Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |40. Γιώργος Δυνέζης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Γιῶργος Δυνέζης

roerich

(Πεζὸς ὣς τὴν ἐπούλωση, Θεσσαλονίκη, Πανοπτικόν, 2019)

Λερναῖο

Τὴν τάιζα τὴν πότιζα
τῆς κλαδευα κεφάλια·

μιὰ δράκαινα ποὺ φύτεψα
γενναῖα μὲ ρωτοῦσε
κι ἐγώ;
ἐγὼ τὴ φρόντιζα νυχθημερὸν

καὶ κάθε μου ἀπάντηση
λεπίδι πού ‘πεφτε νὰ κόψει
τὴν κάθε ἀπορία της

μὰ ξαφνικὰ στὴ θέση της
φυτρώνανε δυὸ ἄλλες ἀπορίες
καὶ τέσσερις κι ὀκτὼ

κι ἐγὼ ἀπάνταγα
κι ἐκείνη μὲ ρωτοῦσε
– ἐγὼ ἀποκεφάλιζα
κι ἐκείνη ἀνθοβολοῦσε

ὥσπου στὸ τέλος δάγκωσε
καὶ τὸν πυρσὸ ποὺ ἄναψα

~.~

Λυδία

Στὴν ἀρχὴ μετακινοῦσε
πράγματα μὲ τὰ χέρια της
ἔπειτα μὲ τὸ μυαλό της·

τὰ παιχνίδια ποὺ τῆς ἔκρυβα
στὸ ἀνάκλιντρο – χορεύανε
μόλις τὰ παρατηροῦσε

τὸ ἴδιο καὶ οἱ στάλες τῆς βροχῆς
μεσουρανὶς παλινδρομούσανε
στὸ ρῖγος τῶν βλεφάρων της

κι αὐτὴ σὲ κάθε κεραυνὸ
νὰ μεγαλώνει
ὅπως ὁ μύθος στὸν καιρό

φοβήθηκα μὴν τὴνε κλέψουνε
μὴν τὴνε κάνουνε πειραματόζωο

ἅμα σοῦ σβήνει μέσα ὁ ἄνθρωπος
σὲ ἐξομολογοῦν τὰ τέρατα

ἔσκαψα τὸ μπουντρούμι της
καὶ πέρασα μονοκοντυλιὰ
τὸ σῶμα της

πάνω της νὰ γεννιοῦνται ἀνάποδα τὰ δέντρα
κι οἱ ρίζες δίχως θαύματα

τώρα ὁ κόσμος πιὰ μπορεῖ
ἥσυχος νὰ κοιμᾶται

μέχρι νὰ πεῖ
Λυδία, καλημέρα

~.~

Project 1: Γιγάντιοι ἄγγελοι

Ἐμβολιάσαμε ἀγγέλους
μὲ τὸ μικρόβιο τῆς μοίρας μας
νὰ δοῦμε

ἂν τὸ φτέρωμα ἀντέχει –
ἂν ἀντέχουν τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία
καὶ δὲν ξεπουπουλιάζονται ἐντελῶς

μέχρι νὰ συγγενέψουμε·
τοὺς πιὸ ἀγαθοὺς ἀνοίξαμε
σὲ ἀνατομικὸ κρεβάτι

μὲ τὴν τσιμπίδα μας τραβήξαμε
κόκκινο ἱστὸ τὸ μέλλον –
(στὸ βάθος
κάθε τρέμουλο ἀντιστοιχοῦσε σὲ σεισμό)

παλιότερα δυό-τρεῖς τό ‘χανε σκάσει

πεζοὶ ὣς τὴν ἐπούλωση

σκάψανε τὸν ἑαυτό τους
]]]]]]]]χωρὶς ἀναισθησία

καὶ ἀνανῆψαν χελιδόνες
μαῦρες πιτσιλιὲς σ’ ἀκουαρέλα

λὲς καὶ τὰ ἔνστικτα τῆς πτήσης
ριζοβολοῦν καλύτερα ξεγυμνωμένα·

δὲν τοὺς λυπήθηκε κανεὶς
γιατί

νὰ μᾶς λυπηθοῦνε τώρα;


Ὁ Γιῶργος Δυνέζης γεννήθηκε τὸ 1984 καὶ μένει στὴν Ἀθήνα. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Πεζὸς ὣς τὴν ἐπούλωση [2019]

 

Δημήτρης Καρακίτσος, Οιδίπους θηρευτής

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΥ

Επιβλητικός και παχουλός, ο Οιδίποδας Μαχραμής βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε τον άνθρωπο που σφάδαζε πεσμένος ανάσκελα στους θάμνους. Λίγα μέτρα δίπλα του, μια αναποδογυρισμένη μοτοσυκλέτα είχε πάρει φωτιά. Ο τραυματισμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας με χρυσαφί παλτό, κρατούσε το σπασμένο του πόδι.

«Θα με σκότωνες ρε παλικάρι, βοήθα με, τι κοιτάς».

«Έχει ιατρείο εδώ κοντά;» ρώτησε ο Οιδίποδας.

«Στον Ορχομενό».

«Νόμιζα ότι δεν ζει κανείς εκεί».

Ο τραυματισμένος προσπάθησε να σκίσει ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. «Καμιά τριανταριά, όλοι κι όλοι. Βιάσου όμως, έχω χάσει αίμα».

«Μην αγχώνεσαι, δεν θα πεθάνεις από αυτό».

Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον άνδρα. «Πονάω, φίλε».

Ο Οιδίποδας πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα.  Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ράδιο στη διαπασών. Καλύτερα να μην ακούς τα ουρλιαχτά, σκέφτηκε. Ύστερα πάτησε με δύναμη το γκάζι, πέρασε με τους δεξιούς τροχούς πάνω από το κορμί του γέρου και έκανε όπισθεν για να τον ξαναπατήσει.

Να βεβαιωθεί ότι η δουλειά έγινε σωστά.

«Του έλιωσα τον μηρό, μαλακία μου! Το πιο κρεατωμένο σημείο».

Τα μάτια του ηλικιωμένου κοίταζαν το κενό.

Ο Οιδίποδας τύλιξε το πτώμα στη ζελατίνη αυτόματης ψύξης θηράματος και το στρίμωξε στο πορτ μπαγκάζ. Τρεις ποιήτριες, ένας πεζογράφος και μια γριά μυθιστοριογράφος. Διακόσιες κορώνες, μέχρι στιγμής καλά. Ψαχούλεψε τα χαρτιά του νεκρού. Λάιος λεγόταν, εβδομήντα τριών ετών. Ιδού και το τελευταίο του βιβλίο. Ένα βιογραφικό που κάλυπτε τα δυο αυτιά και το οπισθόφυλλο. Κυρίως διακρίσεις σε ασήμαντους διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ηλίθιες ημερίδες.

«Πέσαμε μέσα». (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Πέντε ποιήματα

005

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ

Ύστερα ήρθαν οι ίσκιοι
φέρνοντας άλλους ίσκιους
εκείνους που ταράζουν το κορμί
κι εκείνους που αλώνουν τα όνειρα
σημαδεμένος είσαι μου είπαν
ο ένας σ’ έκοψε στα δυο
ο άλλος το μυστήριο σου χάρισε
ο τρίτος ο φαρμακερός σε βάφτισε στο πυρ
ο τοξοφόρος στην άβυσσο.
Όμως εσύ οξεία είχες για νυγμό και
τυχερή περισπωμένη στον λέοντα
και δουλεμένα χέρια στο υνί
ψυχή από οίστρο και άργιλο
χρόνια εξερευνούσες σήραγγες σεμνές
ποτάμια με φιδίσια αινίγματα
στέρνες στεγνές άλλοτε πληρωμένες
από θεσπέσια ερείπια και ύδωρ
άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα.

Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;
Ποιος πίσω την άρπαξε;

~.~

090

ΝΙΨΕ

Ανυπεράσπιστο παιδί ή παιδαριογέρων;
ρώτησε ο σοφός το νήπιο.
Όφις καημένε και νερό
νερόφιδο του απάντησε με στόμφο εκείνο
καθώς κροτάλιζαν τα τόξα
καθώς δεξαμενές αδειάζαν από ήχο
και θύρες ανοιχτές με πάταγο βροντούσαν
τι πάταγος κι αυτός, ο προαιώνιος
Κύριος, ο από μηχανής ελεήμων
μα και θυσιασμένος απολωλός
Άγγελος, τι στήθος που πορεύεται
στην ιστορία με γυμνωμένους μυς
δίχως νοήματα, δίχως ελπίδα
στυγνό κουφάρι πολλαπλασιασμένο
στο άπειρο, τι σώματα τερπνά
μέσα στον ύπνο, τι τέρατα δεμένα
στης κοινωνίας τον χαμό
ιδιοτέλεια σαύρας, σκύμνου κραυγή
αητού τροφή, έπος τριήμερο
χαντακωμένο μίσος, θέα παράλογη
μνήμης φωτιά, φύτρα περίοπτη
ξεμωραμένη νύχτα.

Στύψε το αίμα να χαρείς, μωρέ
Νίψε την άβυσσο.

~.~

L1020697

ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

Κάποτε  τα όνειρα δικαιώνονται
κάποτε παραμονεύουν
κάποτε σκύβουν και ρωτούν:
Ζεις; Για δεν ζεις;
Ζήσε! Να στοιχηθείς δεν θέλησες
να μοιραστείς δεν ήρθες
στην αλχημεία της φωτιάς πορεύτηκες ολκός
σ’ ανυπεράσπιστα βλέμματα γεύτηκες ύδωρ
τρυγόνια νοερά, βρύσες λιμένων άντλησες
στης αγωνίας τον αχό εντοιχισμένα μάρμαρα
και δυστοπίες αιώνων συνόψισες
δόρατα φίλων, μνήμες νεκρών, κατηγορίες απίστων
με παρρησία κατήγγειλες
πέρατα ιερά, περιπολίες αγίων
χνάρια πολύφερνα, δόκανα χώματα
μνήματα αθύρματα, σώματα ασώματα.

Πέτρα την πέτρα σκάναρες μαρτυρικά στο γέρμα
της ερημιάς το τρίστρατο και τα κρυφά μαντάτα.

~.~

xq 035.JPG

ΝΥΚΤΩΡ ΑΛΕΚΤΩΡ

Ψες στ’ όνειρό μου είδα τον θεό
νεκρές οι φύσεις στέκονταν λαμπρές
τελειωμένες, οριζόντιες
μαύρες βαμμένες και χρυσές

– Θα πάμε στην Εικοσιφοίνισσα μωρέ;
– Αμέ! Αν μας αφήσουν τα σκυλιά θα πάμε
– Θα τα στραβώσουμε με τους φακούς.
– Γυάλινα μάτια ζύγωσες Μιχάλη

Σκέψου Μιχάλη τις σκιές τις μοναχές
τα κυπαρίσσια σκέψου, κινήσαμε
γυρίσαμε, οι πιπεριές ποτίσματα
δικά μας περιμένουν
για να τραφούν να μαζωχτούν
νύκτωρ αλέκτωρ, τα καπνά να σπάσουν

Τηρ

Φων

Φως   Περσεφόνη

– Πού είν’ ο λόφος, πού ειν’ ο Τρύφων;
– Δες από δω σύρσου εκεί
αριστερά ο Λ., δεξιά η Ε., χαμαί ο Φωστήρας.

~.~

Ζ 012

ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ

Ξύπνησα με βροχή
κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.
Δύο εικοσιτετράωρα ο θεός
καταδέχτηκε να συνωμοτήσει στο νόημα
εκείνο των σαράντα ημερών, το μέγα.

Μα τα φαινόμενα ως είθισται απατούν
μέχρι το ποίημα να τραφεί
ήλιος ανέτειλε χλωμός, δεν συμφωνεί η φύσις.

Η βούληση από το συμβάν έτη φωτός απέχει.


* Τὰ εἰκαστικὰ ἔργα ποὺ πλαισιώνουν τὰ ποιήματα ἀνήκουν στὸν συγγραφέα. 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |39. Μάγδα Χριστοπούλου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Μάγδα Χριστοπούλου

Félicien_Rops_-_La_Dame_au_pantin

(Ἡ πρόσοψη τοῦ βλέμματος, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2008)

Τέταρτη μέρα

Ἀνασηκώνουν τὰ δἐντρα
νὰ ξεπλύνει ὁ ἄνεμος
τὰ χώματα
τὴ σάπια μνήμη τῶν καρπῶν
μὲ τὶς ἄδειες φωτοσκιάσεις.

Ἔσχατοι ἀναχωροῦν
ἀπὸ τὶς παραβιασμένες λέξεις τῶν προορισμῶν τους.

Δὲ φτάνουν ποτὲ
στὴν τέταρτη μέρα
μπαίνουν ἄγνωστοι
καὶ βγαίνουν ξεχασμένοι


Ἡ Μάγδα Χριστοπούλου γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1977. Κατάγεται ἀπὸ τὴν Πρέβεζα. Σπούδασε στὴν Ἀνωτάτη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας, στὴν Φλώρινα. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Ἡ πρόσοψη τοῦ βλέμματος (2008). Ἔλαβε μέρος στὸ 1ο Φεστιβὰλ Νέων Λογοτεχνῶν, ποὺ διοργάνωσε τὸ ΕΚΕΒΙ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2011, μετὰ ἀπὸ πρόταση τοῦ περιοδικοῦ Μανδραγόρας.

Η «Μελανθώ» του κ. Χρίστου Δάλκου από φιλολογικής απόψεως κρινομένη

του ΝΕΑΡΧΟΥ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ[1]

Καίτοι ἀπὸ μακροῦ τὸ «λάλον ὕδωρ» τῆς φιλολογίας «ἀπέσβετο» μᾶλλον εἰς τὸν τόπον μας, ὑπάρχουν ἐν τούτοις εἰσέτι ἀσθενεῖς φωναί, ἀποπειρώμεναι τὴν συνέχισιν μακρᾶς πνευματικῆς παραδόσεως. Εἰς τὴν χορείαν τοιούτων φωνῶν θὰ ἐπεθύμουν νὰ καταλέξω καὶ τὸ πόνημα τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου «Μελανθώ», καίτοι προδήλως λογοτεχνικῶν προθέσεων, εἰκάζων ὅτι ὁ συγγραφεύς, διστάζων νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐξόχως αἱρετικάς του θεωρίας ὑπὸ τύπον φιλολογικῆς πραγματείας, προετίμησεν τὴν ὁδὸν τῆς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, «δημιουργικῆς φαντασιώσεως».

Ὁ ὑποφαινόμενος ἀνήκω εἰς γενεὰν ἡ ὁποία ἐσυνήθισε νὰ λέγῃ τὰ «σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην», ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακάμψω τὸ λογοτεχνικὸν τέχνασμα καὶ θὰ κρίνω τὸ πόνημα ὡς πραγματείαν φιλολογικήν, ἀποσκοποῦσαν νὰ εἰσαγάγῃ καινὰ δαιμόνια εἰς τὰς ὁμηρικὰς σπουδάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὡς ἔδειξεν καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ πρώτου διδάξαντος Σωκράτους, δὲν εἶναι ἐκ προοιμίου καταδικαστέον.

Προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς κρίσεώς μου, ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς γλώσσης τοῦ συγγραφέως: Ὀρθῶς ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν τόπον μας ὑφίσταται ἐπὶ τριακονταπενταετίαν τοὐλάχιστον ἀνηλεῆ διωγμόν, διαπράττει ὅμως τὸ σφᾶλμα νὰ ὀβελίζῃ τὴν βαρεῖαν, Κύριος οἶδεν ἀπὸ ποίου νεωτερίζοντος πνεύματος ἑνὸς ἐλαχίστου γλωσσικοῦ «προοδευτισμοῦ» ὁρμώμενος. Ὡσαύτως καταδικαστέαι κρίνονται μικραί τινες ἀποκλίσεις ἀπὸ τῆς ὀρθῆς συντάξεως καὶ ἐκφράσεως οἷον «εἰκόνες ἀμύθητης ἀξίας καὶ παλαιότητας», ὅπου διὰ πρώτην, καὶ μοναδικήν, εὔχομαι, φορὰν εὑρισκόμεθα πρὸ «ἀμυθήτου παλαιότητος». (περισσότερα…)

Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (2/2)

(Συνέχεια ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Το ανεπούλωτο

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ίσως επειδή ένιωθε το τέλος να πλησιάζει, έγραψε ένα ποίημα με το οποίο απευθύνεται στους συγχρόνους του που θα ζήσουν μετά από αυτόν: «Την ηλικία της αγάπης την άφησα στα πειθαρχικά κελιά/ Οι αρυτίδωτοι πόθοι της/ Τα φλογερά μάτια, τα καστανά μαλλιά/ Όλα μου τα έσβησε και τα ξερίζωσε η φυλακή/ Εκεί αναζητήστε τη χαμένη μου νιότη/ Τα όνειρά μου στάχτες και σκόνη». Σε αυτούς τους στίχους ανακαλύπτουμε μια συγκλονιστική αλήθεια που υπερκερνά τις παραπάνω εμβαθύνσεις σχετικά με τις στιγμές της απογοήτευσης και της εναντίωσής του στις επιβουλές του κακού που εντοπίζουμε σε μερικά ποιήματα ή της διαυγούς ταύτισης της τύχης με την επιλογή που εντοπίζουμε σε μερικά άλλα. Όταν έγραφε αυτούς τους στίχους, τα χρόνια που έζησε στη φυλακή -πάνω από τη μισή του ζωή- θα πρέπει να πέρασαν από μπροστά του σαν ένα βαθύ ρήγμα εντός του οποίου κατρακύλησαν σα σκόνη και στάχτες τα όνειρά του. Με αυτούς τους στίχους μοιάζει να μας απευθύνει έκκληση να στρέψουμε το βλέμμα μας στα βάθη αυτού του ρήγματος που είναι ακόμη εκεί. Αυτοί οι στίχοι μας προτείνουν να σκεφτούμε πως η ζωή δεν είναι απλώς ό,τι έκανε μέσα στα χρόνια ο άνθρωπος, ούτε ακόμη, όπως συνηθίζεται να λέγεται, οι αναμνήσεις που αποκομίζουμε στο διάβα της. Η ζωή είναι επίσης όλα όσα ο κάθε άνθρωπος δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει, η ζωή είναι και τα όνειρα που κουβαλά τόσο καιρό και έχουν συνθλιβεί χρόνο με το χρόνο στη μυλόπετρα της «πορείας προς το θάνατο» και έχουν καταβυθιστεί σε αυτό το ρήγμα.

[…] (περισσότερα…)

Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (1/2)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη επανέκδοση των τραγωδιών του Σοφοκλή. Είναι ένα ιδιαζόντως μοναδικό βιβλίο, τόσο μοναδικό που θα ήταν αρκετά δύσκολο να βρεθεί αντίστοιχό του στο βάθος της παγκόσμιας ιστορίας των εκδόσεων και επανεκδόσεων των έργων του Σοφοκλή. Τη μοναδικότητα αυτή την προσδίδει η ιστορίας της ζωής του μεταφραστή που συνδέεται ακόμα και με το ίδιο το μεταφραστικό του πόνημα. Μάλιστα, ακόμα και η παρούσα εισαγωγή θα μπορούσε να θεωρηθεί μοναδική καθότι, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες εισαγωγές των βιβλίων, δεν αφιερώνεται στο συγγραφέα και στο έργο του αλλά στο μεταφραστή, τον Κουγιτίμ Αλία. Και σε αυτό το σημείο απευθύνομαι στον αναγνώστη αυτών των γραμμών με την παράκληση να εντείνει τη διεύρυνση της φαντασίας του, διότι θα χρειαστεί να πω κάτι το ασυνήθιστο, ίσως ανεπανάληπτο: ο μεταφραστής του παρόντος βιβλίου, ο Κουγιτίμ Αλία, κατέληξε στη φυλακή μόλις δεκαπέντε χρονών, καταδικάστηκε αρχικά με ποινή πέντε ετών για απόπειρα αυτομόλησης, αλλά παρέμεινε έγκλειστος, φανταστείτε, τριάντα δύο χρόνια, από το έτος 1955 μέχρι και το 1987, αδιάλειπτα, στη φυλακή. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |38. Ράνια Καραχάλιου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ράνια Καραχάλιου

50428398_10156142621707399_6647620445103194112_o

(Σκλήθρα, Ἀθήνα, Ἐκάτη, 2018)

ἡ χλωρίνη ἐπιστρέφει

Ἀπόψε ἦρθε δίπλα μου ἐκεῖνος, πέρασε ξυστά. Δὲν διάλε-
ξε ἐμένα, οὔτε τὴν ἑτοιμόρροπη γιαγιὰ στὸ ἀπέναντι δια-
μέρισμα. Μιὰ μετανάστρια ἀπὸ τὴ Βουλγαρία, γύρω στὰ
πενήντα θά ‘ταν. Ἦρθε ἡ ἀστυνομία, ἔφυγε, οὔτε γάτα, οὔτε
ζημιά. Ὁ διάδρομος μοσχοβολᾶ ξανὰ χλωρίνη.
Κι ἐγὼ ν’ ἀκούω τὰ δελτία, νὰ διαβάζω τὶς ἐφημερίδες,
νὰ μὴν μπορῶ ν’ ἀποδεχτῶ πὼς τὸ συμβὰν αὐτὸ εἴδηση δὲν
λογίζεται, ἐξὸν τοῦ πέμπτου ὀρόφου.

~.~

ἀνήσυχα πόδια

Ὁ Χρῆστος δὲν χόρευε ποτὲ αὐτοβούλως. Δυὸ μέτρα μπόι
ἔνιωθε παραπάνω ἀπὸ ἄβολα νὰ σείεται πέρα δῶθε στὸν
ρυθμὸ τῆς μουσικῆς. Στὰ τέσσερα χρόνια τοῦ δεσμοῦ, εἶχα
δοκιμάσει κάθε εἴδους τερτίπι γιὰ νὰ τὸν δελεάσω, ἀλλὰ
μάταια. Στὰ πάρτυ μόνο κι, ἀφοῦ πρῶτα εἶχε καταναλώ-
σει συγκεκριμένη ποσότητα ἀλκοόλ, δεχόταν νὰ τὸν πα-
ρασύρω ὣς τὴν πίστα. Ἐκεῖ διάλεγε ἕνα μέρος ἡμισκότει-
νο, μοῦ παρέδιδε τὰ χέρια του νεκρὰ καὶ μ’ ἄφηνε νὰ τὰ
ὁδηγῶ σὰν μαριονετίστας.
Τὰ βράδια ποὺ ἔμενε σὲ μένα, ὁ ὕπνος συνήθως τὸν ἐπι-
σκεπτόταν πρῶτος. Δὲν πέρναγαν κάμποσα λεπτὰ κι οἱ πα-
τοῦσε του ζωντάνευαν. Τὴ μιά, πηγαίνανε ἀριστερά, τὴν
ἄλλη δεξιά, ἄλλοτε μαζί, ἢ ἀσυγχρόνιστα. Πάσχει ἀπὸ τὸ
σύνδρομο ἀνήσυχων ποδιῶν μοῦ ἐξήγησε, μὰ ἐμένα δὲν μοῦ
βγάζει ἀπ’ τὸ μυαλὸ πὼς στὸν ὕπνο του μὲ κάποια ἄλλη-
νε, πιὸ πειστική, χορεύει.

