Το ατμόπλοιο “Σαλαμινία”, που μετέφερε τη λαιμητόμο, τους δήμιους και τους κατάδικους.
Το ατμόπλοιο “Σαλαμινία”, που μετέφερε τη λαιμητόμο, τους δήμιους και τους κατάδικους.
~.~
~.~
Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος
Όχι μία, ούτε δύο, αλλά πέντε συνολικά επιγραφές τοποθετήθηκαν στον ναό της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, για να απαθανατίσουν την ολοκλήρωσή του το έτος 6382 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το καθ’ ημάς 873/4 μετά Χριστόν. Αυτή η επιγραφική «φλυαρία», που κάνει ευτυχείς τους σημερινούς ιστορικούς, αρχαιολόγους και φιλολόγους, οφείλεται στον ιδρυτή του ναού, τον βασιλικό πρωτοσπαθάριο και επί των οικιακών Λέοντα, και ανταποκρίνεται όντως στο μέγεθος και τη σημασία του εγχειρήματος.
Ο ναός της Σκριπούς συνιστά ένα ορόσημο στην εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι ένα ογκώδες κτίσμα που συνδυάζει παλαιές και νέες ιδέες με τρόπο σχεδόν πειραματικό, διαγράφοντας ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία προς την αποκρυστάλλωση του σταυροειδούς ναού με τρούλο, του καινούριου τύπου εκκλησιών που από τον επόμενο, 10ο αιώνα, επικράτησε σε όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και διαδόθηκε ακόμη και εκτός των συνόρων της. Η Σκριπού διαθέτει επίσης πληθωρικό γλυπτό διάκοσμο, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, ο οποίος σηματοδοτεί μία νέα αφετηρία στην τέχνη της βυζαντινής μαρμαρογλυπτικής. Κάτι άλλο που την κάνει ιδιαίτερη, είναι η ευρύτατη χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού στην κατασκευή της, με τρόπο που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για μια ενδεχόμενη πρόθεση συμβολικής σύνδεσης με την αρχαιότητα. Πέραν τούτων, αυτός ο μεγάλος ναός σχετίζεται με τη συντονισμένη τότε προσπάθεια του κράτους να ανασυγκροτήσει τη νότια Ελλάδα, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων ως εργαλείο την οικοδόμηση πολυδάπανων εκκλησιών, με ευεργετικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες.
Ανάμεσα στις πέντε επιγραφές που μνημονεύουν τον ιδρυτή του ναού και τα κίνητρά του, τους τρεις βασιλείς των Ρωμαίων Βασίλειο, Κωνσταντίνο και Λέοντα, και τον οικουμενικό πατριάρχη Ιγνάτιο, ξεχωρίζει εκείνη που έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του κτηρίου. Πρόκειται για ένα μακροσκελές εξάμετρο επίγραμμα, χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα και γραμμές-οδηγούς, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο:
☩ Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος ἔργα καλύψει
σῶν καμάτων, πανάριστε, βυθῷ πολυχανδέι λήθης
ἔργα ἐπεὶ βοόωσι καὶ οὐ λαλέοντα περ’ ἔμπης·
καὶ τόδε γαρ τέμενος παναοίδιμον ἐξετέλεσας
Μητρὸς ἀπειρογάμου, θεοδέγμονος ἰφιανάσσης,
τερπνὸν ἀποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αἰγλην·
Χριστοῦ δ’ἑκατέρωθεν ἀποστόλω ἔστατον ἄμφω,
ὧν Ῥώμης βῶλαξ ἱερὴ κόνις ἀμφικαλύπτει·
ζώοις ἐν θαλίῃσι χρόνων ἐπ’ ἀπείρονα κύκλα
ὦ πολύαινε Λέων πρωτοσπαθάριε μέγιστε,
γηθόμενος κτεάτεσσι καὶ ἐν τεκέεσσιν ἀρίστοις
χῶρον ἐπικρατέων τε παλαιφάτου Ὀρχομενοῖο ☩.
To φρούριο της Φυλής την εποχή που το επισκέφθηκε ο Γουίλλιαμ Ληκ, σε απεικόνιση από το έργο του Έντουαρντ Ντόντγουελλ «Views and Descriptions of Cyclopian, or, Pelasgic Remains, in Greece and Italy» (Πηγή: Ίδρυμα Λασκαρίδη – Travelogues).
