Η φωτογραφία από τη σελίδα των καλλιτέχνιδων στο fb
*
του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ
~.~
Παρουσιάζει συχνά ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον για τον ερευνητή να παρατηρεί και να περιγράφει καταστάσεις και φαινόμενα όχι τόσο από τη βολική χρονική απόσταση του μέλλοντος, αλλά ακριβώς τη στιγμή εκείνη που εξελίσσονται, σχηματοποιούνται και διαμορφώνονται. Μια τέτοια προοπτική, δεδομένης της αδιαμόρφωτης ακόμα κατάστασης και της μη γνώσης του πού η μπίλια θα κάτσει (αν «κάθεται» εντέλει και ποτέ κάπου οριστικά) επιτρέπει στον εκάστοτε μελετητή, όταν το εκάστοτε εφήμερο πρόταγμα δεν του θολώνει την κρίση και τη ματιά, να προβεί σε προβλέψεις για τη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων, οι οποίες στη μακροχρονία μπορεί να καταστούν ακόμα και εντελώς άστοχες και αδικαίωτες, αλλά θα προέρχονται σε κάθε περίπτωση από τα δεδομένα που έχει ενώπιόν του.
Έχοντας το παραπάνω αξίωμα ως βάση, θα προσπαθήσουμε να επεξηγήσουμε ένα εγχώριο μουσικό και κοινωνικό φαινόμενο των τελευταίων ετών ως προς το girl band που διχάζει και πολώνει και το οποίο γνωρίζει τεράστια απήχηση σε ένα σημαντικό τμήμα της νεολαίας, ιδιαίτερα εκείνης που βρίσκεται στη λεγόμενη «πρώτη νιότη» και δεν έχει συμπληρώσει ακόμα το 30ό έτος της ηλικίας της. Γιατί, λοιπόν, από σχεδόν όλους τους καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται σήμερα στο πεδίο της μουσικής και του τραγουδιού, ακόμα και από τους trappers εκείνους που κάνουν καριέρα πάνω σε τραγούδια που μιλούν ανοιχτά και απροκάλυπτα για όπλα, ναρκωτικά και σωματεμπορία, οι «Σκιαδαρέσες» (γκρουπ που αποτελείται από τις δίδυμες αδελφές Νίκη και Όλγα και τραγουδά κατά βάση για θέματα ερωτικά και υπαρξιακά) είναι αυτές που έχουν δεχτεί αθροιστικά δυσανάλογα πολλές περισσότερες διαδικτυακές επιθέσεις, χλευασμό και υποτίμηση; Περιγράφοντας ορισμένους λόγους που κατά την κρίση μας επεξηγούν το φαινόμενο, θα προβούμε, παράλληλα, και σε μια αντικειμενική και ουδέτερη σκιαγράφηση του ως τώρα έργου και της πορείας τους, προσπαθώντας να αφήσουμε στην άκρη το γεγονός πως και ο αρθρογράφος ανήκει στους θαυμαστές του συγκεκριμένου μουσικού σχήματος, καθώς θεωρεί πως έχει κομίσει κάτι το ιδιαίτερα φρέσκο και ελπιδοφόρα καινοτόμο στη βαλτωμένη επικράτεια του λεγόμενου «έντεχνου» τραγουδιού (παρόλο που είμαστε βέβαιοι πως οι καλλιτέχνιδες δεν θα αυτοπροσδιορίζονταν ως εκπρόσωποί του).
