«Το νεοελληνικό στοίχημα δεν έχει ακόμη χαθεί οριστικά»

*

Με αφετηρία το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη – Θυμάμαι τη Μαρία Σπάρταλη (Καστανιώτης, 2026), ο Κώστας Χατζηαντωνίου συζητά με το Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη.

~.~

— Μου αρέσει να σκέφτομαι τα ιστορικά μυθιστορήματά σου σαν μια τριλογία, λοξά παπαρρηγοπούλεια. Η κληρονομιά της (αρχαίας) Μεγάλης Ελλάδας στο Αγκριτζέντο, τα βυζαντινά νάματα στο Στέμμα των Αυγών, και τώρα στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, η ζωτικότητα του νεώτερου ελληνισμού της Διασποράς, και όχι μόνο. Και κάπου ανάμεσα, σαν κατακλείδα πρωθύστερη ή άδοξον –προσώρας;– επίλογο, τον Κύκλο του χώματος, αυτό το κωμικοτραγικό πορτραίτο της τωρινής, της μετά το ’74, πατρίδας μας, που όσο πάει και λιγοστεύει.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του εσώτερου εαυτού μας έχουν βαθιές ρίζες και μυστικές, αν όχι σκοτεινές, αιτίες υπάρξεως. Εκείνα που από τα πρώτα του χρόνια, από το περιβάλλον και την καταγωγή του κανείς διαισθάνεται, εκείνα που με τον καιρό γνωρίζει, σαφώς ή αόριστα, και εκείνα που τελικώς πιστεύει (ή δεν πιστεύει), αλλά δεν μπορεί να αποδείξει, στη δική μου περίπτωση βρήκαν τελική διέξοδο στην αφηγηματική μυθοπλασία – ίσως και μεταμυθοπλασία, δεν ξέρω. Η τρίσημη ενότητα του παρελθόντος μας δεν είναι κατά τη γνώμη μου απλώς μια ιδέα, όπως θεωρούν με προφανή ιδιοτέλεια διάκονοι άλλων ιδεών. Είναι μια βιωμένη εμπειρία, είτε το θέλουμε είτε όχι. Κάπως έτσι η αρχαία ψυχή που κατά τον ποιητή που αγαπούμε «ζει μέσα μας αθέλητα κρυμμένη» με οδήγησε στο Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα και στον «χαμένο» ελληνισμό της Σικελίας. Δεν ήταν τυχαία η εκλογή εκείνη. Δεν με γοήτευσαν τόσο τα αρχαία σπαράγματα και οι επιβιώσεις π.χ. της νότιας Ιταλίας όσο αυτό που ζει μυστικά –αν ζει– μετά τον θάνατό τους. Αυτή είναι η περίπτωση της Σικελίας και της συμβολικής κατά βάθος πόλης-αφορμής του βιβλίου. Παρόμοια περίπτωση είναι η μυθιστορία για το βυζαντινών πηγών όνειρο που έσβησε βίαια και άδικα το 1922, η οδός που με έβγαλε σε μία άλλη «χαμένη» πόλη, τη Νίκαια της Βιθυνίας και στη γραφή του Στέμματος των αυγών. Ενδιαμέσως προηγήθηκε, όπως παρατηρείς, Ο κύκλος του χώματος, πρωθύστερος επίλογος μιας περιπέτειας που άρχισε με λαμπρές, θεωρώ, προϋποθέσεις πριν από δύο αιώνες και κατέληξε σε άδοξο τέλος (Σκέπτομαι τώρα πως θα μπορούσε και αυτό το βιβλίο να έχει τίτλο το όνομα μιας πόλης: Κερύνεια). Νομίζω πως έχει σημασία να πω εξαρχής ότι δεν πρόκειται για βιβλία που ανήκουν στο τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Για το παρόν μας μιλούσα, για το παρόν μιλώ και στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, όπου αποδίδω φόρο τιμής στο στοίχημα του Νέου Ελληνισμού και σε μία τάξη η οποία καίτοι νεκρή πλέον, ακόμη προκαλεί τον φθόνο εχθρών, άσπονδων φίλων ή κακών μιμητών της. Για να μην αναφερθώ στη δυσανεξία που προκαλούν στον περήφανο (ή πρόχειρα κρυμμένο μέσα μας) Βαλκάνιο κριτικό μορφές όπως η Μαρία Σπάρταλη.

— «Θα βρεθεί κάποιος να μας ανακαλέσει στη ζωή;», αναρωτιέται στο βιβλίο αυτό η ηρωΐδα σου. Ποιο έναυσμα είχες, τι στάθηκε αφορμή για να ασχοληθείς με την ζωή και την προσωπικότητα της Μαρίας Σπάρταλη;

