νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 5. Ευσταθία Δήμου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Εὐσταθία Δήμου

(Στὴ σπορὰ τῶν ἀστεριῶν. Πενήντα-πέντε χαϊκού, Ἀθήνα, Νέος Ἀστρολάβος/Εὐθύνη, 2011)

1028_The_great_ballet

5.
Τ’ ἄγαλμα κλαίει
Στὰ μάτια του ὁ ἱδρώτας
τοῦ γλύπτη κυλά.

~.~

39.
Πᾶν τὰ κορμιά μας
κοπάδι· πάντα μαζὶ
καὶ πάντα χώρια.

~.~

(Σονέτα, Ἀθἠνα, Gutenberg, 2016)

22489718_1731695233509610_7119279681353390854_n

Χρόνε

Χρόνε ποὺ γλύφεις τὰ κορμιὰ
ἔλα, γλύψε κι ἐτοῦτο
ἔργο τέχνης φέρε μου το·
Λάξευε ἀργά, προσεκτικὰ

ὥσπου νὰ μ’ ἀρτιώσεις κι ἂν
κάποτε μὲ δεῖς γεμάτη
ἀπὸ ψεγάδια, φευγάτη
στὰ σκοτάδια ποὺ ἀγρυπνᾶν

μὴ σταματᾶς, χρόνε, στιγμὴ
μὲ τὴν αἰώνιά σου σμίλη
νὰ μοῦ ἀλλάζεις τὴ μορφὴ

νὰ μὲ χτυπᾶς, νὰ μὲ κεντᾶς
τὸ κέλυφός μου νὰ πετᾶς
νὰ μ’ ἔχεις πάντα ὕλη.

~.~

Λαβύρινθος

Στὸ λαβύρινθο αὐτὸ
ποὺ χρόνια ἔχω γιὰ σπίτι
σὰν τὸ βαρυποινίτη
τὴν ἔξοδο ἀναζητῶ.

Ἕνα ἀτέλειωτο νῆμα
ἀκολουθῶ στὰ ἴδια
δώματα· αἰφνίδια
στὴν πόρτα ἐμπρὸς τὸ βῆμα

σταματῶ — μένω ἐνεὸς
χαλάλι τὰ νυχτέρια
μὰ πρὶν κραυγάσω ζήτω

βλέπω στὸ ἐλλείπον φῶς
πὼς τύλιξα τὰ χέρια
τυλίγοντας τὸ μίτο.

~.~

Φιλί

Ἔξω στὸ δρόμο
ἕνα πουλὶ
φιλὶ
στὸν ὦμο

τῆς ἡμέρας
τὴν ξυπνᾶ
καὶ πετᾶ
ὣς τὸ πέρας

νὰ βρεῖ
σπυρὶ
ἕνα ἀστρὶ

πάνω στὴ γῆ
ποὺ σουλατσάρει
τὸ φεγγάρι.


Ἡ Εὐσταθία Δήμου γεννήθηκε στὸ Μαρούσι τὸ 1982. Πρῶτο της βιβλίο εἶναι ἡ συλλογὴ χαϊκοὺ Στὴ σπορὰ τῶν ἀστεριῶν (2011) καὶ δεύτερο τὰ Σονέτα (2016). Ἐργάζεται ὡς καθηγήτρια φιλόλογος στὴ Δημόσια Μέση Ἐκπαίδευση. 

Advertisements

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 4. Αλέξιος Μάϊνας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Ἀλέξιος Μάινας

(Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2011)

.23423423

Ὁ αὐτοκράτορας

Τίποτα μικρό.

