*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
~.~
Γιώργος Χωματηνός
Βρίκελοι, μυθιστόρημα
Κίχλη 2026
Είμαστε τάχα ζωντανοί… ή μήπως
ζούμε εμείς κι η ζωή έχει πεθάνει;
ΠΑΛΛΑΔΑΣ
«Μαρτίου ημέρα εικοστή ογδόη, πέμπτη Παρασκευή της Σαρακοστής.
Αποστόλου και μάρτυρος Ηρωδιώνος, επισκόπου Πατρών· οσίου Ιλαρίωνος του Νέου, ηγουμένου μονής της Πελεκητής· Ακαθίστου Ύμνου. Ανατολή Ηλίου έξι και δεκαεπτά προ μεσημβρίας. Δύση Ηλίου έξι και σαράντα τρία μετά μεσημβρίαν. Σελήνη επτά ημερών».
Σωτήριον έτος 1958. Προς το τέλος της Σαρακοστής, μόλις δυο βδομάδες πριν την Ανάσταση.
Ο χρόνος: αυτό «το χάρτινο εικοσιτετράωρο» εκείνης της Παρασκευής του Ακαθίστου ορίζεται από τις κωδωνοκρουσίες, «η καμπάνα του χωριού σημαίνει […] Η καμπάνα της εκκλησίας σημαίνει για τον όρθρο».
Χώρος: «ένα μακρινό χωριό, του τίποτες ο τόπος», το «βουρκοτόπι», ένα πεδινό χωριό, τόσο συγκεκριμένο κι ασαφές, με τον πλάτανο, την πλατεία, τον καφενέ και την εκκλησιά του. Αχαρτογράφητο κι ανώνυμο, βυθισμένο κάπου στην ελληνική επαρχία· ανώνυμα και συνεκδοχικά δηλαδή συλλήβδην η ανώνυμη και βουλιαγμένη, περίκλειστη στον εαυτό της, ελληνική επαρχία του 1958 (ή του αείποτε;). «Ο τόπος και τα γύρω δεν έχουν σημασία», γράφουν οι εναρκτήριες σκηνικές οδηγίες.
Το χωριό δεν έχει κοιμητήριο μα ούτε και παιδιά. Ζωντανόνεκροι, απέθαντοι μα κι άγονοι και στέρφοι οι κάτοικοί του. Ούτε κοιμητήριο μα ούτε και παιδιά. Ένα παρελθόν άθαφτο, βρικολακιασμένο, κι ένα μέλλον στέρφο, άγονο. Το μόνο παιδί είναι ο εσχατόγηρος αγέραστος νεανίας τύραννος Γραμματικός.
Τα του δράματος πρόσωπα παρουσιάζονται παρευθύς με το άνοιγμα του χάρτινου μπερντέ από τον Χορό, έναν κατάκοιτο γέρο και τη θυγατέρα του που τον νοιάζεται και τον περιθάλπει, και παρατηρούν τη «σκηνή» μέσα από το παράθυρο της μοναχικής αχυροκαλύβας τους.
«Ο αραμπάς, έρμος δίχως αραμπατζή, φορτωμένος τη μαρμαρένια κάσα, και ξοπίσω το καμιόνι».
Μέσα από το καμιόνι βγαίνει το μπουλούκι: η δωδεκάχρονη Μάντισσα Σμαρώ, η χορεύτρια Μανταλένα-Σαλώμη (ο χωροφύλακας εκστασιάζεται από τον χορό της και «βλέπει μπροστά του κομμένα κεφάλια σε ασημένιες πιατέλες […] τα επτά πέπλα του θολώνουνε τα μάτια»), οι σιαμαίοι μουσικάντηδες Δήμος και Σίμος, ο Δονάτος ο Θεραπευτής (από τον άγιο επίσκοπο «των θαυμάτων»;), κι ο καπετάνιος του στεριανού θιάσου Χριστοφόρος ο Εξαδάχτυλος, οδηγός του καμιονιού, περαματάρης δηλαδή σαν τον φερώνυμο Άγιό του, μα και ηγέτης με στοιχεία της πολιτικής εξουσίας, καταπώς δηλώνει και το παρωνύμι του.
Για τους δυο κυρίαρχους πρωταγωνιστές, τον Γραμματικό και τον Ξένο, θα γίνει λόγος παρακάτω. Ένα μπουλούκι που τριγυρνάει την επαρχία επί χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου, περιφέροντας για λαϊκό προσκύνημα μια περιλάλητη και πολυσέβαστη μαρμάρινη κάσα, που κανείς δεν ξέρει το περιεχόμενό της. Κάσα, δηλαδή νεκροκρέββατο, κιβώτιο, κιβούρι και λάρνακα, φέρετρο που αιώνες τώρα δεν έχει ενταφιαστεί· άρα η περιφορά της είναι μια οιονεί αενάως τελούμενη και παντοτινά ασυντέλεστη κηδεία, ένας ενταφιασμός διαρκώς αναβαλλόμενος και αεί καθυστερών.
Το έργο συστήνεται και παρουσιάζεται διττώς θεατρικά, αλλά με τον τρόπο της αρχαίας τραγωδίας. Από τη μια η δομή που αποτυπώνει το αρχαίο δράμα: πάροδος, επεισόδια, στάσιμα, έξοδος. Κι από την άλλη το μεταπολεμικό μπουλούκι που στήνει τη δική του σκηνή, τον «μπερντέ αυτού του θεάτρου σκιωδών πόθων». Όλα ετούτα εξάλλου προοικονομούνται στα εισαγωγικά μόττο του Λειβαδίτη και του Χειμωνά, που προτάσσει ο συγγραφέας.