Η εμμονική, παραδέχομαι, ενασχόλησή μου με την «τρίτη ιστορική εντολή» του ελληνισμού (της οποίας σταθήκαμε ανάξιοι προς δόξαν και μακροημέρευση τόσο του κοτζαμπασισμού όσο και της περιώνυμης κλεφτουριάς – για να θυμηθώ τον Περικλή Γιαννόπουλο), με οδήγησε αναπόφευκτα και στον ελληνισμό της Διασποράς. Όταν συνάντησα καθ’ οδόν την ζωγράφο Μαρία Σπάρταλη, κόρη της ιωνικής παροικίας του Λονδίνου, δεν περίμενα, για να είμαι ειλικρινής, τους δρόμους που θα ανοίγονταν σε κάθε βήμα που θα έκανα μετά την συνάντηση αυτή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά ευρήματα της έρευνας για την ίδια και το περιβάλλον της ή για τον σύζυγό της (έναν σπουδαίο Αμερικανό που αγάπησε την Ελλάδα περισσότερο από τους Έλληνες των τριόδων) αλλά κυρίως σε όσα διαισθάνθηκα για τον χαρακτήρα και το ασκητικό της πνεύμα που συνδυασμένο με την ομορφιά και το ταλέντο αξίωνε (έτσι ένιωσα) να φωτιστεί με ένα έργο ειδικά για αυτήν. Έργο που θα συνέδεε παράλληλα την ελληνική ζωή με μία άλλη εκδοχή τέχνης, όπως αυτήν που υπηρέτησε η Μαρία Σπάρταλη. Αναφέρομαι βέβαια στο σπουδαίο κατά τη γνώμη μου κίνημα των Προραφαηλιτών.

— Οι Προραφαηλίτες, ως κίνημα καλλιτεχνικό, δεν ξέρω πόσο γνωστοί μάς είναι εδώ στην Ελλάδα. Εννοώ, ουσιωδώς γνωστοί, έξω από τον ξηρό εγκυκλοπαιδισμό. Προσωπικά περιπλανήθηκα στον κόσμο τους, όσο το κατάφερα, εμμέσως, μέσω του Γέητς και του Πάουντ, το έργο των οποίων αναμετράται διαφοροτρόπως με την κληρονομιά τους. Ίσως και στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη η εικόνα τους δεν είναι πολύ απαλλαγμένη από τη θαμπή εικόνα του «δονκιχωτισμού».  Όπως και η Αναγέννηση ή ο ρομαντισμός, ήδη από την ονομασία τους, μοιάζει να επαγγέλλονται το αδύνατον για τις τωρινές παραστάσεις μας – την επιστροφή σε κάτι το ζείδωρο αλλά τώρα πλέον χαμένο. Κάτι που «οι μοντέρνοι κριτικοί βλέπουν με μισό μάτι».

Δεν έχεις άδικο. Έχω την εντύπωση πως ο στείρος νεοκλασικισμός και η σχολή του Μονάχου δεν επέτρεψαν να εμβολιαστεί η νεοελληνική εικαστική ζωή με τις αρχές των  Προραφαηλιτών παρότι μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε στον ύστερο Γύζη ή στον Μπισκίνη. Επιπρόσθετα, ο δικός μας μεσαίωνας, ο βυζαντινός, δεν είχε τις δέουσες αντιστοιχίες με τον δυτικό μεσαίωνα που οι Προραφαηλίτες, ως τελευταία λάμψη του ρομαντισμού, θέλησαν να αποκαταστήσουν και να φωτίσουν. Για τον κόσμο της ελληνικής Διασποράς όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ζώντας με άμεσο τρόπο την ευρωπαϊκή ζωή, μπορούσαν να εκτιμήσουν την γνησιότητα και την πρωτοτυπία των Προραφαηλιτών, έστω ως «επιστροφή» και εν πάση περιπτώσει πιο αυθεντικούς από τις τυποποιημένες, «κούφιες» θεματικές της βρετανικής Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών. Η γενναία απόρριψη της Αναγέννησης και η αποκατάσταση της δυτικής μεσαιωνικής τέχνης ξέρω πως προκαλεί έκπληξη. Οι ιδέες τους όμως για ρεαλισμό και επιστροφή στην φύση, η έξοδος από τα σκοτεινά ατελιέ, η πίστη στο πραγματικό φως, το λαμπερό χρώμα και την σχολαστική λεπτομέρεια, η πεποίθηση για μία τέχνη με ηθικό, κοινωνικό και πνευματικό βάρος, προετοιμάζει νομίζω τα μεγάλα ρεύματα που ακολούθησαν. Κι ας μη φαίνεται αυτό με μια πρώτη ματιά. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ακόμη και τα θρησκευτικά τους θέματα τα αποδίδουν με γήινο, σοκαριστικό για την εποχή ρεαλισμό. Και βέβαια δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε την άμεση επαφή με την μεγάλη ποίηση: από τον κύκλο του Αρθούρου, τον Δάντη και τον Σαίξπηρ ως τον Κητς και τον Τέννυσον. Χαίρομαι που υπενθυμίζεις την επιρροή τους στον πρώιμο Πάουντ και τον Γέητς, ο πατέρας του οποίου ήταν γνήσιος Προραφαηλίτης ζωγράφος. Το «Make it New» του μοντερνιστή Πάουντ και ο «Αποχαιρετισμός» του Hugh Selwyn Mauberley, η οριστική ρήξη με την αναζήτηση της ομορφιάς (υπό το πρόσχημα ότι ο κόσμος αλλάζει βίαια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), στάθηκαν μοιραίες κινήσεις, αν και βλέπω κάποιες επιβιώσεις του ρεύματος μέσα στον υπερρεαλισμό. Μα νομίζω πως ξέφυγα από την ερώτηση και την μελαγχολία της Μαρίας Σπάρταλη που με την ευφυΐα της είχε καταλάβει πολύ νωρίς πως ανήκε σε ένα κόσμο που πεθαίνει.

— Ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτήν λοιπόν. Ξέρουμε βεβαίως τα εικαστικά της έργα που εκτίθενται σε γνωστά μουσεία. Οι υπόλοιπες πηγές για τη ζωή της πόσο πλούσιες είναι, τι περιθώριο, μικρό ή μεγάλο, σου άφησαν για να την «νιώσεις»; Σε κάποιο σημείο την βάζεις να ξεφυλλίζει την μετάφραση του Φάουστ από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, μετανοημένη που άφησε τις ελληνικές της ρίζες να ατροφήσουν. Ξέρουμε κι από άλλες πηγές, τον Βικέλα λ.χ., τις βιογραφίες του Καβάφη, πόσο καλά προσαρμοσμένοι ήταν οι Έλληνες στο περιβάλλον της βικτωριανής Αγγλίας. Αλλά και πόσο γρήγορα ενίοτε αφομοιώνονταν πλήρως…

Θίγεις ένα κρίσιμο σημείο που με απασχόλησε ιδιαίτερα πριν αφεθώ τελικά στην φαντασία και το ένστικτό μου – το μεγάλο πλεονέκτημα της μυθοπλασίας απέναντι στην ιστορική μελέτη και την βιογραφία. Δυστυχώς οι πηγές για την ίδια είναι ελάχιστες, ακόμη και οι επιστολές της λιγοστές. Αυτές δε που ελάμβανε ανύπαρκτες – μαρτυρείται ότι τις έκαψε. Τα περιθώρια συνεπώς ήταν μεγάλα, αντιστοίχως και η διακινδύνευση. Αντιθέτως για τον σύζυγό της, τον Ουίλλιαμ Στίλλμαν, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα αφού έγραψε και εξέδωσε απομνημονεύματα. Η αναφορά στην μετάφραση του Προβελέγγιου είναι επινοημένη, όπως και η παρουσία της π.χ. στο φιλελληνικό συλλαλητήριο του 1922, που όντως έγινε στο Λονδίνο. Δυστυχώς η Μαρία συν τω χρόνω πήρε αποστάσεις από την ελληνική ζωή και δεν είναι τυχαίο ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα. Θεωρώ βέβαιη την πικρία από τις επιθέσεις του αθηναϊκού τύπου κατά του πατέρα της (προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο και επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε ελληνικά επαναστατικά κινήματα) αλλά και κατά του Στίλλμαν, φίλων αμφοτέρων του Χαρίλαου Τρικούπη. Η εχθρότης του μικροελλαδισμού που εξαντλείται σε ηρωικούς δεκάρικους και των λεγομένων «αυτοχθόνων» έναντι των Ελλήνων των παροικιών είναι νομίζω γνωστές τοις πάσι. Ωστόσο η Μαρία δεν αγγλοποιήθηκε. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι τα παιδιά και τα εγγόνια της κατέληξαν στις ΗΠΑ (εκεί ζουν σήμερα οι απόγονοί της). Καμιά μεταφύτευση όμως δεν φέρνει την ευτυχία. Σκέπτομαι πως ήταν μοιραίο (αφού αποτύχαμε να συγκροτηθεί ο ελληνικός κοσμοπολιτισμός) άλλοι να γίνουν κοσμοπολίτες κι άλλοι να οχυρωθούν νοσταλγικά στην ανάμνηση του εθνισμού μας – πριν τα σαρώσει όλα ο επελαύνων μηδενισμός. Η πληγή της αποτυχίας του νέου Ελληνισμού πάντως παραμένει ανοιχτή. Ό,τι κι αν πουν οι ξεριζωμένοι, όσες δικαιολογίες και αν εφεύρουμε.

— Όπως και τ’ άλλα σου βιβλία, το Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη σχολιάζει διαμέσου του παρελθόντος το παρόν. Γράφεις λ.χ. «την πραγματική διαφορά μεταξύ των καθεστώτων δεν την κάνει το πρόσωπο των κυβερνώντων όσο ο χαρακτήρας των κυβερνωμένων». Ή, πιο ωμά αυτή τη φορά, «Ξένος πάλι – ανέχονται οι Ρωμιοί να βασιλεύει Ρωμιός;»

Κάθε φορά που αναλύουμε τις κακοδαιμονίες ή και τις συμφορές που μας πλήττουν, έχουμε την τάση να τις αποδίδουμε είτε σε μια «κρίση αξιών» είτε σε ανάξιες ηγεσίες είτε, ακόμη χειρότερα, σε συνωμοσίες. Πρόκειται για ακίνδυνα εικονικά φάρμακα που παρουσιάζονται ως πανάκεια. Στην πραγματικότητα οι «αξίες» είναι πολιτιστικά προϊόντα, η ιεραρχία των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντά μας (για να μην πω συμφέροντα), οπότε και η εγκυρότητά τους μειώνεται καθώς οι προτιμήσεις και τα συμφέροντα εξελίσσονται. Προφανώς η εξουσία υποβάλλεται στην συνεχή βάσανο της αμφισβήτησης. Πότε όμως γίνεται αυτή η αμφισβήτηση ανταρσία και πολιτική μεταβολή; Οι κοινωνικοί επιστήμονες θα απαντούσαν όταν ωριμάσουν οι κοινωνικές συνθήκες. Εγώ θα έλεγα πως είναι οι χαρακτήρες των ανθρώπων που όταν συντονιστούν σε έναν κοινό τρόπο αντίδρασης οδηγούν στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές. Στην ελληνική περίπτωση που αναφέρεις, ο ημιάγριος ατομικισμός και η ενδιάθετη ροπή προς συνεχείς εμφυλίους πολέμους υποχωρούν μόνο μπροστά στο αίσθημα μιας ξένης διαιτησίας. Από την κλήση ξένων βασιλέων ως την πρόσκληση διαιτητών ποδοσφαιρικών αγώνων, από την αναζήτηση προπονητών ως την αμφίθυμη υποδοχή αθλητών, καθηγητών και πολιτικών με διεθνείς τίτλους, δεν αποδεικνύεται ένα θηριώδες έλλειμμα εθνικής αυτοπεποίθησης; Αλίμονο δε αν κάποιος ξεχωρίσει – για να μην αναφερθώ σε όσα αντιμετώπισε ο ελληνισμός των παροικιών όταν θέλησε να υπηρετήσει αυτόν τον τόπο. Σε αντίθεση λοιπόν με τις εφήμερες και μεταβαλλόμενες αξίες, ίσως θα έπρεπε να ξαναμιλήσουμε για αυτό που οι Αρχαίοι ονόμαζαν αρετές. Αλλά πώς κανείς να επικαλεστεί τέτοιες λέξεις, αν δεν αναγνωρίσει έναν ηθικό κώδικα από τον οποίο αυτές πηγάζουν; Και τέτοιος κοινός κώδικας  δεν υπάρχει όταν τελειώνει ένας ολόκληρος κόσμος…