Ὀνειρεύτηκα μιὰ αὐλὴ μὲ φοίνικες καὶ παρτέρια
ὀνειρεύτηκα τὴν αἰχμαλωσία ἀπ’ τὰ παράθυρα
τοῦ κελιοῦ μου.
Σκλάβοι ἀδράξαν τὶς ἁλυσίδες καὶ μ’ ἔσυραν
κατὰ μῆκος τοῦ δαίδαλου στὶς μουχλιασμένες σκάλες
κι ἀπὸ κεῖ σὲ ἀψιδωτὲς αἴθουσες καὶ κατατρεγμοὺς
μὲ ὐαλογραφήματα καὶ τοὺς ἥλιους στοὺς τοίχους,
κι ἀπὸ κεῖ σὲ χαλιά, βεντάλιες μὲ χρυσοκάνθαρους
καὶ χαλκοτύμπανα στὶς πανοπλίες τῆς πόρτας.
Εἶπαν:
Πίσω ἀπὸ δῶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ κρίνει τὴν τύχη σου.
Ἐδῶ θὰ μπεῖς μόνος.
Κάποιος γέλαγε πίσω ἀπ’ τὴν πόρτα.
Τὸν εἶδα. Καθόταν καταγῆς σ’ ἕνα δέρμα ἀρνιοῦ
καὶ κρατοῦσε τὴν ξύλινη ρομφαία του. Ἔβλεπε τηλεόραση.
Φοροῦσε μιὰ πράσινη σαλιάρα.

 ~.~

Ἡ ὕπαρξη τῶν δασῶν

– Ἡ ἁπλότητά σου
καθὼς προδίδεται
δὲν ξεχνάει ν’ ἀγκαλιάσει
τὸν ἑαυτό της.
– Δὲ γνώριζα καὶ τὰ θεωροῦσα
ὅλα διαρκῆ.

Ποθώντας τ’ ὁλότελο μεγαλώνουν τὰ χέρια,
βυθίζουν κορίτσια στὶς γοῦβες τους λίγο,
μὰ περνάει ὁ καιρός, βαραίνει ἡ αἰθέρια
καρδιά· μὲς στὶς λέξεις τὰ χείλη μου σμίγω.

Τὰ παράθυρα δάση διαγράφουν καὶ τρένα·
εἶναι δίπλα γυμνή, μὲ κοιτάζει γιὰ πάντα,
τὸ νιώθει πὼς φεύγω καθὼς πιάνει τὴ χτένα,
πὼς μ’ ἐλκύει τὸ ξένο, τῶν δρυμῶν τὰ συμβάντα.

Παλιὰ ἱστορία, στέκω ἀκόμα στὸ τζάμι·
στὸ μυαλὸ πινελιές, μὲς στὸν ἥλιο σκοτάδια,
τὸ μέλλον τῆς μοιάζει σολομὸς σὲ ποτάμι
ποὺ μὲ μνῆμες εἰσβάλλει στὰ δωμάτια τὰ ἄδεια.

Ἤδη πέρα ἔχει πέσει ἀπ’ τὸ κατάστρωμα ὁ ἥλιος,
δές, συννέφιασε μπροῦντζο κι ἔχει ἀρχίσει νὰ βρέχει
τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ χρῶμα, μιὰ βροντὴ καὶ ἡ ὕλη ὡς
καθρέφτης, μαρτυροῦν πὼς τὸ πρὶν ἀπ’ τὸ τώρα ἀπέχει.

Δὲν θυμᾶμαι ἂν τῆς εἶπα «ἔχουν ὅλα τελειώσει»
ὅταν τρίκλισα ἄτολμα πρὸς τὸν φάρο στὴν πόρτα,
στὸν κῆπο ξεβράστηκα μὲ μιὰ ἀδύναμη ὤση
κι ἤδη τρίζαν στὶς μπότες τῶν δρυμῶν μου τὰ χόρτα.

