Σύρος

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

~.~

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἡ Σύρα[1] εἶν’ ἡ τυπικὴ εἰκόνα τοῦ ἄγονου αἰγαιοπελαγίτικου νησιοῦ: στρογγυλεμένα ὑψώματα, σκεπασμένα ἀπὸ ἕνα ἐλάχιστο χνούδι ξεροῦ χόρτου. Γυμνὴ πέτρα μὲ λιγοστὸ χῶμα, πλανισμένη ἀπὸ τοὺς ἀέρηδες καὶ τὶς βροχὲς πολλῶν αἰώνων. Ξερολιθιὲς σὲ μακριὲς γραμμὲς ποὺ διασχίζουνε τὶς μαγληνὲς πλαγιὲς σὰν τεράστια ἰσχνὰ φίδια ποὺ κατηφορίζουνε πρὸς τὴ θάλασσα. Κάπου κάπου μερικὲς πεζοῦλες ποὺ ἀγωνίζουνται νὰ συγκρατήσουν τὴ φτενὴ γῆς. Στὴ βίγλα μιᾶς κορφῆς ἕνα ρημοκλήσι στραμμένο πρὸς τὸ πέλαγο. Σὲ κάποιο πλάι πέντ’ ἕξι ἄσπρα σπίτια παραδομένα στὸν ἀνελέητο ἥλιο δίχως τὴν παραμικρὴ πρασινάδα γιὰ συντροφιά τους. Καὶ στὴ βάση ὅλων ἐτούτων οἱ ἴδιοι πάντα βράχοι, μαυριδεροὶ ἢ πρασινωποί, ὅλο ἀκμὲς καὶ βαθουλώματα −τὸ ἔργο τῶν κυμάτων τοῦ Αἰγαίου.

Εἶναι ν’ ἀπορεῖς ποὺ ὁ Ὅμηρος τὴν ἀναφέρει σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ εὔφορα νησιά. Γι’ αὐτὸ μερικοὶ ἔχουν ἀμφιβολίες ἂν ἡ ἀκμάζουσα «Συρίη» τῆς Ὀδύσσειας[2] μὲ τὶς δυὸ πολιτεῖες, τὴν Ποσειδωνία καὶ τὴ Φοινίκη, εἶν’ ἡ ἴδια μὲ τὴ σημερινὴ συνονόματή της. Ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πρᾶμα ἡ ρίζα τοῦ ὀνόματος τοῦ νησιοῦ εἶναι φοινικικὴ (ἀπὸ τὸ σὺρ ποὺ σημαίνει βράχος ἢ τὸ οὐσύρα ποὺ σημαίνει πλούσια ἢ τὸ οὐσούρα ποὺ σημαίνει εὐτυχισμένη) καὶ φαίνεται πὼς οἱ Φοίνικες ἦταν οἱ πρῶτοι του κάτοικοι ποὺ ἀργότερα διώχτηκαν ἢ ἐξελληνίστηκαν. Τὸν ἕκτο αἰώνα π.Χ. ἔβγαλε ἕναν ὀνομαστὸ φιλόσοφο, τὸν Φερεκύδη, δάσκαλο τοῦ Πυθαγόρα, τὸν ἑπόμενο αἰώνα ὑποτάχτηκε γιὰ λίγο στοὺς Πέρσες, λευτερώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ποὺ τὴν ἔμπασαν στὴ συμμαχία τους, ἀργότερα γνώρισε τὴν κυριαρχία τῶν Μακεδόνων καὶ τῶν Ρωμαίων καὶ τὸν τρίτο μ.Χ. αἰώνα βυθίστηκε στὴν παρακμή.

Ἡ σημερινὴ πολιτεία ἄρχισε νὰ χτίζεται χίλια χρόνια ἀργότερα, ὅταν τὸ νησὶ ἀποτελοῦσε ἕνα κομμάτι τοῦ φράγκικου Δουκάτου τῆς Νάξου. Ὁ ἐπισκέπτης τὴν ἀντικρίζει ἀπὸ τὸ πλοῖο, στὸ γύρισμα ἑνὸς κάβου, νὰ ξετυλίγεται, σιγὰ-σιγὰ μπροστά του, σ’ ἕνα γοητευτικὸ πανόραμα: σπίτια ἄσπρα, μπέζ, ἀνοιχτοπράσινα ἢ ἀνοιχτογάλανα, δίπατα τὰ περισσότερα καὶ μ’ ἐπίπεδη στέγη, γεμίζουν σὲ πυκνὴ παράταξη τὸ βάθος τοῦ κόλπου. Τὰ πιὸ μεγάλα, μ’ ἀρχοντικὴ σοβαρότητα στέκουνται χαμηλά, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν προκυμαία ἐνῶ τὰ μικρότερα τραβιοῦνται πιὸ ψηλὰ μὲ παιδιάστικη περιέργεια καὶ σκανταλιά, στὰ τρία ὑψώματα ὅπου καταλήγει ἡ πολιτεία. Τὸ ἕν’ ἀπ’ αὐτὰ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς τέλειου κάτασπρου κώνου. Ἐπιβλητικὲς ἐκκλησιὲς κάθουνται στὶς κορφὲς τῶν ὑψωμάτων. Τροῦλοι καὶ καμπαναριὰ προβαίνουνε σὲ διάφορα σημεῖα ἀνάμεσ’ ἀπὸ τὰ σπίτια. Στὴν ἀριστερὴ ἄκρα τῆς πολιτείας ξεχωρίζουνε μὲ τὶς ἄψογες μακριὲς ἀράδες τῶν παράθυρών τους τὰ κτήρια τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων. Πιὸ πέρα γυαλίζουν ἀσημιοὶ οἱ κύλιντροι τῶν δεξαμενῶν τοῦ πετρέλαιου.