~.~

ὁ θρόνος

Πίσω ἀπὸ τοὺς φακοὺς ἐπαφῆς της, ἀστράφτει ἕνας θρό-
νος, μεγαλοπρεπὴς καὶ κατακόκκινος. Τὴν αὐγή, ἀνθίζουν
μπουμπούκια στὰ ξύλινα ποδάρια του, στῆς μέρας τὸ μισό,
ἀπὸ τὸν κάματο, λιώνει ἡ γυαλάδα του κι ὣς τὸ ἡλιοβασί-
λεμα οἱ ἀρθρώσεις του σαπίζουν. Τὰ μεσάνυχτα, τὸ κου-
φάρι του ξυπνᾶ καὶ σέρνεται σὰ φάντασμα, τὸν βασιλιά του
ἀναζητώντας, ὁ ἄδειος θρόνος.

Μὰ ἔτσι ἄδειος ποὺ κυκλοφορεῖ μέσα στὴν ἴριδα,
ποιός θὰ πιστέψει ὅτι ὑπάρχει;

~.~

ὀρνιθολογία

Ὄμορφα νὰ περπατᾶς στὴν πόλη κι ἐμπρός σου νὰ ἐμφα-
νίζεται πτηνὸ ποὺ ὣς τότε τὸ βλέμμα σου δὲν εἶχε κατοι-
κήσει, πουλὶ σπάνιο, ἄγριο καὶ μισό, μὲ μιὰ φτερούγα τε-
ντωμένα χέρια, χέρια λευκά, κίτρινα καὶ μαῦρα, ποὺ μαρ-
τυρᾶνε ἀπογείωση, κι ἐσὺ νὰ κοντοστέκεσαι, ὅλους τοὺς θο-
ρύβους γύρω σου νὰ παύεις, πέρα ἀπὸ ἕνα τοσοδὰ ταμποῦρ-
λο ἐντός σου, ἀνυπομονώντας τὸ θαῦμα νὰ θαυμάσεις κα-
θότι ἔχεις χρόνια κουραστεῖ μόνο πνιγμοὺς νὰ βλέπεις.
Ὄμορφα, ὡσότου ἀντιληφθεῖς πὼς τὸ παραδεισένιο σου
πουλὶ δὲν ἦταν παρὰ περαστικοὶ πού ‘γνεφαν στὸ τρόλεϊ
νὰ τοὺς χάψει.


Ἡ Ράνια Καραχάλιου γεννήθηκε τὸ 1983 στὴν Πάτρα. Σπούδασε Γλωσσολογία κι ἔχει διδάξει στὰ Πανεπιστήμια Πατρῶν, Αἰγαίου καὶ Κρήτης. Εἶναι μέλος τοῦ περιοδικοῦ Τεφλὸν καὶ τῆς θεατρικῆς ὀμάδας Pulse. Ἔχει ἐκδώσει τὴ Σκλήθρα (2018) καὶ τὸ γλωσσολογικὸ μελέτημα Ἡ προσφώνηση στὶς συνομιλιακὲς ἀφηγήσεις (2018).

Τα τρία όπλα του Στέφαν Τσβάιχ

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο βιβλίο του Επιστολές σε έναν νέο συγγραφέα (μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδ. Καστανιώτη) τονίζει ότι ένα πεζογραφικό έργο κρίνεται από τη δύναμη της πειθούς του. Από το πόσο δηλαδή συμπαγές είναι αφηγηματικά, από το πόσο στέρεος είναι ο κόσμος που θεμελιώνει και από το πόσο γίνονται σεβαστοί οι κανόνες που το ίδιο έχει θεσπίσει. Πώς όμως επιτυγχάνεται τέτοια συνοχή; Με την αγαστή σύμπλευση και συνεργασία ύφους, θέματος, περιεχομένου και πλοκής, λέει ο συγγραφέας.

Όσον αφορά την πλοκή, υπάρχουν πλείστα όσα εργαλεία και αφηγηματικοί τρόποι που μπορεί να μετέλθει κανείς για την χαλυβδώσει. Οι νέοι και άπειροι συγγραφείς (δηλαδή όσοι είναι κάτω των σαράντα, για να μην πούμε κάτω των πενήντα – στην πεζογραφία ωριμάζει κανείς πολύ πολύ αργά…) δεν έχουν συχνά συνειδητή εικόνα και σαφή εποπτεία των διαθέσιμων μέσων. Με αποτέλεσμα να χάνουν συχνά τον έλεγχο της κατεύθυνσης στην αφήγησή τους. Στην ουσία άγονται και  φέρονται από αυτοσχεδιαστικές τάσεις, που παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητά τους στη δημιουργική διαδικασία, δημιουργούν ρωγμές, χάσματα και ασυνέπειες στην πλοκή. Στον αντίποδα αυτού του φαινομένου βλέπουμε άπειρους (πάλι) συγγραφείς να καταφεύγουν σε τεχνάσματα και δοκιμασμένους αφηγηματικούς μηχανισμούς με βουλιμία, αμετροέπεια και πληθωριστική διάθεση.

Ένας μαιτρ της λογοτεχνίας όμως, στις ώριμες και καλές του στιγμές, έχει κατακτήσει αφενός τα εκφραστικά του μέσα και  δεν κατατρέχεται αφετέρου, σχεδόν ποτέ, από το άγχος της επίδοσης. Αξιοποιεί με αίσθηση μέτρου και οικονομίας τα αφηγηματικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή του, ξεδιπλώνει με αυτοπεποίθηση τις ιστορίες του και δεν αναλώνεται σε φτηνή εντυπωσιοθηρία. Αντιθέτως επικεντρώνεται στα ουσιώδη και διαπλάθει το αφηγηματικό υλικό του με ακρίβεια και συνέπεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου διαμετρήματος ο Αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ και το πολυδιαβασμένο του βιβλίο Οι μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας (μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Καστανιώτη). Αν κρυφοκοιτάξουμε μέσα στο εργαστήρι του συγγραφέα θα δούμε ότι στο συγκεκριμένο έργο δεσπόζουν τρεις κεντρικοί δομικοί μηχανισμοί: α) το “θέλω” του ήρωα, β) η σύγκρουση και γ) η ανατροπή.  Πάνω σε αυτούς τους πυλώνες ο συγγραφέας χτίζει και εξελίσσει και κινεί τον μυθοπλαστικό του χωροχρόνο. Τα τρία αυτά εργαλεία γίνονται το έμβολο της αφηγηματικής μηχανής και η βασική αιτία που την κάνει να προχωράει μπροστά και να εξαπλώνεται.

Ας δούμε τη λειτουργία του καθενός από αυτά ξεχωριστά.