Ο Χωματηνός θέλησε κι αποτόλμησε να μιλήσει σ’ αυτό το έργο για τις διαρκείς κι ανεπίλυτες ελληνικές εκκρεμότητες, για τις επικρεμάμενες διχοστασίες που τραβολογάνε την ελληνική ψυχή ακόμη (δηλωτική η παρουσία των σιαμαίων επ’ αυτού). Οπότε αναγκαία μιλά για την παράδοση αυτού του τόπου, μέσα από την ιστορία και τη γλώσσα ―και πώς αλλιώς;― αλλά με όχημα τον μύθο κι όχι τον ρεαλισμό. Θέλησε, όπως έχει διευκρινήσει «να συναντηθούν η λαϊκή παράδοση, η ποιητικότητα της γλώσσας και ο μοντερνισμός σε ένα κοινό αφηγηματικό πεδίο, ως ένας διαφορετικός τρόπος να σκεφτούμε το παρόν». Κι ακόμη συμπλήρωσε πως
«η λαϊκή παράδοση με ενδιέφερε ακριβώς επειδή διασώζει έναν τρόπο θέασης του κόσμου όπου συνυπάρχουν το ορατό και το αόρατο, το ιστορικό και το μυθικό. Η πρόθεσή μου δεν ήταν να την αντιμετωπίσω ως φολκλορικό υλικό ούτε ως αντικείμενο νοσταλγίας, αλλά ως ένα ζωντανό μορφικό απόθεμα που μπορεί να συνομιλήσει δημιουργικά με τη μοντερνιστική αφαίρεση. Ήθελα να δημιουργήσω έναν αφηγηματικό χώρο όπου ο μύθος δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως τρόπος βαθύτερης πρόσβασης σε αυτήν – αυτό που θα ονόμαζα έναν “τελετουργικό ρεαλισμό”».
Ως συνέπεια, μια τέτοια διαχείριση θα τον οδηγήσει να διαστείλει και να συμπλέξει σε μια ενιαία αφήγηση, όχι κατ’ ανάγκην με τους τρόπους του μαγικού ρεαλισμού (κι αυτό είναι ενδιαφέρον), τον χρόνο, έτσι ώστε πανάρχαιο και πρόσφατο παρελθόν να συμφύρονται και να αλληλοσυμπλέκονται με το παρόν (του 1958) αλλά και το ολότελα σημερινό, στην καρδιά της Κυψέλης στην Αθήνα, μα και να ακούγεται και η υποκειμενική ατομική φωνή του συγγραφέα, όχι μόνο ως ανεξάρτητου σχολιαστή μα κι ως άμεσα εμπλεκόμενου με τους ήρωές του. Σε κάποια στιγμή π.χ. της κορύφωσης της δράσης, ο φυλακισμένος πατέρας του Χριστόφορου απευθύνεται στον γιο του και στον συγγραφέα Χωματηνό: «Όχι, γιε μου, μην το κάνεις· Γιώργο, πες του να μην το κάνει».
Μια τέτοια φιλόδοξη πύκνωση στοχεύσεων και δομής, παρά τη γενικά επιτυχή της έκβαση, θαρρώ πως δημιουργεί στην αρχή ένα στόμωμα και μια δυσκαμψία στην αφήγηση. Κι ιδίως εκεί όπου το μπουλούκι προσπαθεί να βγει από τον καφενέ δίκην εξόδου από τον Λαβύρινθο, με μίτο το ξηλωμένο κόκκινο νήμα της εσάρπας της Μανταλένας, δώρο των ανολοκλήρωτων αρραβώνων της από τον θαλασσοπνιγμένο πια ―εν αγνοία της― αρραβωνιαστικό της. Αλλάς ας είναι! αξίζει τον κόπο το πρωτότυπο τόλμημα.
Έτσι ο Χωματηνός πλάθει τον «τελετουργικό ρεαλισμό» μέσα από τη συνάντηση της ποιητικότητας της γλώσσας και της λαϊκής παράδοσης, μα τον συμπλέκει και τον υφαίνει με διακριτική σαφήνεια αντάμα με την ιστορία. Κι αυτό γιατί γλώσσα και παράδοση χωρίς τόπο και χρόνο δεν υφίστανται, τουναντίον σαρκώνονται αποκλειστικά και μόνον εντός της ιστορίας. Εδώ λοιπόν θα ήθελα να επικεντρώσω κυρίως την προσοχή και το ενδιαφέρον μου με αυτό το σημείωμα.
Τα χνάρια που αφήνει ο Χωματηνός είναι επίμονα, επαναλαμβανόμενα, όπως πολλές από τις γλωσσικές του ρυθμικές επαναλήψεις. Κι όπως εκείνες κρατούν τον ρυθμό έτσι κι ετούτα συντονίζουν την αφήγηση εγχρόνως. Πέρα από τα προσωπεία του μπουλουκιού, δυο άλλες τεράστιες φιγούρες ορίζουν τη δράση και νοηματοδοτούν την εξέλιξή της, εκκολάπτουν την αδημονία κι εξάπτουν την αγωνία του αναγνώστη και του Χορού ευθύς εξαρχής («Εκείνον; Τον βλέπεις; Εκείνον;» ρωτά ο κατάκοιτος γέρος την κόρη του στο άνοιγμα της αυλαίας). Οι δυο μεγάλοι πρωταγωνιστές που η προσδοκώμενη συνάντησή τους θα οδηγήσει και στην καταλυτική έκβαση της τραγωδίας είναι ο Γραμματικός κι ο Ξένος. Και δεν είναι διόλου τυχαίο πως κι οι δυο, μυθοποιημένες μεν μορφές, είναι ταυτόχρονα και ιστορικές μορφές, ιστορικοί «τύποι». Εξηγούμαι.