~.~

(Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ, Μικρὴ Ἄρκτος, 2014)
William-of-Ockham-stained-glass.png

 

 

 

 

 

(Felix aestheticus, 08:50
Ἐπὶ τῇ βάσει ἄνυδρων νερόλακκων)

Γιὰ παράδειγμα ὁ Ἀμαζόνιος εἶναι μύθος τῆς τζεογκράφικ, τοῦ BBC
τοῦ τρέχα γύρευε.
Ἐνῶ ὡς σονέτο:
Τὸ φῶς τοῦ παντζουριοῦ σχεδιάζει στὸ χαλὶ
τὴν κάτοψη ἑνὸς δάσους
μὲ ἐξωτικὰ πουλιά, ἔντονα ἔντομα
καὶ θεόρατες ρίζες ποὺ βγαίνουν ἀπ’ τὸ νερό.
Τὸ πρωὶ ποὺ χαλᾶνε τὸν κόσμο
σηκώνομαι καὶ κάνω βόλτες ἀνάμεσα
στὰ τηλεγραφόξυλα τῶν κορμῶν
καὶ τὰ φαρδιὰ λουλούδια δίπλα στὸ κρεβάτι.
Μὲ μιὰ πιρόγα ἀπὸ φελλὸ πλησιάζω τὴν κουζίνα.
Κουπὶ ποὺ σπρώχνει τὰ νερόφιδα
στὰ κόκκινα κυρήγματα τοῦ ἰβίσκου.
Τ’ ἀγριεμένα ροῦχα μου ἀνεμίζουν.
Ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς τῶν κουρτινόξυλων
ἀκούω τὶς φωνὲς τῶν ἰαγουάρων.

~.~

(19:08) Ἕξι συνώνυμα τοῦ Γκέοργκ Χάυμ

Μεγάλα ρόδια
σὰν καρδιὲς
μὲ ρωγμὲς

σὰν άπογεύματα
στὰ τέλη
τοῦ Λυκείου

~.~

Ἐξάχνωση πεζοδρομίου, 01:10)
Μπροστά σου δὲν ὑπάρχει ὁδὸς καὶ πίσω σου χαλάει

(Exordium)

Τὰ καναρίνια
εὔκολα κίτρινα πουλιὰ σχεδιασμένα πρόχειρα
φωνάζουν στὸ σκοτάδι
κι οἱ κόπροι τῆς ἀλάνας γαβγίζουν καὶ τὰ πεῦκα.
Ὁ λεγόμενος καιρός, ἂν ἤρθε
θὰ πέθανε τὴ νύχτα
ὅπως πεθαίνουν οἱ τηλεοράσεις.
Ρέματα μὲ μπαζωμένες βροχὲς
καὶ μισογδαρμένες κνῆμες
σπασμένοι φράχτες ξύλινες κολόνες
μιὰ γειτονιὰ ἀπὸ συνάψεις τοίχων
καὶ ξεραμένες λάμπες ἠλεκτρικοῦ.

Πάνω ἀπ’ τὶς στέγες ἡ ἐκπνοὴ τῆς στάχτης
ἀναζητεῖ κάτι ἀκόμα νὰ κάψει.


Ὁ Ἀλέξιος Μάινας γεννήθηκε τὸ 1976 στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ μεγάλωσε. Ἔχει ἑλληνογερμανικὴ καταγωγὴ καὶ γράφει καὶ μεταφράζει λογοτεχνία καί στὶς δύο γλῶσσες. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά βιβλία του Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου (2011) καὶ Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ (2014).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 3. Γιώργος Γωνιανάκης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιῶργος Γωνιανάκης

(Κάλεσμα, Ἀθήνα, Ποιήματα τῶν φίλων, 2013)

H0223-L16559448

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου
                                         Μνήμη Μιχάλη Βασιλάκη

