Νέοι Ποιητές ενός νέου αιώνα | 66. Μάριος Χατζηπροκοπίου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ ἐξετάστηκαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: ἡ ἀνάδειξη τῶν ἀξιανάγνωστων ποιημάτων ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ ἡ συμβολὴ στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ τρέχοντος αἰώνα, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ 


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), θὰ ἀποτελοῦσε ψευδαίσθηση τὸ νὰ θεωρεῖ κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν παρακολουθήσει στὴν πληρότητά της. Ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως, δίδεται ἡ ὑπόσχεση μιᾶς φιλότιμης ἐξέτασης ὅλων τῶν βιβλίων ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐγχειρήματος. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὴ διευθύνση: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142 33 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ. Β. Γαλανάκης γιὰ τὸ περ. Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Μάριος Χατζηπροκοπίου

(Τοπικοὶ Τροπικοί, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2019)

Τῶν γυναικῶν τοῦ Κωνσταντῆ

Ἀσκέρια δυὸ πολέμαγαν, κανένα δε νικούσε.

Χρόνους πολέμαγαν ἐννιά, μυριάδες τὰ κουφάρια
στοὺς δέκα σκίστηκεν ἡ γῆ καὶ βούιξε τὸ μαντάτο:
― Γιὰ νὰ τελέψει ὁ σκοτωμός, γιὰ νὰ σωθοῦν τ’ ἀγόρια
στοὺς τρεῖς ἀρχιπολεμιστές, ἕναν θ’ ἁρπάξει ὁ Χάρος.

Σαστίζει ὁ πρῶτος ― Τὴ γριὰ τὰ μάνα ποὺ θ’ ἀφήσω;
Δεύτερος κλαίει ― Ἑφτὰ παιδιὰ πῶς θὲ νὰ τ’ ἀναστήσω;
Κι ὁ Κωνσταντῆς ὁ πιὸ μικρὸς ποθεῖ νὰ μαρτυρήσει.

Φωνάξανε τὰ λούλουδα ― Ἐσὺ νὰ γίνεις στάχτη;
πού ’σαι τῆς νύχτας ἡ φωτιά, τῆς μέρας ἡ δροσούλα;
Φωνάξανε τὰ σύγνεφα ― Ἐσὺ καπνὸς νὰ γένεις;
πού ’σαι ὥριος καβαλάρης μας κι ἐμεῖς τ’ ἀλόγατά σου;
Φωνάξανε τὰ χώματα ― Ἐσένανε θὰ φᾶμε
νὰ μὴ λουζόμαστε ἄλλο πιὰ στῶν ἀγοριών τὸ γαῖμα.
Κι ἀνοίξανε στὸ μπόι του γιὰ νὰ τὸν καταπιοῦνε.

Ὁ Κωνσταντῖνος γέλασε ― Τὰ νιάτα μου χαλάλι.
Μὰ ἀφοῦ εἶν’ τῆς μοῖρας νὰ χαθῶ μὴ φύγω δίχως χάδι
μὴ γίνω λάσπη ἀνέγγιχτος πριχοῦ νὰ νιώσω ἀγκάλη.
Ἀπόψε ἂν μὲ παντρέψετε, ἀπόψε ἂν πρωτοσμίξω
λαβῶστε με τὴ χαραυγὴ καὶ μὲ τὸν Χάρο ἂς σμίξω.

Τελάλης βγῆκε στὰ χωριά, σέρνει φωνή μεγάλη:
― Νύφη τοῦ ἀρχιπολεμιστῆ, ποιᾶς τῆς βαστάει νὰ γένει;
Θά ’χει τὴ δόξα ἀμάραντη, τὰ πλούτη ὣς ν’ ἀποθάνει.

Τ’ ἀκούσανε οἱ ἀνύπαντρες, τ’ ἀκοῦν οἱ ὀρφανεμένες
τ’ ἀκοῦν μανάδες μὲ μωρά, χῆρες πά’ στὸν ἀνθό τους
νύφη τοῦ μελλοθάνατου καμιὰ δὲ θὲ νὰ γένει.

