Γιώργος Πάλλης

Βροχαὶ πίπτουσαι ἀδιακόπως εἰς τὸν ὁρίζοντά μας

Η Αθήνα και ο Υμηττός κάτω από σύννεφα· υδατογραφία του Τσαρλς Κόκερελ, 1811-1814, Βρετανικό Μουσείο.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Το φετινό φθινόπωρο παρουσιάζει μια απρόσμενη κανονικότητα, με τη θερμοκρασία να υποχωρεί ομαλά, με πολλές συννεφιασμένες μέρες, με συχνές βροχές και με τα πρώτα δέντρα να αποχωρίζονται τα φύλλα τους. Για τους περισσότερους κατοίκους της γιγαντωμένης Αθήνας, οι φθινοπωρινές  βροχοπτώσεις μοιάζουν με κακό μπελά που τους γεμίζει γκρίνια και εκνευρισμό. Μικροί και μεγάλοι δρόμοι πλημμυρίζουν, αυτοκίνητα ακινητοποιούνται, τα διαλυμένα πεζοδρόμια γίνονται εφιάλτης για τους πεζούς, ενώ οι όμβροι —κατά την ποιητική γλώσσα της μετεωρολογίας— δεν έχουν τη δύναμη να ξεπλύνουν τη μόνιμη πλέον βρωμιά της πόλης.

Οι βροχές του φθινοπώρου απασχολούσαν πάντοτε τους Αθηναίους, ανεξαρτήτως ιστορικού χρόνου και κοινωνικής θέσης. Επί Όθωνος, όταν πολλοί ήταν ακόμη αγρότες, τα πρώτα νερά της εποχής ήταν ευεργετικά για τις καλλιέργειές τους, οι οποίες άρχιζαν αμέσως μετά τα τελευταία σπίτια της πόλης — ακόμη και μέσα στο τείχος της, που έκτισε το 1778 ο Χατζή Αλή Χασεκής. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος γράφει σχετικά σε επιστολή του από την Αθήνα, στις 6/18 Οκτωβρίου 1832:

«Εδώ και δυο χρόνια, ποτέ δεν έπεσε τόση βροχή στην Αττική όσο τούτο το φθινόπωρο, αρχίζοντας από τον Σεπτέμβρη — πράγμα που υπόσχεται μια ασυνήθιστα πλούσια σοδειά… Γύρω απ’ την πόλη και στα χωράφια που κλείνουν τα τείχη της, νέοι και γέροι χρησιμοποιούν τα χέρια τους για να επωφεληθούν από τον ευνοϊκό καιρό, για τις σπορές δημητριακών».

 Ήδη είχε τελειώσει ο τρύγος και η συγκομιδή των ελιών, με πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα:

«Ταυτόχρονα ο αγρότης ασχολείται με το λάδι και το κρασί. Παρ’ όλο που βρίσκεται στο τέλος αυτή η δουλειά των λιοτριβιών και του τρύγου, φέτος έχει αποδώσει. Έτσι οι Αθηναίοι με μεγάλη τους ευχαρίστηση δεν περιμένουν τίποτ’ άλλο από το νέο ότι η Αντιβασιλεία θα καταπλεύσει και θα ορίσει την Αθήνα για πρωτεύουσα»

Στο αττικό φθινόπωρο δεν έλειπαν οι ξαφνικές καταιγίδες, που μέσα σε ελάχιστο χρόνο μπορούσαν να αλλάξουν άρδην το τοπίο του καιρού και να αναστατώσουν όσους βρίσκονταν έξω. Ένα τέτοιο επεισόδιο αφηγείται η βασίλισσα Αμαλία σε γράμμα προς τον πατέρα της, στις 14/26 Νοεμβρίου 1837. Η Αμαλία και ο Όθων, μαζί με την ακολουθία τους, έκαναν μια εκδρομή σε μοναστήρι των περιχώρων της Αθήνας. Αν και δεν κατανομάζεται, επρόκειτο μάλλον για τη μονή της Πεντέλης. Λάτρις της ελληνικής φύσης, που μόλις ανακάλυπτε, η δεκαεννιάχρονη βασίλισσα περιγράφει με λεπτομέρεια το περιβάλλον του βουνού και την καταιγίδα που τους βρήκε στην επιστροφή:

«Στις 27 Νοεμβρίου πήγαμε μια εκδρομή σ’ ένα μοναστήρι. Τον μισό δρόμο τον κάναμε με την άμαξα και τον άλλο μισό με το άλογο. Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως είναι στα δικά μας μέρη το καλοκαίρι, και είχαμε τον πιο όμορφο γαλανό ουρανό που μπορεί να φανταστεί κανείς. Φάγαμε στη σκιά ενός πλατάνου και μετά κάναμε έναν περίπατο. Το μοναστήρι βρίσκεται μέσα σε μια χαράδρα όπου ρέει νερό. Έχει εκεί πολλά δέντρα, καθώς επίσης και εκτάσεις με γρασίδι, κάτι το σπάνιο εδώ. Χαριτωμένο θέαμα αποτελεί ιδιαίτερα η κουμαριά, ένας ψηλός θάμνος γεμάτος κόκκινους καρπούς που μοιάζουν με φράουλες και έχουν πολύ ωραία γεύση. Ο ίδιος θάμνος έχει συγχρόνως άνθη και καρπούς. Διασκεδάσαμε πολύ και μείναμε μέχρι τις πέντε και μισή, οπότε ανεβήκαμε στα άλογα και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Καθώς επιστρέφαμε μας αιφνιδίασε μια φοβερή καταιγίδα, με τρομερούς κεραυνούς, θυελλώδη άνεμο και δυνατή βροχή. Ήταν απελπισία. Όλοι κατέφυγαν στις άμαξες. Δεν φαντάζεσαι τί μπέρδεμα δημιουργήθηκε, δεν υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι για να αναλάβουν τα άλογα και είχε πέσει βαθύ σκοτάδι που το φώτιζαν μόνο μεμονωμένοι κεραυνοί. Μερικά άλογα γύρισαν μόνα τους στο σπίτι.» (περισσότερα…)

Ο παγγάληνος Λέων και ο γλυκύς Κωνσταντίνος

Το λιμάνι της Aττάλειας το 1840, με μέρος των τειχών της, σε χαρακτικό από το έργο των W. H. Bartlett – Th. Allom, Voyage en Syrie et dans I’Asie Mineure.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #21
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ο παγγάληνος Λέων και ο γλυκύς Κωνσταντίνος

Στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αττάλειας –ή αλλιώς Antalya, στα τουρκικά– βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα αρχαία και βυζαντινά μάρμαρα μία μεγάλη επιγραφή που άλλοτε ήταν τοποθετημένη στα τείχη της πόλης. Κτισμένη στον μυχό του ομώνυμου κόλπου, η Αττάλεια υπήρξε επί αιώνες το σπουδαιότερο λιμάνι του Βυζαντίου στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, στην αρχαία Παμφυλία. Τα βυζαντινά της τείχη που σώζονται μέχρι σήμερα σε αρκετή έκταση, περιβάλλουν την παλαιά πόλη, το Kale (κάστρο) ή Kaleiçi. Εκεί, ανάμεσα σε πολλά σπίτια και εκκλησίες των Ρωμιών Ατταλειωτών που έφυγαν για την Ελλάδα με την Ανταλλαγή του 1923, δεσπόζουν τα ερείπια του μεγάλου βυζαντινού ναού της πόλης, γνωστού ως Cumanin Camii. Έξω από τα τείχη απλώνεται η σύγχρονη Antalya, γιγαντωμένη και παραδομένη στην τουριστική βιομηχανία.

Η βυζαντινή Αττάλεια ήταν εμπορικός κόμβος και κρίσιμης σημασίας βάση του βυζαντινού στόλου. Επί των ημερών του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, του δεύτερου της δυναστείας των Μακεδόνων, η οχύρωση της ενισχύθηκε με έναν επιπλέον περίβολο. Αυτό ακριβώς μαρτυρά η επιγραφή που απόκειται σήμερα στο μουσείο και εντάσσεται στη μακρά σειρά των βυζαντινών επιγραμμάτων που συνέθεσαν γνωστοί και άγνωστοι ποιητές, για να πανηγυρίσουν την οικοδόμηση κάστρων, πύργων και πυλών. Το επίγραμμα της Αττάλειας είναι γραμμένο σε δωδεκασύλλαβο μέτρο, με κεφαλαία γράμματα:

☩ Ἀεὶ προνοίᾳ πατρικῇ κεχρημένος
ὡς οἷα τέκνοις πᾶσι τοῖς ὑπηκόοις
ὁ παγγάληνος εὐσεβὴς αὐτοκράτωρ
Λέων σὺν ὑιῷ τῷ γλυκεῖ Κωνσταντίνῳ
καὶ πάντα πράττειν συμπαθῶς εἰθισμένος
ὡς τῆς ἁπάντων φροντίσαι σωτηρίας·
καὶ τήνδε σῳζων τὴν φιλόχριστον πόλιν
σοφῶς κατωχύρωσε τείχει δευτέρῳ
δεικνὺς ἑαυτῆς μᾶλλον ἀσφαλεστέραν
ἐχθρῶν τε πάσης μηχανῆς ἀνωτέραν·
καὶ χεὶρ μεν ἡ μόναρχος ἔργου προστάτις
ὡς καὶ χορηγὸς τῶν καλῶν καὶ δεσπότις·
Εὐφήμιος δε τοῦ κράτους μυστογράφος
θερμῶς ὑπουργῶν εὐφυὴς ἐπιστάτης.