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου εἶναι ἀνοικτὴ γιὰ σένα,
να ‘ρθεῖς νὰ ξαναζήσουμε ὅλα τὰ περασμένα.
Στοὺς δρόμους τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θὲς περπάτα,
νὰ σεργιανίσομε μαζὶ σὲ μαγεμένη στράτα.
Στ’ ἅρματα τῶν ὀνείρων μου, τ’ ἀνέμου καβαλάρης,
ὅλο τὸν κόσμο θὰ γυρνᾶς, ἔλα, κι ἐμὲ νὰ πάρεις.
Στὰ κάστρα τῶν ὀνείρων μου μάχη θέλω νὰ δώσεις,
ὅλου τοῦ κόσμου τὸ κακὸ γιὰ πάντα νὰ σκοτώσεις.
Ὁ κόσμος τῶν ὀνείρων μου μὲ τὸ δικό σου μοιάζει,
ἀγάπη καὶ καλὴ καρδιὰ ἐμᾶς ἐξουσιάζει.
Ἡ μπάντα τῶν ὀνείρων μου θά ‘χει δικούς σου ἤχους,
ἐσὺ θὰ παίζεις μουσικὴ κι ἐγὼ θὰ γράφω στίχους.
Στὸ γλέντι τῶν ὀνείρων σου θὰ κάνομε βεγγέρα,
παλιὸ κρασὶ θὰ πίνομε μέχρι νὰ βγεῖ ἡ μέρα.
Καὶ σὰν ξυπνήσω, φίλε μου, ἐσὺ δὲ θά ‘σαι γύρω –
ὤ, πόσο γρήγορα περνᾶ ὁ χρόνος τῶν ὀνείρω.
Μὰ αὐτὸ ποὺ θέλησα νὰ πῶ, πιστεύω πὼς τὸ εἶπα:
τὴν πόρτα τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θέλεις χτύπα.

                                                        16-VII-2006

~.~

Βαρέλι

Κι ἡ προσμονὴ ὡρίμαζε χωρὶς νὰ βρίσκει πάτο·
χαμένος οἶνος ἔρεε στὰ ὀνειρέματά μου,
καθὼς ἐντός μου πάλευε τ’ ἄδειο μὲ τὸ γεμάτο.

Καὶ μιὰ βραδιὰ ξεχείλισε καὶ γέμισα δυὸ κοῦπες·
τὸ κάλεσμα τ’ ἀρνήθηκαν, καὶ τότε ἤπια μόνος:
καὶ μέθυσα μὲ θάνατο καὶ ξέρασα ἀγάπη.

Ὦ, τρυγητές μου ἔρωτες, σεῖς ξέρετε μονάχα
ποιό μυστικὸ κατανικᾶ τὴν τρύπα τοῦ θανάτου,
γιατὶ ἀπ’ ὅταν πάψατε ἡ στέρηση πληθαίνει:

Ἐμένα ξεπατώσετε ποὺ βράζω ἀπὸ ζυμώσεις.
Ὁ χρόνος εἶναι ὥριμος, – Ὥρα καλή, ἂς ἔρθεις.
Ὦ αἴσθηση πληρότητας! Ὦ ἅγιασμα τῆς μέθης!

~.~ 

Σὰν ψαροκόκκαλο καρφώθηκα στῆς πόλης τὸ λαρύγγι·
πῶς βρέθηκα ΄δῶ πέρα!
Θέλω νὰ φωνάξω, ὅμως ἔχω χάσει τὴ φωνή μου.
Κι αὐτὴ τοῦ δρόμου ἡ πνοὴ φέρνει μονάχα βρώμα
σὰν ἀπὸ μιᾶς γριᾶς – παλιόγριας τὸ στόμα
(ἐδῶ ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ἐδῶ ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ)
ποὺ μούχλιασε ἡ μποὐκα της σαπίλα
καὶ τὸ φτιασίδωμα δὲν ἔχει πιὰ σαγήνη·
λάμπουν τὰ ψεύτικα χρυσά της δόντια

~.~

(Τί εἶπε τὸ ποτάμι, Ἀθήνα, Στιγμή, 2018)

