Συντάκτης: Περιπλανόδιος

Ελένη Χαϊμάνη, Οι ποιητές της κρίσης

Οι ποιητές της κρίσης

Κάμποσα χρόνια διεύθυνση δεν είχαμε ποτές
στιχάκια, μόνο, γράψαμε στην εποχή της κρίσης,
άξιοι παίχτες της ζωής, αφού κι οι αρπαχτές
ομόρριζες μάς δίνανε τις ηδονές της χρήσης∙

μας ξελόγιασαν οι μορφές που βλέπαμε στην ύλη
σκαρώνοντας τους στίχους μας, πάντοτε prima vista,
σε ό,τι είπαμε, λοιπόν, σαφώς θα πουν κι οι φίλοι:
απ’ όλα αυτά που έγραψες, πάρ’ τα μισά και σβήσ’ τα!

Πώς μόνιασαν τα βλέμματα μ’ αυτά της οροφής:
― Θα πάς αύριο για δουλειά; Θα σηκωθείς να λάμψεις;
και έπεφτεν απάνω μας, μιας θλίψης μας κρυφής,
το κάλεσμα, σαν τη βρισιά: Οι ποιητές της κάμψης!

Κι αν είν’ η τύχη και για μας ίδια με του Φιλύρα,
αν είναι μοίρα της ζωής όπως του Καρυωτάκη,
θα μαραζώσουμε κι εμείς απ’ του τρελού την ψείρα;
― Σήκω, τράβηξε για δουλειά, μικρό μου εμποράκι!

Όμως τις ώρες τις βαριές που σταματάν οι ήχοι,
π’ όλη τη μέρα ήμασταν, σαν την ανεμοδούρα
από το πάλεμα του νου, ακέραιοι βγαίναν στίχοι
και φάνταζαν τόσο πολύ ίδια καρικατούρα

παραμορφώνοντας καλά την πίκρα μας, σε γέλιο
στραβοί, κουτσοί να τρέχουμε, παιδί κυνηγημένο,
ώς να πιαστεί η ανάσα μας το βάζαμε θεμέλιο
σαν άθεοι που μπήκανε σε τόπο… ευλογημένο.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

Οι παλιοί δάσκαλοι

2019-10-30-37258-befunky-project-1

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Πολλά από τα τεχνικά στοιχεία που παίζουν καθοριστικό δομικό ρόλο στις σύγχρονες αφηγήσεις μας είτε μιλάμε για τη λειτουργία τους στο μυθιστόρημα είτε στο θεατρικό κείμενο είτε στο σενάριο, υπάρχουν εν σπέρματι σε έργα του απώτερου ή και του πιο πρόσφατου παρελθόντος. Με την εδραίωση του μυθιστορήματος ως αφηγηματικού είδους, από τον 17ο αιώνα και μετά τα εν λόγω στοιχεία γίνονται εργαλεία εκ των ων ουκ άνευ για την κατασκευή του κειμένου. Οι καλοί μάστορες του λόγου ξέρουν να τα χειρίζονται και να τα προσαρμόζουν στα γραπτά τους εκουσίως ή και ακουσίως.

Μια τέτοια περίπτωση είναι βεβαίως αυτή του Τόμας Χάρντι. Ο βικτωριανός συγγραφέας εμφανίζεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο μια εποχή που το βρετανικό μυθιστόρημα βρίσκεται στις δόξες του. Τρόλοπ, Ντίκενς, Σέλλευ, Τζωρτζ Έλλιοτ, Γουίλκι Κόλινς, αδελφές Μπροντέ και τόσοι άλλοι παραδίδουν τα χορταστικά, πολυσέλιδα μυθιστορήματά τους, πολλά από τα οποία γράφονται αποσπασματικά και δημοσιεύονται σε συνέχειες σε περιοδικά και εφημερίδες. Το κοινό καταναλώνει με βουλιμία τις ιστορίες τους. Οι συστροφές της πλοκής προκαλούν αναγνωστικό παραλήρημα. Τα παθήματα των ηρώων ερεθίζουν την ενσυναίσθηση.  Λόγω της αποσπασματικής δημοσίευσης σχεδόν κάθε κεφάλαιο τελειώνει με πολύ ισχυρό cliffhanger. Με ένα ερώτημα δηλαδή να αιωρείται, με το σασπένς σε εκκρεμότητα, με τη μοίρα των ηρώων σε αμφίβολη κατάσταση. Οι αναγνώστες πρέπει να συνεχίσουν πάση θυσία το διάβασμα. Τα σύγχρονα σήριαλ χρωστάνε πολλά σε αυτή την τεχνική.

Το μυθιστόρημα του Χάρντι, Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ, η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου με χαρακτήρα (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Gutenberg) δεν ξεφεύγει από τον κανόνα. Τα σύντομα κεφάλαιά του τελειώνουν κατά κανόνα με τρόπο που σε κάνουν να θες να συνεχίσεις την ανάγνωση. Άλλο ένα βικτωριανό page turner λοπόν. Όμως στη φαρέτρα του Χάρντι κρύβονται και άλλα όπλα.

Σε αντίθεση με την πυραμίδα του Freytag (παλιό μοντέλο αφηγηματικής και δραματουργικής ανάπτυξης, σύμφωνα με το οποίο η καμπή της πλοκής αρχικά ανεβαίνει, φτάνει σε κορύφωση στο μέσο της ιστορίας και στη συνέχεια παίρνει την κατιούσα), στον Δήμαρχο του Κάστερμπριτζ η πλοκή έχει τη μορφή γραμμής που, χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα, πάει μόνο προς τα κάτω (με εξαίρεση τα πρώτα κεφάλαια που λειτουργούν εν είδει προλόγου της ιστορίας). Μοιάζει δηλαδή με έναν κατήφορο, η κλίση του οποίου γίνεται, όσο γυρνάμε τις σελίδες, όλο και πιο ολισθηρή, όλο και πιο απότομη για τον κεντρικό ήρωα και κατά συνέπεια για την ίδια την ιστορία. Η κατάρρευση είναι ολοκληρωτική και εκφράζεται ποικιλοτρόπως: ως ηθική εξαθλίωση, ως συναισθηματική απογύμνωση, ως ψυχολογική απίσχνανση αλλά και ως σωματική κατάπτωση.

Τα υπόλοιπα πρόσωπα του μυθιστορήματος δεν μένουν ανεπηρέαστα από τη γενική ροπή. Οι ήρωες έχουν όλοι τραύματα, παλιές πληγές που κακοφορμίζουν. Σχεδόν όλοι τους φυλάνε μυστικά. Σε κάθε διάλογο προσπαθούν να τα κρατήσουν θαμμένα. Είναι μυστικά που πονάνε, που πληγώνουν, που εκθέτουν όποιον τα φανερώσει. Τα πρόσωπα λοιπόν επιχειρούν να κρύψουν αυτά που πραγματικά σκέφτονται και όσα πραγματικά αισθάνονται πίσω από την ευπρέπεια των λόγων τους και κάτω από την ουδετερότητα των πράξεών τους. Μιλάνε για να κρυφτούν. Για αυτό μιλάνε πολύ. Είναι οφθαλομοφανής μια κατάχρηση που γίνεται από τον συγγραφέα όσον αφορά τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο. Ωστόσο στους διαλόγους του ο Χάρντι φαίνεται να ακολουθεί εκείνη την παλιά καλή συμβουλή: χρησιμοποίησε τον διάλογο όχι για την επικοινωνία των προσώπων αλλά για να  καταδείξεις την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους. Και πράγματι οι χαρακτήρες του Χάρντι, προσκολλημένοι στην κρυφή συναισθηματική τους ατζέντα δεν βρίσκουν εύκολα σημείο τομής με τους άλλους.

Τα πρόσωπα μοιάζουν ανεβασμένα σε τραμπάλες. Ανεβοκατεβαινουν ανάλογα με το συναισθηματικό βαρόμετρο.  Όταν κάποιος αφηγηματικός χαρακτήρας επιθυμεί, στέργει, λαχταρά, θέλει κάποιον άλλο, εκείνος ο άλλος τον αποστρέφεται και τούμπαλιν. Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται με τον χαριτωμένο τρόπο που συμβαίνει συχνά στις κωμωδίες του Σαίξπηρ ή του Μαριβώ. Εδώ οι ερωτικές παρεξηγήσεις έχουν δραματικό βάρος. Γίνονται προέκταση του ψυχικού ελείμματος των χαρακτήρων. Έκφραση της ψυχοπαθολογίας τους. Όπως παρατηρείται συχνά στο βικτωριανό μυθιστόρημα η επιθυμία κατατρώει τα σωθικά των ηρώων. Αλλά η επιθυμία γενικότερα είναι η καύσιμη ύλη του μυθιστορήματος. Ακόμα και σήμερα αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους αφηγηματικούς μηχανισμούς που οδηγούν την εξέλιξη της ιστορίας και θέτουν σε κίνηση το δραματουργικό ντόμινο των πραγμάτων.