— «Λίγο πριν τελειώσει αυτός ο κόσμος» είναι και ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου. Τίτλος που μοιάζει να συνοψίζει επιγραμματικά την ψυχική διάθεση που το γέννησε, και την βαθύτερη επίγνωση που το υποβαστάζει. Σκέφτομαι τώρα ότι και εδώ και έξω τα πιο αξιόλογα πράγματα που γράφονται μοιάζουν όλο πιο πολύ με Ρέκβιεμ. Του Σινιόσογλου το Απομονωτήριο λ.χ. Ή κάποια από τα βιβλία του Ουελλμπέκ.

Ακριβώς! Βέβαια αυτή η αίσθηση δεν είναι νέα. Ήδη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έχουμε τις πρώτες ρωγμές στην θεολογία της προόδου. Η Μαρία Σπάρταλη, έχοντας ζήσει την αισιοδοξία του 19ου αιώνα, λίγο πριν πεθάνει, με την εμπειρία ήδη του πρώτου τετάρτου του εικοστού αιώνα, νιώθει πως ο κόσμος που ήξερε τελειώνει. Σκέπτομαι πως εμείς, με την εμπειρία του πρώτου τετάρτου του εικοστού πρώτου αιώνα, μπορούμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα. Να πούμε πως πιθανότατα πεθαίνει όχι απλώς ο κόσμος «μας» αλλά ο κόσμος. Κοίταξε. Ένας πολιτισμός μπορεί να μην πεθάνει από μια φυσική ή πολεμική καταστροφή. Μπορεί να πεθάνει και από φυσικό θάνατο. Αυτό ίσως συμβαίνει και με τον δικό μας και ακριβώς αυτό που σημαίνει «τέλος», νομίζω, πρέπει να κατανοήσουμε. Τα εύστοχα παραδείγματα που ανέφερες καταδεικνύουν –μέσω της εξέτασης συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της ιστορίας και του πολιτισμού– την παρακμή ενός κόσμου. Το τέλος αυτού του κόσμου όμως δεν είναι απαραίτητο να λάβει την χορογραφία καταστροφής στην οποία έλκονται οι περισσότεροι άνθρωποι. Δεν θα είναι απαραίτητα ένα κατακλυσμικό γεγονός ή ένας από εκείνους τους πολέμους των οποίων οι φρικαλεότητες είναι γνωστές και, εν πάση περιπτώσει, εύκολο να φανταστούμε. Τέλος του κόσμου και του πολιτισμού θα μπορούσε να έρθει και μέσω της ειρήνης, μέσω της πλήρους αισθητικής ισοπέδωσης ή της παγκόσμιας υπακοής σε ένα πρότυπο τεχνητής νοημοσύνης, με τους ανθρώπους να μη διαφέρουν από οικόσιτα ζώα ενώ οι μάζες θα ψυχαγωγούνται μέσω εξουσιοδοτημένων ποιητών, οι οποίοι θα στιχουργούν τις νέες πολιτικές αξίες και θα τραγουδούν την θρησκεία της κοινωνικής προσφοράς, όταν φτάσουμε να θεωρούμε το παρελθόν του πολιτισμού παρελθόν βαρβαρότητας και οι νεκροί μας θα γίνονται όλοι στάχτη και καπνός. Αυτό είναι το χειρότερο τέλος του κόσμου, ακόμη και αν τον αντικαταστήσει ένας νέος λαμπρός μύθος, με «αξίες» αλλά χωρίς καμία αρετή.

— Με μια έννοια, αυτό το «τέλος» ίσως έχει ήδη επέλθει: από το συνεχές ντοπάρισμα των αισθήσεων, από την άκριτη αγνόηση της φυσικής οικονομίας του ζην, από την πλήρη επικράτηση της Αρχής της Ηδονής επί της Αρχής της Πραγματικότητας, που έλεγε ο Κονδύλης. Ψυχικά –μήπως ήδη και νευρολογικά;– είμαστε ένας πολιτισμός εξαντλημένος. Γράφεις: «Όσα αισθήματα ξεκινούν σφοδρά γρήγορα αφανίζονται, το σώμα συνεχώς ζητάει νέες κολακείες, νέες πλάνες». Η αδιάκοπη ερωτοτροπία με τον ίλιγγο, οδηγεί στην κατακρήμνιση…