Evinos_River,_Greece_-_View_from_the_Bania_bridge

Δάσος ὑδάτινο

Ἡ θάλασσα συνέχιζε τὰ δάση.
Κι ἐκεῖ, στὸ δασωμένο ἀκροθαλάσσι,
ψαράδες ξυλοκόποι συναγμένοι
ὅπου γιὰ τὴ δική σου τὴν εὐγένεια
καὶ τὸ δικό μου τὸ χατίρι
βάζουν φωτιὰ στὶς βάρκες
καὶ σπάζουν τὰ πελέκια
ἀλλὰ φύγαν καὶ δὲν μοῦ εἶπαν
τί εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνο,
νὰ κολυμπήσω σὲ βαθειὰ νερὰ
ἢ νὰ πνιγὼ στὴν εὐωδιὰ τῶν δέντρων·
φύγαν, καὶ τά ‘χω χάσει…

Ποὺ εἶναι τὰ μάτια σου
μιὰ θάλασσα ἀπὸ δάση.

~.~

Ἀποκάρπωση

Στὸ σπίτι γύριζα κι ἀνέβαινα πρὸς Στρέφη.
Καὶ ἦταν σὰν νά ‘κοβα κρυφοὺς καρπούς·
γευόμουν τὸ ἀπόγευμα καὶ ἔπινα τ’ ἀγέρι
καὶ ἡ λιακάδα εἶχε μαλακώσει τ’ ἀνηφόρι.
Τί μέρα ὄμορφη κι ἀνάλαφρο τὸ φῶς της!
Σὲ λίγο —σκέφτηκα— θὰ νύχτωνε
τὰ μαγαζιὰ θὰ μάζευαν ὡραῖο κόσμο.
Μιὰ στάση, μιὰ στιγμὴ καὶ θὰ μὲ βρεῖ τὸ βράδυ
ἁπλὸ καὶ πλούσιο μὲ τὴ σοδειὰ τοῦ ἥλιου.

~.~

Ἀκέραιο θραῦσμα

Μύριες ἀλήθειες καὶ μαῦρο μοιρολόι
κεῖνο τὸ βράδυ πέσαν, τὸ βράδυ
ποὺ κοίμισε σκληρὰ ἡ μάνα τὸ παιδί της
τὸν γιό της τὸν μονάκριβο· πικρὸ νανούρισμα.

—Πῶς τὸ ἀβάσταχτο λιγάκι νὰ γλυκάνει.

Ἄχι, κι ὁ χρόνος πίσω δὲν γυρνᾶ!
Κι ἀπὸ τοῦ θειου-Γιώργη τὰ στερνὰ
ὣς τῆς γιαγιᾶς τὸ θρῆνο καὶ τὸ σθένος
ἡ μνήμη μου ἀκέραια ματώθηκε
ἀπὸ τὴ φράση-θραῦσμα:

«Γιέ μου, μὰ καὶ νεκρός, πάλι ὡραῖος εἶσαι!».


Ὁ Γιῶργος Γωνιανάκης γεννήθηκε τὸ 1984 στὸ Ἡράκλειο Κρήτης. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἀπόφοιτος τῆς Α.Σ.Παι.Τ.Ε. τοῦ Τμήματος Ἠλεκτρονικῶν Μηχανικῶν. Ἔχει ἐκδώσει δύο ποιητικὲς συλλογές: Κάλεσμα (2013) καὶ Τί εἶπε τὸ ποτάμι (2018).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 2. Μάξιμος Τρεκλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Μάξιμος Τρεκλίδης

(Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

51588430_1093537220842597_623115577585565696_n

ια’

[Ὁ ὕπνος τοῦ ἠλίου νοσταλγία
φέρνει στὰ χρώματα.] Τὸ πέρα κύμα
μὲ φτάνει μ’ ἕναν λιπόθυμο ἀέρα,
ἀφοῦ οἱ νεφέλες ἔχουν ἀπεργία.

Εἶναι μιὰ μέρα σκέτη εὐλογία…
Ἀκολουθώντας τὶς ἀμμορυτίδες
καθὼς μὲ συντροφεύουνε ἀχτίδες
ἀνίσχυρες, μὲ μιὰ σιωπὴ ἁγία.