Το έργο ξεκινά με την αφήγηση σε κρητική διάλεκτο για την προδοσία ενός Κρητικού αντάρτη, του καπετάν Δράκου, από έναν παπά, το σκοτωμό του από τους Τούρκους και τη νεκρανάστασή του, προκειμένου να πάρει τη βίαιη κι άγρια εκδίκησή του, που έχει σαν αποτέλεσμα να τριγυρνάει νεκροζώντανος στη μαύρη γης «αν κι αναπνέει, η καρδιά του δεν χτυπάει […] αίμα δεν κυλάει στις φλέβες του», μιας κι ούτε ο Θεός μηδέ κι ο Χάροντας τον δέχονται. Αμέσως μετά από αυτόν τον πρόλογο, η Πάροδος της τραγωδίας εισάγεται με τη σήμανση «έναν αιώνα μετά», πράγμα που τοποθετεί τον ―μυθικό― αντάρτη καπετάν Δράκο στα χρόνια της Κρητικής επανάστασης γύρω στα 1866. (Ας υπογραμμίσουμε εδώ, για τους συνειρμούς και τις γλωσσικές και λογοτεχνικές υποδόριες συνάψεις του Χωματηνού, πως ο σύντροφος του καπετάν Δράκου, δεν είναι άλλος από τον Νικόστρατο, το ευγενικό αφεντόπουλο του Ερωτόκριτου, που στο κονταροχτύπημα γίνεται μπιστεμένος φίλος του Κρητικού).
Ας έρθουμε τώρα στον άλλο πρωταγωνιστή. Ποιος και πόθεν ο Γραμματικός που διαφεντεύει το χωριό, δηλονότι τον σύμπαντα τόπο, σαδιστικά και τυραννικά, και μάλιστα επί εκατόν τριάντα χρόνια; Πρώτη το μολογάει στη Μάντισσα Σμαρώ μέσα απ’ τον βυθό του πηγαδιού η ίδια η μάνα της (η φωνή του παρελθόντος, που ανέρχεται ως ρήση εξηγηματική του παρόντος, και ποτέ ως πρόρρηση του μέλλοντος):
«Ο Γραμματικός, θυγατέρα, ένα μοβόρικο παιδαρέλι που τα τσιράκια του διαδίδουν ότι γεννήθηκε πριν από εκατόν τριάντα χρόνια, γιατί ήταν δεκατριών όταν πέρασε ο Μέγας Κομήτης, εκείνος με την μακρύτερη ουρά που ’χε δει μέχρι τότε ο κόσμος, και η άκρη της ουράς, λέει τον άγγιξε όπως το άστρο της Βηθλεέμ τον Ιησού, κι από κείνη τη στιγμή έγινε άχρονος κι αγέραστος όπως και το σκοτάδι και το φως, μόνο που αυτός δεν έγινε Χριστός αλλά Αντίχριστος».
Η ίδια γενεαλογία του Γραμματικού επαναλαμβάνεται αυτούσια άλλες δυο φορές. Είναι σαφές πως ο Χωματηνός προσκαλεί, θέλει να χαρτογραφήσουμε τα χνάρια του, σχεδόν παρακαλεί. Στην αρχή μπερδεύτηκα από τη βιασύνη μου κι έψαχνα για τον κομήτη του Χάλεϋ και το πέρασμά του το 1910, αλλά όμως ο συγγραφέας είναι ξεκάθαρος, μιλά για τον Μεγάλο Κομήτη με την μακρύτερη ουρά. Μολύβι και χαρτί, υπολογισμοί και προσθαφαιρέσεις.
«Ο κομήτης του Μαρτίου 1843 επαρουσίασε τότε αιφνιδίως μεγίστην ουράν, εν ω προ μιάς ημέρας ουδέν τοιούτον φαινόμενον παρετηρείτο εν τω ουρανώ».
Το 1843 περνά ο Μέγας Κομήτης με την μακρύτερη ουρά, επομένως ο δεκατριάχρονος Γραμματικός πρέπει να γεννήθηκε το 1831 και παραμένει εν ταυτώ δεκατριών και εκατόν τριάντα χρονών το 1958. Άρα, (συμπερασματικό και καταδεικτικό), γενέθλιο, καταστατικό, έτος του Γραμματικού στάθηκε η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου Κυβερνήτη της νεοσύστατης Ελλάδας.
Συνακόλουθα ευφυής και δικαιολογημένη και η ονομασία του Γραμματικού άλλωστε. Ποιος είναι ο γραμματικός και ποιοι οι γραμματικοί; Γραμματικοί ήταν οι μορφωμένοι, σπουδασμένοι, λόγιοι, οι γραφιάδες, οι γραμματείς που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα και τη σύσταση του ελληνικού κράτους στην υπηρεσία στρατιωτικών και πολιτικών. Χαρακτηριστικά σε αυτούς ανατέθηκε η γραφή των απομνημονευμάτων των κατά βάσιν αγράμματων αγωνιστών «σε ακραιφνή καθαρεύουσα και ενίοτε αρχαΐζουσα γλώσσα», οι οποίοι και «θα επικαλύψουν ολοκληρωτικά τη ζωντανή λαλιά των ντόπιων με μακαρονισμούς της εποχής» (Κ. Παπαγιώργης).