Η τελευταία αυτή φράση, όπως την υπενθυμίζεις, φωτίζει, νομίζω, το τραγικό μας αδιέξοδο που κάνει ακόμη και το τέλος (όπως με ακρίβεια το περιγράφεις) να μοιάζει με εισαγωγή σε κάτι χειρότερο. Οι αισιόδοξοι θα μας πουν βέβαια για αγώνες, για αρχές και άλλα ηχηρά και ηδονικά παρόμοια αλλά αδυνατούν να απαντήσουν στην απλή ερώτηση: «Προς τι;». Ξέρεις πολύ καλά ότι η παραδοσιακή κοινωνία βασιζόταν στην κυριαρχία, όχι στη βία. Είχε έναν «ολύμπιο», θα έλεγα χαρακτήρα, επιβαλλόταν άμεσα, όχι μέσω της βίας αλλά μέσω της άμεσης παρουσίας. Η προσήλωση και η αναγνώριση από τον κατώτερο αποτελούσαν την θεμελιώδη βάση κάθε ιεραρχίας. Η νικηφόρα και δημιουργική παρουσία στον κόσμο πραγμάτων που δεν είναι του κόσμου αυτού, ήταν επί χιλιετίες η προϋπόθεση κάθε πολιτισμού. Όταν όμως, όπως συνέβη με την εξέγερση των αγγέλων, ο επαναστάτης σκοτώσει την ιεραρχία μέσα του, ανατινάσσει και τις δυνατότητες που αντιστοιχούν στο εσωτερικό θεμέλιο της όποιας τάξης. Αυτό νομίζω, κατ’ αναλογίαν, πυροδότησε τη διαδικασία κατάρρευσης της νεωτερικότητας που δεν ήταν τελικά παρά η εξάπλωση της αδυναμίας και η απροθυμία να αντιληφθούμε τις υψηλότερες πτυχές της ύπαρξης. Σε αντικατάστασή τους δοθήκαμε στον ίλιγγο της διαρκούς προόδου, ξεχνώντας πως το τέλος της προόδου του ανθρώπου, του δρόμου προς το κενό, είναι η κατακρήμνιση. Δηλαδή ο θάνατος. Και τώρα, αμετανόητα αισιόδοξοι, νομίζουμε πως διά της Τεχνικής θα λύσουμε κι αυτή την αντίφαση. Αστεία πράγματα…

— Είπες πιο πριν ότι δεν θεωρείς τα λογοτεχνικά σου έργα ιστορικά μυθιστορήματα με την συμβατική έννοια του όρου. Από την άλλη, η ιστορία είναι διαρκώς παρούσα στα βιβλία αυτά, όχι μόνο επειδή αφηγείσαι εκτενώς ιστορικά συμβάντα, την Κρητική Επανάσταση του 1866 λ.χ. σε αυτό εδώ, αλλά επειδή διαλέγονται με την ιστορία αδιαλείπτως. Συγχρόνως είσαι βεβαίως και ιστορικός δεινός με κάμποσα βιβλία στο ενεργητικό σου. Πώς μοιράζονται μέσα σου οι δύο αυτοί ρόλοι, του ιστοριογράφου και του μυθοπλάστη; Και αν έχει βάση η παρατήρηση πως ο οψιμότερος Χατζηαντωνίου είναι πρωτίστως ο μυθιστοριογράφος και δευτερευόντως πλέον ο ιστορικός, τι σε οδήγησε σε αυτήν την ειδολογική  μετατόπιση της συγγραφικής σου εργασίας;

Εύλογη η παρατήρηση και θα είμαι απολύτως ειλικρινής. Η μετατόπιση ήταν μάλλον μια αλλαγή συγγραφικής στρατηγικής παρά η αποδοχή μιας απαγόρευσης που έθετε ακαδημαϊκές προϋποθέσεις χρήσης της ιδιότητας του ιστορικού και δεν απαντούσε επί της ουσίας σε επιχειρήματα (π.χ. της ελληνικής εθνογένεσης ή της σημασίας της μικρασιατικής εκστρατείας, με την οποία κάποτε ασχολήθηκα ιδιαιτέρως) ή εξέφραζε απλώς δυσανεξία προς το συναισθηματικό, το παπαρρηγοπούλειο (για να μην πω… ζαμπέλειο) ύφους του λόγου μου. Επί της ουσίας γράφω διαρκώς μιαν αφήγηση της ελληνικής υπάρξεως. Μου προκαλεί ωστόσο απορία πως όσοι υποστηρίζουν πως όλα είναι… αφηγήματα ή ταξικά ιδεολογήματα (ακόμη και η εθνική μας υπόσταση), ενθυμούνται την… επιστήμη όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν τα επιχειρήματα της ελληνικής εμπειρίας. Ας το πω όμως πιο καθαρά. Όλοι οι άνθρωποι του λόγου κάποια στιγμή επιλέγουν μεταξύ επιστήμης και τέχνης. Ουδείς δύναται ταις δυσί αυταίς κυρίαις δουλεύειν συγχρόνως. Μοιραία θα απατήσει μία από τις δύο ή … και τις δύο. Αλλά μήπως η ίδια μας η ζωή (για να μην πω η ζωή του ανθρώπου και το βαρύνω) δεν είναι μια αφήγηση που κανείς δεν ξέρει πώς θα ολοκληρωθεί;

