Francisco Torres Córdova, Τρεις λέξεις και ο Καβάφης

Μετάφραση Βάσω Χρηστάκου

~.~

Από την ευθραυστότητα του αέρα στους πνεύμονες, ύλη του λόγου, στη λειότητα και τη δύναμη της πέτρας και του μάρμαρου, την αρχοντιά του πηλού και τη ζεστασιά του ξύλου, μακρύς και πειθήνιος ο πάπυρος, οι πλάκες του σχιστόλιθου, το κερί, ο γύψος, οι ψηλές και ακριβείς γραμμές πλεγμένες με τον χρόνο, το ελληνικό αλφάβητο μας φτάνει και από εκείνη τη μακρινή απόσταση κάτι μας καλεί: στις γραμμές του αντηχεί η ελληνική λαλιά. Συμπυκνωμένη εκείνη η απόσταση αιώνων και ταυτόχρονα η εγγύτητά της.

Έρχεται από μακριά. Και στο διάβα των χρόνων, πάνω από τρεις χιλιάδες, σπιθαμή σπιθαμή, γραμμή γραμμή, συλλαβή συλλαβή γέμισε τον κόσμο της και την απόστασή της. Ο Γιώργος Σεφέρης το σκέφτεται έτσι:

«Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… «Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δεν σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι.».

Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα εκπληκτικό συνεχές που περιλαμβάνει ξένους και δικούς∙ ή που, ακριβώς για τούτο, προβάλλει τους δικούς και προσεγγίζει τους ξένους, ανάμεσά τους κλασσικούς και μοντέρνους ελληνιστές που υπήρξαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν στην ιστορία. Ο Τζωρτζ Στάινερ, που γνωρίζει όσο λίγοι αυτά τα θέματα, τοποθετεί τα ελληνικά ανάμεσα στις γλώσσες με ιδιαίτερη ευφυΐα, μαζί με τα αρμενικά και τα κινέζικα, που μπορούν να συλλάβουν «με πιο διαρκή τρόπο την πραγματικότητα» και υποστηρίζει:

«Είναι αδιαμφισβήτητο το ιδιαίτερο πνεύμα της ελληνικής αντίληψης [ …] του ανθρώπινου δυναμικού, το γεγονός ότι η δυτική παράδοση δεν γνώρισε ποτέ μετά καμιά διάρθρωση της ζωής τόσο σύνθετη και πλούσια σε εκφραστικά μέσα όσον αφορά την οργάνωση του  αισθητού».

Και αν το να μαθαίνει κανείς μια ξένη γλώσσα είναι αναπόφευκτα μια επιστροφή στα ψελλίσματα της παιδικής ηλικίας, στο να αισθάνεται  πάλι στο στόμα, στο λαιμό και στα χείλη το ελικοειδές σφρίγος της σιωπής που υπόσχεται να αρθρωθεί, που αναβαπτίζει και ανασχηματίζει τον κόσμο με την πνοή της και συνεπώς δίνει νέα προοπτική και σκέψη, αν κάποιος συμφωνεί σε αυτό το υλικό ξάφνιασμα ‒του εγκεφάλου και της ψυχής  γιατί  τότε μόνο ο ρυθμός, η τάξη και το όνομα των πραγμάτων που ηχούν σε εκείνη τη γλώσσα αποκτούν πραγματικό νόημα– και, αν μπορεί κανείς να τη μιλήσει, μια ταυτότητα εμπλουτίζεται και πολλαπλασιάζεται, καταλαμβάνεται ένας άλλος τόπος και ταυτόχρονος στον χώρο, τότε μπορούμε να πούμε ότι πλησιάζοντας τα νέα ελληνικά, πλησιάζει κανείς  και τα  σημάδια, τα ίχνη και το σφρίγος μιας άλλης παιδικής ηλικίας, αρχαιότερης και διαρκούς: εκείνης των πραγμάτων και των ιδεών που κατονομάστηκαν σε εκείνον τον κόσμο που η ελληνική γλώσσα εγκαινίασε, σε εκείνους τους μακρινούς καιρούς, ζωντανούς ακόμα και, χάρη σε εκείνη, και στους δικούς μας. Με την ίδια έννοια, σκεπτόμενος τη γλώσσα του, που για τη γενιά και την ποίησή του ήταν υπόθεση τεράστιας σημασίας, ο Ελύτης καταλήγει:

«Το φαινόμενο της γέννησης στη γλώσσα και τη γραφή της είναι ίσως λιγότερο εντυπωσιακό, αλλά πολύ ισχυρότερο από το φαινόμενο του θανάτου. Και από αυτή την άποψη, της ελληνικής γλώσσας, η γέννηση και η διαμόρφωση –για να ξανάρθουμε στο θέμα– με απασχολήσανε πολύ. Όχι μόνο σαν ποιητή που είναι φυσικό μνα πασχίζει να ξυπνήσει τα πράγματα από τη νάρκη τους μέσα στις λέξεις, θέλω να πω, να ξαναφέρει τις λέξεις στην κατάσταση του νεογέννητου‧ αλλά και σαν άνθρωπο που η ευαισθησία του απόχτησε με τα χρόνια την αγωγή της ακοής απέναντι σε ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ηχώ των φαινομένων».

Είναι αυτή η αντήχηση των πραγμάτων –το βάρος που έχουν, το φως που αντανακλούν–, εκείνο που ακούει ο Γιάννης Ρίτσος και υφαίνει τότε σε έναν μόνο στίχο το πνεύμα της Ελλάδας, την ιδιοσυγκρασία και τη γεωγραφία: «Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό»∙ πρώτος στίχος του μεγάλου ποιήματος Ρωμιοσύνη, λέξη τόσο φορτισμένη, τόσο πλήρης, που πήρα το θάρρος να μεταφράσω ως «Ελληνικότητα» (Helenidad)∙ και ο ουρανός, το φως εκείνου του ουρανού που ανοίγεται σε όλη την Ελλάδα. Τότε όμως δεν μπορούσα να το ξέρω. Δεν με έφτανε ακόμα εκείνη η απόσταση αιώνων για να με φέρει πιο κοντά στον κόσμο.

Λέγεται πως η ζωή μπορεί να αλλάξει σε μια στιγμή. Αναμφίβολα, σε εκείνον τον σύντομο χρόνο που επιβάλλεται με τόση αυστηρότητα και ζήλο σε κάθε ζωντανό ον, αυτή η στιγμή είναι στην πραγματικότητα μια σύνοδος πολλαπλών στοιχείων ευθυγραμμισμένων σε έναν αρμονικό και καταλυτικό αστερισμό: πράγματι, η  σύμπτωση μπορεί να αλλάξει μια ζωή. Παραδόξως και παρά το ότι δεν είναι συχνό, υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα τέτοιων στιγμών, αποκρυσταλλωμένων σε εξίσου αμέτρητες μορφές και πλαίσια που πυροδοτούν, ελευθερώνουν ή συμπυκνώνουν το χάος ή την αρμονία της αλλαγής στην ουσία του σώματος και της ψυχής. Μεγάλα γεγονότα αναμφίβολα. Μπορεί όμως να είναι και υποδεέστερης φύσης, σχεδόν αδιανόητης, κοινότοπα, απλά ως προς την ουσία και την όψη, και όμως το ίδιο καθοριστικά. Οι λέξεις, οι λέξεις των ελληνικών, μπορούν να το κάνουν αυτό. Μπορεί να φαίνεται υπερβολή, είναι όμως απόλυτα βέβαιο.