Αν προσπαθούσαμε, επομένως, να επεξηγήσουμε το γιατί οι Σκιαδαρέσες δέχονται τόσο έντονες και επίμονες μέσα στα χρόνια επιθέσεις στα κοινωνικά δίκτυα, θα καταλήγαμε μάλλον στους ακόλουθους λόγους:
–> Γιατί θεωρούνται ένα ποπ φαινόμενο του διαδικτύου
Οι Σκιαδαρέσες βρέθηκαν από τα πρώτα τους βήματα εκτεθειμένες στα κάθε λογής σχόλια, μιας και αναδείχθηκαν και δόμησαν το ύφος και την ταυτότητά τους από την αποκλειστική ανάρτηση των τραγουδιών τους στον χώρο του διαδικτύου, έτσι ώστε σήμερα να έχουν θεωρηθεί ως ένα ακόμα «ποπ φαινόμενο», το οποίο εκείνο γέννησε κατά την περίοδο του covid. Κάνοντας τα πρώτα τους μουσικά βήματα σε μια εποχή καθολικής κατάρρευσης της δισκογραφίας, επέλεξαν απλά να την αγνοήσουν (μέχρι σήμερα δεν έχουν κυκλοφορήσει ούτε ένα cd ούτε καν κάποιο συλλεκτικό βινύλιο) και αντ’ αυτής να εστιάσουν απόλυτα την προσοχή τους στον κυβερνοχώρο, με low-budget ηχογραφήσεις και ανάρτηση των τραγουδιών τους στις κοινωνικές και μουσικές πλατφόρμες, με επιμερισμό τους ανά σελίδα (άλλα εξ αυτών στο YouTube, άλλα στο Spotify που στις νεότερες ηλικίες έχει υποκαταστήσει το πρώτο, άλλα μονάχα συναυλιακά, ορισμένα απευθείας στα κοινωνικά δίκτυα), με διαφορετικές και αυτόνομες αναρτήσεις στο καθένα από τα τελευταία, με παράλληλο vlogging, με βίντεο καθημερινής ζωής δίχως ωραιοποιήσεις, με ατομική αλληλεπίδραση με μεμονωμένους θαυμαστές και θαυμάστριες, αλλά και με μια γενικευμένη αίσθηση αυθεντικότητας και αδιαμεσολάβητης επαφής (εν μέρει αληθινής εν μέρει τμήματος της περσόνας τους), η οποία διατηρείται στο ακέραιο μέχρι και σήμερα που θεωρούνται πλέον πλήρως «καθιερωμένες». Τα ξένα παραδείγματα αυτού του είδους είναι πολλά και χαρακτηριστικά, με την ελληνική περίπτωση μονάχα του ατυχούς Παντελή Παντελίδη (σε ένα τελείως διαφορετικό, βέβαια, μουσικό ελαφρολαϊκό είδος και «μαζικό» κοινό) να ξεχωρίζει ως προς το διαδικτυακό της ξεκίνημα, αλλά κι εκείνον πολύ σύντομα να απορροφάται από την κανονικοποίηση του δισκογραφικού χώρου. Οι Σκιαδαρέσες, αντιθέτως, επιμένουν συνειδητά στο alternative και στη σάτιρα του μέινστρημ, ακόμα κι όταν αξιοποιούν και οικειοποιούνται επιδεικτικά όλα τα όπλα και τα μοτίβα του, ως μια οργανικά ενταγμένη αντίρρησή του. Με το αρχικό τους μουσικό ύφος («Στο Ναύπλιο», «Καραόκε πάρτυ») να θυμίζει αρκετά το καθιερωμένο «έντεχνο» της περασμένης δεκαετίας, όπως εκείνο σχηματοποιήθηκε από ερμηνεύτριες όπως τη Νατάσα Μποφίλιου, στην πορεία εξελίσσονται και βρίσκουν τη δική τους αυτόνομη μουσική ταυτότητα, συνενώνοντας στοιχεία της ποπ και της ροκ, indie επιρροές, πολυφωνικά μοτίβα και ηλεκτρονικές πινελιές που δένουν, όλως παραδόξως, απολύτως οργανικά κι επιτυχημένα. Το διαδίκτυο αποτέλεσε μονάχα την αφορμή, ώστε να ανάψει η πρώτη σπίθα και αυτή να διαχυθεί ύστερα από τους διαύλους του προς όλες τις κατευθύνσεις.
