Συντάκτης: Περιπλανόδιος

Θοδωρής Αρσένης, Οχτώ χαϊκού

του ΘΟΔΩΡΗ ΑΡΣΕΝΗ

Ι
Καθώς νυχτώνει
θα κοιμηθεί το βλέμμα
πάλι στο μαύρο.

ΙΙ
Η σιωπή αυτή,
τοίχος με συνθήματα
όλου του κόσμου.

III
Σκύλος που πεινά
τ’ αφεντικό του ψάχνει
μόνος και κλαίει.

IV
Επαίτες ζητούν
τη στέρηση που ’χουμε
για ξεπούλημα.

V
Άγνωστη μορφή,
βγες στο φως, μα της γνώσης
σβήσε την αρχή.

VI
Γυναίκα, άσε
τον πόνο και για λίγο
τη γέννησή μας.

VII
Όπου υπάρχεις
θα στέκεσαι σαν χρόνος
που σταμάτησε.

VIII
Τα ποιήματα,
σαν ημέρα Κυριακής,
είναι του ήλιου.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ

Ο Θοδωρής Αρσένης γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα, όπου και ζει. Σπουδάζει Ψυχολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ασχολείται με την ποίηση και τη μουσική.

Advertisements

Ο Καβάφης του Ντομινίκ Γκρανμόν

Dominique Grandmont

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Dominique Grandmont,
Η νίκη των ηττημένων ή
το μυστικό του Καβάφη,
μετάφραση Νίκος Λυμπέρης
Αρμός, 2018

 

Νά ’μαστε λοιπόν και πάλι να μιλούμε για τον Καβάφη. Την αφορμή την δίνει ο Γάλλος ποιητής και μεταφραστής του Αλεξανδρινού, Dominique Grandmont, και το βιβλίο του για τον Καβάφη που πλέον εκδόθηκε στα ελληνικά και αποτελείται ως επί το πλείστον από ομιλίες που βέβαια τις επεξεργάστηκε ως κείμενα, αλλά παράλληλα δεν χάνουν την προφορική τους διάσταση και ό,τι άλλο φέρνει μαζί της η φωνή του ανθρώπου.

Το βιβλίο δεν διαβάζεται στο πόδι, και συνάμα δεν είναι αναλυτικό ούτε φιλολογικό. Πρόκειται για προσωπική, υπαρξιακή και ποιητική ανάγνωση και προσέγγιση από την οποία δεν λείπει η αναζήτηση βιωματικών στοιχείων του Καβάφη – θέλω να πω ότι ο συγγραφέας ζήτησε να γνωρίσει τη ζωή του, τα μέρη που έζησε, τους ανθρώπους που ζούσαν και ζούν εκεί, τη γλώσσα τους, τον ελληνισμό της Αιγύπτου και θα έλεγα σε έναν ορισμένο βαθμό να τα συσχετίσει και με τον ίδιο αλλά και με τη σχέση που έχει με τον ‘ελληνισμό’ γενικότερα και με την ελληνική γλώσσα ειδικότερα.

Με τη λέξη «ελληνισμός» εννοώ μια πραγματικότητα που ο συγγραφέας την συνδέει καί με τον Καβάφη καί με τους έλληνες, αρχαίους και σημερινούς, θέτοντας μια σειρά από ερωτήματα και απαντήσεις που πρέπει να μας απασχολήσουν. Και μιας που αναφέρει τον Ισοκράτη, να θυμηθούμε την περιβόητη ρήση του «το των ελλήνων όνομα μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας», η οποία βεβαίως επ’ ουδενί πρέπει να διαβαστεί μέσα από την καρτεσιανή διατύπωση «cogito ergo sum» -σκέφτομαι άρα υπάρχω- αλλά πρέπει το «της διανοίας» να διαβαστεί πιο πολύ ως μια ταύτιση ύπαρξης και διάνοιας, τη στιγμή που στον Παρμενίδη «ταυτόν έστιν νοείν τε και είναι», ακόμη και αν (τουλάχιστον στον Πλάτωνα) η ανθρώπινη ύπαρξη νοείται κυρίως ψυχική και όχι ψυχοσωματική.

Τί μας λέει γι’ αυτά ο D.G.;

«…βρίσκεται σε καλή θέση (ενν. ο Καβάφης) για να ξέρει ότι η κουλτούρα και το έδαφος δεν συμπίπτουν, και ότι οι πνευματικές πατρίδες δεν επιτρέπουν σε κανέναν να τις εγκλωβίσει τόσο εύκολα μέσα σε απλουστευμένα ιδανικά απ’ όπου κι αν προέρχονται» (σ. 27).

Λέγοντάς τα αυτά θέτει αμέσως το ερώτημα: «Άραγε η Ελλάδα είναι η αληθινή Ελλάδα;» και καθώς γυροφέρνει την απάντηση γράφει: «Γιατί όμως να εγκλωβίσουμε μια χώρα σε μια επιλογή […] ανάμεσα στη συνέχεια και στη ρήξη; Αυτό είναι μια μορφή εκβιασμού. Δεν υπάρχει αδιάσπαστη συνέχεια της Ελλάδας, κι είναι εύκολο να αποδειχθεί. Αλλά ούτε και ρήξη υπάρχει, αλλιώς θα ’πρεπε να μιλάμε για μια σειρά ρήξεων ενταγμένων σε μια εμφανή συνέχεια.».(σ. 28).

Ο Καβάφης πιστεύει στην κίνηση της ιστορίας, όσο πιστεύει και δέχεται τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της ελληνικής γλώσσας και παιδείας γράφοντας: «Οι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσα μας μεγάλως. Την χωρίζουν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν ελληνικήν. Αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητός της. Δεν παραδέχονται την προφοράν μας». Έχει από εκείνα τα χρόνια συλλάβει ότι οι ξένοι δεν έχουν τρόπο οι περισσότεροι να δουν και να κατανοήσουν τη διάσταση του ‘ελληνισμού’ που είπα πριν και να συνδέσουν αρχαίο κόσμο και νεώτερο, τη στιγμή μάλιστα που τους λείπει το Βυζάντιο, δηλαδή ένας πολιτισμός δέκα αιώνων που είχε αφομοιώσει πλήρως τον αρχαιοελληνισμό έστω και αν τον εκχριστιάνισε.

Σε σχέση μάλιστα με τη ρήση του Καβάφη που μόλις διάβασα  είναι απολύτως αξιοσημείωτο όταν διαβάζει κανείς στον D.G. το παρακάτω απόσπασμα: «Μέχρι πότε θα επιμένουμε να προφέρουμε τα ελληνικά με τον εράσμιο τρόπο, ολλανδικό θα μπορούσαμε να πούμε, σαν να πρόκειται για μια νεκρή γλώσσα που χάθηκε, ακόμη και να αναπαράγουμε την ελληνική με λατινικούς χαρακτήρες βασιζόμενοι στην προφορά αυτή, με αποτέλεσμα να καταντά αγνώριστη[…] Πρόκειται για μια παρεκτροπή η οποία, με το πρόσχημα του προφορικού νεωτερισμού, συγγενεύει με την γλωσσική γενοκτονία» (σσ. 30-31).

Τα παραπάνω συμπληρώνονται καθώς μιλώντας για τον Καβάφη μιλά για «περιπέτεια κριτικής ενεργοποίησης της μνήμης», η οποία τον βοηθά να μην κλείνεται στη διάσταση του έθνους-κράτους αλλά ούτε και σε καμιά ιμπεριαλιστική πολιτική, νοοτροπία ή συμπεριφορά. Όμως σε τι; Το αποκαλύπτει παρακάτω γράφοντας ότι «Η Ελλάδα του Καβάφη δεν είναι μια μεσογειακή εστία ανάμεσα στις άλλες, αλλά ένα εξαιρετικό σταυροδρόμι ανάμεσα σε τρεις ηπείρους. Δεν είναι η μικρή χώρα που φαίνεται […] αλλά ένα σύμπαν διανοητικό, με τον τρόπο του άθικτο και προσιτό, λόγω της ύπαρξης του λαού του και της γλώσσα του, η οποία παρέμεινε ζωντανή, και μιλιέται αδιάκοπα από τη γένεσή της μέχρι σήμερα» (σ. 30).