Οι άνθρωποι στον Χάρντι λειτουργούν συναισθηματικά σαν μαγνήτες. Άλλοτε έλκονται και άλλοτε απωθούνται από τον άλλο. Χωρίς φαινομενικά ιδιαίτερο λόγο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό προκύπτει σαν φυσικό επακόλουθο της μετατόπισης των ηλεκτρομαγνητικών τους πόλων. Τέτοιοι επαμφοτερισμοί οδηγούν σε ανατροπές, σε αναπάντεχες αλλαγές της πλοκής και σε απότομη μεταβολή της θερμοκρασίας κάθε σκηνής. Σε στοιχεία δηλαδή που ενδυναμώνουν και επιτείνουν ακόμα περισσότερο το σασπένς.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό εργαλείο που στα χέρια του Χάρντι αποδεικνύεται πολύ πρόσφορο και παραγωγικό από αφηγηματική άποψη είναι η περιγραφή. Στη σύγχρονη μυθοπλασία έχουμε μια επίκτητη συστολή απέναντι σε αυτόν τον αφηγηματικό τρόπο. Σχεδόν τον φοβόμαστε. Οι εικόνες που μας κατακλύζουν από παντού μας έχουν δημιουργήσει ένα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντί του. Δεν περιγράφουμε. Και όταν το κάνουμε, προσπαθούμε να ξεμπερδεύουμε γρηγορα.

Οι περιγραφές όμως στον Χάρντι δεν αποτελούν μια στατική απεικόνιση ή απλή παράθεση τοπογραφικών λεπτομερειών. Έχουν δεσπόζοντα ρόλο στη ίδια τη ρυθμολογία της αφήγησης. Η  τεχνική που χρησιμοποιεί με μεγάλη ονολογουμένως δεξιοτεχνία ο συγγραφέας είναι τα αλλεπάλληλα zoom in και zoom out. Ο φακός του μας πηγαίνει χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς από γενικά πλάνα σε πολύ κοντινά. Και φωτίζει λεπτομέρειες της εικόνας που δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Από τη μακροσκοπική κλίμακα μεταφερόμαστε σε χρόνο dt στη μικροσκοπική, συχνά με τρόπο εναλλασσόμενο. Σαν να ανοιγοκλείνει περιοδικά η βεντάλια της εστίασης. Με μια υπόρρητη πρόθεση δηλαδή να δημιουργηθεί μοτίβο και συνεπώς ρυθμός.

Ιδού ένα παράδειγμα:

Πιο κάτω ξανοίγονταν κάμποι, ενώ προς τα πάνω υψώνονταν άλλες λοφοπλαγιές, διάστικτες από αναχώματα κι αυλακωμένες από τ’ απομεινάρια προϊστορικών οχυρών. Όλος ο τόπος λουζόταν κάτω από τις αχτίδες ενός ήλιου που, έχοντας μόλις ανατείλει, δεν είχε προλάβει να στεγνώσει ούτε ένα φυλλαράκι της νοτισμένης χλόης, ενώ οι στεφάνες από τους τροχούς των αμαξών είχαν χαράξει το έδαφος με κίτρινες και κόκκινες γραμμές, σαν τροχιές κομητών. Όλοι οι τσιγγάνοι και οι θεατρίνοι που είχαν παραμείνει τριγύρω κοιμούνταν στα αντίσκηνα και τις άμαξές τους ή είχαν κουκουλωθεί με τις λινάτσες των αλόγων, βουβοί και ακίνητοι σαν νεκροί, με εξαίρεση κανένα περιστασιακό ροχαλητό που πρόδιδε την παρουσία τους. (σελ. 69)

Άλλες φορές από το βάθρο της σχολιαστικής παντογνωσίας (editorial omniscience) σύμφωνα με την κατάταξη του Friedman (κατά την οποία η οπτική γωνία του συγγραφέα είναι απεριόριστη αλλά οι παρεμβολές και οι γενικεύσεις του για τη ζωή και τα ήθη είναι αρκετά συχνές. Ισχύει και σε περιπτώσεις του Τολστόι, της Τζέην Ώστεν κ.α.) ο Χάρντι προβαίνει σε διεισδυτικές και πρωτότυπες παρατηρήσεις που δίνουν άλλη χροιά και νόημα στην ίδια την περιγραφή. Βάζει λοιπόν τον κεντρικό του ήρωα να παρατηρεί τη θετή κόρη του την ώρα που εκείνη κοιμάται και παραθέτει τις κάτωθι σκέψεις:

Μέσα στον ύπνο αναδύονται θαμμένα γενεολογικά δεδομένα, προγονικές καμπύλες, χαρακτηριστικά νεκρών προσώπων, που η κινητικότητα των πρωινών εκφράσεων συγκαλύπτει και εξαφανίζει. (σ. 227)

Έχει πολύ ενδιαφέρον πώς επηρεάζεται και αλλάζει η κατανομή του προσώπου ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται εκείνος που το παρατηρεί. Η ψυχοσυναισθηματική φάση των υποκειμένων επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα.

Σε άλλο σημείο βλέπουμε την υποβλητική επίδραση του ήχου μέσα από την περιγραφή. Η περιγραφή γίνεται, με πολύ λίγες λέξεις, απόκοσμο ηχοτοπίο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει όταν μια από τις ηρωίδες του έργου κρυφακούει τον πρώην εραστή της να διαβάζει φωναχτά τα παλιά της γράμματα στον νυν άντρα της:

Οι δικές τις λέξεις, ειπωμένες με τη φωνή του Χέντσαρντ, τη χαιρέτιζαν  σαν φαντάσματα από τον τάφο. (σελ. 407)

Γενικότερα ο Χάρντι δεν ξεχνάει ότι όταν περιγράφει κάτι απευθύνεται λίγο πολύ σε όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη και όχι μόνο στην όραση. Ενορχηστρώνει έτσι μια αναγνωστική εμπειρία που είναι πλήρης, χορταστική, πολυσχιδής και πολύτροπη.

Προς το τέλος του μυθιστορήματος φτάνουμε σε μια κλασική φάση κλιμάκωσης, η οποία προετοιμαζόταν λίγο πολύ από την αρχή του έργου. Μόνο που εδώ έχουμε το τρυκ της διπλής κλιμάκωσης. Ο υδράργυρος ανεβαίνει κατακόρυφα στην κυριολεκτικά σώμα με σώμα μάχη του πρωταγωνιστή με τον ανταγωνιστή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια ο πρωταγωνιστής, Χέντσαρντ είναι ο “κακός” και ο ανταγωνιστής, Φάρφρι, ο “καλός”, αλλά όπως έχουμε δει σε πλείστες όσες περιπτώσεις τα αφηγηματικά μοτίβα είχαν/έχουν πάντα αξιοσημείωτη ελαστικότητα και ήταν/είναι πρόσφορα για ανατροπή των στερεοτύπων. Με τη λύση αυτής της πρώτης κλιμάκωσης, περνάμε σχεδόν αμέσως στη δεύτερη: τη δημόσια διαπόμπευση της γυναίκας του Φάρφρι. Άλλο ένα μοτίβο με χαρακτηριστική διακειμενική παρουσία (το έχουμε δει ακόμα και σε ταινίες και σήριαλ, όπως στη Μαλένα ή στο Game of Thrones με τον περίφημο διασυρμό της Σέρσεϊ).