Στις 10 Ιανουαρίου του 1806, ανεβαίνοντας στην Πάρνηθα, ο Άγγλος περιηγητής Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ συνάντησε μετά το μετόχι του Αγίου Νικολάου τα κατάλοιπα ενός στιβαρού αρχαίου τείχους. Στο ίδιο σημείο συνέπεσε να βρίσκεται ένας χωρικός από το Μενίδι και ο Ληκ τον ρώτησε αν είχε δει άλλα τείχη αυτού του είδους στην περιοχή. Τότε ο χωρικός άρχισε να του περιγράφει το αρχαίο φρούριο της Φυλής, που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό, και όταν ο περιηγητής ζήτησε να μάθει ποιό ήταν το όνομα αυτού του κάστρου, ο πρώτος του απάντησε με την εξής φράση: «Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς» (έτσι ακριβώς την κατέγραψε ο Ληκ, στα ελληνικά, στο οδοιπορικό του Travels in Northern Greece).
Ο Ληκ ενθουσιάστηκε με την απάντηση. Το «λέγομεν ἡμεῖς» του φάνηκε ελαφρά ειρωνικό — «not without attic salt», σημειώνει. Ο χωρικός από το Μενίδι, ο οποίος γνώριζε ότι το φρούριο ήταν των αρχαίων Ελλήνων, τον ρώτησε με τη σειρά του εάν ήξερε πώς το ονόμαζαν εκείνοι. Όταν άκουσε ότι το όνομα ήταν το ίδιο, Φυλή, έδειξε να χαίρεται· αυτό το μάθημα αρχαιολογίας σε έναν χωρικό της Αττικής, δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί, έγραψε ο Ληκ κλείνοντας την περιγραφή της στιχομυθίας.
Στους Αθηναίους της δικής μας εποχής, η Φυλή είναι πιο γνωστή ως όνομα ενός κακόφημου δρόμου και του τερατώδους χώρου ταφής των σκουπιδιών της πρωτεύουσας. Αποτελεί δε την επίσημη ονομασία του Δήμου της Χασιάς, την οποία όμως οι περισσότεροι εξακολουθούν να αποκαλούν με το μεσαιωνικό της τοπωνύμιο. Για τους αρχαίους Αθηναίους, η Φυλή ήταν συνώνυμη της αποκατάστασης της δημοκρατίας τo 403 π.X., μετά την ήττα τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την κατάλυση του πολιτεύματος από τους Τριάκοντα Τυράννους. Από το οχυρό ύψωμα δίπλα στον ομώνυμο αρχαίο δήμο, εκκίνησαν ο Θρασύβουλος και οι εξόριστοι δημοκρατικοί για να καταλάβουν τον Πειραιά και να επιτύχουν την πτώση των Τυράννων. Τον 4ο αιώνα οι Αθηναίοι έκτισαν στο ύψωμα νέα, ισχυρότερα τείχη — αυτά που σώζονται σε μεγάλη έκταση μέχρι σήμερα. (περισσότερα…)
Οι Άγιοι Θεόδωροι της πλατείας Κλαυθμώνος στην Αθήνα, σε χαρακτικό του John Pentland Mahaffy, 1890 (πηγή: Ίδρυμα Λασκαρίδη – Travelogues).
~.~
~.~
Το τάμα του Καλόμαλου
Πάνω από σαράντα εκκλησίες υπολογίζεται ότι κτίστηκαν στην Αθήνα κατά τα χρόνια της ακμής του μεσαιωνικού Βυζαντίου, από τον 10ο αιώνα έως το 1204 —χρόνια μεγάλης άνθησης και της ίδιας της πόλης. Τα κτίσματα αυτά ήταν άριστα δείγματα της αρχιτεκτονικής της εποχής τους, με τις ανθρώπινες αναλογίες τους, τη σαφή γεωμετρία, τη ζεστή εναλλαγή πέτρας και τούβλου στο εξωτερικό, το ρυθμικό παιχνίδι των τόξων και τις πολλαπλές στέγες που οδηγούν πυραμιδωτά προς τον τρούλο της κορυφής. Σήμερα σώζονται περίπου δέκα, καθώς ο χρόνος και οι ιστορικές περιπέτειες έλαβαν γενναίο μερίδιο από αυτό το κεφάλαιο της αθηναϊκής κληρονομιάς.