Ας προχωρήσουμε. Σύμφωνα λοιπόν με τα λεγόμενα του D.G., τον Καβάφη δεν τον απασχολεί καμιά «επιστροφή στις ρίζες», κινείται σε ένα διευρυμένο κόσμο ελληνικό και αλεξανδρινό και εν πολλοίς βυζαντινό, αλλά «ένας νέος ορισμός για ό,τι είναι καθαρά ελληνικό μέσα στην παμπάλαια και τόσο γόνιμη αντιπαράθεση με άλλες κουλτούρες» (σ. 53). Δεν τον απασχολεί με άλλα λόγια το ζήτημα της ταυτότητας ούτε της αυθεντικότητας, αλλά το γεγονός ότι η «αρχαιότητα αυτή δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μέσα από την απώλειά της, παρά μόνο μέσα από μια απάρνηση η οποία με τη σειρά της αρνείται την όποια ακινησία». Ο Gradnmont υποστηρίζει ότι ποτέ δεν είμαστε ο εαυτός μας σε μόνιμη βάση, «ποτέ δεν είμαστε ο ίδιος ο εαυτός μας όσο μαζί με κάποιον άλλο», και εννοείται σε επαφή με τον ξένο και μέσα από τις ποικίλες διασταυρώσεις λαών και πολιτισμών (εδώ ξαναθυμόμαστε το Βυζάντιο). Στο σημείο αυτό ο G. υπογραμμίζει τη διάσταση του πένθους, όσον αφορά την αρχαιότητα και τη σχέση του Καβάφη μαζί της. Γιατί, πραγματικά, τι άλλο είναι -λέω τώρα εγώ-, όλα αυτά τα ποιήματα, γραμμένα πάνω σε μνήματα και τάφους αρχαιοελλήνων νέων, αν όχι μνημόσυνα ή κάτι σαν ποιητικές νεκρολογίες;

Όμως η ποίηση τι είναι κατά τον D.G.; Μιλώντας αποφατικά, για να μεταχειριστώ ένα όρο της θεολογίας, φτάνει να πει «είναι μια πληρότητα πρώτου βαθμού που αφήνει μακριά πίσω της κάθε σκέψη ικανοποίησης» (σ .90). Μας έχει ήδη πει ότι ο Κ. «μας προσκαλεί […] να ξαναβρούμε την ελευθερία μας μέσα στην ποίηση».

Προχωρώντας πιο μέσα στα πράγματα, είτε για την ποίηση γενικά, είτε ειδοκότερα για εκείνη του Καβάφη, εκκινεί από «δύο ενδείξεις», καθώς λέει, που τις βρίσκει στον απόστολο Παύλο για να μας πει ότι:

«Ποίημα σημαίνει επίσης εφαρμογή, και συνεπώς έργο, αλλά και απόδειξη και φανέρωση. Ποίηση λοιπόν σημαίνει ακριβώς το γεγονός ότι πραγματώνει και αποκαλύπτει. Είναι μια εφαρμογή, μια πραγμάτωση, στο μέτρο που ο ποιητής (αυτός ο ασκών έργο) φανερώνει το υπο-κείμενο, το παραγκωνισμένο, το απωθημένο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ποιητής (ο ανώνυμος αυτός εκλεκτός) είναι  ο δηλωμένος εκπρόσωπος ενός άψαυστου (δεν επιτρέπεται να αγγιχτεί, σχεδόν ιερό) δικαίου, ενός δικαίου εκτός νόμου» (σ. 78).

Να λοιπόν που έχουμε εδώ κάποιες διατυπώσεις που φανερώνουν τη θέση του συγγραφέα για την ποίηση, τον ποιητή αλλά και τον Καβάφη.  Μας δίνει όψεις της ποιητικής πραγματικότητας όπου ένα ποίημα είναι έργο, φανέρωση και αποκάλυψη των κρυμμένων ή αποσιωπημένων αληθειών της ζωής, γιατί όχι και του θανάτου, αλλά και μιας ιδιαίτερης παρανομίας ή μάλλον εκνομίας, όπου τελικά το ζητούμενο στην ποίηση, όπως και στη ζωή δεν ταυτίζεται ούτε με το Νόμο, ούτε με το Κράτος. (Ας διευκρινίσω εδώ ότι τα σχετικά με τον νόμο και την εκνομία ή παρανομία εννοούνται περισσότερο υπό την έννοια «του νόμου του ισχυρού» θέλοντας να υποστηρίξει ότι ο «ο νόμος του ισχυρού δεν είναι νόμος… Παίρνει χωρίς να δίνει». Κι όλα αυτά, καθώς αναζητά μιαν άλλη δικαιοσύνη. Και διαχωρίζει ρητά τον πολιτισμό από το κράτος ή την αυτοκρατορία θεωρώντας ότι το ίδιο κάνει και ο Καβάφης. Ή, θα πρόσθετα, μήπως, κανονικά, όπως το κάνει και κάθε ποιητής;

Γενικεύοντας θα έλεγα, ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ο Κ. δουλεύει ταυτόχρονα πάνω στο λόγο, στο νόημα και στη σιωπή των προσώπων και των πραγμάτων. Δεν δέχεται την πεπατημένη των ανθρώπων και των κοινωνιών, είτε πρόκειται για τη σχέση με το νόμο, είτε για τη σχέση με την εξουσία, είτε για τη σχέση με τα ερωτικά, είτε για τη σχέση με τον πολιτισμό, είτε για τη σχέση με το είδος του ποιητικού λόγου που γίνεται αποδεκτός ή που κυριαρχεί. Η αλήθεια είναι ότι κάθε ποιητής τραβάει δικό του δρόμο και συχνά πέφτουμε έξω όταν πάμε να παραλληλίσουμε δύο καθιερωμένους ποιητές, όπως ο Καβάφης και ο Έλιοτ. Ούτε η ποίηση είναι απλώς ένα λογοτεχνικό είδος. Η ποίηση όταν είναι όντως αυτό, ξεπερνά τον εαυτό της, τείνει στην υπέρβαση χωρίς ωστόσο να χάνει τον ειρμό, τον εσωτερικό ρυθμό, την εναλλαγή σιωπής και λόγου, την πυκνότητα νοημάτων και σημασιών. Μα θα έλεγα και κάτι άλλο που ο Γάλλος μεταφραστής το βασανίζει πολύ μέχρι να το πεί ξεκάθαρα. Είναι εντελώς μέσα στο παρόν ακριβώς λόγω της υπέρμετρης ευαισθησίας του ποιητή, και ταυτόχρονα δεν χάνει τη σχέση με τα περασμένα ακόμη και τα πολύ μακρινά. Όμως κυρίως συμβαίνει αυτό: πηγάζει από το τωρινό, το σημερινό, αυτή η ίδια η ποίηση γίνεται γεγονός, ανεξαρτήτως του τρόπου που θα πραγματοποιηθεί η εκφορά της.

Θα κλείσω διαβάζοντας μια φράση εν είδει αποφθέγματος που ωστόσο διατηρεί  τον αποφατισμό της: «Τελικά, τι είναι ένα ποίημα αν όχι ο τόπος συμβολικής πραγμάτωσης του απραγματοποίητου;  Πρόκειται για ένα προϊόν πρώτης ανάγκης διότι το ακατανόητο είναι η καλύτερη απόδειξη της σκλαβιάς μας». Με την έννοια που την διατυπώνει στην επόμενη φράση: «Το ζητούμενο είναι η απελευθέρωση του πνεύματος» (σσ. 64-65).

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Χασάν Μπλασίμ, Το Κουνέλι της Πράσινης Ζώνης

[Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Μπλάνα (βασισμένη στη μετάφραση από τα αραβικά του Τζόναθαν Ράιτ)]

Προτού εμφανιστεί το αυγό, διάβαζα βιβλία σχετικά με το νόμο ή τη θρησκεία κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Όπως ακριβώς και το κουνέλι μου, ήμουν πιο δραστήριος τις πρώτες πρωινές και τις απογευματινές ώρες. Ο Σαλσάλ, από την άλλη, έμενε ξύπνιος ως αργά το βράδυ και ξύπναγε το μεσημέρι. Και προτού σηκωθεί απ’ το κρεβάτι άνοιγε το λάπτοπ του και έμπαινε στο φέισμπουκ να τσεκάρει τα τελευταία σχόλια στη συζήτηση που είχε αρχίσει το προηγούμενο βράδυ, και τελικά σηκωνόταν να κάνει μπάνιο. Ύστερα πήγαινε στην κουζίνα, άνοιγε το ράδιο και άκουγε ειδήσεις ενώ τηγάνιζε ένα αυγό κι έφτιαχνε καφέ. Έβγαινε με το πρωινό του στον κήπο και καθόταν στο τραπέζι κάτω απ’ την ομπρέλα, τρώγοντας και πίνοντας και καπνίζοντας καθώς με παρατηρούσε.