(περισσότερα…)

Πανήγυρις Δαφνίου

Εκδρομείς στο Δαφνί, σε επιχρωματισμένη καρτ-ποστάλ των αρχών του περασμένου αιώνα.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

«Τὴν 23 τ.μ. ἡμέραν, καθ᾿ ἥν ἀποδίδοται ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, ἤ ὡς κοινῶς λέγομεν τὰ ἐννεάμερα τῆς Θεοτόκου, τελεῖται πανήγυρις ἐν τῇ Μονῇ Δαφνίου, ὅπου κατ᾿ ἔτος συῤῥέουν ἐξ Ἀθηνῶν ἄπειροι προσκυνηταὶ χάριν εὐλαβείας». Με αυτό το σύντομο σημείωμα ανήγγειλε η αθηναϊκή εφημερίδα Ταχύπτερος Φήμη στις 19 Αυγούστου του 1853 την πανήγυρη του Δαφνίου, του περίφημου βυζαντινού μοναστηριού της Αττικής, τα ψηφιδωτά του οποίου συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της μεσαιωνικής τέχνης.

Το συγκρότημα της μονής ήταν τότε ένας σωρός από ερείπια, ανάμεσα στα οποία πρόβαλε η γηραιά μεγάλη εκκλησία της –το καθολικό– πρόχειρα επισκευασμένη. Έξω από τα τείχη της περνούσε η Ιερά Οδός των αρχαίων, ή δρόμος της Λεψίνας για τους νεότερους κατοίκους της Αττικής, που συνέδεε την Αθήνα με τη Θήβα και τα Μέγαρα. Λόγω της θέσης του, το Δαφνί μετατράπηκε κατά την Επανάσταση του 1821 σε φρούριο που το διεκδικούσαν Έλληνες και Τούρκοι, με αποτέλεσμα να υποστεί απανωτές καταστροφές. Οι ελάχιστοι καλόγηροί του το είχαν ήδη εγκαταλείψει και κατόπιν, ο νόμος του 1833 το κατέταξε στις μη διατηρούμενες μονές του κράτους, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε πλήρη ερήμωση και εγκατάλειψη.

Η ρημαγμένη μονή ζωντάνευε στα χρόνια του Όθωνα κατά την ημέρα της παλαιάς της πανήγυρης, στις 23 Αυγούστου, την οποία δεν είχαν λησμονήσει οι Αθηναίοι. Εκεί συνέρρεαν κατά εκατοντάδες, χάριν προσκυνήματος και αναψυχής, με άμαξες, κάρα, υποζύγια, αλλά και με τα πόδια, διασχίζοντας το πυκνό ακόμα δάσος των δέντρων του μεγάλου Ελαιώνα. Την τέλεση του πανηγυριού το 1853, στην οποία αναφέρεται η Ταχύπτερος Φήμη, είχε αναλάβει μια επιτροπή κατοίκων της πρωτεύουσας, το έργο της οποίας ενίσχυσε ο Δήμος Αθηναίων με το πενιχρό του ταμείο.

«Εἰς τὴν πανήγυριν ταύτην», συνεχίζει λίγες μέρες αργότερα ίδια εφημερίδα,

«παρευρέθησαν πολλοὶ ἄνθρωποι οἰκογενειακῶς, οἵτινες μετὰ τὴν Ἱερὰν λειτουργίαν εὐθύμησαν καθ᾿ ὅλην τὴν ἐντέλειαν. Μετὰ καιρόν τινα εἶναι ἐλπὶς ἡ Μονὴ αὕτη, ἥτις θεωρεῖται μία τῶν ἀρχαιοτάτων ἐκκλησιῶν διότι καὶ εἰς θέσιν καλὴν εὑρίσκεται καὶ εὐρύχωρος εἶναι, καὶ δωμάτια πολλὰ ἔχει, καὶ εἰκόνας σπανίους, νὰ ἀποκαταστῇ καὶ νὰ τελειοποιηθῇ ἔτι περισσότερον. Ἡ Δημαρχία Αθηνῶν ἔχουσα ὑπ᾿ ὄψιν ταῦτα, ἐδαπάνησε 300 δρ. εἰς ἐπισκευὰς τριῶν κελίων καὶ ἄλλων καὶ παρέχει πᾶσαν συνδρομὴν εἰς βελτίωσιν τῆς εἰρημένης Μονῆς. Οὐχ᾿ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ ἐπαινέσωμεν καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Μονῆς μὴ φειδομένην οὐδενὸς κόπου πρὸς καλλωπισμὸν τῆς ἐκκλησίας.»

Εντούτοις, η τύχη του Δαφνίου δεν άλλαξε. Η επιτροπή συνέχισε να φροντίζει στο μέτρο των δυνάμεών της την εκκλησία και το πανηγύρι της, αλλά δεν υπήρξε καμία σοβαρή μέριμνα για τη στοιχειώδη συντήρηση του μνημείου, τα ψηφιδωτά του οποίου διαλύονταν και καταστρέφονταν. Έπρεπε να περάσουν ακόμη τριάντα χρόνια και να σημειωθούν περαιτέρω φθορές, μέχρι να αποφασίσει η κυβέρνηση, το 1885, τη λήψη των πρώτων μέτρων προστασίας της μονής, αφού προηγουμένως στέγασε για λίγο στους χώρους της ένα άθλιο φρενοκομείο. (περισσότερα…)