–>Γιατί προέρχονται από διάσημους καλλιτέχνες γονείς
Ένας από τους σημαντικότερους λόγους των σκληρών επιθέσεων ενάντια στις Σκιαδαρέσες είναι αναμφίβολα το γεγονός πως είναι οι κόρες των δύο δημοφιλών ηθοποιών Γεράσιμου Σκιαδαρέση και Μπέσυς Μάλφα (η μητέρα τους έχει υπάρξει και τραγουδίστρια), με σημαντική θητεία στο θέατρο, συμμετοχές σε ταινίες των Αγγελόπουλου και Βούλγαρη, αλλά (κακά τα ψέματα) αρκετά γνωστών στο ευρύ και «μαζικό» κοινό κυρίως από τους τηλεοπτικούς τους ρόλους. Το ήδη διαμορφωμένο ιδίως από την τηλεόραση κοινό τους, ιδίως το μεγαλύτερης ηλικίας (σ’ αυτό θα επανέλθουμε), ως επί το πλείστον έχει σχηματίσει μέσα του έναν ορίζοντα προσδοκιών που οι «κόρες» έρχονται να σπάσουν, δομώντας ένα διαφορετικό αφήγημα κι έναν αυτόνομο και αυθύπαρκτο λόγο απ’ ό,τι τα αντίστοιχα των γονιών τους, στοιχείο που αυτομάτως ξενίζει και απογοητεύει, μ’ εκείνες να καθίστανται ο «εύκολος στόχος». Αμέσως εκτοξεύονται κατηγορίες για «νεποτισμό», για «ανάξια παιδιά» και για «ατάλαντες κόρες» που πατούν πάνω στο ήδη διαμορφωμένο όνομα και στην εδραιωμένη φήμη του οικογενειακού trademark. Η πορεία των καλλιτεχνικών πραγμάτων, βέβαια, έχει δείξει ότι το οικογενειακό όνομα δεν αποτελεί παρά ένα πρώτο διαβατήριο και μετέπειτα κινείσαι πλέον μόνος σου (λαμπρά είναι εδώ τα παραδείγματα επιφανών «γόνων» που ρήμαξαν εν μία νυκτί τα οικογενειακά τους ονόματα), ειδικά αν φιλοδοξείς να εγγραφείς σε ένα νέο καλλιτεχνικό πεδίο και σε μια διαφορετική γενιά. Πράγματι, το νεανικό κοινό που στις συναυλίες τους φωνάζει ρυθμικά «Νίκη-Όλγα» και τις ειδωλοποιεί δεκάρα δεν δίνει για το ποιους ρόλους υποδύθηκαν πριν από δεκαετίες δύο ηθοποιοί στην ηλικία των γονιών του, τους οποίους μπορεί μονάχα να έχει ακουστά κάπου στην άκρη του μυαλού του. Το κοινό αυτό βλέπει μπροστά του δυο είδωλα της ηλικίας του να μιλούν για θέματα, για εικόνες και για καημούς που το καίνε άμεσα (βλ. την αμέσως επόμενη παράγραφο) και αυτά τα πρόσωπα είναι που θαυμάζει, ενισχύει και αγαπά. Τολμούμε, μάλιστα, να δηλώσουμε πως, δεδομένης της δυναμικής της νεότερης γενιάς και της χρονικής γήρανσης της προηγούμενης, οι Σκιαδαρέσες είναι ήδη στα 29 τους χρόνια αρκετά πιο επιτυχημένες στη μακροχρονία απ’ ό,τι έχουν υπάρξει οι γονείς τους.