Τὸ λιμάνι τῆς Σύρας εἶν’ ἕνας εὐρύχωρος κλειστὸς κόλπος ποὺ τόνε κλείνει ἀκόμη πιὸ πολὺ ἕνας λιμενοβραχίονας. Τὸ μουράγιο, ὄχι καὶ τόσο φαρδύ, πλακοστρωμένο, διαγράφει μιὰν ἀνοιχτὴ καμπύλη στὸν γύρο τῆς θάλασσας. Τὴν ἴδια καμπύλη ἀκολουθοῦνε καὶ τὰ χτήρια τῆς προκυμαίας: καφενεῖα, ἑστιατόρια καὶ καταστήματα λουκουμιῶν, μὲ ξενοδοχεῖα συνήθως ἀπὸ πάνω.

Σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν παραλία οἱ δρόμοι ἀρχίζουνε ν’ ἀνηφορίζουνε γιὰ νὰ δώσουνε σύντομα τὴ θέση τους σὲ σκάλες. Τ’ αὐτοκίνητα περιορίζουνε τὴ δράση τους σὲ λίγους δρόμους, κυρίως στὴν περιοχὴ τοῦ λιμανιοῦ.

*

Εἶναι Σάββατο ἀπόγεμα. Στὴν ἀγορὰ οἱ νοικοκυραῖοι μὲ τὴν τσάντα στὸ χέρι κάνουνε τὰ κυριακάτικα ψώνια τους. Κοιτάζω τὶς ταμπέλες τῶν μαγαζιῶν. Σ’ ἀρκετὲς ἀπ’ αὐτὲς εἶναι γραμμένα ἐπίθετα κρητικά (ἀνάμεσά τους καὶ κάποιος Καζαντζάκης). Θά ’ναι ἀπόγονοι προσφύγων τῶν κρητικῶν ἐπαναστάσεων ποὺ ἔμειναν στὸ νησί. Ἐδῶ ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα, προσφυγάκι, κι ὁ Λευτέρης Βενιζέλος.

Καθὼς βραδιάζει ὀρδινιάζεται στὴν παραλία ἡ σαββατοβραδιάτικη βόλτα. Οἱ περιπατητὲς στρίβουνε στὴν Ὁδὸ Βενιζέλου καὶ φτάνουνε στὴν Πλατεία Μιαούλη −τὸ κέντρο τῆς πολιτείας. Τὸ ἐπιβλητικὸ μέγαρο τοῦ Δημαρχείου πιάνει ὁλάκερη τὴ μιὰ πλευρὰ τῆς πλατείας. Εἶν’ ἕνα ὡραῖο νεοκλασικὸ χτήριο, τριώροφο, (τὸ ἰσόγειο εἶναι νοικιασμένο καὶ στεγάζει ζαχαροπλαστεῖα καὶ καφενεῖα), μὲ φαρδιὰ μεγαλόπρεπη μαρμαρένια σκάλα ποὺ ἀνεβάζει στὴν τρίπυλη εἴσοδο τοῦ πρώτου πατώματος μὲ τοὺς δωρικοὺς ἡμικίονες. Στὴν κεντρικὴ πρόσοψη τοῦ πάνω πατώματος οἱ ἡμικίονες εἶναι ἰωνικοῦ ρυθμοῦ καὶ στὸ ἐπιστύλιό τους κάθεται τὸ τριγωνικὸ ἀέτωμα. Μιὰ σειρὰ ἀπὸ φοίνικες στολίζει τὴν πλακόστρωτη πλατεία. Στὸ κέντρο ὀρθὸς στὸ ψηλὸ βάθρο του ὁ μαρμαρένιος Μιαούλης κρατᾶ μὲ τ’ ἀριστερό του χέρι τὸ δοιάκι τοῦ καραβιοῦ καὶ μὲ τὸ δεξὶ τὸ κανοκιάλι. Ἡ ἔκφρασή του εἶν’ ἀγέρωχη κι αὐστηρή, ὅλο ἔγνοια κι ἀποφασιστικότητα. Παρέκει ὑψώνεται, μαρμαρένια κι ἐκείνη, ἡ στρογγυλὴ ἐξέδρα τῆς φιλαρμονικῆς μὲ ἀνάγλυφα τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ τῶν Μουσῶν καὶ μὲ κομψοὺς στύλους ποὺ ἀπολήγουνε σὲ ἠλεχτρικὰ φανάρια. Μόνο ποὺ μένει βουβή.

