προσφυγιά

Ὁ Μάμρα καὶ ἡ τυραννία τοῦ παρελθόντος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Κάπου στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 (συγκεκριμένα τὸ 1985) προβάλλεται γιὰ πρώτη φορὰ ἡ γνωστὴ στοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ γεννηθήκαμε στὴ δεκαετία τοῦ ’90 σειρὰ κινουμένων σχεδίων Thundercats (Θάντερκατς). Μπαίνω στὸ θέμα πολὺ γρήγορα· ἡ πλοκὴ μέσες-ἄκρες —τουλάχιστον γι’ αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸ παρὸν κείμενο— ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ πλανήτης τῶν ἀνθρωπόμορφων αὐτῶν αἰλουροειδῶν, ἡ Θαντέρα, ὑφίσταται καταστροφή. Οἱ κάτοικοί της ἀποδροῦν στὸ διάστημα μὲ ἕναν μεγάλο στόλο διαστημικῶν ἀεροσκαφῶν καὶ μιὰ ναυαρχίδα, ὡστόσο στὴν πορεία τους αὐτὴ δέχονται ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς Mutants (τὰ Μεταλλάγματα ἢ Μεταλλαγμένους, ἀνάλογα τὴν ἑκάστοτε μετάφραση), ὁρκισμένους ἐχθροὺς τῶν Θάντερκατς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν πλανήτη Πλάνταρ, γιὰ τὸν ὁποῖον δὲν διευκρινίζεται ἂν ἔχει ὑποστεῖ ἀντίστοιχη καταστροφὴ μὲ τὴ Θαντέρα.

Καταστρέφοντας τὸν διαστημικὸ στόλο τους ἀποτυγχάνουν νὰ διαλύσουν τὴ ναυαρχίδα, μέσα στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ξίφος τῶν οἰωνῶν, πηγὴ δύναμης τῶν Θάντερκατς, κι’ ἔτσι ὁ Τζάγκα, ὁ γηραιὸς ἀρχηγός, ἀναλαμβάνει νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν Τρίτη Γῆ προκειμένου νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐκεῖ. Οἱ Θάντερκατς μπαίνουν σὲ χρονοκάψουλες γιὰ νὰ διατηρηθοῦν ζωντανοὶ καὶ στὴν ἡλικία ὅπου βρίσκονταν, καὶ τελικὰ φτάνουν στὴν Τρίτη Γῆ, τὸν νέο αὐτὸν κόσμο, γιὰ νὰ διαπιστώσουν ὅτι ὁ μὲν Τζάγκα πέθανε ἀπὸ γηρατειά καθὼς ἀναμενόταν, ἐνῶ ὁ νέος τους ἀρχηγός, ὁ Λάιονο, λόγω ἐπιπλοκῆς στὴν κάψουλά του παρέμεινε ἔφηβος, πλὴν ὅμως στὸ κορμὶ ἐνηλίκου. Κάπου ἐκεῖ ξεκινάει καὶ ἡ κυρίως πλοκή. Στὴν Τρίτη Γῆ οἱ Θάντερκατς ἀποφασίζουν νὰ ἐγκατασταθοῦν, ὡστόσο τὴν ἴδια ἐποχὴ φτάνουν ἐκεῖ καὶ τὰ Μεταλλάγματα μὲ τὸν ἴδιο στόχο, ἐνῶ οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου αὐτοῦ ἐξουσιάζονται ἀπὸ ἕναν μουμιοποιημένο μάγο, τὸν Μάμρα, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν περιοχή του, συνεργαζόμενος μὲ τὰ Μεταλλάγματα κι’ ἄλλες δυνάμεις, πάντοτε καθοδηγούμενος ἀπὸ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ.

Ὣς ἐδῶ ὅλα καλά. Ἡ πλοκὴ δημιουργεῖ ἕνα σκηνικὸ περιπέτειας ποὺ ὑπόσχεται μάχες, στρατηγικὲς καὶ συγκινήσεις. Ἡ περιγεγραμμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ κινουμένου σχεδίου ἔχει διακριτοὺς ρόλους καὶ ἠθικὲς ἀποτιμήσεις. Οἱ Θάντερκατς εἶναι «οἱ καλοί»· μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τους ἄλλωστε βλέπουμε τὴν ἐκδίπλωση τοῦ κάθε ἐπεισοδίου. Ὁ δὲ Μάμρα, τὰ Μεταλλάγματα καὶ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ, μαζὶ μὲ ἄλλους κατὰ περίσταση συμμάχους τους, εἶναι οἱ ἐχθροί, οἱ ἀντίπαλοι, αὐτὸ ποὺ συνήθως ἀφαιρετικὰ ὀνομάζεται «οἱ κακοί».