– Είπες ότι γράφεις διαρκώς «το αφήγημα της ελληνικής υπάρξεως». Ξέρω κάμποσους κριτικούς και θεωρητικούς που και γι’ αυτήν και μόνη τη φράση θα σε πετούσαν στον καιάδα του αεθνούς τους κόσμου. Θα επανέλθω παρακάτω. Θέλω να ρωτήσω κάτι άλλο προηγουμένως. Τι σ’ έφερε στο γράψιμο, ποια ύλη βιωματική σε οδήγησε στα βιβλία που έγραψες μετέπειτα; Ήταν το οικογενειακό περιβάλλον, τα Δωδεκάνησα και η Ρόδος της καταγωγής σου, οι πολιτικές συνθήκες της λαμπρής μας Μεταπολιτεύσεως;

Ανέλαβα από νωρίς την ευθύνη των ιδεών και των λόγων μου και ένιωσα πολύ καλά αυτό που λες. Δεν με βρήκε ωστόσο απροετοίμαστο και χωρίς αντισώματα η κριτική τους. Ύψωσα τείχη κι έμαθα να προσέχω την κρίση μόνο ανθρώπων που εκτιμώ. Ας πάμε όμως στα πιο σημαντικά. Το περιβάλλον –οικογενειακό, κοινωνικό, φυσικό– είναι προφανές ότι ασκεί σοβαρή επιρροή στις επιλογές μας. Η ύπαρξη του ανθρώπου δεν είναι μια ύπαρξη σε κενό χώρου και χρόνου. Είμαστε εδώ και τώρα. Και μας καθορίζουν τα πρόσωπα εκείνα που πρωτοαντικρίσαμε, το χώμα που πρωτοπαίξαμε, η θάλασσα που πρωτομπήκαμε. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι ο πατέρας μου υπήρξε αλύτρωτος (στην ιταλοκρατούμενη Ρόδο) ή πολέμησε στο έπος του 1940 είχε ένα ειδικό βάρος. Περισσότερο όμως νομίζω πως σφράγισε την διαμόρφωση του χαρακτήρα μου και προδίκασε τις επιλογές μου, η τεράστια κοινωνική μετάλλαξη που επήλθε στο Αιγαίο συνεπεία της τουριστικής επέλασης, σε συνδυασμό με μιαν ηθική και αισθητική εξαχρείωση που έχει βαθιές ρίζες αλλά δυστυχώς ταυτίστηκε με την περίοδο που ονομάζουμε Μεταπολίτευση. Λέω δυστυχώς διότι οι προσδοκίες που γεννήθηκαν δικαίως μέσα στο κλίμα απελευθέρωσης του 1974 (παρά τις υποψίες που έπρεπε να μας προκαλέσει η εγκατάλειψη της Κύπρου – να μια παιδική ανάμνηση που υπήρξε για μένα καίριας σημασίας), διαψεύστηκαν οικτρά. Αναγνωρίζω πως για κάποιους που ανήλθαν κοινωνικά ή εν πάση περιπτώσει μετρούν την ζωή μόνο με το μέτρο της πολιτικής δημοκρατίας, αυτό ακούγεται έως και προκλητικό. Εγώ ωστόσο επιμένω να μιλώ για το σκουλήκι που κατέφαγε το αστραφτερό μήλο. Έστω με τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας και της υποκειμενικότητας αφού ζούμε ακόμη εντός αυτής.

— Αναδρομικά, ποιοι συγγραφείς νομίζεις ότι σου στάθηκαν οδηγός στα χρόνια της διαμόρφωσης; Σε ποιους, δικούς μας ή ξένους, οφείλεις τα περισσότερα;

Στην μνήμη μου έρχεται αυτή την στιγμή μια σκηνή. Καλοκαίρι του 1976. Είμαι έντεκα χρονών και μόλις έχω τελειώσει το δημοτικό σχολείο της παιδαγωγικής ακαδημίας Ρόδου. Γονείς και συγγενείς, με βλέπουν έκπληκτοι να έχω παρατήσει το παιχνίδι στο κτήμα (όπου επιχειρούσαμε μια προσομοίωση των ολυμπιακών αγώνων εκείνης της χρονιάς) και να διαβάζω έναν ογκώδη τόμο με σκληρόδετο κόκκινο εξώφυλλο, θυμάμαι. Λέοντος Τολστόη, Πόλεμος και Ειρήνη. Μια μύηση στο έπος και συγχρόνως στην σιωπή. Και μετά, πλάι στους λυρικούς της γενιάς του Τριάντα (Βενέζης, Μυριβήλης, Τερζάκης) που είχαν προηγηθεί, ο Παλαμάς κι ο Καζαντζάκης. Πλάι στην Πηνελόπη Δέλτα και τον Ερωτόκριτο, ο Ιούλιος Βερν, ο Έκτωρ Μαλό, ο Κάρολος Ντίκενς και ο Ντοστογέφσκη, με το Έγκλημα και Τιμωρία. Αναφέρομαι, όπως βλέπεις, στα βιβλία των πρώτων μου αναγνώσεων, αν και ενδεχομένως πιο κρίσιμα στάθηκαν άλλα (αυτά των χρόνων της νεότητας: Γάλλοι και Ρώσοι κλασικοί αλλά κι όσοι εν προόδω ανακάλυπτα πως εξέφραζαν, όπως εγώ, δυσανεξία προς την νεωτερικότητα), γιατί πιστεύω στην θεωρία του υποστρώματος. Ίσως εκεί βρίσκεται η ιδέα μου για την συγγραφή ως μια μέθοδο αυτογνωσίας όσο και υπεράσπισης οριστικά χαμένων υποθέσεων και όχι συναισθηματικής εκτόνωσης ή φιλοδοξίας για την αφήγηση επεισοδίων της ζωής για να περνάει η ώρα. Η προσήλωσή μου σε μια θεωρία ταυτότητας ωστόσο, ποτέ δεν με εμπόδισε να χάνομαι σε κάθε σημείο του αναγνωστικού ορίζοντα προκειμένου να ανακαλύψω κάτι συγγενές με την ψυχή μου, σε όποια γλώσσα το συναντούσα και το συναντώ.