–>Γιατί ξενίζει η στιχουργία τους, δεδομένου του φύλου τους
Κομβικότατη αιτία των συχνών διαδικτυακών επιθέσεων αποτελεί φυσικά και ο στιχουργικός λόγος των τραγουδιών του γκρουπ, ειδικά των ερωτικών τους, τα οποία και βρίθουν στιγμών «ωμού ρεαλισμού» και παράλληλης απόπειρας μαγικής υπέρβασής του. Η συχνά επιδερμική και αποσπασματική ακρόασή τους γεννά κατηγορίες για «ξετσιπωσιά», «ανηθικότητα» και για «ντροπιαστικά» λόγια που μια γυναίκα δεν δικαιούται κοινωνικά να εκφράσει ή να τραγουδήσει. Τα τραγούδια του διδύμου, βέβαια, κάθε άλλο παρά «πρόστυχα» ή πορνογραφικά/σεξουαλικά είναι, έχοντας απλά εντάξει επίμαχες λέξεις και φράσεις στο λεκτικό τους όχι ως δυνητική πρόκληση, αλλά ως ενσωματωμένο ούτως ή άλλως στοιχείο της φρασεολογίας μιας post γενιάς στην προσπάθεια για μία όσο το δυνατόν πιο νατουραλιστική προσέγγιση των μεταλλάξεων του ερωτικού φαινομένου. Στο πλαίσιο αυτό, με εμφανείς τις επιρροές από την αφομοιωμένη «ενήλικη παιδικότητα» της Μαριανίνας Κριεζή, από τη λεξιπλασία, τα λογοπαίγνια και τα λεκτικά ευφυολογήματα της Λίνας Νικολακοπούλου, από την απενοχοποιημένη σεξουαλικότητα της Μελίνας Τανάγρη ή ακόμα και από την εναλλακτική προσέγγιση νεότερων σχημάτων όπως των «Χατζηφραγκέτα» (ευχαριστώ τον Ν. Στρατηγάκη για την επισήμανση), αξιοποιούνται, εκτός των άλλων: η σάτιρα, η μείξη των στιχουργικών επιπέδων, το ξένο ενσωματωμένο λεξιλόγιο, καθώς και το στιχουργικό εύρημα που γεννά την έκπληξη, άλλοτε απογειώνοντας το τραγούδι («ΣΕΑ Αταλάντης», «Ισόβια μουνάρα», ‘‘Multiple choice’’), άλλοτε κάπως αστοχώντας («Πίου-πίου μπαμ», ‘‘Quelle catastrophe’’, «Ντουμπάι»). Κυρίαρχο (και κάποιες φορές επίμονο) μοτίβο, επομένως, αποτελεί ο έρωτας, ιδίως στην εκδοχή του χωρισμού («Το τραγούδι της Τζι», «Το τραγούδι του Άρη», «Αθήνα», ‘‘Multiple choice’’, «Το τραγούδι του μαλάκα» κ.ά.), σπανιότερα στην ευοίωνη φάση του («Κουκαράτσα», «Θάλασσα 1»), με την υπαρξιακή διάσταση να δένει συχνά μαζί του και τη γυναικεία και μόνιμα «κοριτσίστικη» ματιά να μην το εγκαταλείπει («Καριμπού»). Το κράμα που δημιουργείται από τα παραπάνω δομεί ένα ύφος αυτόνομο και αναγνωρίσιμο που βοηθά τον ακροατή (ιδίως του θηλυκού γένους, αλλά όχι αποκλειστικά) να εγγράψει δικές του καταστάσεις πάνω σε ένα λεκτικό που με μαγικό ρεαλισμό φωτίζει τα τετριμμένα με ένα στοιχείο και με μια υπόρρητη αλλά υπαρκτή αίσθηση υπέρβασης. Το κοινό που παραληρεί στις συναυλίες, παρακολουθώντας και το κωμικό παιχνίδι των διδύμων μεταξύ τους που δένει συχνά τα τραγούδια, μετέχει μιας ευρύτερης κατάστασης, στην οποία η «ακαταλληλότητα» κάποιων λέξεων τείνει απλά να ξεπεραστεί από τις ίδιες τις βιωματικές συνθήκες.