Γιατί η γλώσσα, ξεσποριασμένη μες στην ανάσα, το έχουμε ήδη πει, είναι και υπόθεση του σώματος∙ χωρίς αυτό οι λέξεις δεν θα υπήρχαν, δεν θα είχαν την ώθηση να κάνουν αυτό που κάνουν: να διατρέχουν απρόσκοπτα τον λαβύρινθο του αυτιού, να πάλλουν το τύμπανο και να διεισδύουν στα βάθη του νου και, χωρίς να ζητήσουν άδεια, να τον κάνουν δικό τους, να του λένε πώς να βλέπει, πώς να σκέφτεται, πώς να διαρθρώνει τον κόσμο και πώς να τον θυμίζει. Εν τέλει, για αυτό πρόκειται σε ένα ακατάπαυστο πηγαινέλα ανάμεσα στα πράγματα και τα όντα: στο υφάδι μιας γλώσσας η λέξη αγγίζει τον κόσμο για να μας αγγίξει ο κόσμος∙ τον ονομάζει και, λέγοντας το όνομα, μας χαρίζει έναν. Πράγματι, χωρίς αυτόν τον δεσμό θα ήταν πολύ δύσκολη ή και αδύνατη η αρχέγονη και πάντα ανανεούμενη διαδικασία του να αποκτά κανείς δική του ταυτότητα μέσα στο απέραντο και ταραγμένο πλήθος που είμαστε στις γεωγραφίες του πλανήτη. «Η πατρίδα μου είναι η γλώσσα μου» έλεγε, αν δεν απατώμαι, ο τεράστιος και πολυσύνθετος Φερνάντο Πεσσόα.

Στον καθένα λοιπόν και οι λέξεις που τον μύησαν. Στον κατάλογο των χωρών που το 1985 προσέφεραν υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές μέσω της Γραμματείας Εξωτερικών Σχέσεων σε Μεξικανούς φοιτητές, το βλέμμα σταμάτησε στη λέξη Ελλάδα και στη στιγμή ήχησαν, τρεις λέξεις έγιναν κάτι άγνωστο και παρόν συνάμα: φως, ήλιος, θάλασσα, τόσο καθαρές όσο και ισχυρές στον ελληνικό χώρο. Από τις «αμμουδιές του Ομήρου» σε εκείνο το γραφείο θα συνέβαινε αυτό που ο Γκαστόν Μπασλάρ ονομάζει διαίσθηση της στιγμής, μία από εκείνες που αλλάζουν τη ζωή και που με τη σειρά τους, μετά πολλά χρόνια, θα έκαναν δυνατό το βίωμα εκείνου του άλλου «Γεγονότος του Αυγούστου» » του Οδυσσέα Ελύτη:

Έφερνα γύρους μες στον ουρανό και φώναζα

Με κίνδυνο ν’ αγγίξω μια ευτυχία

Σήκωσα πέτρα και σημάδεψα μακριά

Μιλημένη από τον ήλιο η Μοίρα

Έκανε πως δεν έβλεπε

Και το πουλί του κοριτσιού πήρ’ ένα ψίχουλο θαλάσσης
  και αναλήφτη.

Το φως / la luz, ο ήλιος / el sol, η θάλασσα / el mar. Το πράγμα, η ιδέα και η λέξη σε ένα ακατάλυτο αμάλγαμα.  Και σε εκείνον τον κατάλογο, σύμφυτη με τη λέξη Ελλάδα, προέκυψε και ένα όνομα: Κωνσταντίνος Καβάφης, ανάγνωσμα πανεπιστημιακό στις μεταφράσεις του Γκαγετάνο Καντού και Χουάν Καρβαχάλ, ικανό να σαγηνέψει έναν φοιτητή των Ισπανικών Γραμμάτων θαμπωμένο από την ιδέα και τη λαχτάρα του ταξιδιού. Ξαφνικά σε εκείνο το γραφείο, η Ιθάκη έγινε δυνατή:

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος…

Τόσο σαγηνευτικό, το ταξίδι που προτείνει η Ιθάκη είναι σίγουρα μακρύ, μα και πολύ απαιτητικό. Οι Λαιστρυγόνες, οι Κύκλωπες, ο άγριος Ποσειδώνας, καθώς και οι ωραίες πραμάτειες, τα κεχριμπάρια, οι έβενοι, τα ελεφαντόδοντα και τα κοράλλια και τα ηδονικά μυρωδικά είναι σοβαρή υπόθεση. Η Ιθάκη με παρακινούσε στο ταξίδι της πρωτότυπης γλώσσας που άρθρωνε το ποίημα.