— Και από τους σημερινούς μας συγγραφείς; Έχεις εικόνα της φαντασμαγορικής, στους αριθμούς τουλάχιστον, λογοτεχνικής μας βιβλιοπαραγωγής; Διευθύνεις ένα λογοτεχνικό περιοδικό, υποθέτω ότι θα περνούν από τα χέρια και τα μάτια σου πολλά.

Ομολογώ την αμηχανία, αν όχι την αδυναμία μου, να μιλήσω με ονόματα για το σημερινό συγγραφικό τοπίο. Παρακολουθώ, στο μέτρο του δυνατού, την εξέλιξη, τις ρητορείες και τις αψιμαχίες στους βάλτους που οι εγκάτοικοί τους νομίζουν πως είναι θάλασσες, χαμογελώ με την επιστροφή της «μαντήλας», αναπόφευκτη αφού αποτύχαμε να συγκροτήσουμε τον νεοελληνικό αστικό μύθο. Ίσως να μην έχω την απαιτούμενη εποπτεία, πάντως δεν φείδομαι επαίνων σε όσα έργα και συγγραφείς μού «μιλούν». Δεν είμαι ο αρμοδιώτερος, ούτε είμαι βέβαιος αν ο υπερπληθωρισμός της γραφής και της έκδοσης λειτουργεί θετικά, αρνητικά ή είναι τελικά αδιάφορος ως προς την εξέλιξη της λογοτεχνικής ζωής. Υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα για κάθε άποψη. Το επ’ εμοί έχω καταλήξει πως μάλλον πρόκειται για ακόμη μια μορφή «εξέγερσης των μαζών», μια μορφή μαζικής δημοκρατίας της έκφρασης α λα γκρεκ. Αν η γενική εικόνα δεν μας αρέσει, αυτό κάτι λέει για την εποχή μας και τον τόπο μας, όχι ειδικά για την λογοτεχνία μας. Γι’ αυτό και θεωρώ επιβαλλόμενη την δημοσίευση ακόμη και μέτριων πραγμάτων διότι φωτίζουν το πραγματικό τοπίο. Αν μη τι άλλο έχουν (όταν την έχουν…) την αρετή της γνησιότητας. Θα το εκτιμήσουμε αυτό στο σύντομο μέλλον. Το κύριο πρόβλημα βρίσκεται, κατά την γνώμη μου, περισσότερο στην κριτική. Δεν μου αρέσει να κρίνω τις επιλογές των… κριτικών, των αναγνωστών ή των συγγραφέων. Συνηθίζω να λέω πως οι συγγραφείς με τον τρόπο τους επιλέγουν και αυτοί τους αναγνώστες τους. Οι κριτικοί όμως; Είμαι πεπεισμένος πως τα κριτήριά τους δεν είναι αισθητικά αλλά ιδεολογικά όσο ποτέ άλλοτε, ενώ δεν λείπουν οι ιδιοτέλειες, τα απωθημένα, τα πάθη, οι σουσουδισμοί. Άλλωστε συγγραφείς είναι, πρακτικώς, και αυτοί. Θέλω να τονίσω πως δεν μας λείπουν τα ταλέντα, μας λείπουν οι χαρακτήρες. Ας μην έχουμε λοιπόν αυταπάτες. Ξέρουμε όλοι πολύ καλά τι θέλει μια ορισμένη αγορά, μια ορισμένη εφημερίδα ή μια ορισμένη κριτική σχολή που γέρασε πριν την ώρα της. Αλλά όσο περνούν τα χρόνια θα ήταν φρόνιμο, νομίζω, να θυμόμαστε πως «δεν χρειάζεται να κουβαλά κανείς τα νεανικά του ελαττώματα στα γεράματά του γιατί τα γεράματα έχουν από μόνα τους τα δικά τους ελαττώματα», όπως έγραψε ο Γκαίτε.

— Να γίνω ευθύτερος; Έχεις τόσα βιβλία στο ενεργητικό σου, βραβεία εδώ και έξω, μεταφράσεις στο εξωτερικό, επανεκδόσεις, τα μυθιστορήματά σου βγαίνουν σε μεγάλο εκδότη, η παρουσία σου στη δημόσια σφαίρα είναι συνεχής και συνεπής. Όμως μια μερίδα της κριτικής, αυτή που το πορτραίτο της το σκιαγράφησες παραπάνω, παριστάνει ότι δεν σε ξέρει. Όπως καμώνεται ότι αγνοεί και κάμποσους άλλους, που δεν πληρούν τις ιδεολογικές της προδιαγραφές. Οι εκφραστές της, απομεινάρια του μεταψυχροπολέμου και των παρωπίδων του, αρρωσταίνουν με οτιδήποτε ελληνικό, βγάζουν φλύκταινες με όσους ασκούν κριτική στην παρακμιακή Δύση, ξεπατικώνουν τον τελευταίο συρμό απ’ έξω και μετρούν πάνω του στο προκρούστειο κρεβάτι τους το δικό μας παρόν και παρελθόν. Και, φυσικά, είναι πανταχού παρόντες στα θέσμια και τα παραθέσμιά μας.