Ο Τσβάιχ στις Μεγάλες Στιγμές δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει πιστευτούς, συγκροτημένους χαρακτήρες. Στην ουσία, δεν τους επινοεί καν ο ίδιος: παίρνει τα καλούπια τους έτοιμα μέσα από το παρελθόν. Αντλεί το πραγματολογικό του υλικό από ιστορικά δεδομένα και βιογραφικά στοιχεία. Οι χαρακτήρες του – από τον Ναπολέοντα Βοναπάρη, μέχρι τον Χέντελ και τον Γκαίτε – είναι πασίγνωστα ιστορικά πρόσωπα. Όμως ο Τσβάιχ, έμπειρος βιογράφος ούτως ή άλλως, καταφεύγει σε ένα τέχνασμα. Εντοπίζει μια κρίσιμη στιγμή στη ζωή και την πορεία των ηρώων του και τεντώνοντάς την μυθοπλαστικά όσο πάει, την μετατρέπει σε πυρήνα του αφηγηματικού του καυσίμου. Έτσι δεν απεραντολογεί, δεν αναμασάει απλώς γενικές πληροφορίες και τετριμένες γνώσεις, αλλά συνθέτει πορτρέτα ηρώων που αφήνουν πολύ μεγάλο αποτύπωμα στον αναγνωστη.

Ωστόσο οι χαρακτήρες του, υπό το βάρος της μεγάλης συμπύκνωσης που τους επιβάλλει, μοιάζουν κάπως μονόχορδοι, ελλιπείς, μονοδιάστατοι. Σχεδόν όλοι άλλωστε φαίνονται εμμονικοί με μια επίτευξη, έναν στόχο, μια ιδέα. Όλοι εμφορούνται από το ίδιο ή από ανάλογο πάθος να σπάσουν τα ανθρώπινα όρια, να διαρρήξουν τα σύνορα που τους κρατάν έξω από την αιωνιότητα.  Τους ενδιαφέρει αυτό και τίποτε άλλο. Μπορεί το πάθος να αφορά την κατάκτηση ή τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης, τη δημιουργία ενός ποιήματος, τη σύνθεση ενός ορατορίου ή την ανακάλυψη του νότιου πόλου. Αδιάφορο. Ο Τσβάιχ βυθίζεται στο κέντρο της επιθυμίας των ηρώων του και εκεί –ω του θαύματος– βρίσκει παντού ένα πανομοιότυπο τοπίο. Ένας Άγγλος εξερευνητής, έχει ανάλογες ψυχικές ποιότητες με τον Χέντελ, τον Γκαίτε ή έναν Ισπανό κονκισταδόρ. Το έπαθλο που ονειρεύεται ο κάθε χαρακτήρας, είτε έχει υλική υπόσταση είτε ανήκει στη σφαίρα του πνευματικού, είναι τόσο σημαντικό που τον εξωθεί να φτάσει στα άκρα. Όλα τα άλλα γύρω του ξεθωριάζουν. Μόνο ο στόχος υπάρχει στο οπτικό του πεδίο. Και μόνο προς τα εκεί κατευθύνεται, χωρίς επαμφοτερισμούς, χωρίς δισταγμούς ή διβουλίες.

Για τον Τσβάιχ υπάρχει μια αόρατη δύναμη που λαμβάνει ποικίλες μορφές και εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους άσχετα από την εποχή, τις γεωγραφικές συντεταγμένες και την ιστορική συγκυρία. Πρόκειται για μια δύναμη υπερανθρώπινη, που διαπερνά με την ένταση κεραυνού το άτομο και σπρώχνει το άρμα της ιστορίας μπροστά. Η μάζα παίζει διακοσμητικό ρόλο, στην καλύτερη περίπτωση ρόλο θεατή, στον αγώνα των υπεράνθρωπων ηρώων του για αυτοπραγμάτωση και υπέρβαση.

Με την εφαρμογή της η πολυχρησιμοποιημένη κατά τα άλλα αφηγηματική συνταγή αποτελεί ταυτοχρόνως και πολύ ενδιαφέρον μάθημα δημιουργικής γραφής. Συγκεκριμένα μας εξηγεί γλαφυρότατα τι σημαίνει “θέλω” του χαρακτήρα. Πως εκφράζεται, τι επίδραση έχει στις επιλογές του ήρωα, τι επιπτώσεις μπορεί να φέρει στη ζωή του αλλά και στη ζωή των άλλων, στο περιβάλλον του, την κοινωνία, την ιστορία. Το θέλω το ήρωα είναι μια δύναμη καταλυτική, που διευρύνει και αλλάζει τον μυθοπλαστικό κόσμο. Δικαίως αποτελεί κινητήριο δύναμη σχεδόν κάθε πεζογραφικής απόπειρας που θέλει να επικοινωνήσει απρόσκοπτα με μεγάλα ακροατήρια. Είναι εύκολα αναγνωρίσιμη και ενεργοποιεί στον αναγνώστη όλους εκείνους τους μηχανισμούς ταύτισης που χρειάζονται για να σφραγιστεί το συμβόλαιό του με τον συγγραφέα και να να εγκαθιδρυθεί η αναγνωστική σχέση.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η σύγκρουση τέτοιων χαρακτήρων λαμβάνει τιτάνιες διαστάσεις και δημιουργεί έντονους μυθοπλαστικούς κραδασμούς.

Το δεύτερο εργαλείο που θέτει σε εφαρμογή ο Τσβάιχ είναι το λεγόμενο conflict, η καραμέλα κάθε δασκάλου δημιουργικής γραφής ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού Ωκεανού. Αλλά η σύγκρουση εδώ έχει μέγεθος, ύψος και βάθος. Αυτό που βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, δεν είναι απλώς σύγκρουση χαρακτήρων, αντιπαράθεση απόψεων ή αντίθετων συμφερόντων. Είναι ένας αδυσώπητος πόλεμος αρχετύπων. Πίσω από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Μωάμεθ τον Πορθητή υπάρχουν οι πλατωνικοί τους ίσκιοι: ο απελπισμένος υπερασπιστής του βασιλείου και ο αιμοδιψής κατακτητής του. Πόσο τραγική δεν υπήρξε η καθ’έξιν επανάληψη και αποτύπωσή τους μέσα στην ανθρώπινη ιστορία;

Η σύγκρουση άλλοτε έχει να κάνει με τη λαχτάρα για το ίδιο έπαθλο, και άλλοτε με την ανάγκη για υπέρβαση, για προσωπική άνοδο και αυτοπραγμάτωση. Το διακύβευμα είναι πάντα υψηλό, κρίσιμο, επείγον. Αν ο Χέντελ δεν γράψει το Messiah κινδυνεύει να χρεωκοπήσει, να χάσει το μυαλό του, να πεθάνει. Ο Γκαίτε το ίδιο. Αποκλείεται να ξεπεράσει την προσωπική του κρίση και την επικείμενη κατάρρευση της υγείας του χωρίς την ολοκλήρωση του ποιήματός του… Για τον Μωάμεθ η άλωση της Κωνσταντινούπολης είναι όνειρο ζωής και ιστορικό του χρέος. Για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο η ιστορική ευθύνη καθίσταται ακόμα μεγαλύτερη. Κουβαλάει στην πλάτη του το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, ενός λαού και ενός πολιτισμού. Ο Άγγλος εξερευνητής Σκοτ είναι ένας άλλος Οδυσσέας. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το ταξίδι, η ανακάλυψη νέων τόπων, η επέκταση. Ασφαλώς και προτιμάει τον θάνατο αν δεν καταφέρει να εκπληρώσει τον στόχο του.