«Καλημέρα, Χατζάρ. Τί νέα απ’ τα λουλούδια;»

«Κάνει πολλή ζέστη φέτος και δεν φτουράνε», του έλεγα, ενώ κλάδευα τις τριανταφυλλιές.

Ο Σαλσάλ άναβε κι άλλο τσιγάρο και χαμογέλαγε ειρωνικά στο κουνέλι μου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον ενοχλούσε το κουνέλι. Το είχε φέρει η γριά Ουμ Νταλά. Το βρήκε στο πάρκο, είπε. Αποφασίσαμε να το κρατήσουμε ώσπου να βρει η Ουμ Νταλά τον ιδιοκτήτη του. Το κουνέλι ήταν μαζί μας ένα μήνα τώρα κι εγώ ήδη είχα περάσει δυο μήνες με τον Σαλσάλ σ’ αυτή τη γουστόζικη βίλα στη βόρεια Πράσινη Ζώνη. Η βίλα ήταν απομονωμένη, τριγυρισμένη από έναν ψηλό τοίχο και με μια πύλη εξοπλισμένη με το πιο σοφιστικέ ηλεκτρονικό σύστημα ασφαλείας. Δεν ξέραμε πότε θα σήμαινε η ώρα μηδέν. Ο Σαλσάλ ήταν βετεράνος, σε αντίθεση με εμένα που με αποκαλούσαν ψάρακα επειδή αυτή ήταν η πρώτη μου επιχείρηση.

Ο κ. Σαλμάν μας επισκεπτόταν μια φορά τη βδομάδα για να δει πώς είμαστε και να μας καθησυχάσει για τα τεκταινόμενα. Ο κ. Σαλμάν μας έφερνε αλκοόλ και χασίς. Πάντα μας έλεγε ένα χαζό αστείο για τις πολιτικές εξελίξεις και μας υπενθύμιζε πόσο μυστική και σημαντική ήταν η επιχείρηση. Αυτός ο Σαλμάν τα είχε κυμιάσει με τον Σαλσάλ και δεν μου αποκάλυπτε πολλά μυστικά. Οι δυο τους τόνιζαν συνέχεια την αδυναμία και την έλλειψη εμπειρίας μου. Δεν ασχολιόμουν και πολύ μαζί τους. Είχα βουλιάξει στην πικρία της ζωής μου κι ήθελα να καταστραφεί ο κόσμος μία κι έξω.

Η Ουμ Νταλά ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα. Μας έφερνε τσιγάρα και καθάριζε το σπίτι. Μια φορά ο Σαλσάλ την παρενόχλησε. Της έπιασε τον πισινό ενώ εκείνη μαγείρευε ντολμάδες. Του έδωσε μία στη μύτη με την κουτάλα και του την άνοιξε. Ο Σαλσάλ την άφησε και ύστερα από αυτό δεν της μιλούσε. Εκείνη ήταν μια δυναμική γυναίκα, στα πενήντα της, μάνα εννιά παιδιών. Έλεγε πως μισούσε τους άντρες, έλεγε πως ήταν σιχαμένοι, εγωιστές, γουρούνια. Ο άντρας της δούλευε εργάτης στη ΔΕΗ αλλά έπεσε απ’ την κορυφή μιας κολώνας και πέθανε. Ήταν μεθύστακας κι εκείνη συνήθιζε να τον αποκαλεί μεθυσοκούναβο. (περισσότερα…)

Ο διάβολος στη Μόσχα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Μια ζεστή ανοιξιάτικη βραδιά, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1930, εμφανίστηκε ξαφνικά στη Μόσχα ο ίδιος ο διάβολος αυτοπροσώπως. Δε συστήθηκε βέβαια ως διάβολος· το επισκεπτήριό του έγραφε «καθηγητής Βόλαντ», και παρουσιάστηκε ως ειδικός στη μαύρη μαγεία. Μαζί του κατέφτασε και η εκλεκτή συνοδεία του, μια παρδαλή ομάδα που περιλάμβανε τον Μπεγκεμότ, έναν μεγάλο μαύρο γάτο που μπορούσε να στέκεται στα δυο πόδια, να μιλάει με ανθρώπινη φωνή και ενίοτε να μεταμορφώνεται σε άνθρωπο· τον αχώριστο φίλο του Κορόβιεφ ή Φαγκότ, έναν ψηλό, καλοντυμένο και ιδιαίτερα εύγλωττο ταχυδακτυλουργό που φορούσε μισοσπασμένο πενσνέ· τον τρομερό και φοβερό Αζαζέλο, μια πραγματικά δαιμονική φιγούρα, έναν γεροδεμένο κοκκινομάλλη που τα μάτια του ήταν διαφορετικά το ένα από τ’ άλλο και ο οποίος ήταν άσος στο σημάδι με όπλο· και, τέλος, την όμορφη δαιμόνισσα Γκέλλα. Ο διάβολος-Βόλαντ και η συνοδεία του αναστάτωσαν για κάμποσες μέρες την καθημερινότητα των Μοσχοβιτών. Ιδιαίτερα η παράσταση που έδωσαν ενώπιον χιλιάδων θεατών στο Βαριετέ προκάλεσε τεράστια αναταραχή. Αλλά και οι ξεκαρδιστικές φάρσες του ζεύγους Μπεγκεμότ και Κορόβιεφ εις βάρος ανυποψίαστων πολιτών δημιούργησαν επίσης πανδαιμόνιο. Ακόμη πιο βαθιά άλλαξε η ζωή κάποιων συγκεκριμένων προσώπων, και ειδικά του μετρ και της Μαργαρίτας. Ο ανώνυμος μετρ, ένας σπουδαίος αλλά παραγνωρισμένος συγγραφέας, είχε γράψει ένα σπουδαίο έργο, για το οποίο όμως δεν μπορούσε να βρει εκδότη: μια λογοτεχνική εξιστόρηση της ανάκρισης του Χριστού απ’ τον Πιλάτο. Αυτό το έργο προκάλεσε την καταστροφή του. Η Μαργαρίτα, ερωτευμένη μαζί του μέχρι θανάτου, θα κάνει τα πάντα για να τον σώσει· δε θα διστάσει ακόμα και να πουλήσει την ψυχή της στο διάβολο.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η υπόθεση του Μετρ και η Μαργαρίτα, του opus magnum του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Το αριστούργημα του Μπουλγκάκοφ γράφτηκε τη δεκαετία του 1930. Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας ξεκίνησε να το γράφει ήδη από το 1928 και το δούλευε διαρκώς μέχρι το θάνατό του το 1940. Θα χρειαστεί όμως να περάσουν είκοσι έξι χρόνια προτού μια πρώτη, λογοκριμένη έκδοση του βιβλίου δει το φως της δημοσιότητας το 1966. Η πρώτη πλήρης έκδοση θα γίνει τελικά το 1973. Από τότε και μέχρι σήμερα το βιβλίο του Μπουλγκάκοφ διαβάζεται όλο και περισσότερο, έγινε διάσημο στη Ρωσία και διεθνώς, αγαπήθηκε με πάθος, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, ενέπνευσε μουσικά και ζωγραφικά έργα.[1] (περισσότερα…)

Βιβλία αυτοβοήθειας

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Παρά την πρωτοφανή άνθηση των βιβλίων αυτοβοήθειας τις τελευταίες δεκαετίες, ελάχιστοι από τους αναγνώστες τους υποπτεύονται ότι τα πρώτα δείγματα του εν λόγω είδους εμφανίστηκαν πολλούς αιώνες πριν. Συγκεκριμένα τον πρώτο και τον δεύτερο αιώνα μ.Χ. Και αναφέρομαι βέβαια στις πραγματείες “Για μια ευτυχισμένη ζωή” του Σενέκα και το Εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου. Ίσως ακούγεται κάπως καταχρηστική η κατάταξη των δύο κλασικών κειμένων στην ποταπή, υβριδική υποκατηγορία που σχηματίζουν τα βιβλία αυτοβοηθείας και προσωπικής βελτίωσης, μιας και στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με έργα φιλοσοφικά, που εντάσσονται οργανικά στο ρεύμα του στωικισμού. Αλλά, αν και αμφότεροι οι Λατίνοι συγγραφείς απέβλεπαν προφανώς σε διαφορετικούς στόχους, ο παραινετικός τόνος που κυριαρχεί στα κείμενά τους και το γενικότερο ύφος νουθεσίας που τα διέπει, μας επιτρέπει να τα δούμε και υπό άλλο πρίσμα.

