Περσία

Στο Χαμαντάν η Εσθήρ, κι άλλες τροχιές ομόκεντρες

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Χιόνιζε σαν μπήκαμε στο Χαμαντάν. Δυο μέρες τώρα που ξεκινήσαμε από τα δυτικά, στο Κερμανσάχ, το ’στρωνε το χιόνι. Ήδη είχαμε δει κρουσταλλιασμένους τους καταρράκτες του Γκαντζναμέ έξω απ’ την πόλη. Παγωμένη κυριολεξία· του σημαινομένου της αντάξια η εικόνα.

Τ’ απομεσήμερο βαρύ· σκοτεινιασμένος ο ουρανός, βουβά κι εξακολουθητικά, ράντιζε τουλούπες χιόνι την πόλη. Μπήκαμε στο μεγάλο τζαμί. Χτισμένο κοντά στα μέσα του 19ου αιώνα, τεράστιο, μ’ ένα θεόρατο ιβάν στην είσοδο, το έστεφαν δυο μιναρέδες.  Μ’ ωχροκίτρινα και κοκκινοκαφέ της άμμου τούβλα κεντημένοι οι τοίχοι μέσα κι έξω. Οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν μαλακά, έκανε κρύο.

*

*

Παραδίπλα από το πελώριο ιβάν του τζαμιού είχε ένα φούρνο. Μπήκα μέσα να πάρω κάνα φτενό φρεσκοψημένο στα τοιχώματα των κυκλικών φούρνων φελί ψωμί λαβάς. Οι φουρναραίοι με κεφαλομάντηλα σφιχτά δεμένα πλάθουν το ζυμάρι και τ’ απλώνουν σε σχήμα κυκλικό πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι φουσκωτό υφασμάτινο, κι έπειτα το κολλάνε στα καμπύλα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου. Στη σάρκα του απάνω αφήνουνε συνήθως λακκουβίτσες με τ’ ακροδάχτυλά τους ζυμωμένες. Λαχτάρα μεγάλη να βλέπεις το ζυμάρι να φουσκαλιάζει τόπους τόπους πυρρόξανθο καθώς ψήνεται, κι αμέσως με τις σιδερένιες λαβίδες τους αριστοτεχνικά να το ξεκολλάνε από τα τοιχώματα οι φουρνάρηδες και να τ’ απιθώνουν αχνιστό στον πάγκο. Φρεσκοψημμένο πέρσικο ψωμί, να ζεματάει μες στις φούχτες σου, σ’ όλες τις εκδοχές του ιρανικού νάαν (λαβάς, μπαρμπαρί ή σανγκάκ): η πιο άδολη βουλιμία που με καταλαμβάνει συχνά στο Ιράν.

~.~

*

Το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα)

*

Για το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα) ήξερα. Για τον τάφο της Εσθήρ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ίσαμε τότε. Ένας κυλινδρικός κουμπές, πιότερο σαν μιναρές μικρού χωριάτικου τζαμιού, με έναν λευκό χιονένιο σκούφο πάνω του κουκούλωνε θωπευτικά την Εσθήρ και τον θειό της Μορντεχάϊ (Μαρδοχαίο). Η πόρτα, βράχος μονόλιθος, βαρύς και χαμηλός, σκυφτά σ’ ανάγκαζε να μπεις μέσα, αφού βγάλεις τα παπούτσια σου. Δίπλα δίπλα τα δυο κιβούρια σκεπασμένα με υφάσματα στην μέση του στενάχωρου δωματίου.