Όλοι οι ήρωες του Τσβάιχ βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση ρίσκου. Το παραμικρό λάθος μπορεί να αποβεί μοιραίο για τη συνέχιση του αγώνα τους. Αφού το έχει χτίσει μέχρι εδώ καλά λοιπόν ο συγγραφέας, βάζει στο παιχνίδι και το τελευταίο του όπλο. Μας παραδίδει το έργο του διάστικτο από ανατροπές, αναπάντεχες συστροφές της πλοκής, γωνίες και καμπύλες που αλλάζουν απότομα τον αφηγηματικό ρου και το συναισθηματικό βαρόμετρο της ιστορίας. Ωστόσο να τονίσουμε ότι δεν είναι ανατροπές που τις έχει μηχανευτεί ο ίδιος. Οι διηγήσεις του, τουλάχιστον στο γενικό τους πλαίσιο δεν αποτελούν προϊόντα φαντασίας. Όπως είπαμε ο Τσβάιχ μένει πιστός στα ιστορικά γεγονότα που ζητά να αναπλάσει. Αυτό που κάνει είναι να μεγεθύνει, να φωτίζει και να περιγράφει με τον τρόπο του. Να δείχνει εμφατικά πως όλα κρέμονται από μια κλωστή.  Και να δείχνει ότι το διακύβευμα είναι ανυπολόγιστης σημασίας, είτε σε προσωπικό είτε σε συλλογικό επίπεδο.

Αν όλα κρίνονται στην λεπτομέρεια, στο απειλοελάχιστο, ακόμα και στο τυχαίο, είναι αναμενόμενο η αφήγηση να ισορροπεί συνεχώς σε τεντωμένο σχοινί. Και παρόλο που γνωρίζουμε λίγο πολύ την έκβαση των γεγονότων, τουλάχιστον στις περισσότερες από τις ιστορίες, παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα με κομμένη την ανάσα. Εδώ φαίνεται η απαράμιλλη συγγραφική δεξιότητα του Τσβάιχ. Δημιουργεί σασπένς και αγωνία πάνω σε θέματα ήδη γνωστά, όπου μας έχει κάνει spoiler η ίδια η ιστορία.

Η γλώσσα του βιβλίου είναι πλούσια και ρέει με χαρακτηριστική άνεση, ναι, αλλά το ότι μπαίνουμε συναινετικά σε αυτό το φαντασμαγορικό τρενάκι του λούνα παρκ –ενώ ξέρουμε από πριν το τέλος– και απολαμβάνουμε τη διαδρομή σε κάθε της στάδιο, όχι απλώς απολαμβάνουμε αλλά ουσιαστικά μας συνεπαίρνει, αυτό δεν οφείλεται στη γλώσσα, αλλά στη δομή, στην τεχνική, στον τρόπο που είναι χτισμένες οι ιστορίες. Το ότι επίσης ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως επί το πλείστον ενεστώτα χρόνο για την αφήγησή του, (μια επιλογή που στα χέρια ενός λιγότερο άξιου γραφιά μπορεί να διαλύσει και να θρυμματίσει το κείμενο και να πετάξει εντελώς έξω από την μυθοπλαστική συνθήκη τον αναγνώστη) εδώ λειτουργεί στην εντέλεια. Η αφήγηση γίνεται τόσο παραστατική που είναι σαν να μπαίνουμε μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο και να αντιλαμβανόμαστε με βιωματικό σχεδόν τρόπο ό,τι λέγεται.

Τρία μόλις αφηγηματικά εργαλεία γίνονται ο κύριος αφηγηματικός άξονας και το βασικό όχημα για να υλοποιηθεί το μυθοπλαστικό όραμα του συγγραφέα. Στις μέρες μας που προσπαθούμε να αφομοιώσουμε τις αφηγηματικές τεχνικές με αθροιστικό τρόπο μέσα από σεμινάρια, μαθήματα και εγχειρίδια δημιουργικής γραφής θα πρέπει να θυμόμαστε ότι το εργαλείο είναι απλά το μέσο για την πραγμάτωση μιας ιστορίας. Ωστόσο η σωστή χρήση τους στα χέρια ενός ικανού συγγραφέα μπορεί να οδηγήσει σε θαυμαστά αποτελέσματα.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |37. Ανδρέας Αντωνίου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἀνδρέας Ἀντωνίου

mountains clouds landscapes nature trees flowers hills taiwan yellow flowers skies_www.paperhi.com_23

(Ὁ Ποιητὴς & τὸ Φεγγάρι, Ἀθήνα, Ἐκδ. iwrite.gr, 2012)

Cerridwen

Τὸν Οὐρανὸ διέβηκα, τὸν κόσμο ἔχω γυρίσει
Ἀπ’ τὰ πολλὰ τὰ πάθη μου, τὸ δρόμο μου ἔχω χάσει
Μὰ κάποιο χέρι μαγικὸ μ’ ὁδήγησε σὲ δάση
Ποὺ οὔτε νὰ τὰ ὀνειρευτεῖ ἡ ψυχή μου εἶχε τολμήσει

Ἀπ’ τοὺς κορμοὺς ξεχύθηκαν τῶν δέντρων εὐωδίες
Καὶ γέλιο παιχνιδιάρικο ὑπῆρχε στὸν ἀέρα
Τὸν Οὐρανὸ ἀγνάντεψα, εἶχε χαθεῖ ἡ μέρα
Κι ἀλλόκοτες ἀκούστηκαν παρθένων ψαλμωδίες

Μὲ περισσὴ ἐπιφύλλαξη πλησίασα στὸ μέρος
Κι ἕνα βωμὸ ἀντίκρυσα πού ‘ταν χορταριασμένος
«Γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ Belenus, τοῦ Φωτεινοῦ» χτισμένος
Πού ‘χε μιὰ ὄψη θλιβερὴ καὶ ἔμοιαζε σὰ γέρος

Ἐγὼ Θεοὺς δὲν πίστεψα, μὰ μ’ εἶχε συνεπάρει
Γονάτισα γιατὶ τὸ φῶς μέσα μὲ εἶχε ἀγγίξει
Μιὰ προσευχὴ ξεκίνησα, σημάδι νὰ μοῦ δείξει
Καὶ φάνηκε ἀπὸ ψηλὰ τ’ ὁλόγιομο φεγγάρι

Μέσ’ ἀπ’ τὰ δἐντρα χάραζε τὸ φῶς τὸ μονοπάτι
Ἀερικὰ καὶ Ξωτικὰ μὲς στὰ κλαδιὰ γυρίζαν
Δρυάδες κι ἄλλα πνεύματα, στὰ φύλλα ψιθυρίζαν
Κι ὄνειρο ἤμουν σίγουρος πὼς ἦταν καὶ ἀπάτη

Σταμάτησα κάποια στιγμὴ στὴν ἄκρη ἑνὸς ξεφώτου
Ποὺ ἔμοιαζε πὼς ἤτανε καταμεσοῦ τοῦ δάσου
Μία πανάρχαια φωνὴ μοῦ εἶπε «ἡ καρδιά σου
Ἔχει φτερὰ ἀπὸ ποιητῆ, χαλκάδες αἰχμαλώτου».

Ἀμέσως πίσω γύρισα καὶ κοίταξα τριγύρω
Μία γυναίκα ἔστεκε δίπλα σ’ ἕνα καζάνι
Βοτάνια μέσα ἔβραζαν, τριφύλλι καὶ λιβάνι
Μαντράγορες κι ὑπερικὸ ποὺ μύριζαν σὰν μύρο

«Ἔλα καὶ πιὲς μία γουλιά, κακὸ δὲν θὰ σοῦ κάνει
Μὰ ἴσως μὰ τὸν Teutatis, καὶ νὰ τὸ μετανιώσεις
Προσφέρω μὲ τὴν Rhiannon, τὸ πνεῦμα σου νὰ ἑνώσεις
Μὰ πρέπει νά ‘σαι ἄξιος, πολλοὶ ἔχουν πεθάνει!»

