Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891)

*

Γεννήθηκε στην Πόλη το μακρινό 1815. Πέθανε σαν σήμερα, στις 14 Απριλίου 1891. Με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους γαλούχησε γενιές. Τρία επεισόδια της ανθρώπινης κωμωδίας από τις σπουδαίες σελίδες του. – ΚΚ

///

«Τω 322», αφηγείται ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αντλώντας με τη σειρά του απ’ τον Πλούταρχο, «ο στόλος των Αθηναίων ηττήθη κατά κράτος υπό του Μακεδόνος Κλείτου περί Αμοργόν.» Ο δημαγωγός Στρατοκλής, προτού καν φτάσουν στην πόλη τα νέα, «εισελαύνει εστεφανωμένος» από το Δίπυλο, «βεβαιοί ότι νενικήκασι» και βάζει τον δήμο να εκδώσει ψήφισμα για επίσημες γιορτές και πανηγύρια.

Πανηγύριζε ακόμη η πόλη, όταν «καταφθάνουσιν εις Πειραιά τα ελεεινά του στόλου λείψανα». Ο δε Στρατοκλής, βλέποντας το πλήθος να αγανακτεί μαζί του που το είχε ξεγελάσει, θα δικαιολογηθεί με το αμίμητο: «Είτα τι πεπόνθατε δεινόν ή δύο ημέρας ηδέως γεγόνατε;» Ή, σε μεταγραφή: «Τι το φοβερό πάθατε; Περάσατε και δυο μέρες ευχάριστα!»

Παρ’ όλα αυτά, δεν έχασε τη θέση του, «δεν έπαυσε πρωτεύων εν Αθήναις». Στο τέλος μάλιστα «και παντοδύναμος ενταύθα εγένετο.»

///

Ότι ο στρατηγός Λυσίας ήταν ναυαγός, μας βεβαιώνει ο Παπαρρηγόπουλος, «είχεν αποδειχθή αναμφισβητήτως».

Στις Αργινούσες, κατά τη ναυμαχία με τους Λακεδαιμόνιους, σώθηκε πάνω σ’ ένα πλοίο βουλιαγμένο. Ακόμη κι αν οι άλλοι επτά συστρατηγοί του στον αθηναϊκό στόλο ήταν ένοχοι επειδή δεν περισυνέλεξαν (εν μέσω τρικυμίας!) τους πεσόντες και τους ναυαγούς, «ο Λυσίας ήτο ομολογουμένως αθώος».

Όμως οι αγανακτισμένοι στον δήμο ήταν πλήθος και οι λαοπλάνοι που τους έβαζαν φιτίλια άνθρωποι επιδέξιοι. Παρακάμφθηκαν λοιπόν κανόνες δικονομικοί και περιττά δικαστήρια και στήθηκαν στα γρήγορα «εις εκάστην φυλήν δύο υδρίαι, δηλαδή, ως ηθέλομεν ειπεί σήμερον, δύο κάλπαι».

Με άλλα λόγια, διενεργήθηκε (και τότε…) δημοψήφισμα πάνω σε ερώτημα εκβιαστικό: είτε όλοι ένοχοι, είτε όλοι αθώοι! Ο σοφός δήμος αν διάλεγε το δεύτερο «έμελλε να αποφασίση ότι και ο Λυσίας ήτο ένοχος διότι ναυαγός ων δεν έσωσε τους άλλους ναυαγούς»!!

Όπερ και εγένετο. Ο Λυσίας εκτελέστηκε μαζί με τους άλλους. Σ’ όσους μέσα σε κλίμα απίστευτης κατατρομοκράτησης αποτόλμησαν να διαμαρτυρηθούν για το παράλογο της διαδικασίας (ανάμεσά τους, μόνος αυτός μέχρι τέλους, ο Σωκράτης), το πλήθος βροντοφώναζε ότι «δεινὸν εἶναι εἰ μή τις ἐάσει τὸν δῆμον πράττειν ὃ ἂν βούληται», όπως διαβάζουμε στον Ξενοφώντα. Δηλαδή ότι είναι φοβερό να απαγορεύουν στον λαό να κάνει ό,τι του καπνίσει.

///

«Ο υδραυλικός Κράτης ο Χαλκιδεύς», γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, επεχείρησε μετά από εντολή του Αλέξανδρου «ν’ αποξηράνη την Κωπαΐδα.» Και είχε ήδη προχωρήσει αρκετά με το έργο όταν «αίφνης ηναγκάσθη να το διακόψη, στασιασάντων των Βοιωτών». Τι είχε συμβεί; «… οι Θηβαίοι εφοβήθησαν μήπως εξ αυτού ωφεληθώσιν οι Ορχομένιοι, οι αρχαίοι αυτών αντίζηλοι»…

Το περιστατικό το πρωτοβρίσκουμε στον Στράβωνα. Το ανέκδοτο με την κατσίκα του γείτονα, υποστηρίζουν οι μελετητές, είναι άλλης περιόδου.

*

*

*