Ας πούμε λοιπόν τα πράγματα με τα ονόματά τους. Υπάρχει ένα παρακμιακό τόξο, φοβικό και ανασφαλές, και για τούτο αμείλικτο, είτε για την πεζογραφία είτε για την ποίηση μιλούμε. Δεν είναι νέο το φαινόμενο και ούτε αφορά μόνο την λογοτεχνία. Αυτοί που κάποτε έκαναν λόγο για τις «κλίκες» της γενιάς του Τριάντα, σχημάτισαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες αδίστακτες φατρίες, δημοσιογραφικού μάλλον τύπου παρά κριτικού ή φιλολογικού πλαισίου. Δεν είχα ποτέ αυταπάτες. Η θητεία μου στο ιστορικό και πολιτικό δοκίμιο ή η αρθρογραφία μου, ήξερα πως θα έχει συνέπειες. Πολλοί μιλούν για την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Δεν συμφωνώ. Πρόκειται κυρίως για πρώην ή κατά φαντασίαν αριστερούς, φθηνά εξαγορασμένους από τον καθεστωτικό τύπο, χωρίς ωστόσο το ταλέντο που είχε π.χ. κάποτε ένας Χουρμούζιος. Και πό κοντά καραμπινάτοι πλην ασπόνδυλοι δεξιοί που θέλουν απλώς να σταδιοδρομήσουν. Τους βλέπεις να συνεργάζονται σε θέσμια και παραθέσμια, όπως σημειώνεις, να εισάγουν από το εξωτερικό ομότροπους αλλά να αγνοούν έργα και συγγραφείς που διαφοροποιούνται και εκεί. Δέστε για παράδειγμα τις εκπομπές βιβλίου της κρατικής ραδιοτηλεόρασης ή το γραφείο ταξιδίων της Διεύθυνσης Γραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού, το Ίδρυμα Βιβλίου και τις επιδοτούμενες μεταφράσεις, ακόμη και τις λογοτεχνικές σελίδες δεξιών ή ακροδεξιών εφημερίδων. Δεν ξέρω αν φταίει το γεγονός πως έχουμε στην Ελλάδα την πιο αγράμματη, την πιο ιδιοτελή δεξιά της υφηλίου ή πως η αστική μας τάξη πέθανε κατ’  ουσίαν το 1922. Δεν είναι, επαναλαμβάνω, νέο το φαινόμενο. Θα ήταν κωμικά αυτά τα φαινόμενα αν δεν είχαν οδηγήσει στην διεθνή ανυποληψία της ελληνικής λογοτεχνίας. Γιατί, σε αυτά που λέω μπορεί κανείς να διαφωνήσει. Αλλά ότι διεθνώς είμαστε ανύπαρκτοι δεν μπορεί κανείς σοβαρά να το αμφισβητήσει. Είμαστε ακόμη στον αστερισμό του Καβάφη και του Καζαντζάκη και κοντεύει ένας αιώνας από τότε! Και βλέπεις να εκφράζονται περιφρονητικά για τον Παλαμά, άνθρωποι που χαρακτηρίζουν μεγάλους ποιητές ένδοξες μετριότητες της τελευταίας πεντηκονταετίας. Μία τέτοια κριτική πώς να την πάρει κανείς σοβαρά;

— Είναι βεβαίως και το κλίμα της ακρισίας στα φιλολογικά μας τμήματα, ένα μείγμα τραυλής θεωριοκρατίας (ο όρος του Βαγενά) και ατέρμονης ασημαντολογίας. Συναφές ίσως: τα ιστορικά σου συγγράμματα (τελευταίο τους δείγμα Η εξόριστη πολιτεία. Η ελληνική κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή 1941-1944) έχουν νομίζω βρει τον δρόμο τους προς το ευρύτερο κοινό. Αναρωτιέμαι τι είδους υποδοχή τούς επεφύλαξε η θεσμική μας ιστοριογραφία.

Δεν διαφέρουν πολύ τα πράγματα σε αυτό το πεδίο αν και εδώ υπάρχει μεγαλύτερη ειλικρίνεια, οι ιδεολογικές συγκρούσεις είναι πιο καθαρές. Έχοντας διαφοροποιηθεί από τα κυρίαρχα ιστορικά αφηγήματα του μεταπολιτευτικού ακαδημαϊσμού, εξίσου ταξικά, είτε υποστηρίζουν την ηρωική μυθοπλασία της αριστεράς είτε τον αφελή δυτικισμό του κέντρου είτε τον μικροελλαδικό κυνισμό της δεξιάς, τα περιθώρια υποδοχής είχαν στενέψει πολύ εξαρχής. Όμως ήταν και είναι παρήγορο πως υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που βρίσκει στην αντίληψη που διαπερνά τα ιστορικά μου βιβλία, μια αντίληψη υπεράσπισης του δικαιώματος ενός αρχαίου λαού να ζήσει αυτόνομος στις πατρίδες του και ταυτόχρονα προάσπισης ασύνορων ηθικών ιδεών, αισθήματα και σκέψεις δικές τους για την συλλογική μας εμπειρία. Και αυτό με κάνει να πιστεύω πως το νεοελληνικό στοίχημα δεν έχει ακόμη χαθεί οριστικά· αποτρέπει, αν θέλεις, την βύθισή μου στη σιωπή. Γιατί ένας κόσμος χωρίς Έλληνες θα ήταν, για μένα τουλάχιστον, ένας κόσμος χωρίς νόημα.

*

*

*