*
Ποίημα χυδαίο, μα όχι πιότερο
από το κτήριο το ψηλότερο.
Νά ’την η διαβολόπουτσα του Λάτση στον αέρα:
πύργος διακοσιόμετρος μ’ επίπεδα πενήντα.
Χτίζονται κι άλλοι τέσσερις: μια μούντζα πύργοι! Κοίτα,
στο βάθος η Ακρόπολη φαίνεται σαν τοστιέρα
που ψήνει μες στα μάρμαρα ταλαίπωρους τουρίστες
κάτω απ’ τον ήλιο, ενώ αυτοί κατάπληκτοι έχουν κάτσει
και δείχνουν με το δάχτυλο –όχι ουράνιες πίστες–
αλλά την διαβολόπουτσα που υψώνεται του Λάτση
λες και γαμάει τον ουρανό, ξεσκίζει το τοπίο,
που κείτεται στα πόδια του σαν γη βομβαρδισμένη.
Πόσο ν’ αντέξεις, Αττική, απόστημα και πύο
και πόση αμερικανιά ελληνοποιημένη;
Γεια σου, Riviera Tower! Ακρόπλη, άει γαμήσου
κι εσύ κι η ιστορία σου κι η αρχαιότητά σου!
Χέσε μας, Πνεύμα αθάνατο, και πέθανε και σβήσου…
Χαίρε, ω σύγχρονη εποχή, με την θνητότητά σου!
Μα τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα το πράγμα,
λέω: η διαβολόπουτσα, έτσι όρθια και ντούρα,
πως μοιάζει μ’ ενός σάτυρου κοιμώμενου το πράμα –
ξύπνα καημένε, σάτυρε, και πάνω μας κατούρα!
«Κι όπως κραδαίνεις την ψωλή, χώσ’ την μας όσο πάει…»
θα ’γραφα, όμως σκέφτηκα: εμάς ποιος μας γαμάει;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
*
**