*
DSC01219

*
Η εβραιοπερσική παράδοση θέλει τούτο το διπλό μνήμα να στεγάζει τη βιβλική Εσθήρ και τον θειό-θετό της πατέρα, Μαρδοχαίο. Πρώτος μιλάει για τον τάφο της Εσθήρ ο εκ Τουδέλης Βενιαμίν, ο ισπανοεβραίος ταξιδιώτης από τη Ναβάρρα, στο Βιβλίο των ταξιδιών του, καρπό των περιηγήσεών του στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (μάλλον ανάμεσα 1167 και 1172).  Εκεί γράφει λοιπόν ― χωρίς να είναι απολύτως σαφές (για τους ιστορικούς) αν πέρασε από το Χαμαντάν ή μεταφέρει πληροφορίες που συγκέντρωσε στη Βαγδάτη: «…το Χαμεντάν, τη μεγάλη πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονταν τριάντα χιλιάδες Ισραηλίτες. Μπροστά από κάποια συναγωγή έχουν ταφεί οι Μορντεχάϊ και Εσθήρ». Μετά τον 12ο αιώνα, θα ξανακούσουμε για τον τάφο της Εσθήρ στο ποιητικό έργο του Σαχίν του Σιραζινού, περσοεβραίου ποιητή του 14ου αιώνα. Ακολουθώντας την εντολή του αγγέλου στο κοινό τους όνειρo, ο Μαρδοχαίος κι η Εσθήρ φτάνουν στο Χαμαντάν, όπου κανείς δεν τους γνωρίζει. Καθώς πέφτει η νύχτα, βρίσκουν φιλόξενη στέγη σε μια συναγωγή.

«Όταν ο Μαρδοχαίος βλέπει πως δεν υπάρχει στη συναγωγή ψυχή, έξω απ’ τον Παντογνώστη, τον Μοναδικό κι Ελεήμονα, κλαίγοντας λέει στην Εσθήρ: “πλήρης ο κόσμος από σένα κι από μένα. Πρώτος εγώ θα φύγω από εδωνά. Ήρθε ο καιρός που θέλω νά μπω πια στον ύπνο τον αιώνιο. Τώρα είμαι στου μηδενός τον δρόμο, η απελπισμένη μου ψυχή έχει στα χείλη φτάσει. Το χέρι του οινοχόου με κερνάει της γήινης ζωής μου τον αφανισμό. Τον οινοχόο θα πάω να συναντήσω”. Κι αφού αφήνει την στερνή πνοή του, η Εσθήρ τον κλαίει, σαν σύννεφο ανοιξιάτικο, και δίπλα του ξεψυχά, κυπαρίσσι αργυρό… Και τάφο τούς ανέγειραν, που έγινε τόπος προσκυνήματος και μέρος περισυλλογής ευλαβικής».

*

ardashicc84r-nacc84me-the-book-of-ardashir-by-scc8cacc84hicc84n-14th-century-iran-late-16th-early-17th-century-c2a9-the-library-of-the-jewish-theological-seminary

*

Φευ! Οι ιστορικοί όμως κι οι αρχαιολόγοι κρίνουν αλλιώς. Ο πολύς Ernst Herzfeld θεωρεί πως το κτίσμα που στεγάζει σήμερα τα διπλά μνήματα έχει ανακατασκευαστεί πολλές φορές, και στη σημερινή του μορφή προέρχεται από τον 17ο αιώνα. Κι αυτός μεταξύ άλλων, πιστεύει πως είναι πολύ πιθανόν μέσα τους να φιλοξενούν τα λείψανα μιας άλλης διάσημης Οβριάς, συζύγου βασιλικής κι αυτής, αλλ’ όχι της Εσθήρ: της Σουσαντόχτ, κόρης του Ιουδαίου αιχμαλωτάρχη (ηγέτη των εξόριστων Εβραίων, ‘exilarch’) και συζύγου του Yazdegerd Α΄ (399-420), του Ισδιγέρδη των Βυζαντινών πηγών. Αντιθέτως θεωρεί πως το βιβλικό ζεύγος πρέπει να είναι θαμμένο στα Σούσα.

(περισσότερα…)

Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσία τον 18. και 19. αιώνα

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

Μιλώντας για Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσία δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει τον ιατρό και περιηγητή Παναγιώτη Ποταγό, έστω κι αν τα όσα λιγοστά μας άφησε ―ακόμα και― για το πέρασμά του από την περσική γη δεν είναι παρά συντομότατες, περιληπτικές, αναφορές, διανθισμένες με τα κλασικά και βιβλικά αναγνώσματά του που χρησιμοποιούσε ως γεωγραφικούς και ιστορικούς οδηγούς του. Περίληψις Περιηγήσεων εξάλλου ονόμασε κι ο ίδιος τα γραπτά του για τα ταξίδια του στην Ασία και την Αφρική. Ο Ποταγός πραγματοποίησε τα εξερευνητικά του ταξίδια ―έφιππος ή οδοιπόρος― επί μία πενταετία, από τα τέλη του 1867 έως το 1873. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1883, εξέδωσε τον πρώτο και μόνο τόμο από το συνολικά δίτομο έργο που είχε εξαγγείλει. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κάποιο άλλο γραπτό του, πιθανότατα γιατί, όπως γράφει ο Φώτης Κόντογλου, οι συγγενείς του απογοητευμένοι που δεν βρήκαν στα κατάλοιπά του τα πετράδια και τα πλούτη που νόμιζαν ότι θα κληρονομούσαν «ξεσκίσανε απ’ τη μανία τους ό,τι χαρτιά πέσανε στα χέρια τους».

Στο πρώτο του ταξίδι επισκέπτεται την Περσία ερχόμενος από τα δυτικά, από την Βαγδάτη, και, διασχίζοντας το Κερμανσάχ, το Χαμαντάν και την Τεχεράνη, κάνει μια μακρά στάση 20 ημερών στην Μασχάντ, καθ’ οδόν προς το Αφγανιστάν και την Κίνα, από όπου παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για την Θεσσαλονίκη μέσω Ρωσίας. Ιδού πώς περιγράφει την είσοδό του στην ιερότερη πόλη της Περσίας:

«Ἔφιππος ἐπὶ τοῦ ἵππου μου Μουνσίμπαση, καὶ ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ ἑτέρου μου ἵππου Κονσοὺλ προυχώρουν ἐν τῇ λεωφόρῳ μόνος, ἐπειδὴ ἐγκατελείφθην ὑπὸ τῶν συνοδοιπόρων μου φοβουμένων μὴ ὀραθῶσιν ἐν τῇ ἁγίᾳ πόλει συμβαδίζοντες μετ’ ἀπίστου, ἐνῷ καθ’ ὁδὸν συνεφιλοτιμοῦντο, ἵνα μετ’ ἐμοῦ πορεύωνται». Η «αγία πόλις» Μασχάντ, η πόλη αυτή του Χορασάν, χτίστηκε γύρω από τον τάφο του όγδοου ιμάμη των σηϊτών Αλί αλ-Ρίντα, συγκαιρινού του αλ-Μααμούν, εξού και η διακηρυγμένη ιερότητά της. Κι ακριβώς η παρετυμολογία της ονομασίας της πόλης που μας προτείνει ο Ποταγός ομολογεί αυτή την ιδιαίτερη θέση της στην ιρανική θρησκευτική γεωγραφία: «ᾖς τὸ ὄνομα σημαίνει τόπον τοῦ ὁρᾶν τὴν ἁγιότητα· διότι εὑρίσκεται ἐν αὐτῇ τὸ μνημεῖον τοῦ Ἰμὰμ Ριζά, περὶ τὸ ὁποῖον ἐκ μεμακρυσμένων χωρῶν φέροντες οἱ Πέρσαι ἐνταφιάζουσι τοὺς αὐτῶν τεθνεῶτας, ποιοῦντες οἵα καὶ πρὶν γίνωσι πιστοί».

Παράλληλα με τις συχνότατες και πυκνές κλασικές και βιβλικές του συσχετίσεις της γεωγραφίας και της ιστορίας της χώρας, που κατακλύζουν την αφήγησή του, παρατηρεί και περιγράφει το τοπίο, καταγράφει ορισμένες ιδιαιτερότητες εθιμικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές που συναντά, μιλά για τα ντόπια προϊόντα και τις τεχνολογικές ιδιομορφίες της χώρας, τις συναντήσεις και τις συζητήσεις που είχε, συντομευμένα όμως και συνοπτικά όπως ήδη ανέφερα. (περισσότερα…)