Μετά το peak η κειμενική εντροπία οδηγείται, ως συνήθως σε κατάσταση ισορροπίας. Ο Χάρντι αφιερώνει 70 περίπου σελίδες προς την κατάσβεση του δράματος. Η ένταση σιγά σιγά αποσοβείται. Ο αναγνώστης ηρεμεί. Η δράση αραιώνει. Ο ρυθμός ομαλοποιείται. Βρικόμαστε σε μια περιοχή του κειμένου που όχι άδικα ονομάζεται λύση (resolution). Όλο το γαϊτανάκι των σχέσεων, των δράσεων, η βασική πλοκή και όλες οι υποπλοκές του έργου οδεύουν προς ένα οριστικό κλείσιμο. Στο resolution φαίνεται πολλές φορές η “σοφία του έργου”. Δεν μιλάμε φυσικά για ηθικό δίδαγμα ή τίποτα παρόμοιο. Αλλά το ίδιο το έργο ως μηχανή παραγωγής πολυσήμαντων νοημάτων οδηγεί φυσιολογικά σε κάποια συμπεράσματα. Στο εν λόγω σημείο του μυθιστορήματος βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα, τον Χέντσαρντ, σαν κακέκτυπο του εαυτού του να περιφέρεται στις παρυφές της πόλης και της περιοχής που κάποτε διαφέντευε. Το τέλος του ήρωα είναι προδιαγεγραμμένο. Και ενώ μέχρι τώρα οι αντιφάσεις του, οι σκληρές όψεις του χαρακτήρα του και οι λανθασμένες επιλογές του, ωθούν τον αναγνώστη να διάκειται εχθρικά ή έστω με περισυλλογή απέναντί του, η σπίθα του empathy ανάβει και πάλι. Και τον ανεβάζει στο βάθρο του τραγικού ήρωα. Του συμβόλου δηλαδή. Του ήρωα που αποκαθαίρεται μέσα από την ίδια την ιστορία του.

Αν και τούτο το σημείωμα δεν έχει κριτικές προθέσεις ή αξιώσεις (άλλωστε εξετάζει απλώς τη λειτουργία κάποιων δομών στο μυθιστόρημα του Χάρντι, και αυτό με τρόπο αναγκαστικά επιφανειακό λόγω χώρου), θα ήταν άδικο να μην σταθούμε στη συμβολή της μεταφράστριας Τόνια Κοβαλένκο στο τελικό αποτέλεσμα. Όταν ο μεταφραστής πέρα από χαλκέντερος εργάτης του λόγου, χειρώνακτας στην ουσία, τυγχάνει να είναι και ποιητής το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό. Η Τόνια Κοβαλένκο με εμπειρία, αλλά και με ταπεινότητα απέναντι στο υλικό που καλείται να τιθασεύσει, μας δίνει ένα κείμενο χυμώδες, ρέον, πολύχρωμο, τονίζοντας τις ψυχολογικές αποχρώσεις των ηρώων και τους ρυθμικούς κυμματισμούς των περιγραφών.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Ο τραγικός θάνατος του γελωτοποιού Πιέτρο Γκονέλα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ο άνωθι εικονιζόμενος Πιέτρο Γκονέλα ήταν γελωτοποιός στην αυλή του Νικολό ντ’ Έστε στη Φερράρα. Το πορτραίτο του Γκονέλα φιλοτέχνησε ο διάσημος Γάλλος ζωγράφος και μικρογράφος Ζαν Φουκέ μεταξύ 1447 και 1450, και σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης στη Βιέννη. Ο Φουκέ είχε ταξιδέψει στην Ιταλία γύρω στα 1447 και εκεί έμαθε για τον γελωτοποιό, που είχε πεθάνει λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1441. Το ωραίο πορτραίτο του Γκονέλα φιλοτεχνήθηκε είτε στην Ιταλία είτε στη Γαλλία, όπου ο Φουκέ επέστρεψε το 1450.

Οι διαστάσεις του πορτραίτου είναι 36,3 x 25,9 εκατοστά και είναι ζωγραφισμένο με λάδι σε ξύλο βελανιδιάς. Τα ρούχα του Γκονέλα είναι βαμμένα με εραλδικά χρώματα, κίτρινο, κόκκινο και πράσινο, και ο σκούφος του είναι σύμφωνος με τη μόδα που ήταν διαδεδομένη εκείνη την εποχή στη Γαλλία. Το κεφάλι του είναι γερμένο στο πλάι και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Είναι πολύ κοντά στον θεατή και μοιάζει να σκύβει και να κοιτά απ’ το παράθυρο. Η θέση των χεριών και η κλίση του σώματός του δε συνηθίζονταν σε πορτραίτα αριστοκρατών της εποχής· ίσως με αυτό τον τρόπο ο ζωγράφος υποδηλώνει την κατώτερη κοινωνική θέση του γελωτοποιού ή, σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, παρωδεί την imago pietatis, την εικόνα του πάσχοντος Χριστού. Ο Γκονέλα κοιτάζει καλοκάγαθα τον θεατή μ’ ένα ελαφρό χαμόγελο. Το βλέμμα του είναι διεισδυτικό, το μέτωπο ρυτιδιασμένο, το πρόσωπο τελικά παίρνει μια κάπως μελαγχολική έκφραση.

Ο Γκονέλα γεννήθηκε γύρω στα 1390, κατά πάσα πιθανότητα στη Φλωρεντία. Είχε ταπεινή καταγωγή, αλλά έγινε διάσημος για τα πνευματώδη αστεία και τις φάρσες του, κι έτσι προσλήφθηκε ως επίσημος γελωτοποιός στην αυλή των Έστε στη Φερράρα. Είναι από τους πρώτους γελωτοποιούς της Αναγέννησης που αρχίζουν να διακρίνονται καθαρότερα μέσα στην αχλύ του μύθου. Στο εξής οι γελωτοποιοί αποκτούν σιγά σιγά όνομα και βιογραφία· παύουν να είναι ανώνυμοι, ίδιοι κι αξεχώριστοι μέσα στην ασημότητά τους. Ο Γκονέλα μάλιστα φαίνεται ότι απέκτησε πολύ μεγάλη φήμη: αναφέρεται και στις Τριακόσιες νουβέλες (II Trecentonovelle, 1392-1400) του Φράνκο Σακέτι και στα Ανέκδοτα (Facetiae, 1438-1452) του Πότζιο Μπρατσιολίνι και στις Νουβέλες (Novelle, 1554, 1573) του Ματέο Μπαντέλο. Το 1762 δημοσιεύτηκε και μια ανώνυμη Vita di Pietro Gonnella Buffone (Βίος του μπουφόνου Πιέτρο Γκονέλα).

Καθώς φαίνεται, ο Γκονέλα ίππευε ένα άλογο εξαιρετικά ισχνό και κωμικά λιπόσαρκο· εγκαινιάζει έτσι τη μακρά κωμική παράδοση των αστείων ηρώων που καβαλικεύουν άλογα αδύναμα κι ετοιμόρροπα. Ο Θερβάντες μάλιστα αναγνωρίζει ρητά αυτή την οφειλή του στον Γκονέλα, όσον αφορά το παρουσιαστικό του Ροσινάντε. Στο πρώτο κεφάλαιο του Δον Κιχώτη διαβάζουμε:

Ύστερα πήγε [ο Δον Κιχώτης] να δει το ψωραλέο του άλογο που, μολονότι είχε περισσότερες αγκωνές κι από ρεάλι και πιότερα κουσούρια κι από το άλογο του Γκονέλα, το οποίο tantum pellis et ossa fuit [ήταν όλο πετσί και κόκκαλα], εκείνου του φάνηκε πως ούτε ο Βουκεφάλας του Αλεξάνδρου ή ο Μπαμπιέκα του Θιδ δεν συγκρίνονταν μαζί του.[1]

Νεότεροι μελετητές προσπάθησαν να ξεχωρίσουν τον πραγματικό βίο του Γκονέλα απ’ το μύθο του, κάτι εξαιρετικά δύσκολο, γιατί οι γελωτοποιοί είχαν πάντα μια ρευστή ύπαρξη, όπως άλλωστε όλοι οι πλανόδιοι λαϊκοί καλλιτέχνες. Η πρώτη σοβαρή εργασία πάνω στο γενικότερο ζήτημα των γελωτοποιών, στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στον Γκονέλα, είναι η Ιστορία των αυλικών γελωτοποιών του Τζον Ντόραν.[2] Σημαντικότερη και πιο αξιόπιστη είναι η μνημειώδης μελέτη της Ένιντ Γουέλσφορντ Ο γελωτοποιός: Η κοινωνική και λογοτεχνική ιστορία του.[3] Από αυτές τις εργασίες αντλήσαμε και τα ανέκδοτα που ακολουθούν.