Σιωπηλό, κατάκλειστο κι ἐγκαταλειμμένο ὑψώνεται καὶ τὸ Δημοτικὸ Θέατρο «Ἀπόλλων» ποὺ εἶχε δεῖ μεγάλες δόξες στὴν ἐποχή του. Ἤτανε τὸν καιρὸ ποὺ ἡ Σύρα ξεπερνοῦσε σ’ ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανικὴ κίνηση τὸν Πειραιᾶ −τὸ τρίτο τέταρτο τοῦ δέκατου ἔνατου αἰώνα. Μὲ τὰ ναυπηγεῖα της, τὰ κλωστοϋφαντουργεῖα, τὰ βυρσοδεψεῖα, τοὺς ἀλευρόμυλους καὶ τὴ σιδηρουργία της, μὲ τὸ μεγάλο ἀσφαλισμένο λιμάνι της, σταθμὸ γιὰ ἀνεφοδιασμὸ κι ἐπισκευὲς τῶν ἑλληνικῶν καὶ τῶν ξένων πλοίων, εἶχε φτάσει σὲ λαμπρὴ οἰκονομικὴ ἄνθιση. Μιὰ ἀστικὴ τάξη, ποὺ μπορεῖ νὰ πιθήκιζε τὰ εὐρωπαϊκὰ ἤθη, μὰ ποὺ φιλοτιμοῦνταν νὰ στολίσει τὴν πολιτεία της μὲ μεγαλόπρεπα δημόσια χτήρια καὶ νὰ οἰκοδομήσει πλούσια ἀρχοντικὰ γιὰ κατοικία της καὶ ποὺ δὲν ἤτανε ξένη πρὸς τὰ γράμματα, ἀναπτύχθηκε τότε σὲ τοῦτο τὸ ξερονήσι.

Τὸ ἄνοιγμα τῆς κορινθιακῆς διώρυγας κι ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα τὸ 1885, σήμανε γιὰ τὴν Ἑρμούπολη −ὅπως ὀνομάστηκε πρὸς τιμὴ τοῦ κερδώου Ἑρμῆ ἡ πολιτεία− τὴν ἀρχὴ τοῦ ξεπεσμοῦ της.

Τώρα διατηρεῖ ἀκόμη στὸ μεγαλύτερο μέρος της τὸ ἀρχιτεκτονικὸ ὕφος ποὺ τῆς ἔδωσε ἡ ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς της. Λίγα εἶναι τὰ σύγχρονα σπίτια ποὺ παραφωνοῦν ἀνάμεσα στὰ διώροφα ἢ τριώροφα μέγαρα τοῦ περασμένου αἰώνα,[3] ὅπου κανεὶς στενόκαρδος ὠφελιμισμὸς δὲν ἔρχεται νὰ περιορίσει τὸ ὕψος ἢ τὸ μέγεθος κι ὅπου οἱ ὀρθογώνιες πελεκητὲς πέτρες, τέλεια ἁρμοσμένες μὲ ὑπομονὴ καὶ μεράκι, τοὺς δίνουνε τὴν ὄψη ἀκατάλυτων ἀπὸ τὸν χρόνο χτισμάτων.

Τὰ παράθυρα μὲ τὶς γρίλιες (ἐκεῖνα τῶν ἰσογείων συνήθως πίσω ἀπὸ κιγκλιδώματα ποὺ τὸ κάτω μέρος τους κάνει μιὰ ἡμικυκλικὴ προεξοχὴ) εἶναι κλειστά. Κλειστὲς εἶναι κι οἱ μεγάλες ξύλινες πόρτες μὲ τὰ βαριὰ σκαλίσματα καὶ τὰ καλογυαλισμένα μπρούτζινα χεράκια ποὺ κρατώντας μὲ τὰ δάχτυλά τους τὴν μικρή τους σφαίρα, περιμένουν, ὅπως στὸ ποίημα τοῦ Ἀλέξανδρου Μπάρα τὸ χέρι ποὺ θὰ τὰ κρούσει.

Στὸν παράλιο δρόμο ἑνὸς νησιοῦ
ποὺ τὸν εἶχε μαρμαρώσει τὸ φεγγάρι
φιλέρημος καὶ μεταμεσονύκτιος,
στημένο εἶχα τ’ αὐτί
ν’ ἀκούσω τὸ Θεό.
 