Η διάσταση μεταξύ καλαμαράδων που άρχισαν να παίρνουν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία και αγωνιστών-στρατιωτικών έγινε παροιμιώδης και η φυσιογνωμία του Μαυροκορδάτου εν προκειμένω κατέστη παραδειγματική. Περαιτέρω βέβαια, οι γραμματικοί δηλώνουν την κυριαρχία της διοίκησης του κράτους από τους μορφωμένους, αποκλειστικά εξ Εσπερίας, και την κατίσχυσή τους έναντι των στρατιωτικών. Με σύγχρονους τεχνικούς όρους θα έλεγα πως αποτελεί μετωνυμία της γραφειοκρατίας που κυριαρχεί στο ελληνικό κράτος από καταβολής του και καταδυναστεύει τυραννικά και σαδιστικά τους πολίτες του. Και πάντα με τα φώτα της Δύσης, με την απαξίωση και τον εξοβελισμό του ντόπιου πολιτισμού και την αντικατάστασή του με καθετί δυτικότροπο, κατά τρόπο απόλυτο και σαρωτικό.
Εξού και του Γραμματικού η πιστή «άγρια σκύλα […] που γρυλίζει απειλητικά» ονομάζεται Εσπερία. (Το δε γρύλισμά της πιθανόν να ακούγεται έως της σήμερον με την επίσειση των ευρωπαϊκών απειλών επί των κρατών μελών της Ένωσης, σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.) Τολμώ δε να υποθέσω πως σε αυτή την καταστατική νεοελληνική διχοστασία γραμματικών-στρατιωτικών, διοίκησης και δράσης, η μορφή του γραμματικού Μαυροκορδάτου ως στρατιωτικού στη μάχη του Πέτα (με την συνακόλουθη καταστροφική ήττα), την απόλυτη πρόσδεση κι εξάρτηση του ιδίου και της χώρας από τη Δύση (Αγγλία) και την ανέλιξή του στα ανώτερα πολιτικά αξιώματα, μα κι η αντιπαράθεσή του με τον Κυβερνήτη μπορεί να χρησίμεψε ως πρώτη ύλη στον συγγραφέα για τη διάπλαση του δεκατριάχρονου αγοριού με το ξύλινο αλογάκι και το δίκοχο από φύλλο εφημερίδας, που μεταβάλλεται σε τύραννο, καβάλα στον μαύρο του και κραδαίνοντας τη φονική του σπάθα.
Όπως οι γραμματικοί διέφθειραν τη λαϊκή ντόπια λαλιά με τους καθαρευουσιάνικους μακαρονισμούς τους και διέπλασαν την κρατική διοίκηση σε μια μαρτυρική και τυραννική εξουσία της «καλαμαράδικης» κυριαρχίας επί των πολιτών, έτσι κι ο Γραμματικός φθείρει τα παιδικά του παιχνίδια
«με τα χέρια και το βλέμμα του, αφαιρώντας από πάνω τους το βερνίκι του αιθέρα που χωρίζει το αληθινό από το πραγματικό, το αφανές από το ορατό, το γενόμενο από το λεγόμενο».
Ο Γραμματικός λοιπόν που φθείρει και ψευτίζει κάθε αληθινό στο διάβα του, με ακριβή και προβλέψιμη συνέπεια θα κρεμάσει τον δάσκαλο, τον φορέα και μεταλαμπαδευτή της γνώσης, της ιστορικής συνείδησης, της κρίσης και της αμφισβήτησης, που ακόμη και το κρεμασμένο κουφάρι του, που παλαντζάρει στον αέρα, μέρες μετά, φθέγγεται σαν άλλη Σύβιλλα μαινομένῳ στόματι ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα:
«Εμείς ο Μινώταυρος, εμείς είναι κι ο Ίσκιος. Μεγαλώνουμε στην καρδιά του λαβυρίνθου σου, μεγαλόψυχη, άμυαλη Μητέρα, εκεί όπου μας κρύβουν οι ψευδαισθήσεις σου. Εμείς το χαμένο αρνητικό του Κόσμου, η εικόνα του τίποτα, η λησμονιά του καθήκοντος, ο δισταγμός της πράξης. Κληρονόμοι του ναρκοθετημένου γονιδιώματος, παγιδευμένοι κάτω απ’ τους δρόμους της Κνωσού, εδώ το ανύπαρκτο βασίλειό μας, εδώ κι ο ανύπαρκτος θρόνος μας, μέσα στα σπλάχνα του μπλε πουλιού, που έτσι και ξεκολλήσει από τον βράχο με το λάβδανο και κάνει να πετάξει, θα ρημάξει όλα όσα μας παρέδωσες, να τα διεκδικήσουμε πάλι από την αρχή».
Έχουν ήδη επισημανθεί οι ιστορικές διαδρομές που διανύει ο Χωματηνός. Ο Σαγγάριος και το Αφιόν Καραχισάρ, με την ατίμητη θυσία στην Εξέχουσα του θανάτου, η Μικρασιατική καταστροφή στη Σμύρνη, η προσφυγιά κι οι πνιγμένοι στο Αιγαίο, η Τρούμπα κι ο έκτος στόλος, οι φυλακές Αβέρωφ, η Κορέα, η Κύπρος. Ας συμπληρώσω εδώ και τον εμφύλιο με τα πάθη του, που περνούν βίαια, βιαστικά κι απότομα, μέσα από την τύχη της μάνας της Μάντισσας (με τη διττή, αδιάφευκτη, αναφορά στη «νύχτα που οι παλιοί σύντροφοι γκρέμισαν τη μάνα της σ’ ένα σέρβικο πηγάδι» ― πες Μπούλκες· εδώ κρυφανανασαίνει κι ο Κρητικός του Σολωμού: «Και την αυγή μού ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι».).