*  *  *

Κάποτε η μαρκησία ήταν άρρωστη και ο μαρκήσιος διέταξε τον τότε νεόνυμφο Γκονέλα να στείλει τη γυναίκα του να διασκεδάσει την εκλαμπρότατη κυρία. Ο Γκονέλα δεν ήθελε να στείλει τη γυναίκα του και είπε ψέματα στον μαρκήσιο πως είναι εντελώς κουφή. «Πρέπει να ουρλιάζεις μ’ όλη σου τη δύναμη, αν θες να σε ακούσει». Ο μαρκήσιος επέμεινε να έρθει ούτως ή άλλως, και ο Γκονέλα αναγκάστηκε να υπακούσει. Είπε λοιπόν στη γυναίκα του, καθώς την έστελνε στο παλάτι: «Ο μαρκήσιος είναι εντελώς κουφός. Αν θες να σ’ ακούσει, πρέπει να φωνάζεις με φωνή που θα μπορούσε να ξυπνήσει τους επτά κοιμώμενους παίδες. Πήγαινε, και να φωνάζεις μ’ όλη σου τη δύναμη!» Όταν η γυναίκα τού γελωτοποιού συνάντησε τον μαρκήσιο στο προσκεφάλι της άρρωστης μαρκησίας, ακολούθησε ένας διάλογος που ακούστηκε χιλιόμετρα μακριά. Φώναζαν ο ένας στον άλλο, μέχρι που το κεφάλι της άρρωστης άρχισε να πονάει και ικέτεψε τον άντρα της να μιλά πιο χαμηλόφωνα. «Δε γίνεται», της είπε ο μαρκήσιος, «αυτή η γυναίκα είναι εντελώς κουφή». «Κάθε άλλο», απάντησε η γυναίκα του Γκονέλα, «εσύ είσαι ο κουφός».

*  *  *

Τρεις τυφλοί ζητιάνοι στέκονταν έξω απ’ την εκκλησία και παρακαλούσαν φωναχτά τους περαστικούς να τους ελεήσουν. Ο Γκονέλα, που περνούσε δίπλα τους για να πάει στη λειτουργία, τους είπε: «Φτωχοί φίλοι μου, να ένα φλορίνι! μοιράστε το μεταξύ σας!» Και δεν τους έδωσε τίποτα. «Ο Θεός να σ’ ανταμείψει στον παράδεισο», απάντησαν οι τρεις τυφλοί εν χορώ. Κι έπειτα κάθισαν να μοιράσουν μεταξύ τους αυτό που γενναιόδωρα τους προσφέρθηκε. Καθώς όμως κανένας δεν είχε το φλορίνι, και κανένας δεν πίστευε ότι δεν τον έκλεψαν οι άλλοι, άρχισαν να βρίζονται, κι από τις βρισιές περάσαν στις ξυλιές, κι άρχισαν να χτυπάνε άγρια ο ένας τον άλλο με τα δεκανίκια τους, μέχρι που έσπασαν τα κεφάλια τους κι αιμορραγούσαν. Και τότε ο Γκονέλα μπήκε ανάμεσά τους και προσπάθησε να τους ηρεμήσει λέγοντας: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί!»

*  *  *

Κάποιο αστείο του πείραξε τόσο πολύ τη μαρκησία, που έστειλε να τον φέρουν στο δωμάτιό της. Εκεί εξόπλισε μια ντουζίνα απ’ τις καμαριέρες της με ραβδιά, με την εντολή να πέσουν πάνω στον γελωτοποιό χωρίς έλεος αμέσως μόλις εμφανιζόταν. Ο Γκονέλα, ωστόσο, κατάλαβε, όταν του άνοιξαν την πόρτα, τι τον περίμενε, κι άρχισε αμέσως να φωνάζει: «Κυρίες μου, η ράχη μου είναι στη διάθεσή σας! Η μόνη χάρη που ζητώ είναι εκείνη που θα φιλήσω τελευταία ν’ αρχίσει να με δέρνει πρώτη, κι η πιο αδιάντροπη τσούλα ανάμεσά σας να με χτυπήσει πιο δυνατά απ’ όλες!» Εκείνες έμειναν άναυδες και, μέχρι να προλάβουν να δράσουν, ο Γκονέλα το είχε βάλει στα πόδια, ενώ πίσω του αντηχούσε το γέλιο της μαρκησίας.

*  *  *

Ο Γκονέλα έβαλε στοίχημα με τον αφέντη του ότι υπήρχαν πιο πολλοί γιατροί στη Φερράρα απ’ όσα τα μέλη οποιασδήποτε άλλης συντεχνίας. «Τρελέ», είπε ο μαρκήσιος, «δεν υπάρχει ούτε μισή ντουζίνα γραμμένη στο ληξιαρχείο της πόλης». «Θα σου φέρω έναν πιο αξιόπιστο κατάλογο σε τρεις τέσσερις μέρες», απάντησε ο γελωτοποιός. Και πήγε, με το σαγόνι δεμένο, κι έκατσε στην είσοδο της εκκλησίας. Και όταν τον ρωτούσε κάποιος τι έχει, απαντούσε «Πονόδοντο». Και όλοι του συνταγογραφούσαν κι από ένα αλάνθαστο φάρμακο. Ο Γκονέλα έγραφε το όνομα και τη διεύθυνση, αντί για τη συνταγή. Τελικά, εμφανίστηκε, με το σαγόνι ακόμα δεμένο, στο τραπέζι του αφέντη του. Εκείνος, μόλις άκουσε από τι έπασχε, ανακοίνωσε ότι η μοναδική θεραπεία ήταν η εξαγωγή. Αμέσως ο γελωτοποιός πρόσθεσε το όνομα του μαρκησίου στον κατάλογο των γιατρών της Φερράρας, και τους μέτρησε και τους υπολόγισε ακριβώς τριακόσιους. Ο μαρκήσιος γέλασε και διέταξε να του δώσουν το ποσό που είχαν στοιχηματίσει.

*  *  *

Ο θάνατος του Γκονέλα ήταν κι αυτός αποτέλεσμα μιας φάρσας. Ο αφέντης του, Νικολό ντ’ Έστε, αρρώστησε για μέρες κι ο πυρετός δεν έπεφτε. Οι γιατροί πρότειναν ως θεραπεία να βουτήξει σε παγωμένο νερό, αλλά κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να εξαναγκάσει τον μαρκήσιο να υποστεί την αναγκαία ψυχρολουσία. Ο μόνος που είχε το θάρρος και το θράσος να το κάνει ήταν ο Γκονέλα, ο οποίος έσπρωξε τον Νικολό και τον έριξε στο ποτάμι, καθώς εκείνος περπατούσε δίπλα του. Ο μαρκήσιος θεραπεύτηκε, αλλά ήταν τόσο εξοργισμένος με τη συμπεριφορά του γελωτοποιού, ώστε αποφάσισε να του κάνει μια αγριότερη φάρσα: τον καταδίκασε σε δημόσιο αποκεφαλισμό. Ο Γκονέλα δέθηκε πισθάγκωνα, με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στο ειδικό κούτσουρο. Ακολουθήθηκε όλη η τελετουργία της δημόσιας εκτέλεσης. Και την ώρα που ο δήμιος σήκωσε το τσεκούρι του πάνω απ’ τον κακόμοιρο γελωτοποιό κι ετοιμάστηκε να το κατεβάσει στο λαιμό του, του έριξαν απλά έναν κουβά νερό στο πρόσωπο. Όλοι γέλασαν και περίμεναν απ’ τον Γκονέλα να κάνει το ίδιο. Εκείνος όμως δεν αντέδρασε καθόλου. Ο άμοιρος γελωτοποιός είχε πεθάνει απ’ το σοκ που του προκάλεσε η επικείμενη εκτέλεσή του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα. Μέρος Ι: Ο ευφάνταστος ιδαλγός Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2009, σελ. 69. Όπως εξηγεί σε σχετικό σχόλιο η μεταφράστρια, τα ισπανικά ρεάλια είχαν ακανόνιστο σχήμα και γι’ αυτό οι πολλές γωνιές που αναφέρει ο συγγραφέας.

[2] John Doran, The History of Court Fools, εκδ. Richard Bentley, Λονδίνο 1858, σελ. 358-363.

[3] Enid Welsford, The Fool: His Social and Literary History, Farrar and Rinehart, Νέα Υόρκη 1935, σελ. 128-130. Το βιβλίο του Ντόραν είναι ιστοριοδιφικό, χωρίς ιδιαίτερες επιστημονικές αξιώσεις, αλλά έχει μεγάλες αφηγηματικές αρετές. Αντίθετα, το βιβλίο της Γουέλσφορντ είναι μια μελέτη με τεράστια επιστημονική αξία· ερευνά το αντικείμενό της σε βάθος και κάνει μια συνθετική κοινωνική και ιστορική ερμηνεία.