Ἦταν κλειστὲς οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν,
ἄγγελοι σιωπῆς καθόνταν στὰ κατώφλια τους.
[…]
 
Πέρα τὸ Αἰγαῖον πέλαγος
καὶ μόνιμη ἡ σελήνη τῆς Ἑλλάδος.[4]

Τούτη τὴ νύχτα δὲν ἔχει σελήνη. Νυσταγμένοι γλόμποι φωτίζουνε μὲ πηχτὸ κίτρινο φῶς τοὺς στενούς, κλιμακωτοὺς ἢ πλακόστρωτους, ὅλο στροφὲς καὶ γωνιὲς δρόμους. Ὅμως κανένα θρόισμα φορέματος «ἀπὸ βαρὺ βυσινόχρουν μεταξωτὸν μὲ μακρὰν οὐρὰν» δὲν κάνει τὴν ἀκίνητη σιωπὴ ν’ ἀνατριχιάσει, κανένα «εἶδός τι ἀρχαϊκοῦ διαδήματος ἀπὸ ρουβίνια» δὲν ἀστραποβολᾶ πάνω στὰ κορακάτα μαλλιὰ κάποιας φιλάρεσκης καὶ φιλέορτης Χριστίνας ποὺ στηριγμένη στὸ μπράτσο τοῦ συζύγου της, σοβαροῦ καὶ φιλύποπτου μέσα στὴ σφιχτοκουμπωμένη ρεδιγκότα του, ἑτοιμάζεται γιὰ τὸ χορὸ τοῦ κ. Δημάρχου. Οἱ δρόμοι μὲ τ’ ἀρχοντόσπιτα μένουνε πάντα στὴ θέση τους, ὅμως οἱ ἄνθρωποι τρυπώσανε στὶς σελίδες τῶν Συριανῶν Διηγημάτων ἐκείνου τοῦ σκεπτικιστῆ καὶ σαρκαστῆ μὲ τὸ στιλπνὸ ὕφος, ποὺ ἄκουγε στ’ ὄνομα Ἐμμανουὴλ Ροΐδης.[5] Ἐκεῖ θὰ βροῦμε τὴ Σύρα τοῦ περασμένου αἰώνα μὲ τὴν ἄνετη κι ἀνέμελη ζωή της, μὲ τὰ φράγκικα ἤθη της, τὸ ρηχὸ ρομαντισμό της, τὶς «ἐργολαβίες», τὶς διασκεδάσεις καὶ τὸ κουτσομπολιό της. Στὶς χοροεσπερίδες καὶ στοὺς «ἑσπερινοὺς περιπάτους» θὰ συναντήσομε τὴν κομψὴ νεαρὴ κυρία ποὺ μὲ ἑτοιμότητα μοιράζει «ὡς ἀντίδωρον ἀνὰ ἓν βλέμμα καὶ ἓν μειδίαμα» σὲ καθένα ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ τὴν πολιορκοῦν, τὴ «σαραντάραν παρθένον» μὲ τὴ φαρμακερὴ γλώσσα, τὸν κυνικὸ ἀπατημένο σύζυγο ποὺ «διὰ ν’ ἀποφύγει τὰ σκώμματα τοῦ κόσμου εἶχεν ἐφεύρει νὰ γελᾶ ὁ ἴδιος δυνατότερα παντὸς ἄλλου διὰ τὰς πολλὰς καὶ ἐπιφανεῖς τῆς συζύγου του ἀπιστίας», τὸν ξανθὸ «αἰσθηματικὸν νεανίσκον», τὸν φρούραρχο μὲ τὸ μαῦρο ἀρειμάνιο μουστάκι καὶ τοὺς «ἑλληνοπρεπεῖς τρόπους», τὸν ξεμωραμένο ἰταλὸ μουσικὸ [ποιητὴ] ποὺ γυρίζει τὴν ἀνατολὴ «πρὸς συλλογὴν δαφνῶν καὶ ταλήρων»,[6] τὸν εὐγενικὸ καὶ χαριτωμένο πρόξενο τῆς Γαλλίας… Μιὰ ὁλόκληρη κοινωνία μιᾶς ἐποχῆς.

*

Κυριακὴ πρωί. Ἡ Μεταμόρφωση,[7] Μητρόπολη τῆς Σύρας, πανηγυρίζει. Τὸ ἐσωτερικό της εἶναι νεοπλουτίστικα φανταχτερό: χτυπητὰ χρώματα, χοντροκομμένη διακόσμηση, ἕνα κραυγαλέο μπαρὸκ τέμπλο, ἄσπρο καὶ χρυσὸ (τὸ χρυσὸ ἄφθονο κυριαρχεῖ καὶ στὴν ὑπόλοιπη ἐκκλησιά), γλυκερὲς ἰταλίζουσες εἰκόνες −ἡ μόδα τοῦ ξιπασμένου ἀπὸ τὴν Εὐρώπη ἀρχοντοχωριάτικου ἑλληνικοῦ 19ου αἰώνα, σ’ ὅλη της τὴν κακόγουστη δόξα. Κόσμος μπαινοβγαίνει ἀδιάκοπα. Οἱ Ἀρχὲς τοῦ τόπου μὲ πολιτικὰ ἢ μὲ στρατιωτικὲς στολὲς στέκουνται μπροστὰ ἀπὸ τὸ ἱερὸ μὲ τὴν ὑποχρεωτικὴ εὐσέβεια ποὺ τοὺς ἐπιβάλλει ἡ θέση τους. Ὁ δεξιὸς ψάλτης ἀμολᾶ βροντερόφωνες κορῶνες μελοδράματος. Στὴν Ὡραία Πύλη ὁ δεσπότης μεγαλόπρεπος μέσα στὰ χρυσά του ἄμφια, μὲ μακριὰ ἄσπρη γενειάδα, κρατώντας τὰ δυὸ τρικέρια κάνει τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ κι εὔχεται μὲ δυνατὴ φωνὴ βαρύτονου, λὲς καὶ θέλει νὰ συναγωνιστεῖ τὸν ψάλτη: «Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε…».[8] Τὸ ἱδρωμένο του πρόσωπο κοκκινίζει βαθιὰ ἀπὸ τὴν προσπάθεια. Ἀνάμεσα στὸ ἐκκλησίασμα ἀρκετοὶ «Ἀθηναῖοι» παραθεριστὲς ποὺ παρακολουθοῦνε μ’ ἐνδιαφέρον, χαμογελοῦν ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὶς κορῶνες. Ἡ ἀτμόσφαιρα θυμίζει παράσταση Ὄπερας −μήτε ἴχνος ἀπὸ θρησκευτικὴ κατάνυξη.

