Γιώργος Χωματηνός

Αντρέ ο Γίγαντας

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Αντρέ ο Γίγαντας

Όποιος περπατάει στην Αθήνα δεν γίνεται να μην έχει πετύχει κάποια ασπρόμαυρα αυτοκόλλητα, πάνω σε κολώνες και κάδους σκουπιδιών, που απεικονίζουν το πλατύ πρόσωπο ενός άνδρα με άδειο βλέμμα, συνοδευόμενο ενίοτε από τη φράση «Andre the Giant Has a Posse».

Ο «Αντρέ ο Γίγαντας», ή κατά κόσμον Αντρέ Ρενέ Ρουσιμώφ, ήταν Γάλλος επαγγελματίας παλαιστής των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Έπασχε από ακρομεγαλία, μια ορμονική διαταραχή που προκαλεί υπερβολική ανάπτυξη των οστών – έφτασε σε ύψος τα δύο μέτρα και είκοσι τέσσερα εκατοστά και ζύγιζε περισσότερο από διακόσια τριάντα κιλά. Στην αμερικανική επαγγελματική πάλη παρουσιαζόταν ως «το όγδοο θαύμα του Κόσμου». Ωστόσο, το γεγονός ότι επιβίωσε στη συλλογική μνήμη δεν οφείλεται τόσο στην καριέρα του όσο στη μετατροπή της εικόνας του σε μαζικά αναπαραγόμενο σύμβολο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Σέπαρντ Φέιρυ, τότε φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ρόουντ Άιλαντ, τύπωσε την εικόνα του Αντρέ σε φτηνά αυτοκόλλητα και τα διέσπειρε στον αστικό χώρο. Δεν τα συνόδευσε με καμία επεξήγηση. Το εγχείρημα λειτούργησε ως ανοιχτό πείραμα πάνω στη δυνατότητα της επανάληψης να προσδώσει βαρύτητα σε μια εικόνα ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της. Οι περαστικοί δεν γνώριζαν την ιστορία του παλαιστή· κι όμως, το πρόσωπο άρχισε σταδιακά να επιβάλλεται με μια παράξενη οικειότητα. Η αναγνωρισιμότητά του δεν βασιζόταν στο ποιος ήταν, αλλά στην αδιάκοπη αναπαραγωγή της εικόνας του. Η επανάληψη δημιούργησε ένα είδος αυθεντίας χωρίς θεμέλιο: ένα κέντρο που δεν προϋπήρχε, αλλά συγκροτήθηκε εκ των υστέρων μέσω της διάχυσης. Έτσι, η εικόνα αποκόπηκε από το αρχικό της σημαινόμενο κι έγινε αυτό που ο Ζαν Μπωντριγιάρ ονόμασε «ομοίωμα».

Αισθάνομαι ότι και η ίδια η Αθήνα λειτουργεί πια με παρόμοιο τρόπο, καθώς τα σύμβολά της έχουν προ πολλού πάψει να αντλούν δύναμη από το νόημα που κάποτε έφεραν· η όποια δύναμή τους προκύπτει κυρίως από την αδιάκοπη επανεμφάνισή τους. Ακόμα και η φθορά της μοιάζει να λειτουργεί σαν σταθερό αισθητικό μοτίβο: αντί να εκλαμβάνεται ως στοιχείο αστικής παρακμής, βιώνεται ως αναγνωρίσιμο τεκμήριο «αθηναϊκής εμπειρίας». Η πόλη καταναλώνει εικονογραφικά την ίδια της την αποσύνθεση. (περισσότερα…)

Λαμπυρίδα αφηγηματικής αποπλάνησης

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΩΜΑΤΗΝΟΥ

~.~

Ηρακλής Λογοθέτης
Κλασσικά αποσιωπημένα
Νίκας, 2025

Έπεσα πρόσφατα πάνω σε μια κλιματολογική μελέτη, όπου, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι η κορυφή τού όρους Μπρόκεν στη Γερμανία –ύψους 1.141 μέτρων– παρουσιάζει μικροκλίμα αντίστοιχο μ’ εκείνο βουνών σχεδόν χίλια μέτρα ψηλότερων και, γι’ αυτό, καλύπτεται από ομίχλη τριακόσιες μέρες τον χρόνο· υπήρχε, μάλιστα, και η εξής χαριτωμένη σημείωση: «Αυτό το “μαγικό” βουνό εξακολουθεί να κρύβει καλά τις μάγισσές του». Θυμίζω ότι στα επικίνδυνα μονοπάτια του Μπρόκεν, ο Μεφιστοφελής οδηγεί τον Φάουστ του Γκαίτε στη σύναξη των μαγισσών, εν μέσω της βαλπούργιας νύχτας. Μια τέτοια νύχτα, ο Λοντοβίκο Σετεμπρίνι, ένας από τους χαρακτήρες τού μυθιστορήματος Το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, απαγγέλλει ή μοιράζει σημειώματα με αποσπάσματα από τον Φάουστ, κατά τη διάρκεια ενός έξαλλου καρναβαλικού γλεντιού. Παραθέτω ένα απ’ αυτά τα αποσπάσματα, σε μετάφραση του Αριστομένη Προβελέγγιου:

Αλλά σκεφθήτε, σας παρακαλώ,
πως είνε από τα μάγια το βουνό τρελλό.
Κι αν λαμπυρίδα οδηγόν επιθυμείτε,
αλλ’ απ’ αυτήν πολλά δεν πρέπει ν’ απαιτείτε.