Ευσταθία Δήμου, Σατιρικά γυμνάσματα

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΝΕΑΡΕΣ ΤΩΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
 
Σε ινστιτούτα ομορφιάς παρκαρισμένη,
σαν ξεχαρβαλωμένη μηχανή,
ακούω να μου λεν∙ «σε περιμένει
ανόρθωση σ’ οπίσθια και σε βυζί.
Και μόλις θα σε δούνε σφριγηλή,
τ’ ανδρός σου τα χείλη ‘θαύμα!’ θα πούνε».
Μα εγώ θα γίνω από στιγμή σε στιγμή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Αν δείχνουν οι γλουτοί κατεβασμένοι,
κι αν οι ρυτίδες ξεπροβάλλουνε σερί,
η εξαφάνισή τους είναι ακριβοπληρωμένη.
Νυστέρι κοφτερό με καρτερεί
και το δέρμα μεμιάς θα τραβηχτεί
από γιατρούς που επάξια χειρουργούνε.
Μα εγώ θα γίνω η καψερή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Η ρίζα στο μαλλί όλο λευκαίνει,
και στην κοιλιά τα λιπαρά έχουν σταθεί,
στα μπράτσα μου η σάρκα κρεμασμένη
κι ο διαιτολόγος όπου να ’ναι θα φανεί,
κόκκαλο να μ’ αφήσει και πετσί.
Μα οι φίλες ποτέ τους δεν ξεχνούνε.
Κεριά θα μπήξουνε στη σαντιγί
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Δεν είναι ένα – τι κρίμα! – το κερί
όμως με όλα αυτά που θα συμβούνε
εγώ θα φαίνομαι για μια ζωή
τριάντα και τα εκατό ποτέ δεν θα με βρούνε.
 
 
UNA RATSA
 
Πήρε σκύλο κατοικίδιο,
από ράτσα αρρενωπή,
για να πάψει το αιφνίδιο
διαζύγιο να θρηνεί.
 
Του πέρασε σφιχτό λουρί.
του αγόρασε σπιτάκι,
του ’βαλε διαλεχτό φαΐ
και του έστρωσε χαλάκι.
 
Καθόταν και τον κοίταζε,
ήσυχα όπως κοιμόταν,
κι όταν στο τέλος νύσταζε,
στο πλάι του ξαπλωνόταν.
 
Το όνομα εκείνου έδωσε
– όμοια τα είχαν όλα –
και πήγε και τον στείρωσε
πριν του σερβίρει φόλα.
 
 
ΦΛΕΡΤING
 
Απ’ το παράθυρο κοιτώ – στο βάθος
βλέπω ξανθό τεκνό που μου γελάει.
Το βλέμμα του πονηρό με διαπερνάει.
Είναι πασιφανές, δεν κάνω λάθος.
 
Το χέρι του επιδέξια ανασκαλεύει
ό,τι η φύση του ’χει αφειδώς δωρίσει
και με την κίνησή του μ’ έχει πείσει
πως σμίξιμο καυτό μου μαγειρεύει.
 
Κάθε αναστολή μου έχει σβήσει.
Με θέλει και τον θέλω. Δεν κρατιέμαι
άλλο. Μεμιάς πάνω του ξαμολιέμαι
 
μα εκείνος την πλάτη έχει γυρίσει.
Θαρρώ πως μάλλον τρέχει κάτι άλλο.
Το σώβρακο τον κόβει στον καβάλο.
 
 
 
ΆΣΟ – ΔΥΟ
 
Ένα το παντελόνι
και η πρόσληψη αργεί,
το ύφασμα όλο λιώνει,
στο γόνυ έχει σχιστεί.
 
Τα δανεικά τελειώσαν
τελειώσαν κι οι ελπίδες
σ’ αυτούς που μου τα δώσαν
διαρκώς στήνω παγίδες.
 
Μα ο κλοιός στενεύει,
με πήρανε χαμπάρι,
μου μένει ένα ζάρι
 
να ρίξω και στα ερέβη
να χαθώ προτού χάσω
με δύο πάλι κι άσσο.
 
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Θάνος Γιαννούδης, Ατλαντίδα

Ατλαντίδα
 
Εκατομμύρια χρόνια πέρασαν,
σκορπίσατε, σβηστήκατε απ’ το χάρτη.
Μα θα ’ρθει η στιγμή και θα ενωθείτε
και πάλι στην Παγγαία την Εσχάτη.
Λ. Λαρέλης
 
Ποια τύχη μού ’δωσε το χάρισμα του λόγου
κι ήρθα σιμά σ’ εσάς τα λόγια αυτά να πω;
Πολλοί την είπανε Θεό κι εμείς Αγέρα,
μα –ο,τι κι αν είναι– το ίδιο κάνει τη φλογέρα
να παρασέρνει τον καιρό του παραλόγου
σ’ ιαμβικό κι ακαταμάχητο σκοπό.
 
Μ’ υποδεχτήκατε, ω άνδρες Αθηναίοι,
σαν πρέσβη επίτιμο ονείρου μακρινού
κι –ενώ μου δώσατε νερό κι αφρώδην οίνο–
ξέρω καλά πως στην ψυχή σας δεν θα μείνω
γιατί άλλος ήχος τη ζωή σας τώρα εμπνέει,
καινούριοι στόχοι σάς συντάραξαν τον νου.
 
Προορισμός σας τα ψηλά και τα μεγάλα
μα το παρόν σας δυστυχώς στα ποταπά.
Λαέ ξεχνάς κι έχεις μια μνήμη σαν το ψάρι
που την ακτίδα απ’ την ψυχή του έχουν πάρει
κι εκείνο ελπίζει και ποθεί μια νέα γυάλα,
καινούρια τείχη να ’χει εμπρός του ν’ αγαπά.
 
Κι ήρθα, λοιπόν, και με κοιτάζετε σαν ξένο
κι όλα είναι ξένα πια σ’ αυτή την εποχή
– μα ποιος καιρός για μας δεν ήτανε εμπόδιο,
με το στερνό φιλί της μάνας κατευόδιο
και την καρδιά μου που –είτε ζω είτε πεθαίνω–
δίπλα στο αιώνιο τραγούδι θ’ αντηχεί;
 
Σας αναγγέλλω πως ξεφτίζει η Ατλαντίδα
κι εσείς το ίδιο ανασαίνετε, θνητοί
στην εκκλησιά του δήμου, γύρω στην πλατεία,
αγιάζι στο Μπουρνάζι, τέλμα στα Χαυτεία,
κοινές ζωές – και στέκει μόνη σας φροντίδα
να μη ραγίσει τούτ’ η μοίρα η τεχνητή!
 
Σώπα, καημέ, κι εσύ, ορμή μου, συγκρατήσου!
Μίκρυν’ η πλάση και δεν κάνει πια για μας…
Στο αττικό ετούτο τ’ άχρονο τ’ αλώνι
ο θαυμαστός καινούριος κόσμος ξεσαλώνει,
με το μυαλό νωθρό και την καρδιά εξίσου,
με δυο στιχάκια που ’χει γράψει ο Σατανάς.
 
Ξέρω καλά πως θε να σβήσει η φωνή μου,
μα αυτό μονάχα σας θερμοπαρακαλώ:
να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη,
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θά ’ρθει,
μεγάλη λέξη στον καιρό του ακρωνύμου,
μακρύ καράβι σε κοντόφθαλμο γιαλό.
 
Γενιές που βγαίνουν και θα σβήσουν γύρω μέτρα,
κραυγές κι αγάπες γέφυρα στον χαλασμό.
Στον Παρνασσό με βγάζει το στρατί που πήρα,
μα πάει καιρός που ο Δευκαλίωνας κι η Πύρρα
γεννούσαν άντρες και γυναίκες απ’ την πέτρα,
όσους δεν ζήσανε ποτέ Κατακλυσμό.
 
Τώρα πια η μνήμη του Κακού παντού θ’ ανήκει,
τις αναμνήσεις του ολούθε θα γροικώ,
θα συντροφεύει τα μικρά παιδιά στην κλίνη,
θα ’ναι λαμπτήρας του φωτός που ανοιγοκλείνει,
Μοίρα μας, που ’ταν να σε πω Θεσσαλονίκη,
μα γλυκογέρνω σε λυκόφως αττικό.
 
Κατακλυσμέ, αυτός ο κόσμος δεν μου φτάνει!
Όλα μού φαίνονται πως στέργουν στο κενό:
συντρίμμια ο έρωτας, το κώνειο στον Σωκράτη,
αιώνιοι πόλεμοι ξανά στις πόλεις-κράτη
κι είναι γραμμένο η Ατλαντίδα να πεθάνει,
να γίνει θρύλος σε βαθύν ωκεανό.
 