Σήμερα ο στωικισμός φαντάζει ανοίκειο και ηθικολογικό –σχεδόν πουριτανικό– φιλοσοφικό ρεύμα[1]. Αν και η αιχμή του δόρατος στην κριτική που του ασκείται έχει να κάνει περισσότερο με την πολιτική μετριοπάθεια που υποτίθεται ότι διακηρύσσει. Στα μάτια των επικριτών του και των ιδεoλογικών του αντιπάλων αυτή αγγίζει τα όρια της ολοσχερούς πολιτικής απάθειας.

Οι υποστηρικτές του στωικισμού χλευάζουν μια τέτοια μομφή και μας καλούν να αναλογιστούμε τον πολιτικό ρόλο και τους θώκους των δυο λατίνων εκπροσώπων του. Δεν μπορεί κανείς να προσάψει αδιαφορία για τα κοινά στον Μάρκο Αυρήλιο που υπήρξε αυτοκράτορας ή στον Σενέκα που χρημάτισε πραίτoρας.

Τι έχουν να πουν όμως στον σημερινό άνθρωπο οι νουθεσίες και οι συμβουλές των δύο ανδρών; Για λόγους οικονομίας ας εστιάσουμε εδώ μόνο στο έργο του Μάρκου Αυρήλιου.

Τα Εις Εαυτόν, που ο συγγραφέας έγραψε, καθώς λέγεται, στη σκηνή του, σε διαλείμματα στρατιωτικών επιχειρήσεων, αποτελούν ουσιαστικά μια σπουδή θανάτου. Κατά θαυμαστό όμως τρόπο, το έργο μετατρέπεται σύντομα σε έναν πρακτικό οδηγό χρηστής διαβίωσης. Αποτελεί επίσης με το σύνολο των επιχειρημάτων του, των στοχασμών, των παραινέσεων και των διατυπώσεών του ίσως την πιο εύστοχη απάντηση στη σοφιστεία του Επίκουρου περί ζωής και θανάτου (βλ. όπου υπάρχει ζωή δεν υπάρχει θάνατος και όπου υπάρχει θάνατος δεν υπάρχει ζωή). Άλλωστε ένας οδηγός για το ζην, θα πρέπει μέχρι ένα σημείο να ασχολείται και με τον θάνατο.

Να διευκρινίσουμε κάτι: ο φόβος του θανάτου σε καμία περίπτωση δεν γίνεται οίστρος της ζωής για τον Λατίνο συγγραφέα. Γράφει με ειρωνεία που τσακίζει κόκκαλα: «… και για τη συνουσία ακόμη να σκέφτεσαι ότι είναι εντερίου παράτριψις και μετά τινός σπασμού μυξαρίου έκκρισις». Η απάντησή του στην μαυρίλα που μας περιβάλλει δεν είναι η λαγνεία ή ο αισθησιασμός, ούτε καν ο έρωτας, με τον οποίο, ειρήσθω και παρόδω, δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου στο βιβλίο του.

Η ζωή είναι μικρή κατά τον Μάρκο Αυρήλιο. Αυτό δεν παύει να το υπενθυμίζει στον εαυτό του. Κάνει τη διαπίστωση όμως χωρίς πικρία, χωρίς αγανάκτηση ή απελπισία. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι η προσήλωση στα πολύ ουσιαστικά. Λέει κάπου αλλού: «Λίγος καιρός σου απομένει. Να ζεις όπως θα ζούσες σε βουνό». Αυτό που πρεσβεύει είναι η ψυχική καθαρότητα, η απλότητα, η ηρεμία. Ο νους αποκαθαίρεται με αγαθές σκέψεις, καθώς λένε οι Ινδοί.

Η δαιμονοποίηση των παθών, που εισηγείται ο στωικισμός, μας κάνει επιφυλακτικούς στις μέρες μας. Στον αιώνα όπου ο καθένας καλείται να υλοποιήσει τα όνειρά του, να “πετύχει” σε επαγγελματικό, κοινωνικό, προσωπικό επίπεδο (η παρακαταθήκη και η μετάλλαξη του american dream στον υπόλοιπο πλανήτη), πως είναι δυνατόν να τιθασεύσουμε, να εξανδραποδίσουμε, να εκμηδενίσουμε, να αγνοήσουμε τα πάθη; Αφού αυτό που μετράει είναι η μονάδα, το άτομο, ο ένας απέναντι στους πολλούς, ο ιδιώτης. Και το άτομο συνίσταται σύμφωνα με τις τρέχουσες πεποιθήσεις από μια δέσμη επιθυμιών. Από αυτήν συγκροτείται η ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είσαι αυτό που κάνεις, είσαι αυτό που θέλεις. Και τα θέλω μας αναμφιβόλως έχουν μια σαφή ματεριαλιστική κατεύθυνση.

Από τα βάθη των αιώνων ακούμε την αυστηρή φωνή του Μάρκου Αυρήλιου να φωνάζει στον βρόντο: «Από τρία πράγματα αποτελείσαι: σώμα, ψυχή και νου. Από αυτά, τα δύο πρώτα σου δόθηκαν για να τα φροντίζεις. Το τρίτο είναι πραγματικά δικό σου». Μια τέτοια προσέγγιση ανοίγει εντελώς άλλες πύλες ερμηνείας στον συσχετισμό σώματος, πνεύματος, συναισθηματικού κόσμου και ταυτότητας. Και βεβαίως επαναπροσδιορίζει την ιεραρχία των αξιών μας.

Ένα από τα προβλήματα που μας κληροδότησε ο 20ός αιώνας ήταν η εξάλειψη της ψυχής. Μπορεί ο Θεός να δολοφονήθηκε λίγο νωρίτερα από τη φιλοσοφία (βλ. Νίτσε) και αυτό να προκάλεσε τριγμούς και σε άλλες μεταφυσικές έννοιες και βεβαιότητες, ωστόσο η ψυχή δέχτηκε το τελειωτικό πλήγμα από την επιστήμη. Και συγκεκριμένα από τη νευροβιολογία.

Πέρασαν λίγοι αιώνες από τότε που ο Τζορντάνο Μπρούνο αναρωτήθηκε «άραγε η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα ή το σώμα μέσα στην ψυχή;». Για να φτάσουμε στον εικοστό και ακόμα περισότερο στον εικοστό πρώτο αιώνα όπου με σκληρό ρεαλισμό θα αποφανθούμε: δεν υπάρχει ψυχή, όλα είναι νευρολογικές συνδέσεις, ηλεκτρικές εκκενώσεις μέσα σε απειροελάχιστους εγκεφαλικούς θαλάμους. Τα πάντα ορίζονται από βιοχημικούς διαβιβαστές.

Από τι αποτελείται λοιπόν ο άνθρωπος; Ποια είναι τα συστατικά του; Τι πραγματικά τον συνθέτει;

Ο Μάρκος Αυρήλιος δίνει τη δική του απάντηση, που αν και έρχεται από παλιά, διατηρεί την φρεσκάδα της και την υπερβατική της ρώμη: «Αποτελούμαι από ύλη και αιτία. Ούτε το ένα ούτε το άλλο θα καταλήξουν στο μη ον. Γιατί ούτε το ένα ούτε το άλλο προήλθε από το μη ον». Σπάνια έχουμε διαβάσει σε ολόκληρη την κλασική ή σύγχρονη γραμματεία κάποιο παράθεμα που να δείχνει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον κοσμικό κύκλο. Ακόμα και ένας επιστήμονας, ένας φυσικός, δεν θα έβρισκε κάτι μεμπτό στη συγκεκριμένη διατύπωση. Το ό,τι η ύλη δεν έχει αρχή ή τέλος, είναι λίγο πολύ κοινή παραδοχή στις μέρες μας. Το ότι δεν χάνεται, αλλά απλώς μετασχηματίζεται, αποτελεί αξίωμα. Επίσης το ότι οι νόμοι της φυσικής παραμένουν αναλλοίωτοι στον χρόνο, είναι γνωστό τοις πάσι (αν και η αιτία που υπαινίσσεται ο Μάρκος Αυρήλιος είναι οντολογικής προέλευσης).