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Η μονή του Κυνηγού στο απώτατο, βόρειο ύψωμα του Υμηττού, επάνω από τον Σταυρό, σε λήψη της δεκαετίας του 1950.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #20
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Στον Σταυρό της Αγίας Παρασκευής, κοντά στον δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα στα Μεσόγεια, στήθηκε το έτος 1237/8 μαρμάρινος κίονας για να απαθανατίσει την κατασκευή ενός δρόμου. Ήταν έργο μοναχού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, της γνωστής και ενεργής μέχρι σήμερα μονής του Κυνηγού, που βρίσκεται στο απώτατο, προς τα βόρεια, άκρο του Υμηττού, επάνω ακριβώς από τον Σταυρό. Η μονή είχε ιδρυθεί λίγο πριν από την κατάκτηση της νότιας Ελλάδας από τους Σταυροφόρους, το μοιραίο έτος 1204. Η Αττική πέρασε τότε στην εξουσία της οικογένειας των ντε λα Ρος από τη Βουργουνδία, που συνέστησαν το δουκάτο των Αθηνών. Το μοναστήρι του Κυνηγού ανήκει σε εκείνα που μπόρεσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους, συνυπάρχοντας με τους  καθολικούς κληρικούς που κατέλαβαν την ορθόδοξη μητρόπολη των Αθηνών.

Η επιγραφή, ένα επίγραμμα επιμελώς χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα επάνω στον κορμό του κίονα, απευθύνεται στον οδοιπόρο:

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα, τόνδε τὸν τρόπον;
Ἀρχὴν ἀποσκόπευσον αὐτοῦ καὶ τέλος.
Καὶ τίς ὁ τοῦτον τερματώσας ἐκ πόθου;
Νεόφυτος τοὔνομα, λάτρης Κυρίου·
αἴτησον αὐτῷ ψυχικὴν σωτηρίαν
ὅστις ποτ’ ἂν ἦ καὶ παριὼν ἐνθάδε.

͵σψμς΄

Φ
Σ        Φ
Λ

Η επιγραφή έδωσε φωνή στον λίθο, που ρωτά τον διαβάτη αν θέλει να μάθει τί είναι αυτός ο «τρόπος» και ποιός τον έφτιαξε. Με τον όρο «τρόπος» αναφέρεται ο δρόμος, την αρχή του οποίου όριζε ο κίονας και το τέλος του το μοναστήρι του Κυνηγού, που ήταν ο προορισμός του. Την κατασκευή του ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο Νεόφυτος, «λάτρης Κυρίου». Ο λίθος καλεί τον περαστικό —όποιος και αν είναι αυτός και όποτε διαβεί— να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του. Στο τέλος παρατίθεται το από κτίσεως κόσμου έτος ͵σψμς΄ (=6746), που αντιστοιχεί στο 1237/8 μ.Χ. (περισσότερα…)

Ἐπιστολὴ καρατομηθέντος ληστοῦ

Το ατμόπλοιο “Σαλαμινία”, που μετέφερε τη λαιμητόμο, τους δήμιους και τους κατάδικους.

 

Εισαγωγή – Επιμέλεια: Γιώργος Πάλλης

Το 1870, η παλαιά Ελλάδα ζούσε υπό τη μάστιγα της ληστείας. Ένοπλες συμμορίες λυμαίνονταν την ύπαιθρο, ληστεύοντας ταξιδιώτες, αρπάζοντας ομήρους για λύτρα και τρομοκρατώντας ολόκληρες περιοχές. Η αγριότητά τους είχε παραλύσει τη ζωή των παραμεθορίων κυρίως επαρχιών, καθώς πολλοί λήσταρχοι χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο την τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλία —«το Οθωμανικόν». Εκείνο το έτος η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο με τη λεγομένη σφαγή του Δήλεσι, τον φόνο των Άγγλων και Ιταλών διπλωματών και περιηγητών που αιχμαλώτισε στο Πικέρμι η συμμορία των Αρβανιτάκηδων, γεγονός που προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης και τον διεθνή διασυρμό της χώρας.

Το κράτος κατεδίωκε τους ληστές με αποσπάσματα της χωροφυλακής και του στρατού. Όσοι συλλαμβάνονταν ζωντανοί, καταδικάζονταν σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού. Η λαιμητόμος ταξίδευε ανά το βασίλειο, μαζί με τους δήμιους, και εκτελούσε τις ποινές. Στις αρχές του Μαΐου του 1870, μεταφέρθηκε με το ατμόπλοιο “Σαλαμινία” στη Φθιώτιδα, για να εκτελέσει θανατοποινίτες στη Στυλίδα, τη Λαμία και την Υπάτη, και κατόπιν επέστρεψε στον Πειραιά για να στηθεί ξανά στη Λιβαδειά. Εν πλω προς την εκτέλεσή του, ο ληστής Θωμάς Ιωάννου από το Λιμογάρδι της Φθιώτιδας έγραψε —ή το πιθανότερο υπαγόρευσε— ένα γράμμα προς τον αδερφό του. Υπό τον τίτλο «Ἐπιστολὴ καρατομηθέντος λῃστοῦ», το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Aλήθεια” (φύλλο 1140 της 25ης Μαΐου 1870), ως «αὐτοσχέδιον κήρυγμα ἀνθρώπου θανατουμένου ποὺ συγκινεῖ τὰς ψυχὰς πλειότερον ἢ ἔντεχνος ἱεροκήρυκος λόγος».