Τραβῶ πρὸς τὰ ψηλώματα. Ἐδῶ τὰ σπίτια εἶναι μικρά, λαϊκά, μὲ ἀσβεστωμένες αὐλὲς καὶ περίβολους. Ἀσπρισμένα πέτρινα ἢ τσιμεντένια σκαλιὰ φέρνουν ὡς τὶς πόρτες τους. Ἕνας ταχυδρόμος τ’ ἀνεβαίνει ἀγκομαχώντας καὶ φωνάζει ἀπὸ μακριὰ κάποια Βαγγελίτσα (συχνὰ τὸ ἀκούει κανεὶς ἐδῶ τοῦτο τ’ ὄνομα). Βρίσκομαι στὰ πόδια τοῦ κωνικοῦ ὑψώματος ὅπου εἶναι χτισμένη ἡ Ἄνω Σύρος, ἡ παλιὰ πολιτεία τῆς Φραγκοκρατίας καὶ τῆς Τουρκοκρατίας. Εἶν’ ἡ συνοικία τῶν Καθολικῶν. Στὴν κορφὴ ξεχωρίζει κάτι σὰ φρούριο καὶ τὸ καμπαναριὸ τοῦ καθολικοῦ Ἅι-Γιώργη. Ἀπὸ τὴν αὐλὴ ἑνὸς σπιτιοῦ μιὰ μαυροφόρα κουβεντιάζει φωναχτὰ μ’ ἕνα κοριτσάκι στὸν ἀπέναντι λόφο. Ἕνας νεαρὸς φραγκόπαπας μὲ μαῦρο ράσο, ξεσκούφωτος, κατεβαίνει μὲ γοργὰ πηδηχτὰ βήματα τὸν κεντρικὸ κλιμακωτὸ δρόμο τῆς Ἀπάνω Σύρας.

Ἀπὸ τὸν περίβολο τῆς Ἀναστάσεως, στὴν κορφὴ τοῦ λόφου τοῦ Βροντάδου, ἡ θέα τῆς πολιτείας μὲ τὶς στέγες τῶν σπιτιῶν, τὸ λιμάνι, τὴν ἀνοιχτὴ μπλάβη θάλασσα, τὸ στενόμακρο νησάκι μὲ τὸν φάρο εἶναι θαυμάσια. Ἕνα ξανθὸ ζευγάρι τοῦ Βοριᾶ ἔχει ἀποξεχαστεῖ ἀγκαλιασμένο νὰ κοιτάζει. Τὸ μελτέμι παίζει μὲ τὰ λυτὰ μαλλιὰ τῆς κοπέλας.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος στὴ θέση Βαπόρια εἶν’ ἡ πιὸ ἐπιβλητικὴ ἀπὸ τὶς ἐκκλησιὲς τῆς Ἑρμούπολης. Ἕνα μεγαλόπρεπο κλιμακοστάσιο ἀνεβάζει ὡς τὸ ἐπίπεδό της. Μιὰ στοὰ μὲ κορινθιακὲς κολόνες ἀνοίγεται μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο. Κορινθιακοὶ ψευδοκίονες, μικρὰ ἀετώματα πάνω ἀπὸ πόρτες καὶ παράθυρα, ἀνάγλυφα, διακόπτουνε τὶς τεράστιες ἐπιφάνειες τῶν ἐξωτερικῶν τοίχων. Ἕνας ἀναγεννησιακὸς τροῦλος καὶ δυὸ διώροφα καμπαναριὰ συναγωνίζονται στὸ ὕψος. Τὸ ἐσωτερικὸ εἶναι πιὸ σεμνὸ καὶ λιγότερο φανταχτερὸ ἀπὸ τῆς Μεταμόρφωσης. Ἄφθονο εἶναι τὸ μάρμαρο, ἀπὸ τὴ σκάλα, τὸ πάτωμα καὶ τὰ θωράκια τοῦ περίβολου ὡς τὴν ἐπένδυση τῶν τοίχων. Πλούσιοι οἱ συριανοὶ ἀστοὶ τοῦ περασμένου αἰώνα δείχνουνταν χουβαρντάδες καὶ πρὸς τὸν Θεό τους. Ὅλες οἱ ἐκκλησιές τους εἶναι μεγάλες, χτισμένες σὲ περίβλεπτη θέση, πλούσιες σὲ νεοκλασικὴ καὶ μπαρὸκ διακόσμηση.