                                                                          ~ . ~

Λέει κάποιος δάσκαλος της yoga ότι το βασικό νοητικό concept που καθορίζει τις ζωές μας είναι η έννοια της έλλειψης. Πάντα κάτι μας λείπει. Πάντα κάτι επιθυμούμε. Αυτή η διαρκής αίσθηση  έλλειψης που κανοναρχεί τον βίο μας μπορεί να βρει ανακούφιση μόνο μέσα από ερεθίσματα που προέρχονται έξωθεν. Αυτά ο φιλόσοφος τα βλέπει ως περισπασμούς. Ως πράγματα που μας αποπροσανατολίζουν και τραβάν την προσοχή μας μακριά από τα ουσιώδη.

«Μήτε πολυρρήμων μήτε πολυπράγμων έσο», λέει αλλού. Μην είσαι φλύαρος, ούτε πολυάσχολος. Με δυο λόγια περιγράφει ένα φαινόμενο που αποτελεί μάστιγα για την εποχή μας. Τη σπατάλη λόγου και τη νευρωσική πολυπραγμοσύνη μας. Όλοι τρέχουμε. Απορροφημένοι από τις δουλειές, τις ασχολίες, τους στόχους, τις επιδιώξεις μας. Όλοι κατατρεχόμαστε από άγχη. Όλοι προσπαθούμε. Κανείς δεν έχει χρόνο. Αδολεσχούμε με την συνεπικουρία της τεχνολογίας. Αλλά το χειρότερο είναι η φασαρία που κάνει ο νους μας. Τα μυαλά μας μοιάζουν με πολύβοα εργοστάσια παραγωγής λόγου ο οποίος συνδέεται κυρίως με επιθυμίες, ματαιωμένες ή μη. Ο αυτοκράτορας- φιλόσοφος στέκεται απέναντι σε αυτή τη βοή και της αντιπαραθέτει την αδιατάρακτη γαλήνη του νου του. Πρόκειται για μια γαλήνη που έχει κατακτηθεί μέσα από ενοράσεις και βαθείς στοχασμούς, και δεν διασαλεύεται εύκολα.

                                                                            ~ . ~

Η πραγματεία Εις Εαυτόν μοιάζει με έναν καθρέφτη που έχει στήσει μπροστά του ο Μάρκος Αυρήλιος για αδυσώπητη αυτοπαρατήρηση. Δεν είναι κάποιο αντικείμενο ναρκισσιστικής και ωραιοπαθούς ενατένισης, αλλά όργανο προσωπικού ελέγχου και προσεκτικής εξέτασης. Ο εαυτός αντιμετωπίζεται ως μέρος του όλου. Άρα το κοίτασμα που διανοίγεται μέσα από την αντανάκλαση του κατόπτρου είναι μια πλευρά του κόσμου που δύναται να μετρηθεί, να γίνει κατανοητή. Απώτερος στόχος της διαδικασίας είναι βεβαίως το ευ ζην. Αλλά με τους όρους και τον τρόπο που το ορίζει η φιλοσοφία. Και συγκεκριμένα ο στωικισμός.

Ο στωικισμός, το αρχαίο φιλοσοφικό σύστημα που παρέμεινε ενεργό για πεντακόσια περίπου χρόνια με σημαντικούς εκπροσώπους από πολλά μέρη του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου, ουσιαστικά δεν έσβησε σχεδόν ποτέ. Αντίθετα, με τις μεταμορφώσεις του και με τους δέοντες μετασχηματισμούς φτάνει ακμαίος και κραταιός (αν και κάπως ακρωτηριασμένος) μέχρι τις μέρες μας. Τα διδάγματά του έχουν διακριτή διείσδυση ακόμα και στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα και την πολιτική ζωή. Άλλωστε η δυνητική πρακτική εφαρμογή των φιλοσοφικών του δογμάτων ήταν και είναι λυσιτελής. Η εποχή μας, με το διάχυτο χρησιμοθηρικό της πνεύμα δεν γίνεται να μην εκτιμά κάτι τέτοιο. Ανάμεσα στους σύγχρονους θιασώτες και θαυμαστές του στωικισμού συγκαταλέγονται, κατά δική τους ομολογία, περσόνες όπως ο Μπιλ Κλίντον (αλλά και παλαιότεροι –και ίσως  πιο φερέγγυοι–  Αμερικανοί πρόεδροι όπως ο Τζέφρεσον και ο Ρούσβελτ), ο Άρλοντ Σβαρτζενέγκερ (!),  ή η Τ. Κ. Ρόουλινγκ.  Πέρα από το φαιδρό κομμάτι στις εμφανίσεις του στωικισμού σήμερα, δεν μπορούμε να αγνοούμε και ένα ισχυρό ρεύμα αναβίωσής του, στην Αμερική κυρίως, που εκφράζεται από έγκριτους φιλοσόφους και στοχαστές, όπως για παράδειγμα ο Μάσιμο Πολιούτσι.

Από την περίοδο της ακμής του ο στωικισμός χαρακτηρίζεται από μεγάλες αντιφάσεις, χάσματα, ρήξεις, όπως συμβαίνει άλλωστε και με κάθε φιλοσοφικό ρεύμα που εξαπλώνεται σε μεγάλο χρονικό εύρος και εκπροσωπείται από πολλές και διαφορετικές φωνές. Δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε τους κυριώτερους εκπροσώπους του: έναν αυτοκράτορα, τον Μάρκο Αυρήλιο, έναν πραίτορα, τον Σενέκα και έναν δούλο, τον Επίκτητο. Οι εγγενείς αντιφάσεις όμως δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ποικίλες και ανοιχτές ερμηνείες.

Γίνεται λοιπόν σήμερα να ακούσουμε με νηφαλιότητα τα διδάγματά του του στωικισμού; Μπορούμε να προβούμε σε γόνιμους αναστοχασμούς πάνω στα ηθικά ζητήματα που εγείρει; Είμαστε σε θέση να αφουγκραστούμε τις υπαρξιακές του αναζητήσεις, τις απαντήσεις που δίνει και τις λύσεις που προτείνει; Μπορεί, τέλος, κάτι τέτοιο να βελτιώσει τη ζωή μας, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο;

Πιθανότατα ο ίδιος ο Μάρκος Αυρήλιος να σήκωνε με αδιαφορία τους ώμους απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ


[1] Ο McLynn είναι αφοριστικός όταν γράφει στον πρόλογο του για την βιογραφία του Μάρκου Αυρήλιου: “A more priggisch, inhuman, killjoy and generally repulsive doctrine would be hard to imagine”.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Αθήνα, Κάκτος, 1992.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Αθήνα, Θύραθεν, 2008.

Διαδικτυακοί σύνδεσμοι: https://dailystoic.com/stoicism-pop-culture/

 

 

Ξάνθος Μαϊντάς, Οι τσακαράντες της οδού Αθηνάς

Οἱ ὡραιότερες τσακαράντες τῆς πόλης μας βρίσκονται στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς, μεταξὺ τῆς Βαρβακείου ἀγορᾶς καὶ τοῦ Μοναστηρακίου. Ἐκεῖ, δηλαδή, ποὺ κάποτε ἦταν στέκι κοριτσιῶν τῆς νύχτας. Συλλογιζόμουνα πόσες φορὲς ἀκούμπησαν τὴν κουρασμένη τους πλάτη στὸν κορμὸ τῶν δέντρων γιὰ νὰ ξαποστάσουν. Εἶμαι σίγουρος πὼς μ’ αὐτὴ τὴν ὤσμωση δώσανε χρῶμα στὸ λουλούδι.
 
Τὸ ὄνομα τοῦ δέντρου εἶναι ΤσακαράνταἸακαράνδη ἡ μιμηλήφυλλος (Jacaranda mimosifolia). Γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὀνόματος καταθέτω τὰ ἑξῆς: «Μιμηλός» εἶναι ὁ μιμητικός.
 
Μιμηλήφυλλος εἶναι, λοιπόν, γιατὶ ὅλα τὰ φύλλα εἶναι ἴδια (μονόσχημα), ἔτσι ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἕνα μιμεῖται τὸ ἄλλο. Οἱ τσακαράντες ἀνθίζουν καὶ βγάζουν θυσάνους μὲ χιλιάδες μπλὲ λουλούδια, ποὺ κρατᾶνε λίγες μόνον ἡμέρες τὸν Ἰούνιο.
 
 
ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ
 
Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες
 
αὐστηρὰ σκυθρωπές,
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.
 
Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων,
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.
 
Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρί
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς
 
ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντά κι ἡδονή.
 
