Ο παγγάληνος Λέων και ο γλυκύς Κωνσταντίνος

Το λιμάνι της Aττάλειας το 1840, με μέρος των τειχών της, σε χαρακτικό από το έργο των W. H. Bartlett – Th. Allom, Voyage en Syrie et dans I’Asie Mineure.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #21
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ο παγγάληνος Λέων και ο γλυκύς Κωνσταντίνος

Στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αττάλειας –ή αλλιώς Antalya, στα τουρκικά– βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα αρχαία και βυζαντινά μάρμαρα μία μεγάλη επιγραφή που άλλοτε ήταν τοποθετημένη στα τείχη της πόλης. Κτισμένη στον μυχό του ομώνυμου κόλπου, η Αττάλεια υπήρξε επί αιώνες το σπουδαιότερο λιμάνι του Βυζαντίου στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, στην αρχαία Παμφυλία. Τα βυζαντινά της τείχη που σώζονται μέχρι σήμερα σε αρκετή έκταση, περιβάλλουν την παλαιά πόλη, το Kale (κάστρο) ή Kaleiçi. Εκεί, ανάμεσα σε πολλά σπίτια και εκκλησίες των Ρωμιών Ατταλειωτών που έφυγαν για την Ελλάδα με την Ανταλλαγή του 1923, δεσπόζουν τα ερείπια του μεγάλου βυζαντινού ναού της πόλης, γνωστού ως Cumanin Camii. Έξω από τα τείχη απλώνεται η σύγχρονη Antalya, γιγαντωμένη και παραδομένη στην τουριστική βιομηχανία.

Η βυζαντινή Αττάλεια ήταν εμπορικός κόμβος και κρίσιμης σημασίας βάση του βυζαντινού στόλου. Επί των ημερών του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, του δεύτερου της δυναστείας των Μακεδόνων, η οχύρωση της ενισχύθηκε με έναν επιπλέον περίβολο. Αυτό ακριβώς μαρτυρά η επιγραφή που απόκειται σήμερα στο μουσείο και εντάσσεται στη μακρά σειρά των βυζαντινών επιγραμμάτων που συνέθεσαν γνωστοί και άγνωστοι ποιητές, για να πανηγυρίσουν την οικοδόμηση κάστρων, πύργων και πυλών. Το επίγραμμα της Αττάλειας είναι γραμμένο σε δωδεκασύλλαβο μέτρο, με κεφαλαία γράμματα:

☩ Ἀεὶ προνοίᾳ πατρικῇ κεχρημένος
ὡς οἷα τέκνοις πᾶσι τοῖς ὑπηκόοις
ὁ παγγάληνος εὐσεβὴς αὐτοκράτωρ
Λέων σὺν ὑιῷ τῷ γλυκεῖ Κωνσταντίνῳ
καὶ πάντα πράττειν συμπαθῶς εἰθισμένος
ὡς τῆς ἁπάντων φροντίσαι σωτηρίας·
καὶ τήνδε σῳζων τὴν φιλόχριστον πόλιν
σοφῶς κατωχύρωσε τείχει δευτέρῳ
δεικνὺς ἑαυτῆς μᾶλλον ἀσφαλεστέραν
ἐχθρῶν τε πάσης μηχανῆς ἀνωτέραν·
καὶ χεὶρ μεν ἡ μόναρχος ἔργου προστάτις
ὡς καὶ χορηγὸς τῶν καλῶν καὶ δεσπότις·
Εὐφήμιος δε τοῦ κράτους μυστογράφος
θερμῶς ὑπουργῶν εὐφυὴς ἐπιστάτης.

Οι στίχοι βρίθουν κολακειών για το πρόσωπο του παγγάληνου Λέοντος, που προβάλλεται ως ο στοργικός πατέρας όλων των υπηκόων του και εκείνος ο οποίος εργάζεται διαρκώς για την προστασία τους. Για τους Ατταλειάτες, η σοφία του αποφάσισε να χαρίσει ένα δεύτερο τείχος στην πόλη τους, έτσι ώστε να την κάνει ακόμη πιο ασφαλή και ανώτερη από κάθε εχθρική επιβουλή. Ένα μερίδιο κολακείας αναλογεί επίσης στον αξιωματούχο που έφερε εις πέρας το έργο (και ίσως παρήγγειλε το δοξαστικό επίγραμμα): αυτός ήταν ο μυστογράφος (γραμματέας του κράτους) Ευφήμιος, που εκτέλεσε με ζήλο και ευφυΐα την εντολή της μονάρχου χειρός του δεσπότη του.

Μέσα σε αυτό τον χείμαρρο εξύμνησης του ηγεμόνα, ξεχωρίζει ένα επίθετο που δίνει στο επίγραμμα πιο ανθρώπινο τόνο και βοηθά στη χρονολόγησή του. Δίπλα στον παγγάληνο Λέοντα εμφανίζεται ο γλυκύς Κωνσταντίνος. Πρόκειται για τον πορφυρογέννητο γιό του, τον περιπόθητο διάδοχο για τον οποίο ο Λέων χρειάστηκε να πραγματοποιήσει τέσσερις γάμους ώσπου να τον αποκτήσει το έτος 905, προκαλώντας σάλο στη βυζαντινή κοινωνία και ανοίγοντας μία αδυσώπητη αναμέτρηση με την Εκκλησία. Ο Κωνσταντίνος χαρακτηρίζεται στην επιγραφή ως γλυκύς, διότι βρισκόταν ακόμα σε παιδική ηλικία.

Ο Λέων φρόντισε να στέψει τον γιό του συμβασιλέα ήδη από την ηλικία των τριών μόλις ετών, προκειμένου να διασφαλίσει τη διαδοχή του, πράγμα που, όπως αποδείχτηκε, έπραξε σοφά, καθώς ο ίδιος έμελλε να πεθάνει τέσσερα χρόνια αργότερα. Μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα της συμβασιλείας (908-912), κτίστηκε το δεύτερο τείχος της Αττάλειας. Ο μικρός Κωνσταντίνος μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε παραγκωνισμένος από συγγενείς και σφετεριστές του στέμματος· χρειάστηκε να περιμένει μέχρι τα σαράντα του χρόνια ώσπου να αναλάβει μόνος του τη βασιλεία, ως ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος – ο διάσημος για το συγγραφικό του έργο. Η επιγραφή της Αττάλειας διατηρεί μια ανάμνηση της  παιδικής του ηλικίας, πιο απλή και πιο τρυφερή από την επίσημη απεικόνιση στα νομίσματα που κόπηκαν την ίδια εποχή, με τις μορφές του ίδιου και του πατέρα του.

///

Η επιγραφή έγινε γνωστή το πρώτον από τον William M. Ramsay στο Bulletin de Correspondance Hellénique το 1883 (σελ. 266-267). Εδώ ακολουθούμε την πιο πρόσφατη κριτική έκδοσή της, του Andreas Rhoby (Byzantinische Εpigramme auf Stein, Βιέννη 2014, αρ. ΤR25), χωρίς τα επιγραφικά σύμβολα.

*

Χρυσό νόμισμα –σόλιδος– του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, όπου παριστάνεται μαζί με τον γιο και συμβασιλέα του Κωνσταντίνο Ζ΄· η παιδική ηλικία του δεύτερου δηλώνεται με το βραχύτερο ανάστημα και το αγένειο πρόσωπο.

*

*