Βραδιάζει καὶ λέω νὰ τὴν κάνω.
Βάζω στὸ mp3 τὸ Pilgrimage τῶν Om
κι ὅλο τυχαίως κοιτάζω πρὸς τὰ πάνω.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀμπεμπαμπλόμ,
ὁ κόσμος τὸ παπούτσι ποὺ βρομάει.
Μὰ ἡ ὀμορφιὰ στὸ κούτελο ὁρμάει.

~.~

γγ’

Τὴ νύχτα ποὺ μ’ ἀγχώνουνε οἱ κοῦκοι,
κι ἄχρονα, ἀνειρήνευτα ρολόγια,
τὸ μόνο ποὺ μὲ σώζει εἶναι τὰ λόγια
σου: look our shadows, are so spooky.

Ἄρα ἡ καρδιὰ δὲν εἶναι λόγια,
γυρεύει ποῦ καὶ ποῦ κάνα χαστούκι,
ὅπως κι οἱ ἔννοιες τραμποῦκοι
φυλάγουν παρελθόντος λεξιλόγια.

Ξάπλωσε ἐδῶ, νυχτοκλάδευτη φίλη,
δίπλα στὰ μάτια μὲ τὸ αἰώνιο δείλι.
Ἔμπα στὸ χρῶμα κι ἂν δὲν χορτάσεις

θὰ μείνει ὁ χρόνος ποὺ σταμάτησε,
μία στιγμὴ ποὺ ἐγκλημάτισε
ποὺ μέσα της διαρκῶς θὰ ἐφησυχάζεις.

~.~

XV

                                                           Στὸν Πάνο

Πέφτουν τὰ σώματα κι ἀνεβαίνουν οἱ λέξεις μας
Σὰν τοὺς κλειστοὺς καπνοὺς μέχρι ποὺ χάνονται
Ἐρχόμενοι στὸ βαθύτερο λευκὸ
Ποὺ ἐνυπάρχει ἀβέβαιη ἡ νεκρὴ φωνή μας
Ἔξω ἀπ’ τοῦ χρόνου τὸ land up comedy –
Ποὺ ἀναγκαστήκαμε νὰ περάσουμε παρέα μὲ τὴ
Μεμψίμοιρη σάρκα μας – ζητιανεύει τὸ τέλος τῆς ἀνάσας

Ὥστε πράγματι αἰχμαλωτίζεται κανεὶς σ’ ἀθάνατες πληγές –
Εἴμαστε παιδαρέλια τῆς νόησης ἀλλιῶς εὐγενεῖς
Μὲ φύλλα κρεμασμένα στὸ μέτωπο.
Οὔτε μᾶς λείπει τίποτα οὔτε ἔχουμε τίποτα.

Πέφτουν τὰ χρώματα κατεβαίνουν οἱ αἰσθήσεις μας.
Ὁπόταν ξαναρθεῖ ὁ θάνατος
Θὰ γελάσουμε παραπάνω. Τὸ βεβαιώνω –


Ὁ Μάξιμος Τρεκλίδης γεννήθηκε τὸ 1992 στὰ Ἰωάννινα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Τὰ Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου εἶναι ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογή.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 1. Θοδωρῆς Ρακόπουλος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

(Φαγιούμ, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2010)

948b96274c66ed8468c35c7d6907f25a.jpg

φαγιούμ

Κάθε τόσο ἀπαντοῦν στὰ ἰντεντικίτ
μὲ φωτογραφικὴ ἀνακρίβεια
ἢ ἔνστολου μνήμη ἀνορθόγραφη
στὶς στροφὲς τῆς λεωφόρου,
αὐτοκινημένοι, ἀκίνητοι.