Η επιστολή του Θωμά Ιωάννου είναι αξιοσημείωτη για την αμεσότητά της, την εσωτερική της ένταση και τη γλώσσα της. Ένας μελλοθάνατος ανασκοπεί τη ζωή του και δίνει στον αδελφό του οδηγίες και παραγγελίες για τάματα, για το κορμί του, για τη γυναίκα, το παιδί και το ρολόι του, για φίλους και εχθρούς. Συγχωρεί και μεταμελείται, ανακαλεί πρόσωπα και επεισόδια, τακτοποιεί πρακτικά ζητήματα και ανθρώπινες αντιδικίες, και προσπαθεί να διασφαλίσει τη μνήμη που αφήνει πίσω του. Στα λόγια του συνυπάρχουν η ντροπή για τον ατιμωτικό αποκεφαλισμό, η αγωνία για το νεκρό σε λίγο σώμα, η έγνοια για το ορφανό παιδί, η αγάπη για τη γυναίκα (που δεν κατονομάζεται), ο σεβασμός προς τον νεκρό πατέρα —«το αφεντικό μου»—, η νοσταλγία για τον τόπο όπου μεγάλωσε, η θρησκευτική πίστη, οι δεισιδαιμονίες, όλα με την ειλικρίνεια που επιβάλλει ο επερχόμενος θάνατος.

(περισσότερα…)

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Ο ναός της Παναγίας Σκριπούς, του έτους 873-4, όπως σώζεται σήμερα· ο τρούλος ανακατασκευάστηκε τον 20ό αιώνα.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #19
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Όχι μία, ούτε δύο, αλλά πέντε συνολικά επιγραφές τοποθετήθηκαν στον ναό της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, για να απαθανατίσουν την ολοκλήρωσή του το έτος 6382 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το καθ’ ημάς 873/4 μετά Χριστόν. Αυτή η επιγραφική «φλυαρία», που κάνει ευτυχείς τους σημερινούς ιστορικούς, αρχαιολόγους και φιλολόγους, οφείλεται στον ιδρυτή του ναού, τον βασιλικό πρωτοσπαθάριο και επί των οικιακών Λέοντα, και ανταποκρίνεται όντως στο μέγεθος και τη σημασία του εγχειρήματος.

Ο ναός της Σκριπούς συνιστά ένα ορόσημο στην εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι ένα ογκώδες κτίσμα που συνδυάζει παλαιές και νέες ιδέες με τρόπο σχεδόν πειραματικό, διαγράφοντας ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία προς την αποκρυστάλλωση του σταυροειδούς ναού με τρούλο, του καινούριου τύπου εκκλησιών που από τον επόμενο, 10ο αιώνα, επικράτησε σε όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και διαδόθηκε ακόμη και εκτός των συνόρων της. Η Σκριπού διαθέτει επίσης πληθωρικό γλυπτό διάκοσμο, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, ο οποίος σηματοδοτεί μία νέα αφετηρία στην τέχνη της βυζαντινής μαρμαρογλυπτικής. Κάτι άλλο που την κάνει ιδιαίτερη, είναι η ευρύτατη χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού στην κατασκευή της, με τρόπο που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για μια ενδεχόμενη πρόθεση συμβολικής σύνδεσης με την αρχαιότητα. Πέραν τούτων, αυτός ο μεγάλος ναός σχετίζεται με τη συντονισμένη τότε προσπάθεια του κράτους να ανασυγκροτήσει τη νότια Ελλάδα, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων ως εργαλείο την οικοδόμηση πολυδάπανων εκκλησιών, με ευεργετικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες.

Ανάμεσα στις πέντε επιγραφές που μνημονεύουν τον ιδρυτή του ναού και τα κίνητρά του, τους τρεις βασιλείς των Ρωμαίων Βασίλειο, Κωνσταντίνο και Λέοντα, και τον οικουμενικό πατριάρχη Ιγνάτιο, ξεχωρίζει εκείνη που έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του κτηρίου. Πρόκειται για ένα μακροσκελές εξάμετρο επίγραμμα, χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα και γραμμές-οδηγούς, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο:

☩ Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος ἔργα καλύψει
σῶν καμάτων, πανάριστε, βυθῷ πολυχανδέι λήθης
ἔργα ἐπεὶ βοόωσι καὶ οὐ λαλέοντα περ’ ἔμπης·  
καὶ τόδε γαρ τέμενος παναοίδιμον ἐξετέλεσας
Μητρὸς ἀπειρογάμου, θεοδέγμονος ἰφιανάσσης,
τερπνὸν ἀποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αἰγλην·
Χριστοῦ δ’ἑκατέρωθεν ἀποστόλω ἔστατον ἄμφω,
ὧν Ῥώμης βῶλαξ ἱερὴ κόνις ἀμφικαλύπτει·
ζώοις ἐν θαλίῃσι χρόνων ἐπ’ ἀπείρονα κύκλα
ὦ πολύαινε Λέων πρωτοσπαθάριε μέγιστε,
γηθόμενος κτεάτεσσι καὶ ἐν τεκέεσσιν ἀρίστοις
χῶρον ἐπικρατέων τε παλαιφάτου Ὀρχομενοῖο ☩.  