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Αυτό, που είμαστε

kavagiou

της ΛΙΖΑΣ ΚΑΒΑΓΙΟΥ

Να ’μαστε λοιπόν. O γιος μας, η νύφη μας, οι δυο εγγόνες μας, ο άντρας μου κι εγώ, το τελευταίο βράδυ πριν τη μεγάλη μέρα. Καθισμένοι στους αντικρυστούς καναπέδες του σαλονιού παρακολουθούμε τα κορίτσια, που παίζουν στο χαλί ανάμεσά μας. Συζητάμε για τον επίμονο χειμώνα, το πετυχημένο μου στιφάδο, την πρόοδο των κοριτσιών στο σχολείο. Το ημίφως των μισοκαμένων φωτιστικών τρέφει τη νύστα όλων μας, μα τα παιδιά διστάζουν να φύγουν. Φοβούνται να μας αφήσουν μόνους με την αγωνία μας για την επόμενη μέρα.

Τους παρατηρώ. Μια παράδοξη διπλωπία μού επιτρέπει να τους δω πιο καθαρά. Τους βλέπω όλους διπλούς. Πίσω από τον καθέναν τους υπάρχει μια δεύτερη φιγούρα, που σκέφτεται άλλα από αυτά που ελευθερώνει το στόμα τους. Κάνει τα τραγικότερα σενάρια για την επόμενη μέρα. Κάθε φορά, που το βλέμμα τους πέφτει σε μένα, η κόπια αυτή προδίδει τις σκέψεις της. Φωνάζει βουβά πάνω από τις ευχάριστες κουβέντες του απτού τους εαυτού. «Αύριο μπορεί να μην την βγάλεις», «αύριο μπορεί να την χάσω», «την καημένη, πώς αντέχει τέτοια αγωνία». Κι εγώ είμαι διπλή – έχω τα ίδια τραγικά σενάρια για την επόμενη μέρα στο μυαλό μου, μα χαμογελάω. Πιέζομαι και κουράζομαι να χαμογελάω, όμως κανείς δεν τολμάει να σηκωθεί να φύγει, να ξεκουραστώ.

Τα κορίτσια, χωρίς να ξέρουν το γιατί, αποφεύγουν το βλέμμα μου σα να αποφεύγουν ένα μεγάλο κακό. Κι ας μη μου συνέβη ακόμη. Την αγωνία αποφεύγουν. Μες στην εξάντλησή τους, την περασμένη τούτη ώρα, αποφασίζουν να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους σε μια κούκλα. Την θέλουν κι οι δύο. (περισσότερα…)

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

luna park

Oh Captain my Captain!
 
Στέκεσαι αγέρωχος με βλέμμα ονειροπόλο
και νιώθεις το μπαλκόνι σα μια πλώρη
που ταξιδεύει και γυρνά τον κόσμο όλο
«Βίρα τις άγκυρες σαλπάρει το βαπόρι!»
 
Captain εσύ και πλήρωμα δυο πολυθρόνες
από μπαμπού, στον πρώτο όροφο –εκεί πάνω-
(Οι Κύκλωπες με Ray Ban και οι Λαιστρυγόνες
με τις Σειρήνες τραγουδάνε… Μητροπάνο)
 
«Captain my Captain» για πηδάλιο μια βρύση
και για πανί ανοίγει –αυτόματη– η τέντα
(Στον ήλιο δίνεις διαταγή να πάει να δύσει.
Μετά, μια fisherman στο στόμα –γεύση μέντα–)
 
Κι αρχίζεις να φωνάζεις. «Πάμε! Βίρα!
Έχουμε Πόλεμο!» Φωνάζεις… ολοένα
Αν δε σε ήξερα, θα ’λεγα φταίει η αλμύρα
πολύ φοβάμαι όμως πως φταίνε τα… ληγμένα!
~ . ~
Επετειακό
 
(…Αν είχε φανταστεί σε τι πατρόν
θα ράβανε τον κόσμο έτσι ωραίο
αντί για λάβαρο θα σήκωνε ο Πατρών
αυθόρμητα το δάχτυλό του το μεσαίο…)
 
Η Πίτσα από τα Γκράβαρα
βλέπει καυλιά για λάβαρα
σε κόσμο wash and go
και θα ’ναι απόλυτα ευτυχής
αν την πηδήξουνε δυο τρεις
και μπει σε talent show
 
Κι ο Σάκης απ’ το Φάληρο
τα βράδια ένα τάληρο
πουλά την κάθε στύση
Σε ένα τζακούζι τρία χι
και σε μοντέρνα εκδοχή
μα… δε μπορεί να χύσει
 
Όνειρα cabrio Και Jeep
κι από φαιά ουσία ντιπ
μες στο κεφάλι
Αρκεί να πέφτουν τα Ευρώ
να χαλαρώνει των νευρώ-
νων μας το χάλι
 
(… Α ρε κόσμε φουκαράκο
τζάμπα σούβλισες το Διάκο
και στη σούβλα πλάι –τι φρίκη!–
μια πιατέλα με τζατζίκι…)
~ . ~
Δοτική
 
Ενώ έκανα το μάγκα
πείστηκες κι εσύ –ανάγκα–
–βλέπεις ανωτέρα βία–
και με άφησες… συμβία
 
Με πονά η απουσία
μου στερεί τη συνουσία
εμένα –που– άμα τη εμφανίσει
πάντα έβρισκα τη λύση
 
Εν αδίκω ή εν δικαίω
παραπονεμένος κλαίω
το πουλί μου εν συγχύσει
θέλει να κελαηδήσει
 
Και τελών εν διεγέρσει
λέω ωραία που ’ταν πέρσι
που καμιά φορά –εν μέρει–
άγγιζα και κωλομέρι
 
Αναμένω εν εξάρσει
του εμπάργκο σου την άρση
γιατί εν πάση περιπτώσει
έχω –λίγο– μαραζώσει
 
Τι να κάνω που καμία
δεν υπάρχει εν εφεδρεία
λίγο να με ανακουφίσει
τώρα που τελώ εν στύσει
 
Έτσι που είναι εν αχρηστία
σκέφτομαι συχνά στ’ αστεία
–ελαφρά τη συνειδήσει–
την παράτολμη τη λύση
 
Αναλώμασι δικής μου
και απουσία της καλής μου
(ποιος τις χέζει τις δαπάνες)
να το ρίξω στις πουτάνες…
 
Μόνος μου –πια– εν Αθήναις
κι ενώ λείπεις κάποιους μήνες
σκέφτομαι εν κατακλείδι
σε ποιο να σε γράψω… αρχίδι
~ . ~
Luna Park
 
Ανακυκλώνω σκέψεις, συναισθήματα
–πώς έχει γίνει μια ζωή ένα κουβάρι–
θα φύγω και θα πάω στο φεγγάρι
να στέλνω προς τη γη ραδιοκύματα
 
Θα φτιάξω μια κεραία (πιάτο) τέλεια
και θα τη στήσω μέσα στους κρατήρες
θα κάθομαι αραχτός να πίνω μπίρες
χαζεύοντας του κόσμου τη συντέλεια
 
Η γη, θα –γύρω από τον ήλιο– περιφέρεται
κι εγώ, θα –γύρω– περιφέρομαι απ’ τη γη
το Luna Park μου, μια σπουδαία διαφυγή
από έναν κόσμο που, ό,τι θυμάται χαίρεται
 
Θα γίνω φίλος με αστέρια και κομήτες
Θα κάνω σχέση με την αστρική τη σκόνη
πια –η βαρύτητα– δε θα με καθηλώνει
και θα πηγαίνω στων δαχτύλων μου τις μύτες
 
Κι όσο θα ζω μέσα στο πάρκο της Σελήνης
μόνος, κυρίαρχος, τη φέξη και τη χάση
όταν οι άλλοι πια θα με έχουνε ξεχάσει
εσύ θα το ’θελα λιγάκι να επιμείνεις…
~ . ~
Βάλε Ντίνο
 
Με τρύπια κάλτσα και παπούτσι φέτα σόλα
Θέλεις να μπω σε εστιατόριο κυριλέ
να μανουβράρω με νυστέρι τη μπριζόλα
απολαμβάνοντας εκστατικά το μποζολέ
 
Εγώ δεν ξέρω το κρασί να δοκιμάζω
με Σομελιέ δεν έχω μάθει να μιλάω
και θέλω όταν τον κατάλογο διαβάζω
να παίρνω πρέφα τι προσφέρεται να φάω
 