Εύλογα θα διερωτηθεί κανείς, γιατί χρειάζονταν τόσες πολλές εκκλησίες σε μια μικρή περιφερειακή πόλη, ο πληθυσμός της οποίας εκτιμάται ότι δεν ξεπερνούσε μερικές χιλιάδες ψυχών. Την απάντηση θα έδιναν γραπτά κείμενα της εποχής ή οι επιγραφές που υπήρχαν στα ίδια τα κτίσματα· ωστόσο, δεν έχει σωθεί σχεδόν τίποτα τέτοιο. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι οι αθηναϊκοί ναοί ήταν στην πλειονότητά τους ιδιωτικοί, ιδρυμένοι από ευκατάστατες οικογένειες που τους συντηρούσαν και τους χρησιμοποιούσαν ως τόπο ταφής. Αυτό υποδεικνύουν μεταξύ άλλων οι βυζαντινές επωνυμίες που διατηρούν ορισμένοι, οι οποίες μάλλον προέρχονται από οικογενειακά ονόματα των ιδρυτών τους: Παναγία Καπνικαρέα, Άγιος Νικόλαος Ραγκαβάς, Σωτήρα του Κοτάκη κ.ά. (περισσότερα…)
*
~.~
Τον Ιανουάριο του 1858, τον καιρό της παλαιάς Ελλάδας, η Αττική γνώρισε πρωτοφανείς χιονοπτώσεις. Στις 6 του μηνός άρχισε να πέφτει πυκνό χιόνι στα ορεινά του νομού και γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλη την έκτασή του. Οι υποτυπώδεις δρόμοι κατέστησαν αδιάβατοι και ο Όθων με την Αμαλία και την ακολουθία τους αποκλείστηκαν στη Χαλκίδα, όπου είχαν μεταβεί για να εγκαινιάσουν τη νέα γέφυρα του πορθμού. Αλλά οι συνέπειες ήταν πιο σκληρές για τους υπηκόους τους. Η εφημερίδα Αυγή, την οποία εξέδιδε ο Φίλιππος Λούης, καταγράφει στα φύλλα εκείνου του μήνα μικρές ειδήσεις από την κακοκαιρία, αρχίζοντας με ένα παπαδιαμαντικής σκηνοθεσίας περιστατικό, στις 8 Ιανουαρίου:
«Ἐκ τοῦ δριμέος ψύχους ἐπάγωσε χθὲς εἵς γαλατοπώλης, Νικόλαος Καλίνης, ἐρχόμενος ἔφιππος ἐκ Χαλανδρίου. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου εὑρόντες τοῦτον μετὰ 24 ὥρας τὸν μετέφερον εἰς τὸ χωρίον των, ὅπου νοσηλεύεται».
O άτυχος Καλίνης θα ξεκίνησε το καθημερινό του δρομολόγιο από το χωριό του ως την Αθήνα, για να πουλήσει το φρέσκο γάλα του, αλλά φαίνεται ότι δεν υπολόγισε καλά τον καιρό. Η απόσταση απαιτούσε μιάμιση περίπου ώρα με τα πόδια και κάτι λιγότερο από μία με φορτωμένο ζώο. Ο τόπος ήταν τότε γυμνός μέχρι τους Αμπελόκηπους, όπου άρχιζαν τα περιβόλια και ο ελαιώνας της μονής Πετράκη· με πυκνό χιόνι και φαρμακερό βοριά, η διαδρομή αυτή μπορούσε εύκολα να γίνει θανατηφόρα. (περισσότερα…)
Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος στο Λιγουριό
~.~
~.~
Ένας οικοδόμος από την Κέα
Μία επιγραφή δεν χρειάζεται να είναι απαραιτήτως εκτενής, έμμετρη ή λόγια, για να έχει σημασία. Ακόμα και το πιο σύντομο και απλοϊκό κείμενο —μια μικρή φράση, ένα σκέτο όνομα ή μία μεμονωμένη χρονολογία— μπορεί να προσφέρει πολύτιμες ειδήσεις για πρόσωπα και πράγματα του παρελθόντος. Σε αυτή την περίπτωση ανήκει η επιγραφή που σώζεται σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βυζαντινά μνημεία της Αργολίδας, κοντά στην αρχαία Επίδαυρο.
Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος βρίσκεται στην είσοδο του Λιγουριού, ενός οικισμού που έχει γίνει στις μέρες μας γνωστός λόγω της γειτνίασής του με το θέατρο της Επιδαύρου. Πρόκειται για μία χαρακτηριστική εκκλησία των αρχών του 12ου αιώνα, στη μορφή που κτίζονταν τότε οι ναοί της νότιας Ελλάδας, με τη σταυροειδή στέγαση και έναν τρούλο στο κέντρο. Το ποικίλο υλικό που έχει χρησιμοποιηθεί στην οικοδόμησή της —μεταξύ άλλων ανάγλυφα μάρμαρα και μεγάλοι λίθοι που ήρθαν μάλλον από τα ερείπια της Επιδαύρου—, ορισμένες ατέλειες της κατασκευής και η φθορά του χρόνου, της προσδίδουν τη χάρη ενός κάπως αδρού, «χειροποίητου» κτίσματος. (περισσότερα…)
To μικρό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας της Καρυάς, με την αιωνόβια καρυδιά στα δεξιά του, όπως σωζόταν το 1908 (φωτογραφία από το έργο του Δ. Αιγινήτη, Το κλίμα της Αττικής).
*
Το 1796, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως απέλυσε ένα σιγίλλιο με το οποίο ρύθμιζε υποθέσεις μονών της Αθήνας. Μεταξύ άλλων, το έγγραφο επικύρωνε την προσάρτηση «τοῦ ἱεροῦ μοναστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος κειμένου εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου μετὰ τοῦ μετοχίου αὐτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου», στην κραταιά τότε μονή των Ασωμάτων Πετράκη. Το Όζεον όρος —ή Οζιά, Νοζέα και Καρά-Οζ, σε άλλες εκδοχές— δεν ήταν άλλο από την Πάρνηθα, το αρχαίο όνομα της οποίας γνώριζαν ελάχιστοι λόγιοι και οι ξένοι περιηγητές που συνέρρεαν στην Αθήνα, αναζητώντας το αρχαίο κλέος της. Όσο για την αναφερόμενη στο σιγίλλιο μονή, ήταν η λεγόμενη Αγία Τριάδα της Καρυάς, κτισμένη στην πλευρά του βουνού που έβλεπε στο λεκανοπέδιο, μέσα στα ελατοδάση και υπό τον ίσκιο, ως τις αρχές του περασμένου αιώνα, μίας πελώριας καρυδιάς.
Η Πάρνηθα, η οποία προστατεύει το αθηναϊκό πεδίο από τον βοριά όπως ένα στιβαρό τείχος, παρουσίαζε τότε μία εικόνα κάπως διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, ιδιαίτερα μετά τις πυρκαγιές των τελευταίων ετών. Μία από τις πιο άρτιες περιγραφές της οφείλουμε στον Άγγλο λοχαγό Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, που ανέβηκε στο βουνό στις αρχές του 1806, μαζί με τον ηγούμενο του μικρού μοναστηριού της Αγίας Τριάδας. Αντίθετα με ό,τι θα φανταζόταν κανείς, η ανάβαση ήταν αρκετά εύκολη, χάρις στις διαδρομές που βρίσκονταν σε χρήση για τη μεταφορά αγαθών από διάφορες τοποθεσίες του όρους.
Πυκνή βλάστηση σκέπαζε σχεδόν όλες τις πλαγιές και τις περισσότερες κορυφές της Πάρνηθας. «Το κάτω μέρος του βουνού καλύπτεται με πεύκα· καθώς ανεβαίνουμε, αναμειγνύονται δρύες και έλατα, και σε μεγάλο βαθμό, προς την κορυφή, το δάσος αποτελείται αποκλειστικά από τέτοια δέντρα», γράφει ο Ληκ στο έργο του Travels to the Νorthern Greece. (περισσότερα…)
Ο κτιστός οβελίσκος του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, όπως διατηρείται σήμερα στο At Meydanı.
~.~
~.~
Τὸ τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων
Το σημερινό At Meydanı —η πλατεία των αλόγων— της Κωνσταντινούπολης, καλύπτει μεγάλο μέρος της θέσης όπου βρισκόταν άλλοτε ο Ιππόδρομος της βυζαντινής πρωτεύουσας, δίπλα στο Μέγα Παλάτιον και την Αγία Σοφία. Στο κέντρο της πλατείας παραμένουν ακόμη στη θέση τους τρία μνημεία που κοσμούσαν τη spina —τη νησίδα ή εύριπο— του στίβου των αρματοδρομιών: ο αρχαίος αιγυπτιακός οβελίσκος που τοποθετήθηκε εδώ το έτος 390, επί Θεοδοσίου του Α΄, η χάλκινη στήλη των όφεων από τον τρίποδα που αφιέρωσαν οι ελληνικές πόλεις στο μαντείο των Δελφών μετά τα Περσικά, και ο λεγόμενος κτιστός οβελίσκος. Ο τελευταίος θα μας απασχολήσει εδώ για την επιγραφή της ανακαίνισής του.