(περισσότερα…)

Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς

To φρούριο της Φυλής την εποχή που το επισκέφθηκε ο Γουίλλιαμ Ληκ, σε απεικόνιση από το έργο του Έντουαρντ Ντόντγουελλ «Views and Descriptions of Cyclopian, or, Pelasgic Remains, in Greece and Italy» (Πηγή: Ίδρυμα Λασκαρίδη – Travelogues).

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Στις 10 Ιανουαρίου του 1806, ανεβαίνοντας στην Πάρνηθα, ο Άγγλος περιηγητής Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ συνάντησε μετά το μετόχι του Αγίου Νικολάου τα κατάλοιπα ενός στιβαρού αρχαίου τείχους. Στο ίδιο σημείο συνέπεσε να βρίσκεται ένας χωρικός από το Μενίδι και ο Ληκ τον ρώτησε αν είχε δει άλλα τείχη αυτού του είδους στην περιοχή. Τότε ο χωρικός άρχισε να του περιγράφει το αρχαίο φρούριο της Φυλής, που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό, και όταν ο περιηγητής ζήτησε να μάθει ποιό ήταν το όνομα αυτού του κάστρου, ο πρώτος του απάντησε με την εξής φράση: «Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς» (έτσι ακριβώς την κατέγραψε ο Ληκ, στα ελληνικά, στο οδοιπορικό του Travels in Northern Greece).

Ο Ληκ ενθουσιάστηκε με την απάντηση. Το «λέγομεν ἡμεῖς» του φάνηκε ελαφρά ειρωνικό — «not without attic salt», σημειώνει. Ο χωρικός από το Μενίδι, ο οποίος γνώριζε ότι το φρούριο ήταν των αρχαίων Ελλήνων, τον ρώτησε με τη σειρά του εάν ήξερε πώς το ονόμαζαν εκείνοι. Όταν άκουσε ότι το όνομα ήταν το ίδιο, Φυλή, έδειξε να χαίρεται· αυτό το μάθημα αρχαιολογίας σε έναν χωρικό της Αττικής, δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί, έγραψε ο Ληκ κλείνοντας την περιγραφή της στιχομυθίας.

Στους Αθηναίους της δικής μας εποχής, η Φυλή είναι πιο γνωστή ως όνομα ενός κακόφημου δρόμου και του τερατώδους χώρου ταφής των σκουπιδιών της πρωτεύουσας. Αποτελεί δε την επίσημη ονομασία του Δήμου της Χασιάς, την οποία όμως οι περισσότεροι εξακολουθούν να αποκαλούν με το μεσαιωνικό της τοπωνύμιο. Για τους αρχαίους Αθηναίους, η Φυλή ήταν συνώνυμη της αποκατάστασης της δημοκρατίας τo 403 π.X., μετά την ήττα τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την κατάλυση του πολιτεύματος από τους Τριάκοντα Τυράννους. Από το οχυρό ύψωμα δίπλα στον ομώνυμο αρχαίο δήμο, εκκίνησαν ο Θρασύβουλος και οι εξόριστοι δημοκρατικοί για να καταλάβουν τον Πειραιά και να επιτύχουν την πτώση των Τυράννων. Τον 4ο αιώνα οι Αθηναίοι έκτισαν στο ύψωμα νέα, ισχυρότερα τείχη — αυτά που σώζονται σε μεγάλη έκταση μέχρι σήμερα. (περισσότερα…)

Το τάμα του Καλόμαλου

Οι Άγιοι Θεόδωροι της πλατείας Κλαυθμώνος στην Αθήνα, σε χαρακτικό του John Pentland Mahaffy, 1890 (πηγή: Ίδρυμα Λασκαρίδη – Travelogues).

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #18
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Το τάμα του Καλόμαλου

Πάνω από σαράντα εκκλησίες υπολογίζεται ότι κτίστηκαν στην Αθήνα κατά τα χρόνια της ακμής του μεσαιωνικού Βυζαντίου, από τον 10ο αιώνα έως το 1204 —χρόνια μεγάλης άνθησης και της ίδιας της πόλης. Τα κτίσματα αυτά ήταν άριστα δείγματα της αρχιτεκτονικής της εποχής τους, με τις ανθρώπινες αναλογίες τους, τη σαφή γεωμετρία, τη ζεστή εναλλαγή πέτρας και τούβλου στο εξωτερικό, το ρυθμικό παιχνίδι των τόξων και τις πολλαπλές στέγες που οδηγούν πυραμιδωτά προς τον τρούλο της κορυφής. Σήμερα σώζονται περίπου δέκα, καθώς ο χρόνος και οι ιστορικές περιπέτειες έλαβαν γενναίο μερίδιο από αυτό το κεφάλαιο της αθηναϊκής κληρονομιάς.