Κάθε εκμάθηση μιας γλώσσας επιβάλλει τις δυσκολίες των δομών της, και τα νέα ελληνικά πολύ σύντομα άρχισαν να επιβάλλουν τις δικές τους, τους όρους και τις προϋποθέσεις τους: από το αλφάβητο, με τις ωραίες  αινιγματικές γραμμές του μέχρι την επανάληψη σαν μια κοπιαστική λιτανεία για την απομνημόνευση των κλίσεων ουσιαστικών και επιθέτων, θηλυκό και ουδέτερο, ενικό και πληθυντικό και τις πολλές εξαιρέσεις τους, τα τόσα ανώμαλα ρήματα, «τα ανεμόδαρτα ρήματα», που λέει ο Ελύτης, ή τις λέξεις που είναι σχεδόν αδύνατες για έναν ισπανόφωνο του Μεξικού, που δύσκολα, παραδείγματος χάριν, μπορεί να προφέρει τον συνδυασμό του ύψιλον, το οποίο μπροστά από σύμφωνο αρθρώνεται ως χειλοδοντικό φ και από εκεί με την ίδια ανάσα, περνάει στο μεσοδοντικό θ που εδώ δεν το χρησιμοποιούμε, και από εκεί πάλι στο χειλοδοντικό φ, όλα αυτά σε μια μόνο λέξη: εύθραυστος, και που αφήνει έτσι κάποιον να προσπαθεί για τρεις ώρες τις νύχτες να καταφέρει την προφορά της και να τη βάλει σε μια φράση χωρίς να δαγκώσει τη γλώσσα του∙ για να αναφέρω μόνο μια περίπτωση ανάμεσα στις πολλές, που αν ανέφερα λίγες ακόμα το μόνο που θα έκανα θα ήταν να τονίσω την αδεξιότητά μου εις βάρος του τεράστιου ηχητικού πλούτου των ελληνικών. Και έτσι κάθε φορά όλο και πιο πολύ στο λαιμό η ρυθμικότητα και πιο ανεβασμένη η ένταση της φωνής, η σφοδρότητα των χεριών κατά την ομιλία ή το σμίξιμο των φρυδιών, το κεφάλι ριγμένο πίσω δείχνοντας περισσότερο παρά λέγοντας ένα «Όχι» κατηγορηματικό και απόλυτο, στηριγμένο στο πλατάγιασμα της γλώσσας στον ουρανίσκο και στα δόντια. Και λίγο λίγο, καθώς προχωρούσε η εκμάθηση, η γλώσσα έδειχνε την σοφία χιλιετιών, εκεί όμως, στο άμεσο παρόν, στην καθημερινή στιγμή των δρόμων, στην συζήτηση με μυημένους και περήφανους για τη γλώσσα τους Έλληνες, στον τρόπο τους να είναι ταυτόχρονα τραχείς, εύγλωττοι και στοργικοί, στα γήινα εδέσματα του τραπεζιού τους τόσο γενναιόδωρο και πρόσφορο στον διάλογο, στη βαθιά τους ικανότητα για τη φιλία. Κι με όλα αυτά, η Πόλις, αυτή του Καβάφη φυσικά:

Είπες: «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή…»

Αυτή η πόλη στους αντίποδες της Ιθάκης, οι παραδοξότητές κι οι βίες της, η προειδοποίησή της… και ο καημός, πόνος ή οδύνη αλλά και προσμονή, λέξη βαθιά ριζωμένη στην ελληνική ψυχή, στον Ζορμπά του Καζαντζάκη, στη διασπορά, στη Σμύρνη, στο ρεμπέτικο.

Τότε, γραμμένους με μεγάλα και αδέξια γράμματα στους τοίχους κάποιου ημιυπόγειου της Κυψέλης, στην Αθήνα, ο υπότροφος φοιτητής αποκωδικοποιούσε αργά τους στίχους αυτών των ποιημάτων, «Ιθάκη» και «Η Πόλις», μαζί με ένα άλλο εξίσου εμβληματικό:

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε…

Το πνεύμα της γλώσσας, ο αρχαίος της ορίζοντας τόσο κοντά στα χείλη, η αυξανόμενη υπευθυνότητα και δέσμευση που προϋποθέτει και απαιτεί  ο ελληνικός λόγος –πώς να το πω αλλιώς;– αποκάλυψε την αλαζονεία με την οποία μέχρι τότε εκείνος ο νεαρός συγγραφέας είχε αντιπαρατεθεί με τη σιωπή της λευκής σελίδας, και έσπειρε και ύστερα διόγκωσε μια σιωπή πολύ πιο αυστηρή, που εμβάθυνε περισσότερο και αμφισβητούσε τα πάντα, ας πούμε, από μέσα προς τα έξω, από τη σιωπή στην πρόθεση της γραφής. Ήταν όμως μια σιωπή γόνιμη, βασισμένη στην έκπληξη, ήταν δέος∙ μικρή λέξη μεγάλου βάθους, φόβος και σεβασμός μέσα σε ένα ξάφνιασμα απόλυτου θαυμασμού. Αν η Ιθάκη είχε κάνει δυνατό το ταξίδι, η Ιθάκη έκανε αδύνατη τη γραφή. Έπρεπε να μάθω να σωπαίνω, να περιμένω, να πάω για να γυρίσω, αφού το ταξίδι, που είναι αδιάκοπη ανακάλυψη, έχει νόημα επειδή στις ίνες του υφαίνει ήδη την επιστροφή. Τα ελληνικά του ποιήματος τροφοδοτούσαν τον πόθο –ίσως την ανάγκη– του άλλου ταξιδιού, εκείνου της επιστροφής στη μητρική γλώσσα και έτσι πάλι στη γραφή. Έχει μελετηθεί πολύ η πρακτική και η θεωρία της λογοτεχνικής μετάφρασης. Φτάνει να πούμε ότι τεντώνει όλα τα νήματα της γλώσσας, καλλιεργεί τους πόρους της και σχεδιάζει ή δείχνει τα όριά της, έτσι ώστε ένας ξένος κόσμος, εκείνος της πρωτότυπης γλώσσας, να γίνει κατά το δυνατόν κτήμα της γλώσσας υποδοχής. Είναι αναπόφευκτα μια δουλειά σημαδεμένη από την αποτυχία, –η μετάφραση του ποιήματος, είναι γνωστό, μένει πάντα μακράν, πάντα αστοχεί– όμως ταυτόχρονα ριζωμένη στην απλή επιθυμία και στον ενθουσιασμό του μοιράσματος, της διευκόλυνσης της επαφής. Δίχως αυτήν την προσπάθεια, που εμπεριέχει πολύ αθωότητα, μένει στη θέση της μια σκληρή και κούφια σιωπή: δύο κόσμοι που δεν ακουμπούν, που κυριολεκτικά δεν ακούγονται, δεν συνομιλούν. Εφτά χρόνια μετά και από τότε, πάνω από δύο δεκαετίες, φοβισμένη και δισταχτική όπως πάντα, η μετάφραση της ποίησης έγινε εκείνος ο δρόμος της επιστροφής και πολύ αργά το ξανασμίξιμο με τη μητρική γλώσσα, τη γλώσσα της γραφής, εμπλουτισμένης όμως πια με το άγγιγμα της χάρης και των απαιτήσεων των ελληνικών και με το δικό τους παράδοξο: κάτι πάντα μένει έξω από το κείμενο.

Πρώτα ήταν ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου, του Νίκου Καρούζου, του Μίλτου Σαχτούρη, του Τάσου Λειβαδίτη, του Μανώλη Αναγνωστάκη, μετά του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιώργου Σεφέρη και αργότερα ποιητών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και πρόσφατα ποιητών της γενιάς μου∙ όλες φωνές που φανερώνουν το τεράστιο συνεχές  των ελληνικών γραμμάτων και, μαζί τους, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, στη σιγαλιά του γραφείου μπροστά στο προς μετάφραση ποίημα, την τιμή και την τύχη να σκέφτομαι το ελληνικό στα ελληνικά.

Φαίνεται ότι ο κύκλος έκλεισε. Δεν είναι όμως έτσι στην πραγματικότητα. Για όποιον κάνει στ’ αλήθεια το ταξίδι και φτάνει, η Ιθάκη δεν παύει. Το ταξίδι δεν τελειώνει. Στην Ιθάκη, στην Ελλάδα, ποτέ κανείς δεν φτάνει τελειωτικά, και από την Ελλάδα, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν επιστρέφει.

Πόλη του Μεξικού, Δεκέμβρης 2025

*

**