ἀσάλευτοι
σὰν γιὰ πορτρέτο διαβατηρίου
θολὸ σὲ τράνζιτ κι ὑπὸ βροχήν

κάνουν στάση ὅσο
–σὲ κάποιο ἄλλο ποίημα–
ἡ ἀδράνεια ἀποτυπώνει
τὸ ὁλοκάθαρο φαγιούμ τους

~.~

ἐπιφάνια

Στάθηκε λοιπὸν μπροστά
μὲ τὸ πνευμόνι του διαμπερές
κι ἕνα μπουκάλι χωρὶς πῶμα
ἢ μέσα μήνυμα

μὲ τὴν ἀμηχανία τοῦ ἀκάλεστου
στὸ κατώφλι κυριακάτικα
ὅταν ὅλες οἱ κάβες ἔχουν κλείσει

«ρὲ Πάνο» τοῦ εἶπα, «ἀπὸ τὸ χῶμα ἔρχεσαι καὶ μοῦ μυρίζεις
σὰν ὅταν ἔσκαβες χωράφια· ὁ ἴδιος· κόπιασε».

Ἐκεῖνος δὲν ἀπάντησε– οὔτε κἂν φαίνονταν
νὰ ἔχει καταλάβει· μὲ κοίταζε ἀργὰ στὸ στῆθος
σὰν νὰ ψάχνει τοὺς ὑπότιτλους
κι ἔβγαζε ἕνα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας τὴν εὐφυΐα στάλα στάλα ἀπὸ τὸ μέτωπο.

Δὲν ἤτανε στὴ γλώσσα ὁ Πάνος.
Δὲν «τό ‘χε» ποὺ λὲν οἱ γλωσσοπλάστες.
Σὲ μιὰ μαύρη φωτογραφία ἤτανε, χωμένος στὸ παλιό του ροῦχο.

σημ: αὐτὸ τὸ ποίημα βγῆκε μὲ ἀναμμένο τὸ ἀλάρμ
μόλις προσπέρασα ἕναν ποὺ σοῦ ἔμοιαζε ρὲ Πάνο
ἀκίνητος στὸ ἀεράκι τοῦ ἀμπελώνα
μὲ τὸ πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε τὴν ἀριθμητικὴ τῶν πουλιῶν.

~.~

ἀπὸ κουτὶ φοντάν

(σχόλια σὲ φωτογραφία)

Στέκουν τὰ δέντρα ἀνώνυμα στὸ γκρί:
ἁβρά, μὲ ἔνταση ἀναπάντεχης γεωγραφίας,
στὸ ρυάκι ποὺ ἐπαναλαμβάνονταν Πρωτομαγιὲς σειρά
σὲ δρόμο μὲ ἐθνόσημα, πουκάμισα γραμμὴ
ἢ μὲ Τορόντου κλίμακα: τεράστια, μακρινά.

Ἀγνωστοι δρόμοι, πόλεις σὲ αιὠνια ἀπογέματα·
ἡ σκαλωσιὰ μὲ ὁμόηχα ἐπίθετα ποὺ λὲν family tree.
Γελᾶν στ’ ἀρχαῖα ἢ μακεδόνικα – πάντως σπαστά.
Τὸ φῶς ὅριζε ἴδιο τότε ὅπως τώρα, τὰ ἐκθέματα
ποὺ θὰ γινόντουσα ζωές τους. Ἀγέλαστοι, μαζί.

Τὸ λικέρ, γερμένο σὰν φακός, διαλύει τὴν πυκνότητα
ἀπὸ τὰ παραστήματα στὴν ἀναμνηστική:
σοβαροί, φερμένοι στὸ κάδρο τελευταία στιγμή
– στὸ ρέμα, στὴν παρέλαση, στὸν Καναδᾶ.
Ἡ ἀφιέρωση, ἀπὸ πίσω, σὲ ἐπίσημα πολυτονικὰ
καί –θὲς νὰ πεῖς— «μὲ ἀνορθόγραφη κομψότητα».