Σωστά. Όμως όλα αυτά συναπαρτίζουν θραύσματα του πρόσφατου, ανεπούλωτου και χαίνοντος νεοελληνικού τραύματος μοναχά. Η γραμμή που χαράζει ο Χωματηνός πάει μακριά, πολύ μακριά σε βάθος. Το φτεροκόπημα της (σολωμικής) γαλάζιας πεταλούδας που πεταρίζει διαρκώς από τα βάθη της ιστορίας ίσαμε τη σύνθεση του απρόβλεπτου χαρακτήρα του χάους, ξεκινάει από την Κρήτη, «εκεί που άρχισαν όλα». Όχι στα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνα, με την αφήγηση για τον κρητικό αντάρτη που εκκινεί το έργο, αλλά με την Κρήτη της αρπαγής της Ευρώπης από τον ταύρο Δία, την Κρήτη τη μινωϊκή και τον Τάλω, τον Μινώταυρο με τον λαβύρινθο και τον Θησέα με της Αριάδνης τον μίτο, τα παλάτια της Κνωσού και της τοιχογραφίας το μπλε πουλί μέσα στις λαδανιές. Φτεροκοπάει στη μυθ-ιστορία την αρχαιο-ελληνική, τα βόδια του Ήλιου (τα ζεμένα στον αραμπά κι αυτοβούλως κινούμενα), τους αιματολάπτες νεκρούς της ομηρικής Νέκυιας («όχι, εγώ ήπια από το αίμα σου που έβαψε την πέτρα»), την αράχνη από την Μαιονία, τις Αμαδρυάδες.
Κι ύστερα παίζει με τον ίσκιο της πάνω από το Βυζάντιο (στον καφενέ «η γαλάζια ταμπέλα γράφει “Βυζάντιον”, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι»), «τον μαύρο καπνό από τη φωτιά της άλωσης του Αμορίου» (πλάι στο κατοπινό τουρκόφωνο Αφιόν Καραχισάρ). Περνά μέσα από τις μάταιες και μη εισακουόμενες προσευχές του Λατίνου πατριάρχη Δαγοβέρτου στον Πανάγιο Τάφο, μπας και «φανερωθεί επιτέλους το Άγιο Φως και σ’ έναν Δυτικό», την Επταβηματίζουσα της Μονής της Χώρας («ένα κοριτσάκι κάνει τα επτά πρώτα του βήματα»), πριν φτάσει στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, τη δολοφονία του Καποδίστρια, την Κρητική επανάσταση του 1866, τον Καραγκιόζη, τον Θεόφιλο, τον Κουταλιανό… και τον θηριώδη 20ό αιώνα.
Ναι· όλα αυτά. Κι ετούτο διόλου δεν ξενίζει ούτε παραξενεύει. Σάμπως ο Χωματηνός με το έργο του λόγο για τη νεοελληνική συνθήκη δεν παλεύει να αρθρώσει; Το παράδοξο και θαυμαστό αντιθέτως είναι η περίτεχνη διαπλοκή τόσων και τόσων χιλιετιών ιστορίας μέσα από της ελληνικής γλώσσας το μακρύ ταξίδι, τις αλλαγές και τα φανερώματά της. Τόσης και τέτοιας μαεστρίας είναι η πυκνή ύφανση και το δέσιμο αξεδιάλυτο, ώστε όλη η μακραίωνη ελληνική ιστορική συνθήκη, μέσα από της γλώσσας τους διακλαδισμούς περνάει σχεδόν αδιόρατη, διακριτικά, ίσως άφαντη κι αόρατη (αν κρίνω από τις πλείστες κριτικές δεξιώσεις κι αναφορές στο έργο). Και πώς άραγε να μιλήσει για όλη αυτή την περιπέτεια, με τι στόμα και τι γλώσσα να φθέγγεται;
Εφόσον λοιπόν θέλει να εκφράσει όλη αυτή την ιστορική παράδοση και την περιπέτειά της πώς είναι δυνατόν να μην εκφραστεί μέσα από γλωσσικές αναφορές όλης αυτής της παράδοσης; Γι’ αυτό το μόνο μου ξάφνιασμα είναι η έκπληκτη αποστροφή που διάβασα: «Στο βιβλίο συνυπάρχουν, εκτός από το δημοτικό τραγούδι και την αρχαία τραγωδία, Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Καρούζος, Χειμωνάς, Τσαρούχης, Τσιτσάνης, ακόμη και η Αγία Γραφή». Αυτός που ξεστομίζει τον Όμηρο, τον Αλκαίο, τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο ή τον Επιφάνιο και τους Χαιρετισμούς και τον δεκαπεντασύλλαβο μες στον πεζό του λόγο, δεν θα μιλήσει και τη γλώσσα της Γραφής (για την ακρίβεια ένα μεταφρασμένο χωρίο των Ψαλμών); Συλλογίζομαι από τη μια πόσο αξιοπερίεργο κατάντησε κάποιος συγγραφέας να μιλάει και να παραπέμπει σε όλο το εύρος της ελληνικής γλώσσας κι από την άλλη πως αυτό που ξαφνιάζει και παραξενεύει άλλο τόσο και γοητεύει. Διαβάζω κάποιες άλλες επιφυλάξεις-ξόρκια για τη συνέχεια της γλώσσας και τη βαριά κληρονομιά της, της οποίας μάλλον δεν είμαστε επίγονοι.
