουν τον λαό τους σε έναν πυρηνικό πόλεμο, η Ευρώπη βρίσκεται σε κατάσταση πολιτισμικής εξάντλησης, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Σπένγκλερ. Αυτά τα τρομερά λόγια του Σιοράν έρχονται στο μυαλό: “Μάταια η Δύση αναζητά μια μορφή αγωνίας αντάξια του παρελθόντος της”».

Η πρόσφατη αυτή συνέντευξη του Γάλλου πολιτικού στοχαστή Αλαίν ντε Μπενουά παραχωρήθηκε στον ιστότοπο Breizh-info.com. Η μετάφραση είναι του Κώστα Χατζηαντωνίου.

///

Πώς ερμηνεύετε τις εξελίξεις στις διεθνείς σχέσεις μετά τις πρόσφατες δηλώσεις Τραμπ και Βανς για την Ουκρανία και τις επιπτώσεις τους στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών;

Έχω βιώσει μόνο ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός στη ζωή μου: την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος. Σκέφτομαι πως θα ζήσω και σε δεύτερο τώρα. Οι «παρατηρητές», ως συνήθως, δεν το είδαν να έρχεται. Η ιστορία ξαφνικά επιταχύνεται. Είμαστε σε σημείο που οι καθημερινές ειδήσεις παίρνουν την όψη δυστοπίας.

Η εκλογή Τραμπ είχε ήδη σημάνει μια μεγάλη ιστορική ρήξη. Ένα άλλο γεγονός ήταν η επανέναρξη των επαφών μεταξύ Λευκού Οίκου και Κρεμλίνου στις 12 Φεβρουαρίου. Δύο μέρες αργότερα, στο Μόναχο, ο αντιπρόεδρος Τζέυ Ντι Βανς κήρυξε έναν πραγματικό ιδεολογικό πόλεμο σε μια Ευρώπη που κατακλύζεται από τη μετανάστευση και γίνεται λεία της συλλογικής αμνησίας, η οποία στα μάτια του, αποτελεί αντιμοντέλο παρακμής και πολιτισμικής αυτοκτονίας. Στη συνέχεια ήρθε η ανακοίνωση ότι η Ουκρανία δεν θα επανενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ και ότι δεν θα ανακτήσει τα εδάφη που έχασε στο Ντονμπάς ή την Κριμαία. Στις 3 Μαρτίου, ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να σταματήσει κάθε βοήθεια προς την Ουκρανία. Τελικά, γινόμαστε μάρτυρες της διάλυσης της Ατλαντικής Συμμαχίας. Ναι. Ακόμα κι αν μας λείπει η προοπτική, ζούμε σε μια ιστορική στιγμή.

Τι μας λέει ο παραισθησιογόνος καυγάς της 28ης Φεβρουαρίου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βολοντίμιρ Ζελένσκι;

Το να μένεις στα ξεσπάσματα είναι σαν να κοιτάς το δάχτυλο που δείχνει τη Σελήνη. Σημασία έχει τι ειπώθηκε. Αντιμέτωπος με τον Ζελένσκι που διακηρύσσει την άρνησή του να σταματήσει έναν πόλεμο που δεν μπορεί να κερδίσει και ζητώντας «εγγυήσεις ασφαλείας» που οι Αμερικανοί είναι απρόθυμοι να του χορηγήσουν, ο Τραμπ του υπενθύμισε ότι δεν είναι σε θέση να υπαγορεύσει όρους επειδή δεν έχει διαπραγματευτικά χαρτιά ή ατού στα χέρια του. Του είπε επίσης ότι αν δεν αποδεχτεί αυτό που του προσφέρεται, θα αναγκαζόταν να υπογράψει μια συμφωνία ακόμη πιο δυσμενή για τη χώρα του, ή αλλιώς να προχωρήσει στην ολοκληρωτική συνθηκολόγηση.

Ας σημειώσουμε πρώτα ότι δεν υπάρχει τίποτα ασυνήθιστο στην τύχη της Ουκρανίας να διευθετηθεί αυτή μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών, αφού η Ρωσία και το ΝΑΤΟ ήταν οι πραγματικοί εμπόλεμοι. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν εξαρχής ένας πόλεμος με πληρεξούσια. Ταυτόχρονα, καταλαβαίνουμε ότι δεν έχασε μόνο η Ουκρανία. Ο Εμμανουέλ Τοντ δικαίως ανακοίνωσε: «Η δουλειά του Τραμπ θα είναι να διαχειριστεί την αμερικανική ήττα από τους Ρώσους». Πράγματι, περί αυτού πρόκειται. Πράγμα που μας οδηγεί να δούμε αυτόν τον φρικτό αδελφοκτόνο πόλεμο, που έχει διαρκέσει τώρα τρία χρόνια, με διαφορετικό πρίσμα. Ένας πόλεμος που προσωπικά τον βρίσκω ανυπόφορο γιατί έχω φίλους Ουκρανούς και Ρώσους φίλους και δεν νιώθω τίποτα άλλο παρά θλίψη βλέποντάς τους να αλληλοσφάζονται. (περισσότερα…)