Δυο Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσέπολη

Περσέπολη, 1971

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

Περσέπολη: το μεγάλο θρησκευτικό κέντρο των Αχαιμενιδών, μία από τις περίλαμπρες πρωτεύουσές τους. Ο τόπος όπου εορταζόταν με θριαμβική και αυτοκρατορική λαμπρότητα ο ερχομός της άνοιξης και του Νέου Έτους (Νοουρούζ). Η Περσέπολη, για την ακρίβεια ό,τι έχει απομείνει από αυτήν μέχρι σήμερα, αποτελεί το επιβλητικότερο μνημείο της Αχαιμενιδικής περιόδου του Ιράν. Ταυτόχρονα και τον κύριο προορισμό των περισσότερων επισκεπτών στην χώρα. Είναι τόσο ισχυροί οι συμβολισμοί που ανακαλεί και συμπυκνώνει ώστε εκεί δεξιώθηκε κι ο σάχης τους υψηλούς προσκεκλημένους του (1971) για τον εορτασμό των 2500 χρόνων ίδρυσης της περσικής αυτοκρατορίας από τον Κύρο τον Μέγα. Σε μια δεξίωση εξωφρενικά επιδεικτικής χλιδής, που κόστισε αστρονομικά ποσά, άδειασε τα κρατικά ταμεία και συνέβαλε στην πτώση του ίδιου του σάχη. Αυτά όμως συνέβησαν αργότερα. Εδώ έχω κατά νου δυο ταξιδιώτες που περιτριγύρισαν την ένδοξη αχαιμενιδική πόλη, πριν την πτώση του σάχη.

Ο Πατρινός αρχιτέκτονας και πολυταξιδεμένος συγγραφέας Ι. Βασιλείου, επισκέφτηκε τον χώρο, ελάχιστους μήνες μετά την περιλάλητη δεξίωση, και την εμπειρία του αυτή τη δημοσίευσε στο αφιερωματικό τεύχος για το Ιράν της Νέας Εστίας, στις 15 Ιουνίου 1972 («Μια μέρα στην Περσέπολη»). Οι πρόσφατες μνήμες κι οι εντυπώσεις από την δεξίωση επανέρχονται στην αφήγησή του. Γράφοντας για τον εορτασμό του νέου έτους επί Αχαιμενιδών και την προσέλευση των υποτελών ηγεμόνων και σατραπών της αυτοκρατορίας, σημειώνει:

«Όσο βρίσκονταν στην Περσέπολη, έμεναν σε πολυτελείς σκηνές έξω από το χώρο των ανακτόρων. Ίσως στην ίδια θέση που είχε στήσει ο Σάχης της Περσίας τις σκηνές για τους βασιλιάδες όλου του κόσμου, όταν τους κάλεσε στις γιορτές για τα 2500 χρόνια της αυτοκρατορίας».

Περιγράφοντας τον χώρο, τα μνημεία και την ιστορία, καθώς και την πυρπόληση από τον Αλέξανδρο, κάνει μία αξιοπρόσεκτη παρατήρηση:

«Στα ανάκτορα του Ξέρξη, γύρω από την αίθουσα του θρόνου με τις πολλές κολώνες, διάφοροι άλλοι χώροι. Πίσω απ’ αυτούς πλήθος δωμάτια με σειρές για το Αντερούν, το βασιλικό χαρέμι. Βλέποντας κάνεις τόσα πολλά δωμάτια για το χαρέμι, σκέφτεται πόσες όμορφες γυναίκες πέρασαν εκεί όλη τη ζωή τους, περιμένοντας πότε θα ευδοκήσει να τις καλέσει ο βασιλιάς… Κι όμως στα τόσα ανάγλυφα που βλέπεις σ’ όλη στην Περσέπολη δεν υπάρχει ούτε μιά γυναικεία μορφή. Όλα παριστάνουν άνδρες. Οι περισσότεροι είναι ντυμένοι με μακριούς χιτώνες κ’ έχουν χαμηλό κυλινδρικό καπέλο στο κεφάλι. Θυμίζουν κάπως τους μοναχούς με τα ράσα στο Άγιον Όρος και την απαγόρευση να πατήσει εκεί γυναίκα. Πόση διαφορά από τους ναούς του Ανγκόρ με τις όμορφες ουράνιες νύμφες, τις μισόγυμνες απσάρες, σ’ όλους τους τοίχους τους». (περισσότερα…)