«Και μας λέει και κάτι ακόμα ο Χωματηνός: Πως, ναι, υπάρχει ακόμα αυτό το αόρατο νήμα που μας συνδέει με τις αμμουδιές του Ομήρου. Όχι όμως στη βάση κάποιας αδιάλειπτης και ηθικά ύποπτης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας. Όχι επειδή υπάρχει κάποια βαριά κληρονομιά κι εμείς είμαστε οι επίγονοί της. Όχι επειδή “μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα” όπως έλεγε ο Σεφέρης αλλά επειδή έχουμε την τύχη να βιώνουμε, αν θέλουμε βεβαίως να βιώσουμε, τη σύνδεση με εκείνον τον “ίσκιον άγνωρο”, την εξαίσια αλληγορία, το μεταφυσικό θάμβος και τον σολωμικό “θεμελιώδη ρυθμό”. Δεν αρκεί μια άκριτη συνέχεια λες και είμαστε οι δικαιούχοι της παχυλής κληρονομιάς και μας χρωστάνε. Τα ελληνικά δεν είναι κάποια αυταπόδεικτη αξία».
Διαβάζω κι αναρωτιέμαι. Πώς αξιώνεται κανείς ένα τέτοιο «μεταφυσικό θάμβος» χωρίς τη γλώσσα, την ιστορία, και τους τρόπους της παράδοσης; Μέσω μεταφυσικο-ιδεαλιστικών οπτασιών ή φαντασιώσεων; Είτε μας αρέσει είτε όχι αυτό λέει ο Χωματηνός κουβαλάμε αυτή την παράδοση, είμαστε κληρονόμοι της, όσο κι αν μας κατατρύχει, όσο κι αν μένουν ανεπούλωτες οι πληγές της. Τι θα κάνουμε με αυτήν παραμένει το εκκρεμές ζήτημα (αν και για όποιους ακόμα).
Πού αλλού δηλαδή εδράζεται ένα τέτοιο βίωμα, ιστορικής διάρκειας και εμπειρίας, αν όχι στη γλώσσα και τον ρυθμό της και στη διαπλοκή της με τον τόπο και την ιστορική του πορεία, στην ελάχιστη έστω μετοχή σε έναν κοινό τρόπο ζωής, εθίμων και τελετουργιών, σημασιοδοτήσεων και αναπαραστάσεων, όσο κι αν μεταβάλλονται όσο κι αν εμπλουτίζονται, όσο κι αν μετασχηματίζονται; Πώς δηλαδή κι από πού κι ως πού, με ποιον τρόπο, «έχουμε την τύχη να βιώνουμε, αν θέλουμε βεβαίως να βιώσουμε, τη σύνδεση με εκείνον τον «ίσκιον άγνωρο», την εξαίσια αλληγορία, το μεταφυσικό θάμβος και τον σολωμικό «θεμελιώδη ρυθμό», αν δεν «μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα» όπως έλεγε ο Σεφέρης, αν δεν είμαστε όχι μόνο ― ακούσιοι κι ανερώτητοι― κληρονόμοι της, μα και φορείς κι ενεργοί συμπαίκτες στο αγώνισμα του συνανήκειν; Πώς θα βιώσουμε, αν έχουμε την τύχη, το «μεταφυσικό θάμβος» και τον σολωμικό «θεμελιώδη ρυθμό»; Αν αφαιρέσει κανείς τους στοιχειώδεις αυτούς υλικούς βασικούς όρους πού θα βρεθεί τόπος να σταθεί και να οικοδομηθεί, και πώς, μια τέτοια εμπειρία του «μεταφυσικού θάμβους»;
Όχι, ο Χωματηνός δεν θέλει να αφήσει στα χέρια ενός υπεραυτάρκους βερμπαλιστικού εθνικισμού τη γλώσσα ή την παράδοση, δεν τους την χαρίζει, μα κι ούτε επιθυμεί να περιπλανηθεί ανέστιος σε έναν μη-τόπο ιδεαλιστικών μεταφυσικών ψευδαισθήσεων περί συμμετοχής στη συνέχεια και τη διάρκεια ενός βιώματος, παντελώς άσχετου με τη συνέχεια της γλώσσας ή της ―όποιας― μετοχής στην ιστορία και τους τρόπους της παράδοσης. Αν κάτι αποπειράται να αρθρώσει ο Χωματηνός είναι πως ανανέωση, ανασύνθεση, μεταμόρφωση ακόμα-ακόμα αν θες, της παράδοσης (και κάθαρση από τα φαντάσματα και τους βρίκελους που μας στοιχειώνουν), χωρίς τη στοιχειώδη ενεργό μετοχή (ή δημιουργική πρόσληψή της) σ’ αυτή την εμπειρία δεν γίνεται, ούτε καν θεραπεία του χαίνοντος τραύματος. Προς ένα χαμένο συνανήκειν κατατείνει.
Γράφει κι ακούω:
«ακτίνα του ήλιου, που εμάς δεν καταδέχτηκες να μας φωτίσεις και να μας ζεστάνεις με το λαμπρό σου φως, νά που φάνηκες τώρα λοξά πάνω απ’ του βούρκου τα νερά να προϋπαντήσεις αυτό το μοβόρικο παιδαρέλι, τον Γραμματικό […] δες, μην κάνεις πως δεν βλέπεις, ακτίς αελίου, ελληνικά μιλάω, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις».
Ελληνικά μιλάει και ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω.
Υπερβολική ίσως η διάθεσή του να μιλήσει και να συμπεριλάβει όλα, τα πάντα, από τον Όμηρο και τον Αλκαίο, την κρητική λαλιά και τον δεκαπεντασύλλαβο, μέχρι τον Ησύχιο και τον Κοραή, τον 22ο παράλληλο, τον Κόντογλου, τον Χατζή και τον Πεντζίκη. Δυο τρεις κοινοτοπίες, η ασύνδετη μια-δυο φορές παρέμβαση του συγγραφέα μέσα στον μύθο και των ξεκομμένων σκέψεών του, μες από τη σημερινή Κυψέλη, και κάνα δυο ―κατ’ εμέ― απροσδιόνυσες φράσεις, όπως «άλειφε με το βλέμμα του τις σφιχτές, ολοστρόγγυλες γάμπες της» ή «κρέμονται πάνω της τα ανδρικά χάδια όπως τα τσιγκέλια στα χασάπικα», παραξενεύουν και σκαλώνουν κάποιες στιγμές την ανάγνωση. Το σύνολο εγχείρημα όμως σπουδαίο και το τόλμημα τρανό και ξεπερνά κάποιες τέτοιες επιμέρους ενστάσεις.