Μιὰ προκλητικὴ ἀντι-ἀνάγνωση τῆς πλοκῆς θὰ μποροῦσε νὰ θέσει ἐπὶ μίας βάσεως τὴν ἀπόφανση περὶ ἑνὸς παρεξηγημένου Μάμρα. Κι’ αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ τελευταῖος ἐμφανίζεται ὡς τὸ ἀπόλυτο κακό καὶ ὡς ὁ ἀπόλυτος ἀντίποδας τῶν θετικῶν δυνάμεων τῶν Θάντερκατς. Μιὰ παιδικοῦ τύπου ἁπλοποιητικὴ ἀφήγηση ποὺ θέλει τοὺς ἥρωες ἑνὸς κινουμένου σχεδίου νὰ χωρίζονται σὲ «καλοὺς» καὶ «κακούς» προϋποθέτει μία (1) ὀπτικὴ γωνία, δοσμένη ἤδη ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ σκηνοθετικὴ πρόθεση. Ἀντιστρέφοντας ὡστόσο τοὺς ρόλους, ἡ σαφῶς περιγεγραμμένη εἰκόνα ἀρχίζει καὶ ἐμφανίζει κόμπους ποὺ ἀπαιτοῦν σύνθετα ἐργαλεῖα προκειμένου νὰ λυθοῦν. (περισσότερα…)

Σώζου Συρία

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Η σημερινή ιστορική κληρονομιά χιλιετιών στην Συρία, πλην των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων πληθώρας πολιτισμών, σαρκώνεται και στις εναπομείνασες εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες που βρίσκονται διάσπαρτες στη χώρα. Εντός της ισλαμικής σουνιτικής πλειονότητας, υπάρχουν χριστιανοί ―πρωτίστως Ελληνορθόδοξοι και Συρορθόδοξοι― διαφόρων δογμάτων και αποκλίσεων, ανατολικών και δυτικών, Δρούζοι, Σηΐτες και Αλαουΐτες. Εκτός από τους Άραβες σημαντική είναι και η παρουσία Κούρδων στα βορειοανατολικά της χώρας.

Πέρασμα και σταυροδρόμι κομβικό στο κοίλο του τόξου της εύφορης ημισελήνου, η Συρία γνώρισε εισβολές, κατακτήσεις και κατοχές ουκ ολίγες. Αυτή που σφράγισε καθοριστικά τη μελλοντική της εθνο-θρησκευτική υπόσταση βέβαια ήταν  η αραβική κατοχή και κυριαρχία λίγο πριν τα μέσα του 7ου αιώνα, καθώς η Δαμασκός αποτέλεσε και την πρωτεύουσα του πρώτου αραβικού χαλιφάτου (έως το 750 μ. Χ.). Στη νεώτερη και σύγχρονη εποχή, η απελευθέρωση από τον μακρύ οθωμανικό ζυγό στις αρχές τους 20ού αιώνα, ακολουθείται από τη γαλλική κυριαρχία (Γαλλική Εντολή) στην ευρύτερη Συρία, η οποία και χωρίζει την χώρα σε έξι κρατίδια, μεταξύ των οποίων αυτά των Δρούζων και των Αλαουϊτών. Μετά τον πόλεμο και την απόσχιση του Λιβάνου, η ανεξάρτητη πλέον Συρία σιγά-σιγά προσχωρεί στην ιδεολογία του αραβικού εθνισμού και σύντομα διαμορφώνει τη δική της εκδοχή, που εκφράζεται με την ανάδυση και την επικράτηση του κόμματος Μπάαθ. Πέραν της παναραβικής ιδεολογίας, του εκκοσμικευμένου προσανατολισμού του και των σοσιαλιστικών του κατευθύνσεων, με την κατάληψη της εξουσίας το 1970 από τον Χαφέζ αλ-Άσαντ, το Μπάαθ προσλαμβάνει σταδιακά και ιδιαίτερα επιπλέον χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η αποκλειστική, σεχταριστική κυριαρχία ―τόσο εντός του κόμματος όσο και διαμέσου αυτού― στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας, της Αλαουϊτικής μειονότητας, από τα σπλάχνα της οποίας προέρχεται κι ο πρόεδρος Άσαντ. Το δεύτερο ιδιάζον στοιχείο, ενδεικτικό παγίωσης αυταρχικών τάσεων και συμπεριφορών, δεν είναι άλλο από την προσωπολατρεία που αναπτύσσεται βαθμηδόν γύρω από τον πρόεδρο Άσαντ και την οικογένειά του, και η οποία σύντομα οδηγεί στην εδραίωση μιας δυναστικής τρόπον τινα διαδοχής της εξουσίας εντός των κόλπων της οικογενείας Άσαντ. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από το μονοκομματικό καθεστώς διακυβέρνησης που έχει πλέον επιβληθεί στη χώρα.