–>Γιατί έχουν τοποθετηθεί πολιτικά και κοινωνικά
Ένας ακόμα λόγος επιθέσεων, ιδίως από άτομα που κινούνται στον συντηρητικότερο χώρο κι έχουν στατιστικά μεγαλύτερη πιθανότητα να εκφραστούν διαδικτυακά εν γένει πιο έντονα και επικριτικά, είναι και η (θεωρούμενη ως) πολιτική ταυτότητα των καλλιτεχνιδών, αν και οι ίδιες δεν υποστήριξαν ποτέ πως κινούνται στον χώρο του κοινωνικού-πολιτικού τραγουδιού. «Αριστερές», «άπλυτες» και «φασαίες» είναι μερικές από τις συχνότερες κατηγορίες που οι επικριτές επιρρίπτουν εις βάρος τους, συναφείς με το γενικότερο απλοϊκό και μανιχαϊστικό σχήμα (μη συμβατικό ντύσιμο / μειωμένο μέικ απ / σεξουαλική απελευθέρωση), στο οποίο εντάσσεται κατ’ αυτούς η μη δογματική Αριστερά. Η κατηγορία της «φασαίας», ενός όρου που πλέον τείνει να αποκολληθεί από την αρχική του έννοια και να ταυτιστεί με μια αντιμετώπιση της ζωής ατομοκεντρική και μεταμοντέρνα έρχεται να συνενωθεί και με τη (σπανιότερη αλλά υπαρκτή) ενδοαριστερή κριτική εις βάρος τους, ως προϊόντων του ύστερου καπιταλισμού που δεν αφορούν παρά τις ανησυχίες του μεμονωμένου και εξασφαλισμένου οικονομικά και ταξικά ατόμου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει πως ως τώρα δεν έχουν δεχθεί κάποιου είδους μεταμοντέρνα κριτική υπό το στίγμα της «ετεροκανονικότητας», δεδομένου του ότι η ματιά τους αφορά αποκλειστικά τον «στρέιτ, ετεροφυλόφιλο έρωτα cis γυναίκας προς άντρα». Οι ίδιες οι Σκιαδαρέσες, δίχως να κάνουν ποτέ πολιτική κατήχηση και χωρίς να πάψουν να βάζουν τους καημούς του εκάστοτε ατόμου στον πυρήνα της προβληματικής τους, έχουν κατά καιρούς εκφραστεί ανοιχτά υπέρ της Γάζας και της Παλαιστίνης, υπέρ διαδηλώσεων, κοινωνικών αιτημάτων και κινητοποιήσεων, ενώ με τα χρόνια προστίθενται σταδιακά και κάποιες (δευτερεύουσες ακόμα) αναφορές στα τραγούδια τους στην οικονομική στενότητα, στην κοινωνική πίεση στη γυναίκα και στους ρόλους που αυτή οφείλει να παίζει (χαρακτηριστικό εδώ και άκρως παρεξηγημένο το –κατά την κρίση μας– δυνατότερό τους τραγούδι, η «Ισόβια μουνάρα»), στην Κυβέρνηση Μητσοτάκη κτλ. Είναι πιθανόν με την ηλικιακή ωρίμανσή τους το στοιχείο αυτό να επεκταθεί, θέμα που θα συνδέσουμε αμέσως παρακάτω με την τελευταία μας θέση.
–>Γιατί παίζει ρόλο εντέλει και η αιώνια διαγενεακή μάχη
Τέλος, ένας καθοριστικός παράγοντας που επεξηγεί ένα τεράστιο κομμάτι των διαδικτυακών επιθέσεων και λειτουργεί κλιμακωτά όταν συνδυαστεί με τις παραπάνω αιτίες είναι, φυσικά, και η αιώνια μάχη της παλαιότερης γενιάς με τη νεότερη και αντίστροφα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η πλειονότητα των επιθέσεων προέρχεται από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και εκφράζεται κυρίως μέσω της πλατφόρμας του Facebook, η οποία έχει προ πολλού απολέσει τη δυναμική της και την επαφή της με τη νεότερη γενιά. Κατηγορίες