Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Ἡ Μάχη τῆς Κρήτης μέ τά μάτια ἑνός ὀχτάχρονου ἀγοριοῦ

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ                  

Ἐπιλογή καί ἐπιμέλεια: Ἀγγελική Καραθανάση

~.~

Πρωί. Μέ ξυπνᾶ μιά ἀδιάκοπη βοή, πού τήνε διακόπτουνε βαθιοί, ὑπόκωφοι βρόντοι. Μοιάζει νά βγαίνει ἀπό παντοῦ: ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τούς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ, ἀπό τό χῶμα. Κατεβαίνω γρήγορα στό κατώι. Ἡ πόρτα ἔχει μπουκώσει ἀπό τά κορμιά τῶν μεγάλων, πού τεντώνουνται γιά νά δοῦνε. Κάτι λένε ἀνάμεσα σ’ ἐπιφωνήματα και κραυγές φόβου τῶν γυναικῶν. Καταφέρνω νά χωθῶ ἀνάμεσα στά πόδια τους καί νά βγῶ ὄξω ἀπό τήν πόρτα. Βλέπω.

Στόν οὐρανό, ἀπάνω ἀπό τόν κάμπο, πετοῦν ἀεροπλάνα. Τά πιό μικρά γλιστροῦνε γρήγορα, χαμηλά, τ’ ἄλλα, τά βαριά, πηγαίνουνε μέ τό πάσο τους. Κάτω  ἀπό τ’ ἀεροπλάνα κρέμουνται πλῆθος ὀμπρέλες, ἄσπρες οἱ πιό πολλές ἀλλά καί κόκκινες καί πράσινες καί πορτοκαλιές, πού λικνίζουνται κατεβαίνοντας ἀργά πρός τή γῆ. Κι ὥσπου νά χαθοῦν οἱ πρῶτες πίσω ἀπό τίς ἐλιές, ἔχουν ἀνοίξει ἄλλες, ἔτσι πού ὁ οὐρανός εἶναι συνέχεια γεμάτος, σάν ἕν’ ἀέρινο λιβάδι ὅπου ξάφνου φυτρώσανε πλῆθος μεγάλα πολύχρωμα λουλούδια.

Τό ξέρω τοῦτο τό θέαμα ἀπό τίς φωτογραφίες τοῦ Νέου Κόσμου:[1] Ὁλλανδία, Ἐμπέν Ἐμαέλ.[2] Ἀπίστευτο! Οἱ φωτογραφίες ἐξεκόλλησαν ἀπό τό χαρτί κι ἤρθανε κι ἐσταθήκανε μπρός μου, ζωντανέψανε καί κινιούνται. Νιώθω ἕνα κύμα θαυμασμοῦ νά μέ συνεπαίρνει, νά μ’  ἀνεβάζει πάνω ἀπό τό χῶμα τῆς αὐλῆς. Κάτι ἀνάμεσα σ’  ἴλιγγο κι ἔκσταση. Κι ἀμέσως, τήν ἄλλη κιόλας στιγμή, πατῶ πάλι τό χῶμα, και τό χῶμα σαλεύει κάτω ἀπό τά πόδια μου.

Καταλαβαίνω πώς αὐτό πού βλέπω εἶναι πόλεμος –ἀληθινός πόλεμος, πού ’ρθε ἀπροειδοποίητα κι ἐχώθηκε στήν εἰκόνα πού ἀντίκριζα κάθε μέρα. Ἡ ζωή ξάφνου χωρίστηκε στά δυό. Ἐκεῖνο πού ζούσαμε  ὥς τώρα δέν ἔχει καμιά σχέση μ’  αὐτό πού ζοῦμε τούτη τή στιγμή. Κάτι μεγάλο καί φοβερό γίνεται μπρός στά μάτια μας. Κάτι πού κανείς δέν μπορεῖ νά τό σταματήσει ἤ νά τ’  ἀλλάξει.

Τό χέρι τῆς μάνας μου μ’ ἁρπάζει ἀπό τό γιακά.

—Τρελάθηκες; Ἔμπα μέσα!

Ἐπικρατεῖ μιά σύγχυχη. Κανείς δέν ξέρει τί πρέπει νά κάμει.

—Πᾶμε στό καταφύγιο, λέει ὁ πατέρας μου. Ὄχι ὅλοι μαζί, δυό-δυό, τρεῖς- τρεῖς, καί προσοχή στ’ ἀεροπλάνα. Ξεκίνα, Μιχάλη μέ τήν Ἰφιγένεια. Ὕστερα τά παιδιά. Κατόπιν ἡ Στέλλα μέ τή μικρή. (περισσότερα…)

Ρώσσικη άμυνα και ρώσσικη νίκη

ПОДВИГ ВАШ БЕССМЕРТЕН – ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΣΑΣ
Αικατερινούπολη, Μνημείο των Πεσόντων κατά του Ναζισμού
(φωτογραφία Ηλίας Μαλεβίτης)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ό,τι και να λέει το Χόλλυγουντ και η αμερικανική μυθοπλασία: ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε ούτε στη Νορμανδία ούτε στο Δυτικό Μέτωπο. Ο πόλεμος κρίθηκε στο Στάλινγκραντ, στο Λένινγκραντ και στη Μόσχα. Εκτιμάται ότι στο Ανατολικό Μέτωπο, κατά της ΕΣΣΔ, οι Γερμανοί έριξαν ώς και το 87% των δυνάμεων του στρατού τους.