Γύρω ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόλα εἶν’ ἡ ἀρχοντογειτονιὰ τῆς Σύρας. Στὸν ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο ποὺ περνᾶ ψηλά, πάνω ἀπὸ τὴν παραλία, ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, βρίσκουνται τὰ ὡραιότερα σπίτια τῆς πολιτείας. Μερικὰ ἔχουνε μπροστὰ ἕνα μικρὸ κῆπο κλεισμένο μὲ περίτεχνα κιγκλιδώματα. Μπαλκόνια μὲ μαρμάρινα σκαλισμένα στηρίγματα καὶ κάγκελα, ὅπου μιὰ ἀνεξάντλητη φαντασία παίζει μ’ ἕνα πλῆθος διακοσμητικὰ μοτίβα −ἀληθινὰ ἔργα τέχνης−, εἶναι στραμμένα πρὸς τὴ θάλασσα. Πάνω ἀπὸ τὶς πόρτες διαβάζεις χαραγμένες τὶς χρονολογίες τῆς γέννησής τους: 1870, 1871, 1886…

*

Πέρα ἀπὸ τὴν κεντρική, τὴν «τουριστικὴ» περιοχὴ τοῦ λιμανιοῦ ἀρχίζει μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἀποθῆκες καὶ καφενεδάκια. Τ’ ἀπόγεμα πέφτουν οἱ ἴσκιοι σὲ τοῦτο τὸ μέρος τῆς παραλίας. Στὶς καρέκλες τῶν καφενείων κάθουνται ψαράδες, βαρκάρηδες καὶ φορτοεκφορτωτές. Μπρὸς ἀπὸ τὶς ψαρόβαρκες μαυριδεροὶ θαλασσινοί, ξυπόλυτοι, μὲ τὸ τσιγάρο σκαλωμένο σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ στομάτου, ξεμπερδεύουν ὑπομονετικὰ τὰ δίχτυα τους. Ἀπὸ ἕνα μεγάφωνο θρηνωδεῖ κάποιος «λαϊκὸς» τραγουδιστής. Ὁ νερουλὰς βαριεστημένος βαδίζει πλάι στὸ κάρο μὲ τὸ τεπόζιτο τοῦ νεροῦ βαμμένο μὲ χτυπητὰ χρώματα. Στὴν ἄνυδρη Σύρα ἔχει ἐξασφαλισμένη τὴ δουλειά του. Κάτασπρο τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς, ἀφοῦ ἔκαμε στροφὴ στὴ μέση τοῦ λιμανιοῦ, γράφοντας γύρω του ἕνα κύκλο ἀπὸ ἀφρισμένη θάλασσα, ποὺ ὅσο πάει ἁπλώνεται, τραβᾶ σφυρίζοντας γιὰ τὴν ἔξοδο.

Ἀντίκρυ ἀπὸ τὰ ἑστιατόρια καὶ τὰ καταστήματα τῶν λουκουμιῶν τὸ μικρὸ πολεμικὸ «Παξοὶ» ἔχει δώσει τὴ θέση του στὸ μεγαλύτερο «Πλοίαρχο Μελετόπουλο»[9]. Οἱ ναῦτες μαμουνίζουνε στὴν κουβέρτα.[10] Τὸ κανονάκι μοιάζει σὰ χαλύβδινο χέρι ποὺ δείχνει πρὸς τὸ μέρος τῆς πολιτείας.

Καθὼς ἀρχίζει νὰ βραδιάζει κατεβαίνουν οἱ Συριανοὶ γιὰ περίπατο. Μαμάδες μὲ καροτσάκια, νεαροὶ μάγκες μὲ ἄψογο κοστούμι καὶ μαλλιαδούρα, ἡ ἐπαρχιώτισσα γόησσα (μαλλιὰ ριχτά, φόρεμα κολλητό, χαμόγελο αὐταρέσκειας), οἰκογένειες ποὺ πιάνουν ὅλο τὸ πλάτος τοῦ δρόμου μὲ τὸν αὐστηρὸ μπαμπᾶ καὶ τὸν βλαστὸ νὰ κλαουρίζει. Κάπου κάπου κάνει τὴν ἐμφάνισή της καὶ κάποια «πρωτευουσιάνα» ἀπὸ τὸ Αἰγάλεω ποὺ παραθερίζει στὸ νησί, σὲ συγγενικὸ σπίτι. Τὸ σφιχτὸ παντελόνι της (ἀφοῦ ἦρθε στὴν ἐπαρχία πρέπει νὰ τὸ φορέσει) προβάλλει γραφικὲς κοιλιὲς καὶ πισινά.