Ξέρω, κανόνισες να κάνεις τα μποτέ σου
–μαλλί στην τρίχα και νυχάκι γαλλικό–
κούκλα θα είσαι αλλά δε σκέφτηκες ποτέ σου
πως εκεί μέσα εγώ παθαίνω πανικό
 
Δεν ξέρω ποιο πιρούνι ποιο μαχαίρι
δεν ξέρω ούτε που μπαίνει η πετσέτα
δεν ξέρω το κουτάλι σε ποιο χέρι
δεν ξέρω επίσης πώς να κόβω με φαλτσέτα
 
Σα να χουν βάλει στο τραπέζι, εκεί, ρουφιάνο
καταλαβαίνουν πότε αδειάζει το κρασί
και σού γεμίζουν το ποτήρι πάλι ως πάνω
να γίνεις ντίρλα να πληρώσεις και ταξί…
 
Κι εκείνη η άλλη η μαλακία στην τουαλέτα
που η βρύση αν δεν τη χαιρετήσεις δε σκαμπάζει
και για να βγει έξω –γαμημένη μια– πετσέτα
χαιρέτα πάλι το κουτάκι που τις βγάζει
 
Δεν ξέρω αν θες, ειλικρινά, να κάνω σχέσεις
ξανά με είδη υγιεινής και με νιπτήρες
μα εγώ δεν πάω πάλι εκεί που να με δέσεις
και να μου καις τις φτέρνες με αναπτήρες
ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

Ψυχές

ΤΟΥ Τ. Κ. ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Υπάρχουν στιγμές στη Θεία Κωμωδία κατά τις οποίες εμφανίζονται μπροστά στον Δάντη διάφορες μορφές και του συστήνονται λέγοντας, «Είμαι η ψυχή του…». Όχι «Είμαι ο τάδε κι ο δείνα», αλλά «Είμαι η ψυχή…». Κάθε φορά που συναντώ αυτά τα σημεία, νιώθω έντονη κατάπληξη, φθόνο ή και κάτι ακόμη βαθύτερο. Στον δικό μου κόσμο, στο κομμάτι του δράματος της ιστορίας στο οποίο παίρνω μέρος, δεν έχω βρει ποτέ τον τόπο από τον οποίο θα μπορούσα να ατενίσω τον εαυτό μου ή τον κόσμο με τρόπο που θα μου επέτρεπε να χρησιμοποιήσω με κάποια σιγουριά τέτοιους όρους που αφορούν τη φύση –αν όχι του ανθρώπου εν γένει– της ύπαρξής μου. Όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «ψυχή» ή τη λέξη «πνεύμα» για να αναφερθώ σε κάτι στη ζωή μου ή στη ζωή κάποιου άλλου (κι είναι αρκετές οι φορές που το έχω κάνει), συνειδητοποιώ πως φτιάχνω έναν χώρο μέσα μου ώστε να εκδηλωθεί κάτι, αυτό όμως που στην πραγματικότητα εκδηλώνεται είναι μιας μορφής ελπίδα, κάποια προσδοκία, για ολότητα, για τo όραμα εκείνο του ατόμου και του κόσμου που θα συμπεριλαμβάνει τα πάντα, και που οι λέξεις το υπονοούν, σε καμία, όμως, περίπτωση δεν συνεπάγονται την ύπαρξή του. Καμιά από τις δύο λέξεις δεν μου έρχεται στο νου δίχως να μου προξενήσει το οικτρό συναίσθημα πως πρόδωσα τον ίδιο μου τον εαυτό και τη γλώσσα μου και, κατά μία έννοια, την αλήθεια της ζωής μου.

Κι όμως, κάθε φορά που αυτές οι οντότητες που λέγονται «ψυχές» έρχονται πράγματι ενώπιον του Δάντη και μεμψιμοιρούν ή, εντέλει, εξυψώνονται δεν νιώθω επιφύλαξη αλλά τρομερή ανακούφιση, λες και μου προσφέρθηκε κάποιας μορφής ολοκλήρωση που δεν θα μπορέσει ποτέ ούτε στο ελάχιστο να μου την παράσχει τίποτε άλλο στη λογοτεχνία ή στη ζωή. Ο Δάντης διαθέτει την ικανότητα να ξεδιπλώνει την αφηρημένη έννοια της ψυχής με τρόπο πειστικό που μπορώ και τον συμμερίζομαι όχι διότι ενστερνίζομαι τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, παρά γιατί έχει περίτεχνα διαμορφώσει ένα ποιητικό όραμα που συνδέει τη συνειδητή μας ζωή με την προσωπική ιδέα ενός συγκεκριμένου ατόμου και με τη μεγάλη εικόνα της ανθρωπότητας, καθώς και με ό,τι βρίσκεται στο επέκεινα, κοντά, ωστόσο, στους ανθρώπους, οι οποίοι φέρουν γι’ αυτό την πλήρη ευθύνη.

Και νομίζω πως μπορώ να φτάσω να πιστέψω στα «συστήματα» του Δάντη, να τα αποδεχτώ, διότι το πολιτικοηθικό όραμα το οποίο διαμορφώνει o Δάντης είναι απαλλαγμένο από κάθε επίπλαστη αθωότητα κι από κάθε προσποιητή ηθική η οποία να θεωρεί την αυτοσυγχώρεση –για την ίδια– δεδομένη εκ των προτέρων. Με το που αφεθούμε στον Δάντη, στην ποίηση που εξυφαίνει και στην κοσμολογία που αναπτύσσει, ενσωματωνόμαστε εφ’ όρου ζωής σ’ έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο η ηθική και οι πράξεις αναμειγνύονται δια των αισθήσεων, και βιώνουμε τα τελικά στάδια στα οποία μας έχουν προσδέσει οι ηθικοί, πνευματικοί μας στοχασμοί, λες και βρισκόμαστε στην εύθραυστη σάρκα της συνείδησης. Ο Δάντης δεν δημιουργεί σύστημα ηθικής τέτοιο που να μας δίνει τη δυνατότητα να κλειστούμε μέσα του και να προστατευτούμε∙ μας πείθει πως οι συνθήκες για μια ηθική ύπαρξη βρίσκονται ήδη εξ ολοκλήρου εντός μας, και, κάτι ακόμη πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου,  χαρακτηρίζει αυτές τις συνθήκες πλήρεις, πληρότητα που είναι ικανή να συμπεριλάβει ό,τι μπορεί να είναι ο άνθρωπος αλλά και το ύψος που μπορεί να φτάσει: εναπόκειται σ’ εμάς να έλθουμε σε συμφωνία μ’ αυτό το όραμα. Το ξεστράτισμά μας δεν σημαίνει πως είμαστε απαραιτήτως κακοί, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι δεν είναι διόλου απίθανο να υπάρχουμε μέσα στην ίδια αυτή ασάφεια κι έλλειψη αποφασιστικότητας από την οποία γεννιέται –όπως ξεκάθαρα μας δείχνει η Κόλαση– κατά κανόνα το κακό.

Η αποκάλυψη αυτή –ή για να είμαστε ακριβείς η ποίηση που την ενσαρκώνει– είναι φυσικά το παν. Διότι η ευφάνταστη ιστορία του ποιήματος είναι η ανάμειξη του απολύτως συμπαγούς με το ολότελα άφατο, του ανεξάλειπτα υλικού με το ηθικό, της αξίας με τον κώδικα, του πάθους με τη βούληση, της πρόθεσης με το αποτέλεσμα. Η μεγαλοφυΐα του ακτινοβολεί κατά τους συμβολισμούς της πράξης και του συναισθήματος, όπως και κατά τις μεταφορικές μεταμορφώσεις αμφοτέρων, και φτιάχνει από τον κόσμο μας το υλικό με βάση το οποίο ο νους μπορεί και πιθανότατα πρέπει να στοχαστεί, κι ο στοχασμός αυτός αποτελεί λειτουργία της δομής και της ουσίας του. Δεν αποκλείεται, επομένως, να μην έχουμε άλλους όρους πέρα από την «ψυχή» και το «πνεύμα» για να συλλάβουμε όλα αυτά τα πολύπλοκα που μας συμβαίνουν όταν βυθιζόμαστε σε μια τέτοια απαιτητική ενότητα αισθαντικότητας και περισυλλογής.