Μα κι ο απέραντος ο πόντος θα τελειώσει
σαν άγρια τέρατα ρουφήξουν το νερό
– η Γη είν’ επίπεδη και τ’ όνειρο επίσης,
προτού μας φύγεις την πορτούλα να του κλείσεις,
μην μπει ο Αγέρας ξαφνικά και μου κρυώσει,
γιατί χωρίς αυτό να ζήσω δεν μπορώ…
 
ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Ποιητική βραδιά

Ποιητική βραδιά

Ένας ποιητής στυλάτος
που κυοφορεί
καμαρώνει και κορδώνει
και μακρηγορεί
και θαρρεί πως το κοινό του
μόνο αυτόν θωρεί
 
Αν σκεφτεί καμία λέξη
κάπως ασαφή
τα στιχάκια του σκαρώνει
εις το πι και φι
και τα ντύνει με βελούδο
και χρυσαλοιφή
 
Την στιγμή που απαγγέλλει
στο μικρόφωνο
οι κυρίες χύνουν δάκρυ
μεγαλόφωνο
Μα κι ο ίδιος πια δονείται
σώμα μεταλλόφωνο
 
Κι όταν επιτέλους πέσει
χειροκρότημα
για της ποίησης το σπουδαίο
κληροδότημα
θα τον ταλανίσει πάλι
το ερώτημα:
 
«Μήπως έφτασε η ώρα
να μ’ ακούσει κι άλλη χώρα;»
 
ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ
 

 

Τάκης Κουφόπουλος, Το δωμάτιο

room

[Το διήγημα «Το δωμάτιο» του Τάκη Κουφόπουλου που αναδημοσιεύουμε εδώ προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Εκδοχές (Κέδρος, Αθήνα 1973), σελ. 23-31. Το Νέο Πλανόδιον κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Τάκη Κουφόπουλου, που έφυγε από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου 2019. Προηγήθηκε μια ανασκόπηση από τον Γιώργο Πινακούλα, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν ένα κείμενο του Θανάση Γαλανάκη για τον ποιητή Τάκη Κουφόπουλο και μια ανθολόγηση από το ποιητικό του έργο. Ν.Π.]

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

του ΤΑΚΗ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι στρογγυλό. Χωρίς έπιπλα. Μονάχα µε τις δυο βαθιές πολυθρόνες στο κέντρο του, τη µια ακριβώς απέναντι στην άλλη.

Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι πολύ καθαρό. Ο αέρας µυρίζει απολυµαντικό. Το πάτωµα γιαλίζει. Οι πολυθρόνες, πατώντας στα ανάποδα είδωλά τους, αιωρούνται στο κενό.

Είναι κι οι δυο χωµένοι στις πολυθρόνες. Τα κεφάλια τους στηρίζονται στα ερεισίνωτα. Τα πόδια τους τεντωµένα µπροστά σχεδόν ακουµπούν. Τα χέρια τους, στα πλάγια, κρέµουνται προς τα κάτω, µε τα δάχτυλα κλεισµένα.

Δεν κινούνται. Μόνο εκείνος ανοίγει πότε-πότε τα µάτια, αλλά αµέσως τα ξανακλείνει. Εκείνη δεν ανοίγει τα µάτια ποτέ. Μόνο το στόµα, κάθε τόσο, και αναπνέει.

Ο κυλινδρικός τοίχος είναι κόκκινος. Ένας µακρύς επίδεσµος τον επιδένει. Αρχίζει από το πάτωµα και ανεβαίνει κυκλικά, επικαλυπτόµενος κάθε φορά, µέχρι το ταβάνι. Ο επίδεσµος είναι νοτισµένος.

∆εν υπάρχουν πόρτες ή άλλα ανοίγµατα. Μονάχα ένα τζάµι παραθύρου, κρεµασµένο. Στο ύψος στήθους. Πάνω του είναι ζωγραφισµένο ένα κλαδί.

Ξαφνικά ανασηκώνονται κι οι δυό ανοίγουνε τα µάτια κοιτάζονται ανοίγουνε τα στόµατα…, γέρνουνε λίγο ο ένας προς τον άλλον ανοίγουν περισσότερο τα στόµατα…, βάζουνε τις παλάµες στα γόνατα τα σφίγγουν ανοίγουν όσο παίρνει τα στόµατα…, µαζεύουνε τα πόδια –τα παπούτσια ακουµπούν στις πολυθρόνες οι αστράγαλοι ενώνονται– βήχουν καθαρίζουν το λαιµό τους ανοίγουν πάλι τα στόµατα…, πετάγονται όρθιοι πλησιάζουν σκουπίζουν τις παλάµες µέσα έξω από το έγκληµα τις φέρνουνε χωνί µπροστά στα στόµατα…

Το ταβάνι ολόκληρο είναι µια πλάκα ρολογιού. Χωρίς αριθµούς ή διαιρέσεις. Στο κέντρο της, οι δύο δείχτες –ο ένας των λεπτών ο άλλος των δευτερολέπτων–, δύο µακρόστενες µεταλλικές λεπίδες πολύ καλά ακονισµένες, περιστρέφονται µε σταθερή ταχύτητα. Κάθε φορά που συναντιώνται, οι κόψεις τους σέρνουνται η µία πάνω στην άλλη, βγάζοντας διαπεραστικό ήχο. Η υπόλοιπη διαδροµή τους είναι αθόρυβη.

Εκείνη είναι ξαπλωµένη στην πολυθρόνα, το κεφάλι της προς τα πίσω. Κοιτάζει το ταβάνι. Εκείνος είναι σκυµµένος προς το µέρος της, της λέει. Τα χείλη του κινούνται ρυθµικά, λόγια άφωνα βγαίνουν. Σε λίγο σηκώνεται, σκύβει πάνω της, το στόµα του ακουµπά το δικό της, τα χείλη του εξακολουθούν να κινούνται. Εκείνη κάθε τόσο καταπίνει. Ξαφνικά γυρίζει στο πλάι και κάνει εµετό.

Ο δείχτης των λεπτών δεν φτάνει τον επίδεσµο. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που είναι πιο µακρύς, χώνεται µέσα του, γυρίζει στις ελικώσεις του, βιδώνει, από πάνω προς τα κάτω. Το ταβάνι σιγά-σιγά κατεβαίνει.

Εκείνος είναι καθισµένος στο πάτωµα δίπλα στην πολυθρόνα της. Το χέρι του απλωµένο µπροστά, µε το δάχτυλο τεντωµένο, δείχνει. Εκείνη, ανασηκωµένη, µε το βλέµµα προς την κατεύθυνση, παρακολουθεί. Το χέρι του σε λίγο στρέφεται δεξιότερα και πάλι δείχνει. Εκείνη πάλι παρακολουθεί. Το χέρι του εξακολουθεί να στρέφεται κατά διαστήµατα γύρω να δείχνει. Εκείνη πάντα παρακολουθεί. Τέλος ο κύκλος κλείνει, το χέρι του που τρέµει αρχίζει να λυγίζει και να κατεβαίνει. Εκείνη κλείνει τα μάτια παύει να παρακολουθεί. Ξαφνικά το χέρι του σταµατά, ξανασηκώνεται µε δύναµη, τεντώνεται –τα κόκαλά του τρίζουν– και δείχνει –εκείνη ανοίγει διάπλατα τα µάτια– δείχνει, ακριβώς εκείνη· στο στήθος· εξ επαφής. Οι λεπίδες ξύνονται µια φορά δυο φορές. Εκείνη κλείνει αργά τα µάτια και σωριάζεται στο πλάι της πολυθρόνας.

Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, το ύψος του δωµατίου λιγοστεύει, η πίεση του αέρα αυξάνει.