για μια νεολαία που ακούει «σκουπίδια», σύγκριση με μια παλαιότερη εποχή και με «χρόνια που όλα ήταν καλύτερα», αλλά και αποφάνσεις περί «ηθικής κατάπτωσης» ακολουθούν σχεδόν κάθε βίντεο που οι καλλιτέχνιδες ανεβάζουν στην πλατφόρμα, με τη σαφή ενίσχυση ενός αλγορίθμου που τείνει να εμφανίζει περισσότερο το περιεχόμενο με το οποίο ο χρήστης διαφωνεί ήδη ιδεολογικά κι έχει περισσότερες πιθανότητες να αλληλεπιδράσει αρνητικά και να δημιουργήσει, έτσι, πυραμιδωτά εστίες έντασης στα σχόλια. Το γκρουπ φαίνεται να διασκεδάζει με αυτό, κυκλοφορώντας και σχετικά σατιρικά τραγούδια που εκκινούν από διατυπωμένες διαδικτυακές επιθέσεις εναντίον τους και καταλήγουν σε ευρύτερες κοινωνικές αποφάνσεις (άλλοτε απολύτως εύστοχες και επιτυχημένες, π.χ. στην τεράστια φετινή επιτυχία τους, το ευρηματικότατο «ΣΕΑ Αταλάντης», άλλοτε μάλλον κάπως θολές και μετέωρες, όπως, π.χ., στο συνειδητά προκλητικό «Ντουμπάι» που συμπεριλαμβάνει και ένα επί σκηνής στριπ-τηζ, για το οποίο οι ερμηνεύτριες δηλώνουν αυτοστιγμεί ειρωνικά «μετανιωμένες»). Το φαινόμενο ασφαλώς και δεν είναι καινούριο και έχει εκφραστεί πάμπολλες φορές ενάντια στην εκάστοτε «νεολαία» και στο εκάστοτε «νέο» στην τέχνη, είτε αυτό δικαιώθηκε στη μακροχρονία και επέβαλε την αφήγησή του είτε αποδείχθηκε ένα εφήμερο πυροτέχνημα. Συνέβη δε ακόμα και στις εμβληματικές περιπτώσεις των Beatles ή του Μπομπ Ντύλαν, οι οποίοι στην πορεία διαμόρφωσαν εκείνοι «από τα πάνω» τον κανόνα, διερύνοντας καθοριστικά τα όριά του. Το ζήτημα, ωστόσο, που μας ενδιαφέρει εδώ ερευνητικά είναι το κατά πόσον αυτός ο απόλυτος εναγκαλισμός του γκρουπ με την έννοια της νεότητας και της γυναικείας παιδικότητας θα είναι όντως σε θέση να κρατήσει χρονικά στο πέρασμα των ετών και στη συνακόλουθη δική τους ηλικιακή ωρίμανση. Όσο παράξενο θα φάνταζε ένα πλήθος εξηντάρηδων σε μερικές δεκαετίες να τραγουδούν ρυθμικά την «Ισόβια μουνάρα», άλλο τόσο απίθανο θα φαινόταν να μεταλλαχθούν η Νίκη και η Όλγα σε ερμηνεύτριες τύπου Φαραντούρη (επιλέγουμε επίτηδες το συγκεκριμένο παράδειγμα, μιας και η μητέρα τους έχει ερμηνεύσει εξαιρετικά «Το γελαστό παιδί») για να προσαρμοστούν στις κοινωνικές επιταγές της εκάστοτε ηλικίας. Αν το σχήμα διατηρηθεί και δεν ακολουθήσει προοδευτικά η καθεμιά τη δική της, αυτόνομη πορεία ή αν δεν τις κερδίσει η υποκριτική, με την οποία, επίσης, έχουν ασχοληθεί, τότε κρίνουμε πιο πιθανόν οι αλλαγές να επέλθουν σταδιακότερα και προοδευτικότερα, με τις ερμηνεύτριες να «μεγαλώνουν» μαζί με το κοινό τους και κάποια στιγμή να καθίστανται και εκείνες boomers για την επόμενη γενιά. Ήδη η στιχουργία τους όσο προχωρούν προς τον «σκόπελο» των τριάντα δείχνει μια πρώτη διάθεση αλλαγής και εμπλουτισμού (η πρόσφατη «Θάλασσα 2» αποτελεί επ’ αυτού τομή). Αναμένουμε, λοιπόν, με ενδιαφέρον τα επόμενα βήματά τους!
*
*