Δείλιασα γιὰ μιὰ στιγμὴ μὰ δὲν ἔκανα πίσω
Γιατὶ ὁ Cernunos μοῦ ‘γνεφε, κάτω ἀπ’ τὰ κέρατά του
Καὶ εἶπα πὼς καλύτερη ἡ μοίρα τοῦ Θανάτου
Παρὰ χωρὶς τοῦ Φεγγαριοῦ τὸ φῶς ἔτσι νὰ ζήσω

Μοῦ ἔβαλε σ’ ἕνα φλασκὶ νὰ πιῶ ἀπ’ τὸ ματζούνι
Καὶ μόλις τὸ δοκίμασα γονάτισα ἀπ’ τὸν πόνο
Ἔξω ἀπ’ τὸ χῶρο κοίταξα τὸν κόσμο κι ἀπ’ τὸ χρόνο
Κι εἶδα ἀλήθεια μυστικὴ ποὺ κρύβουνε οἱ ροῦνοι

Σηκώθηκα μ’ ἀδύναμος ἤμουν πολὺ ἀκόμα
Ἡ ποίηση εἶναι θάνατος κι ἡ τέχνη ἕνα βάρος
Μόνη ἡ Σελήνη πίσω μου ποὺ ἔφεγγε σὰν φάρος
Κι εἶχα θαλασσινοῦ νεροῦ γεύση παντοῦ στὸ στόμα

Τὸ δάσος γύρω χάθηκε μαζὶ μὲ τὸ καζάνι
Καὶ μιὰ γυναίκα ἔβλεπα (ἡ ἴδια ἦταν ἢ ἄλλη;)
Τώρα βρισκόμουν ναυαγὸς σὲ κάποιο ἀκρογιάλι
Καὶ ἤξερα –δὲν ξέρω πῶς– πὼς ἤμουν στὴν Βρετάννη

Φορούσε ἕνα φόρεμα κατάλευκο σὰν χιόνι
Τὸ δέρμα της ἦταν χλωμό, τὰ μάτια της θλιμμένα
Δυὸ δάκρυα τῆς κύλησαν καὶ εἶπε πρὸς ἐμένα:
«Συγνώμη, μὰ τὸ ὄνειρο κάπου ἐδῶ τελειώνει»

Τὸ σῶμα μου παρέλυσε καὶ μούδιασαν τὰ μέλη
Κι ἔμοιαζε τὴν ἀνάσα της σὰν νά ‘θελε να στείλει
Τὸ ἔκανε κι ἕνα φιλὶ μ’ ἀκούμπησε στὰ χείλη
Καὶ μόνο πρόφτασα νὰ δῶ τὸν ἥλιο ν’ ἀνατέλλει

Ξύπνησα στὸ κρεβάτι μου ποὺ εἶχα σὲ μετόχι
Εἶχα ταξίδι μακρινὸ μὰ μὲ κρατοῦσε ζάλη
Τὰ λόγια τῆς Cerridwen βαροῦσαν στὸ κεφάλι
Χίλιες φορὲς μετάνιωσα ἀλλὰ καὶ πάλι ὄχι

~.~

water mountains landscapes trees cliffs the lord of the rings john howe_www.paperhi.com_4

(Τὰ μάτια τῆς Aelún , Ἀθήνα, Οδὸς Πανός, 2016)

Κεφάλαιο Ι: Τὰ Μάτια τῆς Θεᾶς Aelún

A Elbereth Gilthoniel
silivren penna míriel
J.R.R. Tolkien – A Elbereth Gilthoniel

Φυλακισμένος κάθομαι κι ἀπ’ τὶς πληγὲς μουγκρίζω
Μέρα καὶ νύχτα φύλακες πενήντα μὲ φυλοῦν
Καὶ τὸ Φεγγάρι κρύφτηκε στὸ σύννεφο τὸ γκρίζο
Μ’ αὐτὴ τὴν ὥρα ἀναπολῶ τὰ μάτια τῆς Aelún

Θυμήθηκα πὼς ἄκουσα κάποιο μοιραῖο βράδυ
Γιὰ μιᾶς θεᾶς τὸ ἄγαλμα, τυχαῖα νὰ μιλοῦν
Πὼς ἦταν κάθε μάτι του πολύτιμο πετράδι
Ποὺ ὁ θρύλος τὰ ὀνόμασε «Τὰ μάτια τῆς Aelún»

Τὴν λάτρευαν οἱ βάρβαροι πρὶν ἑκατὸ αἰῶνες
Καὶ λὲν πὼς μέχρι σήμερα τὰ πόδια της φιλοῦν
Αὐτοὶ ποὺ δὲν τὴν ξέχασαν – κλέφτες κι ἀπατεῶνες
Ὅσοι πιστὰ λατρεύουνε τὰ μάτια τῆς Aelún

Αὐτὴ ἡ θεὰ τοῦ Φεγγαριοῦ ποὺ σκλάβωσε τὰ πλήθη
Μὲ τὰ διαμάντια μάτια της ποὺ ἁπαλὰ γελοῦν
Ξεχάστηκε, τὴν σκέπασαν τὰ χόρτα καὶ ἡ λήθη
Καὶ ἔμειναν σὰν ὄνομα, «τὰ μάτια τῆς Aelún»

Λένε πὼς κρύβουν ποταμοὺς τὰ γαλανά της μάτια
Ποὺ χύνονται στὴν θάλασσα, καθὼς ἀργὰ κυλοῦν
Διαμάντια ποὺ ἀξίζουνε βασίλεια καὶ παλάτια
Ὁ πιὸ ἀρχαῖος θησαυρός – τὰ μάτια τῆς Aelún

Τὰ δυὸ πετράδια τῆς θεᾶς τὰ ἔχω κυνηγήσει
Στὶς χῶρες ποὺ τὸν Θάνατο σὲ σκόνη τὸν πωλοῦν
Μὰ τελικὰ ξαστόχησα καὶ ἔχω ναυαγήσει
Καὶ τώρα μοναχὸς θρηνῶ τὰ μάτια τῆς Aelún

Τὰ μάτια ποὺ ἀνέτειλαν πρὶν τὴν αὐγὴ τοῦ Χρόνου
Μὲ μάγεψαν κι ὣς σήμερα ἀκόμη μὲ καλοῦν
Στὸν οὐρανὸ τῆς ἡδονῆς, στὴ θάλασσα τοῦ πόνου
Τοῦ πόνου ποὺ μ’ ἀνάψανε τὰ μάτια τῆς Aelún

Ἔτσι, ἐτούτη τὴν βραδιὰ μὲς στὸ κελί μου γράφω
Αὔριο στὸ ἀπόσπασμα πρωὶ θὰ μ’ ἐκτελοῦν
Μοῦ ἔσκαψε ὁ δήμιος ἀποβραδὶς τὸν τάφο
Μὰ πιὸ πολὺ μὲ σκότωσαν τὰ μάτια τῆς Aelún

Μὰ κι ἂν μὲ θάψουνε στὴ γῆ, ὅταν θά ‘χω πεθάνει
Τὰ μάτια της στὴν κόλαση θὰ μοῦ φεγγοβολοῦν
Ἔλα λοιπὸν γιὰ νὰ σοῦ πῶ, μιὰ νύχτα τί εἶχα κάνει
Ποὺ ἔκλεψα καὶ μ’ ἔκλεψαν τὰ μάτια τῆς Aelún

~.~

Κεφάλαιο IV: Atom Deuogdonion

Andedion uediíumi diíiuion risun, artiu mapon aruerriíatin lopites sní eððdic sos brixtía anderon
Ἀπόσπασμα ἀπὸ ἐπιγραφὴ στὸ Chamalières

M’ ὁδήγησε στὰ ἴχνη σου ἡ μυστική σου σμύρνα
Κι ἐγὼ τὰ ἴχνη ἀκολουθῶ σὰν Κέλτης κυνηγός
Aelún, θεὰ τοῦ Φεγγαριοῦ, πάλι κοντά μου γύρνα
Ποὺ πέρασα γιὰ χάρη σου τὶς ὄχθες τῆς Στυγός