Η Σοβιετική Ένωση υπέστη συντριπτικά μεγαλύτερες απώλειες σε σύγκριση με τους Δυτικούς συμμάχους: περίπου 25 εκατομμύρια νεκροί ήταν το τίμημα, μαχητές και άμαχοι. Οι Σοβιετικοί έχαναν 5 έως 10 άντρες για κάθε Γερμανό στρατιώτη. Οι απώλειες των ΗΠΑ και της Βρετανίας ήταν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες. Πολύ φριχτότερο ήταν το τίμημα που πλήρωσαν οι λαοί που αντιστάθηκαν ενεργά στον κατακτητή, κυρίως οι Έλληνες και οι Γιουγκοσλάβοι.

Η λογοτεχνία έχει αποδώσει μοναδικά τον τιτάνιο αγώνα των Σοβιετικών. Στο μόνοπρακτο Ρώσσικη άμυνα ο μεγάλος Γερμανός δραματουργός Χάινερ Μύλλερ (1919-1995) περιγράφει το τραγικό δίλημμα ενός Σοβιετικού αξιωματικού του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διοικητή μονάδας που στρατοπεδεύει στα περίχωρα της Μόσχας περιμένοντας τη Βέρμαχτ η οποία ώς τότε, μήνα Οκτώβριο του 1941, προελαύνει ακάθεκτη.

Για να συγκρατήσει τους κατατρομαγμένους φαντάρους του που λιποτακτούν ομαδικά, ο διοικητής σκηνοθετεί ένα περιστατικό. Ρίχνει μια πιστολιά στον αέρα και φωνάζει ότι έφτασαν οι Γερμανοί. Ακολουθεί πανικός, οι στρατιώτες του σκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Έβγαλα μια κραυγή Συναγερμός Στα όπλα
Ένας αλαλαγμός σηκώθηκε Ο Γερμανός
Σαν την ηχώ που η μια πλαγιά ρίχνει στην άλλη
Μα ώς κι αυτή έσβησε απ’ το ψιθυρητό
Που μες στα χαρακώματα απλωνόταν
Σαν νά ’ταν ήδη ο Γερμανός μπροστά μας
Από τα ορύγματα φαντάροι ξεμυτούσαν
Βουτούσανε πίσω ξανά και πάλι βγαίναν
Από τα χαρακώματα σαν μαριονέττες
Τότε ένας πρώτος το ’βαλε στα πόδια
Κι άλλοι πολλοί ξοπίσω προς το δάσος
Ώσπου ακούστηκε ένα πρόσταγμα ένα αλτ
Που όμως δεν βγήκε από το στόμα μου το δικό μου
Εγώ με κοίταζα στεκόμουν εκεί δίπλα
Και στύλωνα τα μάτια μου στο δράμα
Στο χέρι μου κρατούσα ακόμη τ’ όπλο
Οπού μ’ εκείνο υποδύθηκα τον ρόλο
Του Γερμανού με τόση επιτυχία
Ανάμεσα στο δάσος και τον ποταμό
Αυτή η φυγή ήταν το χειροκρότημά μου

Τότε εκείνος πιάνει έναν δεκανέα που αυτοτραυματίστηκε εκούσια για να αποφύγει τη μάχη, και τον εκτελεί παραδειγματικά. (περισσότερα…)

Θραύσματα

Αλβανικό Μέτωπο, φωτογραφία αρχείου. Κατά πάσα πιθανότητα, ο πατέρας.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ Σ. ΤΟΣΚΑ

~.~

«Δεν ήταν, λοιπόν, τόσο απλό
ούτε τόσο απαλό το τέλος.»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Το δικό μας αίμα

Οι ιστορίες όλων των ανθρώπων έχουν παράλληλες –καμμιά φορά και αντιπαράλληλες αλλά με την ίδια κατεύθυνση– φορές. Πόσο αντέχει κανείς να ξύνει τις πληγές του; Όσο ζει; Υπάρχουν όμως στιγμές που οι μνήμες φέρνουν μπρος μας ακούσματα και ιστορίες αληθινές, γραμμένες θραυσματικά σε υποσυνείδητα ενίοτε μισοσβησμένα, άλλοτε ως βάλσαμο κι άλλοτε ως σφάχτες. Με μιαν αλήθεια όμως βιωμένη στο λόγο. Με την απόσταση που ο χρόνος και οι γεωγραφικές συντεταγμένες το επιτρέπουν. Και με τη διαθλαστική ματιά των επιγόνων.