Ο κτιστός οβελίσκος ιδρύθηκε στο νότιο άκρο της spina του Ιπποδρόμου, την εποχή που στήθηκε ο αιγυπτιακός ή λίγο νωρίτερα. Σε αντίθεση με αυτόν, που έχει λαξευτεί σε σκληρό γρανίτη, ο δεύτερος οβελίσκος είναι δομημένος με μεγάλους ορθογώνιους λίθους — εξ ου και κτιστός ή örme (πλεκτός) στα τουρκικά. Το συνολικό του ύψος ανέρχεται στα 32 μέτρα, όσο ακριβώς εκείνο του αιγυπτιακού οβελίσκου του Λατερανού στην Παλαιά Ρώμη. Η βάση του βρίσκεται τώρα δύο περίπου μέτρα χαμηλότερα από το επίπεδο της πλατείας, καθώς τα ιζήματα της ιστορίας έχουν ανυψώσει το έδαφος. (περισσότερα…)
Προπολεμική καρτ-ποστάλ με τις Καμάρες και το τρένο της Κηφισιάς. Η υδατογέφυρα κατεδαφίστηκε όταν η γραμμή έγινε ηλεκτροκίνητη.
*
Η γλώσσα έχει τη δύναμη να ονοματίζει κάθε τί το νέο, με εκπληκτική ταχύτητα. Ο,τιδήποτε προβάλλει στο τοπίο, προσδιορίζεται σχεδόν αυτόματα με μία λέξη, η οποία μοιάζει να αναδύεται συγχρόνως και υποσυνείδητα στον νου χιλιάδων ανθρώπων, σαν μια μυστική μεταξύ τους συμφωνία. Έτσι «βαπτίζεται» για παράδειγμα κάθε νέο τεχνικό έργο που εμφανίζεται στον ορίζοντα της πόλης ή της υπαίθρου, ενστικτωδώς και με αφοπλιστική ευστοχία.
Αυτή τη διαδικασία αντιπροσωπεύει το Δαχτυλίδι της λεωφόρου Κηφισίας (ή Κηφισιάς, επί το ορθότερον), ένα από τα πιο καινούρια τοπωνύμια στο λεκανοπέδιο της Αθήνας. Ο κυκλικός κόμβος επάνω από τον κεντρικό άξονα της λεωφόρου και την Αττική Οδό, είναι ένας τέλειος κρίκος με τέσσερις εισόδους και τέσσερις εξόδους. Πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί, ταυτίστηκε γλωσσικά με ένα δαχτυλίδι – ίσως το πιο οικείο στον σημερινό άνθρωπο αντικείμενο με ακριβές σχήμα κύκλου. Η ονομασία αυτή δεν συμπίπτει ασφαλώς με τον προσδιορισμό της κατασκευής σε επίσημα έγγραφα ή στην επιστημονική ορολογία, αλλά έχει επικρατήσει απόλυτα στην καθομιλουμένη.
Το φαινόμενο δεν είναι ασφαλώς νέο· αν προχωρήσει κανείς λίγο παρακάτω στην ίδια λεωφόρο, θα συναντήσει τα Σίδερα του Χαλανδρίου. Με αυτό το ουσιαστικό, σε πληθυντικό αριθμό, αποκλήθηκαν οι γραμμές του σιδηροδρόμου του Λαυρίου, ο οποίος από το 1885 διερχόταν από το Χαλάνδρι για να συνεχίσει προς τα Μεσόγεια και τον τελικό του προορισμό. Η υλικότητα ήταν αυτή που κέντρισε εδώ το γλωσσικό αισθητήριο και γέννησε το νέο τοπωνύμιο. Οι γραμμές ξηλώθηκαν πριν από πολλά χρόνια –το τρένο του Λαυρίου έπαψε να λειτουργεί το 1963– και στη θέση τους μένει μόνο η παράδοξα πλατιά πράσινη νησίδα των οδών Καποδιστρίου και Παπανικολή. Το τοπωνύμιο όμως επιβίωσε της εξαφάνισης της πηγής του. (περισσότερα…)
*
*
*
Η κτητορική επιγραφή του Αγίου Γρηγορίου Θηβών, όπως αναπτύσσεται στους δύο λίθους του επιστυλίου.