Σέρνει φωνὴ στοὺς ούρανούς, τὰ Χερουβεὶμ δακρύζουν
δακρύζουνε οἱ Ἀρχάγγελοι, δακρύζει κι ὁ Ἁϊ-Γιώργης
γλυκοκοιτάει τὸν Κωνσταντῆ καὶ σεκλεντίζει ὁ νοῦς του
τὸν δράκοντα ἐλησμόνησε, νουφούλα πάει νὰ γένει.

Ξηλώνει τὴν ἀρματωσιά, ντύνεται στὰ μετάξια
βάφει τὰ χείλη βυσσινιά, τὰ δυὸ βυζιὰ φουσκώνει
ξεπλέκει τὰ σγουρά μαλλιά, στὴ μάχη κατεβαίνει
δὲν ἐκατέβη μὲ σπαθί, κοντάρι δὲν ἐκράτει
στοῦ Κωνσταντίνου τὴ σκηνὴ τρυπώνει βράδυ βράδυ
μὲς στὶς κουβέρτες του γλιστρᾶ, στὸν κόρφο του πλαγιάζει
ὁλονυχτὶς κοιμούντανε σὰν δυὸ γλυκὰ ἀδερφάκια,
καὶ πρὸς τὰ ξημερώματα, σὰν τ’ ἄγρια πουλάκια.

Νυφούλας αἷμα ’φροπετᾶ, τὴ σκοτεινιὰ ποτίζει
πιὸ γλήγορα ξημέρωσε, λιγοθυμοῦν τ’ ἀστέρια
χλωμὸ τὸ φῶς τῆς χαραυγῆς, ἀστράφτει τὸ μαχαίρι
Ἁϊ-Κωνσταντῆς ψυχορραγεῖ κι Ἁἱ-Γιώργαινα τὸν σκούζει.
Τελεύγει τὸ θανατικό, τ’ ἀσκέρια εὐθὺς μονιάζουν
τὸν σκοτωμένο προσκυνοῦν, τῆς γῆς τὸν ἀντρειωμένο.
Καὶ κάθε χρόνο, τὴ νυχτιὰ ποὺ ὁ Κωνσταντῆς λαβώθη
στῆς ἄνοιξης τὸ σκίρτημα, στὸ βλάστημα τοῦ Ἀπρίλη
ἀπὸ τὴ χώρα ὁλάκερη φτάνουν προσκυνητάδες.

Τὰ δασωμένα γένια τους φράγκικα τὰ ξουρίσαν
τοὺς μαύρους ἐλησμόνησαν, στὸν Κωνσταντῆ ταχτῆκαν
ξηλώνουν τὶς ἀρματωσιές, ντύνονται στὰ μετάξια
βάφουν τὰ χείλη βυσσινιά, τὰ δυὸ βυζιὰ φουσκώνουν
ξεπλέκουν τὰ σγουρά μαλλιά, στολίζονται νυφοῦλες
στὸ μνῆμα τ’ ἀντρειωμένου πᾶν, νὰ τὸν στεφανωθοῦνε.

Τὸ δεῖλι στεφανώνουνται, ὁλυνυχτίς γλεντᾶνε
ξεγυμνωμένες τραγουδοῦν, κυλιοῦνται καὶ χορεύγουν
στὰ πυρωμένα κάρβουνα πηδᾶνε μανισμένες
καὶ πρὸς τὸ γλυκοχάραμα, τὰ στέφανα γκρεμίζουν
στάχτη στὰ μάγουλα πετᾶν, τὸν σκούζουν καὶ τὸν κλαῖνε.

Μὰ τὸ καταμεσήμερο, σὰν τὶς λιγώσει ἡ κάψα
πέφτουν σὲ γάργαρη πηγή, τοὺς πόνους τους νὰ λούσουν
ἀλείβγονται μυρωδικὰ τοῦ Κωνσταντίνου οἱ χῆρες.

Στὶς γειτονιὲς τὶς καρτεροῦν ἀμούστακα τ’ ἀγόρια
τὸν ἀντρειωμένο ἂν ἔχασαν, ἄντρες χλωροὺς χαρῆκαν.


Ὁ Μάριος Χατζηπροκοπίου γεννήθηκε τὸ 1981 στὴ Θεσσαλονίκη. Οἱ Τοπικοὶ Τροπικοὶ εἶναι τὸ πρῶτο του βιβλίο.