Η πληθώρα κι η πανσπερμία των διακειμενικών του αναφορών (δηλωμένων κι αδήλωτων) εντάσσεται οργανικά στο όλο έργο, καθιστώντας αξιοθαύμαστη την επίμοχθη και περίφροντι συγγραφική επιμέλεια που κατέβαλε για να τις εντάξει αρμονικά, χωρίς επί το πλείστον να διαταράσσουν το συνολικό εγχείρημα. Οι ενδιαφερόμενοι ρέκτες ας εγκύψουν προσεκτικά. Μια όμως από όλες τις αναφορές του κρίνω πως έχει ιδιαίτερο λόγο να τονιστεί γιατί σημαίνει (σύμφωνα με την ηρακλείτεια ρήση περί του δελφικού Απόλλωνα) την απόβλεψη του Χωματηνού, όπως διαγράφεται στη μοίρα του Χριστόφορου. Κι αυτή δεν είναι άλλη από τη φράση που απορρέει από του Γιώργου Μανιάτη τη γραφή:
«η στιγμή που ο άνθρωπος εγκαταλείπει την πρώτη του γέννηση για να ξαναγεννηθεί από μόνος του είναι ιερή, δεν περιγράφεται».
Η μαρμάρινη κάσα δεν είναι άδεια σαν το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου· μήτε εξωτερικά μήτε εσωτερικά. Η μαρμάρινη κάσα, η κάσα η γραμμένη, έχει τα πάντα, κι όσα υπαινικτικά εννοούνται μα κι όσα κρυφά ή ξεθωριασμένα απεικονίζονται πάνω της, από το μπλε πουλί της Κνωσού που σωφυλλιασμένο ζωγραφίζεται, βαθιά κρυμμένο κι άφαντο, στο εσώτατο στρώμα του μαρμάρου, μέχρι τις επάλληλες επιστρώσεις με τον Βελλερεφόντη καβάλα στον Πήγασο που σκοτώνει τη Χίμαιρα, την Αθηνά, τους φιλόσοφους· μπορεί ακόμη και τον αϊ-Γιώργη καβαλάρη και την Παναγία με τους δώδεκα Αποστόλους για τα μάτια της Σμαρώς, εμπεριέχει ακόμη τολμώ να υποθέσω και τον μαρμαρωμένο βασιλιά. Μια εικονογραφία πανοραμική (οπτική και υπονοούμενη) της σύνολης ελληνικής παράδοσης. Παρά τον μνημειακό, τελετουργικό της χαρακτήρα, είναι και παραμένει ακόμα γόνιμη, για την ακρίβεια η θραύση της την κάνει ίσως πιο γόνιμη. Και πάνω απ’ όλα, πέρα από τις ζωγραφιές και την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του γλύπτη της (είναι ένας άραγε ή σύμπας ο ανώνυμος λαός) έχει τα ανώνυμα χέρια που κομματιάζονται να γυρνάνε τον τροχό της Ιστορίας και κανένας δεν τα βλέπει, τα πολυτίμητα δάκρυα και τους λυγμούς του τεχνίτη της, που τελικά καταλύουν την τυραννία του Γραμματικού.
Δεν ξέρω αν η έκβαση της περιπέτειάς του θα φανεί πειστική, λυσιτελής ή τελεσφόρα. Ξέρω όμως πως ο μύθος που υφαίνει ο Χωματηνός περίτεχνα με της γλώσσας τα πολυποίκιλα υφάδια στο στημόνι της ελληνικής παράδοσης, πάνω σε αργαλειό δικό του, όπως κι η προσπάθειά του να μιλήσει για την κάθαρση (αυτό δεν είναι άραγε και το σκοπούμενο της ―αρχαιο― ελληνικής τραγωδίας;) της νεοελληνικής ψυχής από τους βρίκελους, τους βρικόλακες και τα φαντάσματα που την κατατρύχουν είναι αξιοθαύμαστος κι αξιοπρόσεχτος. Και ξέρω ακόμα πως ο συγγραφέας μας όχι μόνο τυχαίος δεν είναι, αλλά σαν τον Μεγάλο Κομήτη του έχει κι αυτός μακριά φωτεινή ουρά, και πως ήρθε για να μείνει.
Ήδη αυτό που ξεκίνησε σαν ένα σημείωμα τράβηξε πολύ σε μάκρος, και πρέπει πια να αποσώσω. Είναι αρκετές οι σκηνές κι οι περιγραφές όπου θαύμασα τη γλωσσική του μαστοριά και δεξιοτεχνία. Οι δε σκηνές της συνομιλίας του Χριστόφορου με τον Χριστό (που βλαστημάει ευκαίρως-ακαίρως) και της Ανάληψης-αποκαθήλωσης του καπετάν Δράκου από τον Χριστό, μετά την επίμονη άρνηση του Θεού Πατέρα του να δεχτεί τον τρισκατάρατο και κριματισμένο, προσκαλούν σε μια διεξοδική πραγμάτευση ολόδική τους. Θέλω ξεχωριστά όμως να μνημονεύσω μιαν ιδιαίτερη αλληγορία, τόσο αλλότροπα δοσμένη. Ο Γιώργος Χωματηνός μπορεί να μιλά και να καταγίνεται με την περιγραφή της στεριάς, του πεδινού χωριού, της λάσπης και του χώματος (λογοπαικτώντας και σκαλίζοντας πιθανόν το διπλά «χοϊκό» όνομά του, αλλά έξαφνα κι αναπάντεχα ξέρει να μεταφέρει πάνω σ’ αυτή τη στεριά την τρικυμία και τον σάλο της πολυκύμαντης θάλασσας.