~.~
~.~
Τὸ γρήγορον φῶς
Κατά τους μέσους βυζαντινούς χρόνους, η Θήβα ήταν μια από τις πιο σπουδαίες και ανθηρές πόλεις της νότιας Ελλάδας — πολύ πιο σημαντική από τη γειτονική της Αθήνα. Η εμφάνιση του σημερινού οικισμού δεν υποψιάζει τον επισκέπτη ότι την εποχή των Μακεδόνων και των Κομνηνών εδώ υπήρχαν οχυρώσεις, υδραγωγείο, εργαστήρια, αγορά, πλήθος από ναούς και μοναστήρια, από τα οποία εντοπίζονται πια λιγοστά λείψανα. Οι ανασκαφές που γίνονται λόγω της σύγχρονης οικοδομικής δραστηριότητας, έχουν αποκαλύψει σπάνια ευρήματα που μαρτυρούν τον ξεχωριστό πλούτο της βυζαντινής Θήβας, όπως ένα αργυρό πινάκιο με σφραγίδα της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας.
Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις εκκλησίες της πόλης φαίνεται ότι είχε ο ναός του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ένα μέρος του οποίου ανέσκαψε το 1921-1922 ο Γεώργιος Σωτηρίου, στη συμβολή των σημερινών οδών Δίρκης και Πελοπίδα. Επρόκειτο για ένα μεγάλο κτήριο, πιθανώς στον τύπο της βασιλικής με τρούλο, πλούσια διακοσμημένο με μαρμάρινα ανάγλυφα. Τα τελευταία, όπως και ο αρχιτεκτονικός τύπος του Αγίου Γρηγορίου, έχουν πολλά κοινά με τη σωζόμενη μεγάλη εκκλησία της Παναγίας Σκριπούς στον Ορχομενό, η οποία μας δίνει μία ιδέα για τη μορφή που θα είχε ο πρώτος. Τους δύο ναούς χωρίζει εξάλλου χρονολογικά μόλις ένα έτος — είναι ουσιαστικά συνομήλικοι. (περισσότερα…)
~.~
~.~
Με την πρώτη Άλωση του 1204, πολλά μέλη επιφανών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης σκορπίστηκαν ως πρόσφυγες στις περιοχές που παρέμειναν υπό βυζαντινό έλεγχο — τη βορειοδυτική Μικρά Ασία, με κέντρο τη Νίκαια, τον Πόντο και την Ήπειρο. Εκεί, μεγάλα γένη με βασιλικό παρελθόν, όπως των Κομνηνών και των Αγγέλων, ανέστησαν τη βυζαντινή αυλή και απέκτησαν νέους ηγετικούς ρόλους, με το βλέμμα στραμμένο πάντοτε στη μέρα που θα επέστρεφαν στην υποδουλωμένη στους Φράγκους βασιλεύουσα. Παράλληλα ήρθαν στο προσκήνιο οικογένειες μικρότερης περιοπής οι οποίες διασταυρώθηκαν με τις παλαιές, σε μια αναδιάταξη των ανώτερων στρωμάτων της βυζαντινής κοινωνίας, η οποία εισερχόταν στην τελευταία φάση του ιστορικού της βίου.
Μέσα σε αυτές τις ιστορικές συνθήκες εμφανίστηκε το πρόσωπο που θα μας απασχολήσει, ο Ιωάννης Κομνηνός Καμύτζης. Το διπλό του επώνυμο μαρτυρεί συγγένεια με τον αυτοκρατορικό οίκο των Κομνηνών, και πράγματι, οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ένας στρατιωτικός αξιωματούχος με το όνομα Κωνσταντίνος Καμύτζης είχε παντρευτεί τη Μαρία Κομνηνή, εγγονή του Αλεξίου του Α΄. Απόγονος αυτού του Κωνσταντίνου φαίνεται ότι ήταν ο Ιωάννης Καμύτζης, που κατέλαβε υψηλά στρατιωτικά αξιώματα στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, επί βασιλείας του Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη (1222-1254). Από τη δράση του είναι γνωστά λίγα μόνον επεισόδια, που υποδεικνύουν ότι ήταν αρκετά πλούσια. Όταν το 1246 ο Βατάτζης πέτυχε να επεκτείνει την κυριαρχία του στη Μακεδονία, ο Ιωάννης Καμύτζης πρέπει να εγκαταστάθηκε εκεί, αναλαμβάνοντας στρατιωτικά ή διοικητικά καθήκοντα. Στην πόλη της Βέροιας τον βρήκε ο θάνατος, γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα. (περισσότερα…)