Τοῦ Θόδωρου: μνήμη

~.~

(Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2014)

563028_350354455017919_163015065_n

Ἡ Τούρνα (μακεδ.), Τουτέστιν Λοῦτσος

Ἡ τούρνα, το μικρὸ σκυλόψαρο τῆς Βεγορίτιδας, μὲ
τὰ ἀνοιχτά της φαιοκόκκινα βράγχια, μὲ κοιτοῦσε,
βλέποντας πρὸς τὴ γραμμὴ τοῦ κενοῦ, στὴ λαϊκὴ
ἀγορὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας Ἀμυνταίου (δίπλα
στὸν καφενὲ τοῦ Τζότζου, ὄχι ἐκεῖνον τὸν καινούριο).

Σὰν ἄπιστος Θωμᾶς –τοῦ Καραβάτζο– ἀκούμπησα
μὲ τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου τὴ γλαρὴ ἐπιφάνεια στὸ
βράγχιο, ποὺ ἔμοιαζε μὲ αὐτί: μὲ τὶς χορδὲς τοξωτὰ
ὁλόγυρα. Μπῆκα στὸ βασίλειό του ἀνοίγοντας τὶς
κόκκινες κουρτίνες, εἰσβάλλοντας μὲ τὸ νύχι. Μέσα
ἀπὸ τὶς λάσπες καὶ τὸν ὑποτροφισμό, ὅλα τὰ ψάρια
μιλᾶνε μακεδόνικα – ἀκόμη καὶ οἱ κορίγανοι, ποὺ
φέραν οἱ ἀλιεῖς ὡς γόνους ἀπὸ τὴν Οὐγγαρία. Εἶδα
ὴ γλώσσα του, βαμμένη καφετιά –λασπωμένη–
μέσα στὸ παγωμένο στόμα: ἴδια μὲ τὴ δική μου.

[τὸ ζωικὸ βασίλειο (τοῦ Ἰουλίου Βέρν)]

~.~

Ἕνας μάρτυρας τοῦ Ἰεχωβᾶ κτυπᾶ μὲ διακριτικό-
τητα, καὶ προσοχή, μιὰ πόρτα, στὸ Ναϊρόμπι τῆς
Κένυας ἢ στὸ Πέραμα – σὲ μιὰ λαϊκὴ πολυκατοι-
κία. Ἡ σύντροφός του, πιὸ ἀποφασιστική, ἴδιας ἡλι-
κίας, χρησιμοποιεῖ τὸ ρόπτρο, παρακάμπτοντας τὴν
ἀμηχανία του: καθὼς ἀδράχνει τὸ ἐπίχρυσο χεράκι
γιὰ νὰ ἀκουστεῖ, τοῦ ἀγγίζει ἐλαφρὰ τὴν παλάμη.
Τοῦ χαμογελάει κι ἐκεῖνος κοκκινίζει, μέσα ἀπὸ τὸ
σφιχτό, ζεστὸ γιλέκο του. Ἀκούγονται πολὺ ἀπαλὰ
ἄλλα σταθερὰ βήματα, ποὺ πλησιάζουν, πίσω ἀπὸ
τὴν ἑτοιμόρροπη πόρτα· μᾶλλον ἀπὸ ξυλοπάπουτσα.
Ὁ σύρτης τραβιέται· οἱ χιλιαστὲς χαϊδεύουν ἀσυνεί-
δητα τὴν Ἁγία Γραφή, ποὺ κρατοῦν ὑπὸ μάλης, καί,
γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο, ὁ νεαρὸς σκέπτεται νὰ ρω-
τὴσει τὴ σύντροφό του ποιό εἶναι τὸ ἀγαπημένο της
χωρίο· ἐν τῷ μεταξύ, ἀπὸ τὴν καταχνιὰ τοῦ δια-
δρόμου, ποὺ ἀνοίγει μπροστά τους στὸ κατώφλι τῆς
πόρτας, ξεπροβάλλει καὶ τοὺς καλεῖ, χωρὶς δεύτερη
κουβέντα, στὸ σπίτι Του, ὁ Ἰησοὺς Χριστός.

[Χιλιαστές]


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ Ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).