Ξεκινώ μ’ αυτόν τον «γερμανικό» τρόπο το κείμενό μου για το δοκίμιο Κλασσικά αποσιωπημένα του Ηρακλή Λογοθέτη, διότι έχω την αίσθηση ότι η ίδια πλανεύτρα λαμπυρίδα (Irrlicht) του Γκαίτε παραμονεύει φέγγοντας και μέσα στο δικό του βιβλίο.

Το «φάντασμα του Μπρόκεν» (Brocken Spectre) είναι ένα εντυπωσιακό οπτικό φαινόμενο που παρατηρήθηκε για πρώτη φορά σ’ εκείνον τον τόπο. Το βλέπει κανείς από την κορυφή ενός βουνού, όταν υπάρχει ομίχλη ή νέφωση μπροστά του κι έχει τον ήλιο χαμηλά πίσω του. Τότε η σκιά τού σώματός του προβάλλεται πάνω στην ομίχλη ή τη νέφωση τεράστια και παραμορφωμένη, περιβαλλόμενη από πολύχρωμους φωτεινούς δακτυλίους, δίνοντας την εντύπωση μιας γιγάντιας, φασματικής φιγούρας που κινείται μαζί του. Δεν είναι, φυσικά, αυτό το «φάντασμα» που μαγεύει το βουνό Μπρόκεν τρελαίνοντάς το, όπως διατείνεται η λαμπυρίδα στον Φάουστ, είναι, όμως, ένας εύσχημος και παραστατικός τρόπος να απεικονιστεί το προεισαγωγικό σημείωμα του Λογοθέτη για την υποκριτική αποσιώπηση της σεξουαλικότητας στη βικτωριανή λογοτεχνία:

Αποκόπτοντας τις ερωτικές σκηνές από την αγγλική λογοτεχνία τού 19ου αιώνα, τις κατέστησε βοώσες με τη διαγραφή τους και ενυπόστατες στην εξορία τους. Η αποστροφή απέναντι στη λεκτική αναπαράσταση τής σεξουαλικότητας αναδιπλασιάζει την έλλειψή της και το ανεικόνιστο, υπακούοντας στους νόμους τής αντίστροφης προοπτικής, μεγεθύνεται ανάλογα με την απόσταση τού σώματος που εκπροσωπεί. Λαμβάνοντας υπ᾿ όψιν μάλιστα ότι στις λατινογενείς γλώσσες η εκπροσώπηση συνεκφέρεται με την αναπαράσταση, η παρούσα δοκιμή προτιμά τον εξ αντανακλάσεως φωτισμό. (περισσότερα…)

Χορεύοντας το κίτρινο του φόβου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΩΜΑΤΗΝΟΥ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Όταν πριν από κάμποσα χρόνια είχα διαβάσει για πρώτη φορά τη δεύτερη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Καραγιαννίδου, Παραθαλάσσιο οικόπεδο (Πανοπτικόν, 2017), μου είχε έρθει στον νου ένα απόσπασμα από τους Δακτύλιους του Κρόνου του Μαξ Ζέμπαλντ· ένα απόσπασμα που εκκινεί από την απλή παρατήρηση ότι οι ψαράδες σπάνια πιάνουν κουβέντα με τον διπλανό τους. Στα μάτια του Ζέμπαλντ, παρόλο που έχουν όλοι τους το βλέμμα στυλωμένο στην Ανατολή και κοιτάζουν τον ορίζοντα να ροδίζει στο φως του δειλινού και της αυγής, μοιάζουν να είναι ολομόναχοι και να μην εμπιστεύονται παρά μόνο τον εαυτό τους.

«Αμφιβάλλω», γράφει, «κατά πόσο όλοι αυτοί οι άνδρες κάθονται μέρες και νύχτες ατέλειωτες στην ακτή μόνο και μόνο προσμένοντας, όπως ισχυρίζονται, να δουν τους μέρλαγκες να περνούν στα ανοιχτά, τα καλκάνια να γλιστρούν προς την επιφάνεια ή τους μπακαλιάρους να βγαίνουν στα ρηχά. Μάλλον μού φαίνεται ότι απλώς προτιμούν να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου έχουν πίσω τους τον κόσμο και μπροστά τους την απόλυτη απεραντοσύνη».1 (περισσότερα…)