Διέσχισα τὸ πέλαγος μὲ αἰγυπτιακὲς πιρόγες
Μὲ ξέβρασαν τὰ κύματα σὲ χώρα μακρινή
Στὴ γῆ ποὺ ζοῦνε Ἐλβετοί, Αἰδοῦοι κι Ἀλλοβρόγες
Σὲ χώρα ἀφιλόξενη, ψυχρὴ καὶ ὀρεινή

Στῶν Ἄλπεων τὶς κορυφὲς ἀντιλαλοῦνε ὕμνοι
Ποὺ τραγουδᾶνε Σεκβανοὶ μὲ γκάιντες καὶ αὐλοὺς
Καὶ καθρεφτίζεσαι Aelún σὲ ἀσημένια λίμνη
Καὶ χρυσαφίζει πάνω σου τὸ φῶς ἀπ’ τοὺς δαυλούς

Σὲ κάλεσα μὲ μαγικὰ τοῦ χθόνιου Maponos
Μιὰ προσευχὴ ἀκατάληπτη ποὺ καίει καὶ δονεῖ
Καὶ εἶναι μέσα μου θεά, ἀβάσταχτος ὁ πόνος
Ὅσο βαθιὰ κι ἀβάσταχτη εἶναι κι ἡ ἡδονή

Σὲ ἕνα λάκκο ἔχυσα γάλα, νερὸ καὶ μέλι
Στοῦ Ande-Dubnos τοὺς θεούς, σοῦ ἔκανα χοές
Τί κι ἂν μὲ σκότωσες Aelún; Ἐσένα δὲν σὲ μέλλει
Ἀλλὰ γιὰ σένα θά ‘δινα ἀκόμη δυὸ ζωές

Ρώτησα γιὰ τὰ μάτια σου ἕναν Καρνούτη μάντη
Ποὺ διάβασε τὴν μοίρα μου στὰ σπλάχνα τῶν ψαριῶν
Καὶ μοῦ ‘πε «ἐκεῖνο τὸ λαμπρό, ποὺ κυνηγᾶς, διαμάντι
Θὰ σὲ χαράξει τὶς πληγὲς χιλίων μαχαιριῶν»

Γιὰ σένανε κατάργησα τὰ σύνορα τοῦ κόσμου
Τὰ σὐνορα ποὺ ὁρίζουν ὁ Σαϊὸν κι ὁ Ροδανὸς
Νὰ γίνει ὁ ἄυλος κόσμος σου γιὰ μιὰ φορὰ δικός μου
Νὰ ἑνωθεῖ ἡ θάλασσα, ἡ γῆ κι ὁ οὐρανός

Στραβῶσαν τὰ θεμέλια κι ὁ κόσμος πῆρε κλίση
Ράγισα τοὺς ἀστερισμοὺς τὸ φῶς σου γιὰ νὰ μπεῖ
Κι ἂν σφάλισες τὰ μάτια σου κι ἀπ’ ἔξω μ’ ἔχεις κλείσει
Πάλι σ’ ἀκολουθῶ πιστὰ σὰν σὲ νεκροπομπή


Ὁ Ἀνδρέας Ἀντωνίου γεννήθηκε τὸ 1988 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ διαμένει στὴ Λευκωσία. Εἶναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Ἔχει ἐκδώσει τὰ ποιητικά: Τὸ Φῶς καὶ τὸ Σκοτάδι (2010), Ὁ Ποιητὴς & τὸ Φεγγάρι (2012), Τὰ Μάτια τῆς Aelún (2016) καὶ Andro I. Μύθοι καὶ Ἱστορίες (2019). Ἔχει ἐκδώσει ἐπίσης τὸ μυθιστόρημα Τὸ Παρελθὸν ἑνὸς συγγραφέα (2016)

 

Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o.jpg

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.

Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.

Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.

Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»

Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.

Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.

Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |36. Ελένη Χαϊμάνη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἐλένη Χαϊμάνη

69331424_930072294014024_1019264815299821568_n

(Οἰστρογόνα, Ἀθήνα, Ἰωλκός, 2018)

Σαπφώ

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Ἀγκῶνες, χείλια κι ἀστραγάλους
θὰ διαλέγουν,
ἀπὸ σᾶς, τὴν ἄλλη καὶ τὴν ἄλλη
– Γαλάτεια, Εὐτέρπη καὶ Καλλιόπη!

Στὸ ὄνομα τοῦ Ἔρωτα,
πικρές μου ἀγαπημένες ἀδελφές,

δὲ θά ‘στε παρὰ ἕνα πρόπλασμα,
σ’ αὐτὴν ποὺ δὲν μποροῦν
νὰ πάρουν στὸ κατόπι.

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Αὐτοί, ποὺ ἔγραφαν τὶς συλλαβές,
ἔφυγαν ὅλοι νέοι.
Κι ἔγιναν τραγούδια μας,
παρέμειναν Ὡραῖοι!…

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Ἐγὼ ποὺ σᾶς τὸ λέω, τὸ ξέρω,
τί εἶναι Ἀλκαῖο ν’ ἀγαπᾶς
καὶ νὰ ταΐζεις τὶς Πλειάδες λέξεις.

~.~

Ἀνοιχτὲς παπαροῦνες

Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
ξαπλωμένοι σ’ ἕνα παχὺ χαλὶ
τῶν χρυσανθέμων.
Θὰ ὑπάρχει μιὰ δυνατὴ φωτιὰ
ποὺ δὲ θὰ καίει τὰ ἄνθη.
Κι ἀνάσες μας ἀνάκατες,
κοφτές,
ἡδονικές,
καυτὲς
θὰ κάνουν τὸ χαλὶ αὐτὸ
κι ἄλλους σπόρους νὰ βγάζει.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
σ’ ἕναν οὐράνιο θόλο
ποὺ θά ‘χει τὸν ἥλιο, δίσκο
ἑνὸς πικὰπ μὲ ἁλμυρὲς σταγόνες.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
μά, τώρα δὲν εἶναι ὥρα,
μόλις ποὺ ἔριξα τὸ λίπασμα
νὰ βγοῦμε τὰ λουλούδια,
ἐνῶ ἐσὺ ἀκόμα
ψάχνεις τὶς ἐκτάσεις
μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
μά, εἶναι νωρὶς ἀκόμα.

~.~

Χαῖρε

Χαῖρε, ὕστερη ὥρα,
ὥρα κατοπινή, χαῖρε,
ἀρχὴ τοῦ τέλους, ὥρα.

Ὅταν θὰ πάψεις
τῶν κηδεμόνων
κι ἀπ’ τὰ σταλάγματα
τοῦ πράσινου σταχυοῦ,
ἡ περιδίνηση
στὴ φούχτα σου
θά ‘ναι καλειδοσκόπιο
ἄρτου ξανθοῦ, ζυμωτοῦ
τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν στιγμῶν.

Χαῖρε, ὕστερη ὥρα,
ὥρα κατοπινή, χαῖρε,
ἀρχὴ τοῦ τέλους, ὥρα.

Καὶ δὲ θὰ βρεθεῖ κανεὶς
γιὰ νὰ τὸ πάρει
τοῦτο τὸ μαριόλικο
πού ‘χει στὸ στόμα πέτρες.


Ἡ Ἑλένη Χαϊμάνη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1980, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Φωκίδα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευθεῖ σ’ ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ περιοδικά. Ἐπίσης, ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ συλλογές της: Ἡ ποίηση στὰ πλαϊνὰ τῶν στίχων (2015) καὶ Οἰστρογόνα (2018).