Ὕστερ’ ἀπὸ δυὸ τρεῖς ὧρες παραμονὴ στὴν παραλία ὁ κόσμος τῆς ἐπαρχιώτικης Κυριακῆς θ’ ἀρχίσει νὰ χασμουριέται καὶ νὰ φεύγει. Στὴν προκυμαία θὰ μείνουν οἱ ξένοι. Ἡ πολιτεία σιωπηλὴ θά ’νειρεύεται τὰ παλιά της μεγαλεῖα.

///

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑΣ
[1] Τὸ ταξιδιωτικὸ αὐτὸ κείμενο, μὲ τὸν πρόχειρο, εἰκάζω, τίτλο, βρέθηκε ἀχρονολόγητο στὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ σὲ δύο γραφές: ἡ πρώτη ἄτιτλη καὶ ἀνολοκλήρωτη, σὲ φύλλα μπλὸκ σπιράλ, πιθανῶς γραμμένη σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὸ ταξίδι του στὰ νησιὰ τῶν Κυκλάδων Σύρο, Πάρο, Νάξο (Αὔγουστο τοῦ 1967). Ἡ δεύτερη γραφή, σὲ διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν πρώτη χαρτί, καθαρογραμμένη καὶ ὁλοκληρωμένη ἀλλὰ ἀδημοσίευτη, γράφτηκε ἀργότερα, πιθανῶς τὸ 1971, ἴσως καὶ τὸ 1972, σύμφωνα, μὲ ἀδιάσειστα τεκμήρια (βλ. σημειώσεις 4, 5 καὶ 6).
Τὸ πρῶτο κυκλαδίτικο ταξιδιωτικό, με τίτλο «Τὸ λευκὸ καὶ τὸ πέτρινο» τὸ ἔδωσε ὁ ἴδιος  γιὰ δημοσίευση στὸ περιοδικὸ τοῦ Ἡρακλείου Παλίμψηστον (τεῦχος 13,  1993, σ. 127-136), ὅπου ἀπὸ λάθος, ὄχι λόγῳ ἔλειψης χώρου, δὲν τυπώθηκε ἡ τελευταία παράγραφος, ἂν καὶ ὑπῆρχε στὸ χειρόγραφό του· στὸ δικό του ἀντίτυπο τοῦ περιοδικοῦ ἔχει ἔνθετο χειρόγραφο χαρτὶ μὲ τὴν τελικὴ παράγραφο (59 λέξεις).
Μεταθανάτια δημοσιεύτηκε τὸ ταξιδιωτικό του «Σύρος» στὸ ὀλιγόζωο καὶ δυσεύρετο περιοδικὸ Κεδρισός (τεῦχος 2,  Χανιά, Μάιος-Αὔγουστος 2011) καὶ τὸ ἄτιτλο «[Ὁδοιπορικὸ στὴ Νάξο]» στὸ ἴδιο περιοδικό, στὴν ἠλεκτρονικὴ ἔκδοσή του, τχ. 2, Ἄνοιξη 2014.
[2] Ὀδύσσεια, ραψωδία ο, στιχ. 403-405: «τοῦτο δέ τοι ἐρέω ὅ μ᾿ ἀνείρεαι ἠδὲ μεταλλᾷς. / “νῆσός τις Συρίη κικλήσκεται, εἴ που ἀκούεις, / Ὀρτυγίης καθύπερθεν, ὅθι τροπαὶ ἠελίοιο” (μτφρ. Ζήσιμου Σιδέρη: «Κι ἄκου γι’ αὐτὰ ποὺ μὲ ρωτᾶς καὶ μὲ συχνοξετάζεις. /  Συρία λένε ἕνα νησί, −ἂν τό ’χεις ἀκουστά σου− /  στὴν Ὀρτυγία πιὸ ψηλὰ στὸ γύρισμα τοῦ ἥλιου»). Ἡ Ὀρτυγία εἶναι νησάκι τῆς Σικελίας καὶ τὸ ἱστορικὸ κέντρο τῶν Συρακουσῶν, ποὺ συνδέεται μὲ γέφυρες γιὰ πεζοὺς καὶ ὀχήματα.
[3] Ὅπου ὁ συγγραφέας ἀναφέρει «τοῦ περασμένου αἰώνα» ἐννοεῖ τὸν δέκατο ἔνατο, ἀφοῦ τὸ κείμενο τοῦτο γράφτηκε τὸν εἰκοστὸ αἰώνα.