Εύλογα θα διερωτηθεί κανείς, γιατί χρειάζονταν τόσες πολλές εκκλησίες σε μια μικρή περιφερειακή πόλη, ο πληθυσμός της οποίας εκτιμάται ότι δεν ξεπερνούσε μερικές χιλιάδες ψυχών. Την απάντηση θα έδιναν γραπτά κείμενα της εποχής ή οι επιγραφές που υπήρχαν στα ίδια τα κτίσματα· ωστόσο, δεν έχει σωθεί σχεδόν τίποτα τέτοιο. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι οι αθηναϊκοί ναοί ήταν στην πλειονότητά τους ιδιωτικοί, ιδρυμένοι από ευκατάστατες οικογένειες που τους συντηρούσαν και τους χρησιμοποιούσαν ως τόπο ταφής. Αυτό υποδεικνύουν μεταξύ άλλων οι βυζαντινές επωνυμίες που διατηρούν ορισμένοι, οι οποίες μάλλον προέρχονται από οικογενειακά ονόματα των ιδρυτών τους: Παναγία Καπνικαρέα, Άγιος Νικόλαος Ραγκαβάς, Σωτήρα του Κοτάκη κ.ά. (περισσότερα…)

Ο παγωμένος γαλατοπώλης του Χαλανδρίου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Τον Ιανουάριο του 1858, τον καιρό της παλαιάς Ελλάδας, η Αττική γνώρισε  πρωτοφανείς χιονοπτώσεις. Στις 6 του μηνός άρχισε να πέφτει πυκνό χιόνι στα ορεινά του νομού και γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλη την έκτασή του. Οι υποτυπώδεις δρόμοι κατέστησαν αδιάβατοι και ο Όθων με την Αμαλία και την ακολουθία τους αποκλείστηκαν στη Χαλκίδα, όπου είχαν μεταβεί για να εγκαινιάσουν τη νέα γέφυρα του πορθμού. Αλλά οι συνέπειες ήταν πιο σκληρές για τους υπηκόους τους. Η εφημερίδα Αυγή, την οποία εξέδιδε ο Φίλιππος Λούης, καταγράφει στα φύλλα εκείνου του μήνα μικρές ειδήσεις από την κακοκαιρία, αρχίζοντας με ένα παπαδιαμαντικής σκηνοθεσίας περιστατικό, στις 8 Ιανουαρίου:

«Ἐκ τοῦ δριμέος ψύχους ἐπάγωσε χθὲς εἵς γαλατοπώλης, Νικόλαος Καλίνης, ἐρχόμενος ἔφιππος ἐκ Χαλανδρίου. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου εὑρόντες τοῦτον μετὰ 24 ὥρας τὸν μετέφερον εἰς τὸ χωρίον των, ὅπου νοσηλεύεται».

O άτυχος Καλίνης θα ξεκίνησε το καθημερινό του δρομολόγιο από το χωριό του ως την Αθήνα, για να πουλήσει το φρέσκο γάλα του, αλλά φαίνεται ότι δεν υπολόγισε καλά τον καιρό. Η απόσταση απαιτούσε μιάμιση περίπου ώρα με τα πόδια και κάτι λιγότερο από μία με φορτωμένο ζώο. Ο τόπος ήταν τότε γυμνός μέχρι τους Αμπελόκηπους, όπου άρχιζαν τα περιβόλια και ο ελαιώνας της μονής Πετράκη· με πυκνό χιόνι και φαρμακερό βοριά, η διαδρομή αυτή μπορούσε εύκολα να γίνει θανατηφόρα. (περισσότερα…)

Ένας οικοδόμος από την Κέα

Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος στο Λιγουριό

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #17
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ένας οικοδόμος από την Κέα

Μία επιγραφή δεν χρειάζεται να είναι απαραιτήτως εκτενής, έμμετρη ή λόγια, για να έχει σημασία. Ακόμα και το πιο σύντομο και απλοϊκό κείμενο —μια μικρή φράση, ένα σκέτο όνομα ή μία μεμονωμένη χρονολογία— μπορεί να προσφέρει πολύτιμες ειδήσεις για πρόσωπα και πράγματα του παρελθόντος. Σε αυτή την περίπτωση ανήκει η επιγραφή που σώζεται σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βυζαντινά μνημεία της Αργολίδας, κοντά στην αρχαία Επίδαυρο.

Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος βρίσκεται στην είσοδο του Λιγουριού, ενός οικισμού που έχει γίνει στις μέρες μας γνωστός λόγω της γειτνίασής του με το θέατρο της Επιδαύρου. Πρόκειται για μία χαρακτηριστική εκκλησία των αρχών του 12ου αιώνα, στη μορφή που κτίζονταν τότε οι ναοί της νότιας Ελλάδας, με τη σταυροειδή στέγαση και έναν τρούλο στο κέντρο. Το ποικίλο υλικό που έχει χρησιμοποιηθεί στην οικοδόμησή της —μεταξύ άλλων ανάγλυφα μάρμαρα και μεγάλοι λίθοι που ήρθαν μάλλον από τα ερείπια της Επιδαύρου—, ορισμένες ατέλειες της κατασκευής και η φθορά του χρόνου, της προσδίδουν τη χάρη ενός κάπως αδρού, «χειροποίητου» κτίσματος. (περισσότερα…)

Εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου

To μικρό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας της Καρυάς, με την αιωνόβια καρυδιά στα δεξιά του, όπως σωζόταν το 1908 (φωτογραφία από το έργο του Δ. Αιγινήτη, Το κλίμα της Αττικής).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Το 1796, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως απέλυσε ένα σιγίλλιο με το οποίο ρύθμιζε υποθέσεις μονών της Αθήνας. Μεταξύ άλλων, το έγγραφο επικύρωνε την προσάρτηση «τοῦ ἱεροῦ μοναστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος κειμένου εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου μετὰ τοῦ μετοχίου αὐτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου», στην κραταιά τότε μονή των Ασωμάτων Πετράκη. Το Όζεον όρος —ή Οζιά, Νοζέα και Καρά-Οζ, σε άλλες εκδοχές— δεν ήταν άλλο από την Πάρνηθα, το αρχαίο όνομα της οποίας γνώριζαν ελάχιστοι λόγιοι και οι ξένοι περιηγητές που συνέρρεαν στην Αθήνα, αναζητώντας το αρχαίο κλέος της. Όσο για την αναφερόμενη στο σιγίλλιο μονή, ήταν η λεγόμενη Αγία Τριάδα της Καρυάς, κτισμένη στην πλευρά του βουνού που έβλεπε στο λεκανοπέδιο, μέσα στα ελατοδάση και υπό τον ίσκιο, ως τις αρχές του περασμένου αιώνα, μίας πελώριας καρυδιάς.

Η Πάρνηθα, η οποία προστατεύει το αθηναϊκό πεδίο από τον βοριά όπως ένα στιβαρό τείχος, παρουσίαζε τότε μία εικόνα κάπως διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, ιδιαίτερα μετά τις πυρκαγιές των τελευταίων ετών. Μία από τις πιο άρτιες περιγραφές της οφείλουμε στον Άγγλο λοχαγό Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, που ανέβηκε στο βουνό στις αρχές του 1806, μαζί με τον ηγούμενο του μικρού μοναστηριού της Αγίας Τριάδας. Αντίθετα με ό,τι θα φανταζόταν κανείς, η ανάβαση ήταν αρκετά εύκολη, χάρις στις διαδρομές που βρίσκονταν σε χρήση για τη μεταφορά αγαθών από διάφορες τοποθεσίες του όρους.

Πυκνή βλάστηση σκέπαζε σχεδόν όλες τις πλαγιές και τις περισσότερες κορυφές της Πάρνηθας. «Το κάτω μέρος του βουνού καλύπτεται με πεύκα· καθώς ανεβαίνουμε, αναμειγνύονται δρύες και έλατα, και σε μεγάλο βαθμό, προς την κορυφή, το δάσος αποτελείται αποκλειστικά από τέτοια δέντρα», γράφει ο Ληκ στο έργο του Travels to the Νorthern Greece. (περισσότερα…)

Τὸ τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων

Ο κτιστός οβελίσκος του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, όπως διατηρείται σήμερα στο At Meydanı.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #15
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Τὸ τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων

Το σημερινό At Meydanı —η πλατεία των αλόγων— της Κωνσταντινούπολης, καλύπτει  μεγάλο μέρος της θέσης όπου βρισκόταν άλλοτε ο Ιππόδρομος της βυζαντινής πρωτεύουσας, δίπλα στο Μέγα Παλάτιον και την Αγία Σοφία. Στο κέντρο της πλατείας παραμένουν ακόμη στη θέση τους τρία μνημεία που κοσμούσαν τη spina —τη νησίδα ή εύριπο— του στίβου των αρματοδρομιών: ο αρχαίος αιγυπτιακός οβελίσκος που τοποθετήθηκε εδώ το έτος 390, επί  Θεοδοσίου του Α΄, η χάλκινη στήλη των όφεων από τον τρίποδα που αφιέρωσαν οι ελληνικές πόλεις στο μαντείο των Δελφών μετά τα Περσικά, και ο λεγόμενος κτιστός οβελίσκος. Ο τελευταίος θα μας απασχολήσει εδώ για την επιγραφή της ανακαίνισής του.

Ο κτιστός οβελίσκος ιδρύθηκε στο νότιο άκρο της spina του Ιπποδρόμου, την εποχή που στήθηκε ο αιγυπτιακός ή λίγο νωρίτερα. Σε αντίθεση με αυτόν, που έχει λαξευτεί σε σκληρό γρανίτη, ο δεύτερος οβελίσκος είναι δομημένος με μεγάλους ορθογώνιους λίθους — εξ ου και κτιστός ή örme (πλεκτός) στα τουρκικά. Το συνολικό του ύψος ανέρχεται στα 32 μέτρα, όσο ακριβώς εκείνο του αιγυπτιακού οβελίσκου του Λατερανού στην Παλαιά Ρώμη. Η βάση του βρίσκεται τώρα δύο περίπου μέτρα χαμηλότερα από το επίπεδο της πλατείας, καθώς τα ιζήματα της ιστορίας έχουν ανυψώσει το έδαφος. (περισσότερα…)