Ο πατέρας και παππούς των παιδιών μας, από δώδεκα χρονών –αρχές του ’30– στέλνεται μόνος σε συγγενείς στην Αθήνα, βγάζει το Γυμνάσιο και καταφέρνει να σπουδάσει μηχανικός αεροσκαφών στην Αεροπορία. Μια φορά σε μια δοκιμαστική πτήση με διπλάνο, καθόταν στο πίσω κάθισμα. Είχε όμως ξεχάσει να δέσει τη ζώνη του. Ο πιλότος κάνει ξαφνικά «loop», αναστροφή, αλλά ο νέος τότε μηχανικός κρατιέται.

Το βράδυ της 6ης Ιουνίου του 1933 φρουρούσε ως νεαρός υπαξιωματικός της αεροπορίας στην λεωφόρο Κηφησίας. Κάπου κοντά άκουσε τον –ευτυχώς άστοχο– πυροβολισμό με στόχο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Δυο χρόνια αργότερα έλαβε μέρος στο αποτυχημένο κίνημα των τότε βενιζελικών κι αριστερών αξιωματικών κι αποστρατεύεται.

Ο πόλεμος του ’40 τον βρίσκει επιλοχία του πεζικού στα βουνά της Χειμάρρας. Συνέχεια στην πρώτη γραμμή. Εκεί που, όπως διηγήθηκε, οι φωτογράφοι δεν τολμούσαν να φθάσουν. Ο ίδιος λέει –είπε– ότι έζησε γιατί τραυματίστηκε. Δεν θ’άντεχε άλλο. Και πάλι κατά τύχη επέζησε.

Όταν στο ύψωμα επάνω σκοτώθηκε ο χειριστής του οπλοπολυβόλου, το πήρε εκείνος. Μέχρι που μια ιταλική ριπή γάζωσε την χλαίνη και τον βρίσκει στο πόδι κοντά στο γόνατο. Η σφαίρα πέρασε το πόδι αφήνοντας διαμπερές τραύμα. Ήταν ήδη σούρουπο, έπεσε σιγά-σιγά το βράδυ. Σύρθηκε κάτω από έναν θάμνο, τυλίχτηκε στην κομματιασμένη χλαίνη του και λούφαξε με την πληγή του αιμάσουσα. Πώς πέρασε η παγωμένη νύχτα, μόνο εκείνες οι ψυχές το ξέρουν. Το πρωί περνά ένας ημιονηγός του Ερυθρού Σταυρού με το μουλάρι του. Βλέπει ένα ρυάκι αίμα να κατρακυλά από τον θάμνο. Κοιτάζει από κάτω, τον βλέπει. Στο μουλάρι κουβαλούσε έναν βαριά τραυματισμένο Ιταλό αξιωματικό. Παρότι οι αξιωματικοί –ακόμα κι οι εχθροί– προηγούνταν, τον πετά και παίρνει τον πατέρα. Γύρω από τον λόφο –μαθαίνει αργότερα– κοίτονται δεκάδες σκοτωμένοι Ιταλοί. Ήταν ανήμερα της γιορτής του, 27 Δεκεμβρίου, όταν τραυματίστηκε. (περισσότερα…)

Πείνα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Η Αθήνα πεινούσε και πάγωνε. Έξι βαθμούς υπό το μηδέν η θερμοκρασία. Δύο εβδομάδες κράτησε το χιόνι. Στο Πεδίον του Άρεως έφτασε στο ένα μέτρο. Ογδόντα χρόνια είχε να κάνει τέτοιο ψοφόκρυο στην Αττική. 700.000 άνθρωποι πέθαναν απ’ την πείνα και τα λοιμώδη νοσήματα τον χειμώνα του 1941-1942. Οι νεκροί έφταναν καθημερινά τους τετρακόσιους. Το δεύτερο εξάμηνο του 1941 οι γεννήσεις στην Αθήνα ήταν 5.400 και οι θάνατοι 20.300. Πέθαναν 15.000 περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους γεννήθηκαν. Το πρώτο εξάμηνο του 1942 η διαφορά εκτινάχθηκε στους 22.500 περισσότερους νεκρούς. Οι θάνατοι δεν αναφέρονταν σκοπίμως επίσημα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα κουπόνια σίτισης των αποθανόντων απ’ τους συγγενείς τους.

Δημοσιεύονταν στις εφημερίδες οι συνταγές της πείνας: «Σέσκουλα πουρέ, χορτόσουπα με χθεσινά αποφάγια, κρεμμυδόσουπα, λαχανόσουπα, σούπα με ελιές, βλιτοκεφτέδες, ζελέ από χόρτα, πλιγουροκεφτέδες, λάχανο με κάστανα, μελιτζάνες με πουρέ πατάτας, κολοκύθια με βλίτα στον φούρνο, κολοκύθια γεμιστά με τραχανά και πατατοτηγανίτες». Η περαιτέρω ευρηματικότητα των συνδυασμών επαφίονταν στην οξύνοια του ατόμου που λιμοκτονούσε.

Ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον, γράφει:

«Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονταν με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλον. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί».

* (περισσότερα…)