[4] Ἀπὸ τὸ ποίημα «Ἐπίθυρα χεράκια» τοῦ Ἀλέξανδρου Μπάρα (Κωνσταντινούπολη 1906 − Ἀθήνα 1990), ἡ  ἑνότητα 4, μέρος τῆς 5ης καὶ ἡ 6  τοῦ ποιήματος. Τὸ ποίημα ἀπὸ τὸν τόμο Ποιήματα 1933-1953, ἐκδ. Ἴκαρος, 1954, σ. 101-103. Τὸ βιβλίο τὸ εἶχε χαρίσει ὁ ποιητὴς στὸν Μανουσάκη, μὲ τὴν ἑξῆς ἀφιέρωση: «Στὸ φίλο ποιητὴ Γιωργῆ (sic) Μανουσάκη μὲ πολλὴν ἐκτίμηση, Ἀλ. Μπάρας. Ἀθήνα, Σεπτ. 1970». Τὸ ἴδιο ποίημα εἶχε δημοσιευθεῖ γιὰ πρώτη φορά στὸ λογοτεχνικὸ περιοδικὸ τοῦ Ἡρακλῆ καὶ Ρένου Ἀποστολίδη Νέα Ἑλληνικά, Ἀθῆναι, Φεβρουάριος 1952, τεῦχος 2, σ. 91-91. Ἂν ὁ Μανουσάκης εἶχε διαβάσει τὸ ποίημα στὸ περιοδικό, θὰ τὸ εἶχε ἐντάξει στὴν πρώτη γραφὴ τοῦ κειμένου, νομίζω.
[5] Ἐμμανουὴλ Ροΐδης (Ἑρμούπολη 1836 – Ἀθήνα 1904): Ὅλα τὰ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν ἀποσπάσματα καὶ οἱ ἐκτὸς εἰσαγωγικῶν ἀναφορὲς στὴν παράγραφο αὐτὴ ἀνήκουν στὸ διήγημα «Ψυχολογία συριανοῦ συζύγου» (1894, ἐφημερίδα Ἄστυ), πρῶτο στὴ συλλογὴ Συριανὰ διηγήματα (1η ἔκδοση Φέξης, 1911· ἐκδ. Βίπερ, χωρὶς ἔτος ἔκδοσης· ὅμως κάποια στοιχεῖα δείχνουν τὸ 1971. Ὁ Μανουσάκης ἔχει ἀγοράσει σὲ βίπερ καὶ ἔχει διαβάσει τὸ βιβλίο (ὑπάρχουν σελίδες σημειωμένες μὲ χαρτάκια), γεγονὸς ποὺ συμβάλλει στὴ χρονολόγηση τῆς δεύτερης γραφῆς τοῦ ταξιδιωτικοῦ. Οὔτε ἡ παράγραφος αὐτὴ ὑπάρχει στὴν πρώτη γραφή· θεωρεῖται συνεπῶς τὸ 1971 ὡς τὸ post quem τῆς δεύτερης γραφῆς.
[6] Πρόκειται γιὰ τὸν ἰταλὸ «αὐτοσχεδιαστὴ» ποιητὴ Τζουζέπε Ρεγκάλντι, ποὺ περιπλανώμενος ἔδινε ποιητικὲς παραστάσεις σὲ διάφορες πόλεις. Ἡ ἐφημερίδα Ἕνωσις τῆς Ἑρμούπολης εἶχε ἀνακοινώσει στὶς 9/7/1852 ὅτι ὁ ποιητὴς «θέλει ἀπαγγείλει διάφορα ποιήματα αὐτοσχεδίως ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Λυκείῳ τοῦ κ. Χ. Εὐαγγελίδου τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τὴν13ην Ἰουλίου 1852 περὶ τὴν 5ην ὥραν ½ μ.μ.»… Ὁ Ροΐδης, 16 ἐτῶν μαθητὴς τότε στὸ «Ελληνικὸ Λύκειο», θυμόταν ἀκόμη, μετὰ 42 χρόνια, ἐκεῖνον τὸν πλάνητα ποιητή.
[7] Ὅταν οἱ πρόσφυγες  τῆς Σύρου, ἔχοντας γίνει πετυχημένοι ἔμποροι καὶ ναυτικοί, ἀποφάσισαν  νὰ μείνουν μόνιμα στὸ νησί, ἔκτισαν πρῶτα τὸν  ναὸν τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτῆρος στὴν ἄκρη τῆς παραλίας καὶ μετὰ τὰ πετρόχτιστα σπίτια τους. Τὸ 1826 σὲ συνέλευση τῶν προσφύγων καὶ μόνιμων πιὰ κατοίκων τῆς «παραλίας», μὲ πρόταση τοῦ χιώτη σπουδαίου ἐμπόρου Λουκᾶ Ράλλη, τὴν ὀνόμασαν Ἑρμούπολη.
[8] Ψαλμὸς Δαβὶδ 79ος στίχ. 15.
[9] «Πλοίαρχος Μελετόπουλος»: Κανονιοφόρο πλοῖο μὲ τὸ ὄνομα τοῦ χαμένου κυβερνήτη τοῦ πλωτοῦ νοσοκομειακοῦ «Ἀττική», τὸ ὁποῖο εἶχε ναυαγήσει τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941. Καθελκύστηκε τὸν Δεκέμβρη τοῦ 1943.
[10] Οἱ ναῦτες κινοῦνται ἀδιάκοπα στὸ κατάστρωμα.

///

*

**