Εκείνος είναι γονατισµένος µε το πρόσωπο χωµένο ανάµεσα στα γόνατά της. Εκείνη έχει γείρει, το κεφάλι της βρίσκεται πάνω απ’ το δικό του. Τα µακριά µαλλιά της ριγµένα γύρω του τον σκεπάζουν τελείως µέχρι τους ώµους. Κάτω απ’ τα µαλλιά τα δάχτυλά της, τυλιγµένα στο λαιµό του, σιγά σιγά τον πνίγουν.

ogarna-street-61st

Περπατούν πέρα δώθε πολύ γρήγορα. Οι τροχιές τους συναντώνται τα σώµατά τους χτυπούν µε δύναµη πέφτουνε κάτω σηκώνονται αρχίζουν πάλι να περπατούν ξαναχτυπούν ξαναπέφτουν ξανασηκώνονται –ο βρυγµός των κόψεων ακούγεται κατά ορισµένα διαστήµατα– αυτοί εξακολουθούν να περπατούν όλο και πιο γρήγορα και να συγκρούονται όλο και πιο δυνατά, µια αιµάτινη γραµµή πίσω απ’ τον καθένα σηµαδεύει την πορεία του πάνω στο παρκέ, οι πορείες είναι ζικ-ζακ, εκεί που διασταυρώνονται, τα δύο αίµατα ανακατεύονται, αφρίζουν, απ’ τους αφρούς σχηµατίζονται παιδιά, αυτοί όπως περπατάνε τα πατούν, τα παιδιά ακρωτηριασµένα τρέχουνε προς τους τοίχους, σκαρφαλώνουν στους επιδέσµους, σηκώνουνε τους επιδέσµους µπαίνουνε από κάτω και κρύβονται. Οι τοίχοι γεµίζουν.

Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, οι µουσκεµένοι επίδεσµοι στάζουν, το πάτωµα πληµµυρίζει.

Εκείνος είναι ξαπλωµένος κάτω ανάσκελα. Εκείνη τον πατά µε το πέλµα στο στήθος. Με τις παλάµες της κρύβει το πρόσωπο. Κλαίει. Στον τοίχο, τα παιδιά, ανασηκώνουν τους επιδέσµους, βγάζουνε τα κεφάλια την κοιτούν, βγάζουν και τα µικρά τους χέρια τεντωµένα –τα χέρια είναι από µέταλλο µυτερά– την δείχνουν. Εκείνη βλέπει τα κεφάλια, τρέχει, πέφτει πάνω στον τοίχο κι αρχίζει ένα-ένα να τα φιλά. Τα µυτερά µεταλλικά χέρια µπήγονται στο στήθος της κάθε φορά. Εκείνη ξεκαρφώνεται από τη µια θέση και καρφώνεται φιλώντας στην επόµενη.

Ο δείχτης των δευτερολέπτων που βιδώνει στους επιδέσµους κόβει ένα-ένα τα κεφάλια των παιδιών. Η στάθµη του αίµατος στο πάτωµα ανεβαίνει.

Εκείνος είναι καθισµένος. Έχει γυρίσει την πολυθρόνα του προς το τζάµι. Κοιτάζει. Τα φύλλα του κλαδιού είναι κίτρινα. Σε κάθε ξύσιµο των κόψεων κουνιούνται έπειτα αρχίζουν ένα ένα και πέφτουν. Σε λίγο το κλαδί μένει γυμνό.  Αυτός εξακολουθεί να κοιτάζει.

Εντωµεταξύ το ταβάνι κατεβαίνει, ο δείχτης των δευτερολέπτων φτάνει στο πάνω µέρος του τζαµιού κι αρχίζει να το κόβει σε οριζόντιες φέτες πολύ λεπτές. Εκείνος τότε πετάγεται αµέσως όρθιος, πιάνει το τζάµι µε προσοχή και το ξεκρεµάει. Από κάτω δεν υπάρχει επίδεσµος, έχει σαπίσει. Αυτός φέρνει το τζάµι απέναντι, σκύβει και προσπαθεί να το κρεµάσει πιο χαµηλά. Ξαφνικά, ένα απότοµο κατέβασµα του ταβανιού, που έγινε µε κρότο, τον σταµατά. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που συγκρατούσε το ταβάνι πατώντας στις ελικώσεις των επιδέσµων, φτάνοντας τώρα στο µέρος του τζαµιού, βρίσκεται στο κενό. Το ταβάνι αµέσως, µε όλο του το βάρος, πέφτει. Ο δείχτης των δευτερολέπτων µόλις προφταίνει πάλι να το σταµατήσει πιάνοντας απέναντι, δυο τρεις ελικώσεις πιο κάτω. Το πήδηµα του ταβανιού επαναλαµβάνεται, αυτός γυρίζει γρήγορα πίσω και προσπαθεί να βάλει το τζάµι στην ίδια θέση, το τζάµι δεν µπαίνει, οι πτώσεις του ταβανιού εξακολουθούν, αυτός προσπαθεί, το τζάµι ραγίζει σπάζει, το ταβάνι πλησιάζει, αυτός πετάει τα υπολείµµατα του τζαµιού –πλέουν για λίγο στην επιφάνεια του αίµατος και έπειτα βουλιάζουν– τρέχει σ’ εκείνην που είναι στην πολυθρόνα την αρπάζει από το χέρι τη σηκώνει όρθια και την αγκαλιάζει. Τα κόκαλά της διαλύονται και σκορπίζουν.

Το ταβάνι πέφτει πάνω στην επιφάνεια του αίµατος που ανεβαίνει, µε παφλασµό.

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ

Τάκης Κουφόπουλος (1927-2019)

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019 έφυγε απ’ τη ζωή αθόρυβα, όπως αθόρυβα έζησε, ένας σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων, ο Τάκης Κουφόπουλος. Ο Κουφόπουλος γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και άσκησε το επάγγελμα όλη του τη ζωή. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1956 με το διήγημα «Η θητεία», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Πορεία. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων Μικρές σύγχρονες ιστορίες (1959) και Η οδός (1962). Συμμετείχε στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970) με το διήγημα «Ο ηθοποιός», όπως και στα Νέα κείμενα 2 (1971) με δύο ποιήματα. Το 1973 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Εκδοχές και το 1980 η νουβέλα Απόλογος. Από τότε και μέχρι το θάνατό του απείχε από την εκδοτική αγορά. Στο εξής έγραφε τα βιβλία του σε υπολογιστή ο ίδιος, τα κυκλοφορούσε εκτός εμπορίου σε λίγα αντίτυπα που τύπωνε μόνος του και, όταν πια δόθηκε η δυνατότητα, τα ανέβαζε δωρεάν στο ίντερνετ, ώστε να είναι προσιτά σε όλους. Στην προσωπική του ιστοσελίδα (www.takiskoufopoulos.net), μπορεί όποιος το επιθυμεί να διαβάσει σχεδόν όλο του το έργο. Τελευταίο του βιβλίο ήταν και πάλι μια συλλογή διηγημάτων, τα Ψήγματα, που δημοσίευσε πέρυσι (2018), και το οποίο προαισθανόταν πως θα ’ναι το τελευταίο του.[1]

Εκτός απ’ το πρωτότυπο συγγραφικό του έργο, ο Κουφόπουλος έχει επίσης μεγάλο μεταφραστικό, δοκιμιακό και φιλολογικό έργο. Μεταξύ άλλων μετέφρασε την Τετάρτη των Τεφρών και τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, μέρος των Στρωματέων του Κλήμη Αλεξανδρέα, το Περί φύσεως του Παρμενίδη, μια επιλογή απ’ τους Ψαλμούς, την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, δύο κοντάκια του Ρωμανού Μελωδού, αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Έγραψε δοκίμια για διάφορα θέματα, που εκτείνονται από παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Ηράκλειτου μέχρι ειδικά θέματα γλωσσολογίας. Τέλος, συνέταξε λεξιλόγια της Καινής Διαθήκης και του Ομήρου, του σολωμικού και του καβαφικού έργου, του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, των Βίων Πλουτάρχου.