Ο αϊ-Νικόλας στο ταμπλό του καμιονιού, μπορεί να είναι και λόγω του πατέρα του, μιας και τον λένε Νίκο. Οι επικλήσεις όμως σε αυτόν, οι μνείες κι οι φόβοι της καταβύθισης για το σκαρί του καμιονιού ανήκουν στον κόσμο της θαλάσσης (ο Καββαδίας θαρρώ γνέφει από τα βάθη: Άγιε Νικόλα, φύλαγε… οργιά με την οργιά, ακόμα και με το μπάρκο του αρραβωνιαστικού ασυρματιστή της Μανταλένας).
«Με τα μάτια κόκκινα στο καθρεφτάκι, Ο Χριστόφορος βλέπει το μπλε ματόχαντρο στο καθρεφτάκι να παλαντζάρει, νιώθει την καμπίνα να παραδέρνει με τα κύματα. Άγιε Νικόλα, φύλαγε, τι κοπανάει έτσι; Είναι ο ξένος που ’χει επιστρέψει και κρούει απ’ έξω την πόρτα του οδηγού με τις παλάμες του, σείοντας το καμιόνι ολόκληρο. Ο Χριστόφορος δεν το αντιλαμβάνεται, εξακολουθεί να τραμπαλίζεται μεταξύ μιας ένοχης έλξης και μιας ανομολόγητης απέχθειας προς τη μαρμαρένια κάσα, που του ’κλεψε τα νιάτα, που τον ξεγέλασε πως αυτό το ταξίδι είχε τάχα κάποιο σκοπό. […] κανένα πεπρωμένο δεν κρύβεται εδώ, ούτε ο ίδιος είναι εκλεκτός. Δεν είναι κανείς και κάποιος είναι, αλλά ποιος, ποιος; […]
Ορατότης μηδέν, παράγοντας που μηδενίζει όλα τα γενόμενα. Μα ακόμα και στο μηδέν κάτι κρύβεται, κάτι ανεκδήλωτο και σπάνιο που γίνεται και χάνεται την ίδια στιγμή, όπως αυτό το μυστήριο χαμόγελο του πατέρα του Χριστόφορου που ζωγραφίστηκε φευγαλέα στα χείλη του γιου του· ένα χαμόγελο που υπονοεί ότι, σ’ αυτόν τον ωκεανό του τίποτα που ο γιος του θαλασσοδέρνεται, υπάρχει κάπου ένα υπόλειμμα γης, μια ξέρα ελάχιστα υψηλή, ασήμαντη, που όμως φτάνει για να χτιστεί ένας ατόφιος εαυτός, ένας ατόφιος κόσμος. Μόνο πού για να τη βρει πρέπει να πέσει πάνω της, πάει να πει να διακινδυνεύσει να φουντάρει το καμιόνι χάνοντας τα πάντα, μαζί και τον ίδιο. Άγιε Νικόλα, φύλαγε, τι κοπανάει έτσι; Κάπου βρήκαμε, ρήγμα μεγάλο, η στάθμη του καπνού ολοένα κι ανεβαίνει, πάμε χαμένοι, βυθιζόμαστε, βυθιζόμαστε, γαμώ την πίστη μου, σαραβαλιασμένο καμιόνι με σημαία ευκαιρίας, βυθιζόμαστε.
Η στιγμή που ο άνθρωπος εγκαταλείπει την πρώτη του γέννηση για να ξαναγεννηθεί από μόνος του είναι ιερή, δεν περιγράφεται. Πώς να περιγράψεις το δέος και το φόβο που νιώθει καθώς κολυμπάει αντίθετα στα κύματα της ιστορίας; Πώς ν’ αναπαραστήσεις τον τρόπο που ανοίγει τα χέρια και αγκαλιάζει το βάθος, καθώς οργιά με την οργιά βυθίζεται στον πυρήνα της ύπαρξης που αποχαιρετά; Πώς να αποτυπώσεις το αδιανόητο, ότι δηλαδή, ακριβώς επειδή καταδύεται γυμνός κι απόκληρος στο κέντρο της απουσίας, καθίσταται αυθεντικός κληρονόμος μιας αρχαίας ελευθερίας, που το παρελθόν της αναδύεται αθωωμένος και ελαφρύ στο παρόν; Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να ειπωθεί, είναι πως, παρότι δεν βλέπει να δει και δεν ακούει να ακούσει, ο Χριστόφορος αναγνωρίζει τη μορφή αυτού του χαμένου παρελθόντος στο άγριο πρόσωπο του ξένου που στέκεται κάτω απ’ το καπιόνι και τον κοιτάζει βλοσυρός κι αμίλητος. Η πόρτα του καμιονιού είναι ορθάνοιχτη, η στάθμη του καπνού ολοένα και πέφτει· ό,τι απέμεινε απ’ τη θάλασσα είναι λίγη πίσσα στα πνευμόνια τώρα δεν απομένει τίποτ’ άλλο, ούτε αμφιβολία ούτε επιλογή, παρά να κατεβεί και να τους μαζέψει για ν’ αρχίσουν το στήσιμο. Στη λάσπη του πυθμένα».
**
*