Ενώ ο Άσαντ κατόρθωσε αρχικά να καταστήσει σεβαστή την ανεξάρτητη παρουσία της χώρας του στην Μέση Ανατολή και να την εκσυγχρονίσει, οι οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που αποπειράθηκε είχαν περιορισμένα αποτελέσματα κι επιτυχίες, λόγω μεταξύ άλλων της εξωτερικής του πολιτικής, της ενδημούσας διαφθοράς κλπ. Παράλληλα με τη σθεναρή και αυταρχική διακυβέρνησή του, και λόγω του κυρίαρχου ρόλου της αλαουϊτικής μειονότητας στα πολιτικά πράγματα, ο Άσαντ παρείχε προστασία, δημόσια αναγνωρισιμότητα και ελευθερία κινήσεων και στις άλλες θρησκευτικές μειονότητες, τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς δηλαδή, τους Συρορθόδοξους, καθώς και τους Δρούζους και τους Σηΐτες. (περισσότερα…)

Και θα υπάρχει…

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ένα πρωί του 1978, σε μια από τις πρώτες τους «κοπάνες», τέσσερις μαθητές της Δευτέρας Γυμνασίου βρέθηκαν στο σπίτι ενός απ’ αυτούς (του Ιορδάνη Τρ.), όπου μέχρι το μεσημέρι άκουγαν παλιούς δίσκους του Στέλιου Καζαντζίδη. Λίγες ημέρες μετά, ένα από τα παιδιά εκείνης της παρέας, αυτός που γράφει τούτες τις γραμμές, αγόραζε έναν από τους πρώτους του δίσκους βινυλίου. Το περίφημο 33 στροφών lp «Υπάρχω» έπαιζε για μέρες σ’ ένα σπίτι που ως τότε ακούγονταν Θεοδωράκης, Χατζιδάκις και Αττίκ.

Ουδέποτε υπήρξα οπαδός μιας άκαμπτης αντικειμενικής αισθητικής αλλά ούτε με έπεισαν ποτέ οι φυγόπονες θεωρίες της πλαδαρής υποκειμενικότητας. Στην περίπτωση του Στέλιου Καζαντζίδη, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει σοβαρά ότι μιλούμε για ένα αδιανόητο μέγεθος φωνής, όμοιο του οποίου δεν γνώρισε ο ελληνικός εικοστός αιώνας. Στον περί ου ο λόγος δίσκο, σε ένα τραγούδι με τίτλο «Τι θέλεις από μένανε» (στο οποίο ο Καζαντζίδης, σχεδόν «αναιρώντας» την κεντρική… διακήρυξή του, τραγουδά «για σένα δεν υπάρχω πια»), μπορεί κανείς να ακούσει πώς αλλάζει διαρκώς μουσικές κλίμακες χωρίς να παίρνει ανάσα ενώ η φωνή του εκτινάσσεται με απίστευτο τρόπο από τον βυζαντινό πλάγιο ήχο σε οκτάβες βαρύτονου όπερας. Πέρα από την φωνή όμως. Στον Καζαντζίδη έχουμε τη ρητή αποτύπωση της ιωνικής μας ψυχής που ο κόμπος του λυγμού της πνιγόταν και ποτέ δεν έγινε κλάψα (όπως εύκολα και άκριτα κάποιοι νόμισαν) αλλά ένα σιωπηλό, σχεδόν ανέκφραστο δάκρυ. Γνωρίζω πως κάποιοι χαμογελούν και μόνο με το άκουσμα της λέξης «ψυχή». Προτιμούν πιο εγκεφαλικούς όρους, ακόμη και αυτοί που εμπιστεύονται τη ζωή τους σε ψυχ-αναλυτές και ψυχ-ιάτρους. (περισσότερα…)