Όσον αφορά το λογοτεχνικό του έργο, ο Κουφόπουλος ανήκει στη συνεπέστερη και ριζοσπαστικότερη τάση του ελληνικού μοντερνισμού. Μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά είναι οι βασικοί εκπρόσωποι της αμιγέστερης μορφής του μοντερνισμού στη μεταπολεμική λογοτεχνία μας. Η γραφή του Κουφόπουλου είναι αφαιρετική στον έσχατο βαθμό. Στα διηγήματά του, ο ανώνυμος πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που είναι ταυτόχρονα και ο βασικός ήρωας, αφηγείται παράδοξα και παράλογα συμβάντα. Ο τόπος και ο χρόνος μένουν ασαφείς και δεν προσδιορίζονται. Τον ενδιαφέρει να αποτυπώσει την ανθρώπινη συνθήκη καθ’ αυτήν, και όχι συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες. Στις ιστορίες του το παράλογο και το ονειρικό συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με το πραγματικό. Επίσης, βασικό στοιχείο της λογοτεχνίας του είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο των ηρώων του. Με τα λόγια του Αλέξανδρου Κοτζιά, «[π]έρα από κάθε ελπίδα απολύτρωσης βλέπει ο Κουφόπουλος την κλειστή από παντού Παγίδα, που στα κοφτερά της δόντια σπαράζει, μορφάζει, αιμάσσει, ασχημονεί, εγκληματεί, μετανοεί το πάντως εσταυρωμένο και αξιοθρήνητο σκεπτόμενο καλάμι. Η πράξη, η γνώση, η ομορφιά, όχι απλώς πουθενά δεν άγουν, εντέλει είναι ανύπαρκτες.»[2]

Ως προς τη γενικότερη στάση της ζωής του, αξίζει να τονιστεί και να αναδειχτεί ιδιαίτερα το γεγονός πως ο Κουφόπουλος απείχε πεισματικά και με συνέπεια από το αλισβερίσι της λογοτεχνικής συντεχνίας και απέφυγε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του την προσωπική προβολή. Ο τρόπος της ζωής του, ως συγγραφέα και διανοούμενου, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των ομοτέχνων του τις τελευταίες δεκαετίες. Όσο πιο πολύ καθιερωνόταν η ναρκισσιστική αυτοπροβολή και το ψυχαναγκαστικό κυνήγι της δημοσιότητας, τόσο περισσότερο ο Κουφόπουλος έμενε έξω απ’ αυτά. Ταυτόχρονα, υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική και διαδικτυακή έκδοση λογοτεχνικών κειμένων, και εξερεύνησε με τόλμη αυτόν τον παρθένο ακόμα τότε χώρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συντεχνία τον αγνόησε επιδεικτικά όσο ήταν εν ζωή και «ξέχασε» να τον τιμήσει τώρα που πέθανε. Να σημειώσουμε ότι η ιδιότυπη και σπάνια φυγοκοσμία του δεν είχε να κάνει με κάποια ελιτίστικη αντίληψη για τα γράμματα, αλλά με τη γνήσια αγάπη για τη λογοτεχνία και με την απέχθεια προς την αυτοπροβολή. Αυτή η έντιμη και δύσκολη μοναξιά που διάλεξε ο Κουφόπουλος αγνοήθηκε και απαξιώθηκε από τους ομοτέχνους και από την κριτική, όπως και από την ακαδημαϊκή φιλολογία.

Δε μένει παρά να ευχηθούμε να βρεθεί σύντομα ο φιλόπονος φιλόλογος και ο θαρραλέος εκδότης που θα επιμεληθούν και θα εκδώσουν όλο το έργο του σε μορφή έντυπου βιβλίου, ώστε να διαβαστεί ευρύτερα και να πάρει τη θέση που του αξίζει στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Στις «Σημειώσεις» του βιβλίου διαβάζουμε: «[…] το παρόν [βιβλίο] φαίνεται να είναι και το τελευταίο» (Τάκης Κουφόπουλος, Ψήγματα, Αθήνα 2018, σελ. 92, η υπογράμμιση δική μας).

[2] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Κριτική για την Οδό», εφημ. Μεσημβρινή, 4.1.1963.

Δημήτρης Καρακίτσος, Οιδίπους θηρευτής

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΥ

Επιβλητικός και παχουλός, ο Οιδίποδας Μαχραμής βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε τον άνθρωπο που σφάδαζε πεσμένος ανάσκελα στους θάμνους. Λίγα μέτρα δίπλα του, μια αναποδογυρισμένη μοτοσυκλέτα είχε πάρει φωτιά. Ο τραυματισμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας με χρυσαφί παλτό, κρατούσε το σπασμένο του πόδι.

«Θα με σκότωνες ρε παλικάρι, βοήθα με, τι κοιτάς».

«Έχει ιατρείο εδώ κοντά;» ρώτησε ο Οιδίποδας.

«Στον Ορχομενό».

«Νόμιζα ότι δεν ζει κανείς εκεί».

Ο τραυματισμένος προσπάθησε να σκίσει ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. «Καμιά τριανταριά, όλοι κι όλοι. Βιάσου όμως, έχω χάσει αίμα».

«Μην αγχώνεσαι, δεν θα πεθάνεις από αυτό».

Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον άνδρα. «Πονάω, φίλε».

Ο Οιδίποδας πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα.  Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ράδιο στη διαπασών. Καλύτερα να μην ακούς τα ουρλιαχτά, σκέφτηκε. Ύστερα πάτησε με δύναμη το γκάζι, πέρασε με τους δεξιούς τροχούς πάνω από το κορμί του γέρου και έκανε όπισθεν για να τον ξαναπατήσει.

Να βεβαιωθεί ότι η δουλειά έγινε σωστά.

«Του έλιωσα τον μηρό, μαλακία μου! Το πιο κρεατωμένο σημείο».

Τα μάτια του ηλικιωμένου κοίταζαν το κενό.

Ο Οιδίποδας τύλιξε το πτώμα στη ζελατίνη αυτόματης ψύξης θηράματος και το στρίμωξε στο πορτ μπαγκάζ. Τρεις ποιήτριες, ένας πεζογράφος και μια γριά μυθιστοριογράφος. Διακόσιες κορώνες, μέχρι στιγμής καλά. Ψαχούλεψε τα χαρτιά του νεκρού. Λάιος λεγόταν, εβδομήντα τριών ετών. Ιδού και το τελευταίο του βιβλίο. Ένα βιογραφικό που κάλυπτε τα δυο αυτιά και το οπισθόφυλλο. Κυρίως διακρίσεις σε ασήμαντους διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ηλίθιες ημερίδες.

«Πέσαμε μέσα». (περισσότερα…)

Η «Μελανθώ» του κ. Χρίστου Δάλκου από φιλολογικής απόψεως κρινομένη

του ΝΕΑΡΧΟΥ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ[1]

Καίτοι ἀπὸ μακροῦ τὸ «λάλον ὕδωρ» τῆς φιλολογίας «ἀπέσβετο» μᾶλλον εἰς τὸν τόπον μας, ὑπάρχουν ἐν τούτοις εἰσέτι ἀσθενεῖς φωναί, ἀποπειρώμεναι τὴν συνέχισιν μακρᾶς πνευματικῆς παραδόσεως. Εἰς τὴν χορείαν τοιούτων φωνῶν θὰ ἐπεθύμουν νὰ καταλέξω καὶ τὸ πόνημα τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου «Μελανθώ», καίτοι προδήλως λογοτεχνικῶν προθέσεων, εἰκάζων ὅτι ὁ συγγραφεύς, διστάζων νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐξόχως αἱρετικάς του θεωρίας ὑπὸ τύπον φιλολογικῆς πραγματείας, προετίμησεν τὴν ὁδὸν τῆς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, «δημιουργικῆς φαντασιώσεως».

Ὁ ὑποφαινόμενος ἀνήκω εἰς γενεὰν ἡ ὁποία ἐσυνήθισε νὰ λέγῃ τὰ «σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην», ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακάμψω τὸ λογοτεχνικὸν τέχνασμα καὶ θὰ κρίνω τὸ πόνημα ὡς πραγματείαν φιλολογικήν, ἀποσκοποῦσαν νὰ εἰσαγάγῃ καινὰ δαιμόνια εἰς τὰς ὁμηρικὰς σπουδάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὡς ἔδειξεν καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ πρώτου διδάξαντος Σωκράτους, δὲν εἶναι ἐκ προοιμίου καταδικαστέον.

Προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς κρίσεώς μου, ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς γλώσσης τοῦ συγγραφέως: Ὀρθῶς ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν τόπον μας ὑφίσταται ἐπὶ τριακονταπενταετίαν τοὐλάχιστον ἀνηλεῆ διωγμόν, διαπράττει ὅμως τὸ σφᾶλμα νὰ ὀβελίζῃ τὴν βαρεῖαν, Κύριος οἶδεν ἀπὸ ποίου νεωτερίζοντος πνεύματος ἑνὸς ἐλαχίστου γλωσσικοῦ «προοδευτισμοῦ» ὁρμώμενος. Ὡσαύτως καταδικαστέαι κρίνονται μικραί τινες ἀποκλίσεις ἀπὸ τῆς ὀρθῆς συντάξεως καὶ ἐκφράσεως οἷον «εἰκόνες ἀμύθητης ἀξίας καὶ παλαιότητας», ὅπου διὰ πρώτην, καὶ μοναδικήν, εὔχομαι, φορὰν εὑρισκόμεθα πρὸ «ἀμυθήτου παλαιότητος». (περισσότερα…)