Σε τελική ανάλυση, παρ’ ότι η ηθική μέθοδος της Θείας Κωμωδίας διέπεται από μεγάλη αυστηρότητα, η κοσμολογία που παρουσιάζει, ακόμα και για κάποιον που δεν πιστεύει, είναι γενναιόδωρη και γεμάτη ελπίδα. Τόσο έντονο είναι αυτό, που καμιά φορά σκέφτομαι πως ό,τι ζήσαμε στην πρόσφατη ιστορία υπήρξε τόσο μα τόσο αηδές, υπερβολικά βάναυσο εκ προθέσεως, ώστε η γενναιοδωρία αυτή να φαντάζει κάτι παραπάνω από έκφραση νοσταλγίας. Έχει υπάρξει υπερβολικά πολλή ενσυνείδητη και ασυνείδητη έκφραση του κακού, έχουν υπάρξει υπερβολικά πολλές εκατόμβες και υπερβολικά πολλά ολοκαυτώματα, που ακόμα κι ο κόσμος του Δάντη δεν τα χωράει. Ενίοτε σχηματίζεται η εντύπωση πως τώρα το Καθαρτήριο θα όφειλε να είναι ένα βουνό καμένης σάρκας∙ άραγε θα έβρισκε τη δύναμη μια συνείδηση που το διασχίζει τραγικά σερνάμενη να αρθρώσει η ίδια ακόμα και τη δική της «ψυχή» ή το δικό της «πνεύμα»; Ο Όμηρος μπορεί να διέθετε την κατάλληλη ποιητική γλώσσα ώστε να είναι σε θέση να δείξει πως θα είμαστε για πάντα κτήνη τα οποία –διασκεδάζοντας σχεδόν– ξεσκίζουν το ένα το άλλο∙ κι ο Σαίξπηρ, ο ποιητής μας του αιωνίου γίγνεσθαι, της ασημαντότητας του ηθικού χαρακτήρα, διέθετε την κατάλληλη ποιητική προκειμένου να περιγράψει ως που μπορεί να φτάσει ένα και μόνο άτομο –έχουν υπάρξει τόσοι και τόσοι Ριχάρδοι– όμως μπορούμε άραγε να φανταστούμε το ρόδο του θείου έρωτος ν’ ανθεί από όλη αυτήν την ανθρώπινη στάχτη; Τα δεινά μας μοιάζουν να είναι ασυγκρίτως πιο ντροπιαστικά από εκείνα του Δάντη∙ ολόκληρο το σύστημα του κόσμου μας καλείται να λογοδοτήσει για το ότι βλέπει τον κόσμο να αποσυντίθεται με τρόπους που κι ο ίδιος ο Δάντης δεν θα μπορούσε να τους φανταστεί.

Κι όμως… Πρόσφατα συνάντησα σε κάποιο βιβλίο ένα χωρίο στο οποίο ο Φραντς Στανγκλ, ο διοικητής του στρατοπέδου θανάτου της Τρεμπλίνκα, εξιστορεί τον αρχικό του ερχομό στο στρατόπεδο. Προτού αναλάβει τα καθήκοντά του και προτού πυρπολήσει και την τελευταία λεπτή κλωστή της ανθρωπότητας. «Η Τρεμπλίνκα», λέει ο Στανγκλ, «ήταν το πιο φρικτό πράγμα που είχα δει ποτέ μου… ήταν η Κόλαση του Δάντη, ήταν ο Δάντης ολοζώντανος μπροστά μου». Το ότι ακόμη κι ένας φρικτός εγκληματίας όπως ο Στανγκλ δεν μπόρεσε να βρει καταλληλότερο σημείο αναφοράς για να περιγράψει την αποστροφή του μας κάνει απλώς να συνειδητοποιήσουμε για μια ακόμη φορά την έκταση και το μεγαλείο του μεταφυσικού δράματος που ο Δάντης, και μόνον ο Δάντης, περίτεχνα διαμόρφωσε για μας.

Τ.Κ. ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ

Πηγή: Peter S. Hawkins / Rachel Jacoff (επιμ.), The Poet’s Dante, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2001.

Τ(σαρλς) Κ(ένεθ) Ουίλλιαμς (1936, Νιου Τζέρζυ – 2015, Νιου Τζέρζυ): Aμερικανός πολυβραβευμένος ποιητής.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Κανονικά, αυτή την ιστορία δεν θα έπρεπε να την γράψουμε ή να την πούμε καθόλου. Με το να την γράψουμε ή με το να την πούμε την καταστρέφουμε. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που βίωσε την παράξενη εμπειρία για την οποία πρόκειται να μιλήσουμε δεν ανέφερε ποτέ σε κανέναν το παραμικρό και το γεγονός ότι κράτησε το μυστικό του επτασφράγιστο στη μνήμη του είναι όλο το ζουμί της ιστορίας. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παραδεχτούμε ευθύς εξαρχής τη μειονεκτική θέση στην οποία βρισκόμαστε – ότι είναι παράλογο να πούμε εμείς την ιστορία, παράλογο να να την ακούσει κανείς και αδιανόητο να περιμένουμε πως κάποιος θα την πιστέψει.

Εντούτοις, θα κάνουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο μια χάρη. Θα συγκρατηθούμε και δεν θα αναφέρουμε το πλήρες ονοματεπώνυμό του. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να πούμε το μυστικό του επιτρέποντάς του παράλληλα να συνεχίσει να κοιτά τους φίλους του στα μάτια. Μπορούμε πάντως να πούμε πως το επώνυμό του είναι Ντάφυ. Θα πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες με το επώνυμο Ντάφυ στον κόσμο∙ ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ένας νέος Ντάφυ θα κάνει πιθανότατα την εμφάνισή του σε κάποια γωνιά του πλανήτη. Μπορούμε ακόμη ακόμη να φτάσουμε ως το σημείο να πούμε ότι είναι ο αδερφός του Τζων Ντάφυ. Δεν προδίδουμε κάτι λέγοντάς το, διότι αν υπάρχουν εκατό μόνον άνθρωποι με το ονοματεπώνυμο Τζων Ντάφυ, ακόμη κι αν δεχόμασταν πως θα μπορούσε να βρεθεί και να ερωτηθεί ο καθένας χωριστά από αυτούς, δεν θα ερχόταν στο φως τίποτα το ντροπιαστικό. Κι αυτό γιατί ο συγκεκριμένος Τζων Ντάφυ δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι του, δεν εγκατέλειψε ποτέ το κρεβάτι του, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν όσο έζησε και δεν τον είδε παρά μονάχα ένας άνθρωπος. Και το όνομα αυτού Γκάμλυ. Ο Γκάμλυ ήταν γιατρός. Ήταν παρών κατά τη γέννηση του Τζων Ντάφυ όπως και κατά τη στιγμή του θανάτου του, μια ώρα αργότερα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ζούσε μόνος σε ένα μικρό σπίτι σ’ ένα ύψωμα στο Ίντσικορ. Το πρωί, καθώς ντυνόταν, είχε τη δυνατότητα να ατενίσει την πλατιά κοιλάδα του ποταμού Λίφυ στη μια άκρη, τις πλαγιές του πάρκου Φοίνιξ στην άλλη, και να γαληνέψει. Ο ποταμός σπανίως ήταν ορατός, όμως τα πρωινά που είχε ήλιο φαινόταν σαν μακρύ απαστράπτον δόρυ στην παλάμη της κοιλάδας. Έμοιαζε με αξιοσέβαστο παντρεμένο κύριο που μπαίνει βιαστικά στο Δουβλίνο για δουλειά.

Κάποιες φορές ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφερνε κατά νου το ότι το ρολόι του πηγαίνει μπροστά κι έτσι περνούσε μια στιγμή ραστώνης με το τηλεσκόπιο του πατέρα του, να κοιτά την κοιλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη με μάτι αετού. Το χωριό Τσαπελίζοντ βρισκόταν στα αριστερά, σχεδόν καλυμμένο στο βάθος, όμως κάθε πρωί οι κάτοικοι σήκωναν νωχελικά –το έκαναν θαρρείς για να επωφεληθεί ο κύριος Ντάφυ– ένα σύννεφο καπνού για να δείξουν ακριβώς το σημείο στο οποίο βρίσκονταν.

Ο φακός του κυρίου Ντάφυ συνήθως στεκόταν ακίνητος μόλις εντόπιζε τη μορφή ενός άντρα ο οποίος περπατούσε βιαστικά στα ψηλότερα σημεία του πάρκου και χανόταν από το οπτικό πεδίο κατευθυνόμενος προς το φρούριο Μαγκαζίν. Ένα μικρό λευκό τεριέ χοροπηδούσε μπροστά του και κατά διαστήματα επιτάχυνε για να τον προσπεράσει, αφού πρώτα είχε χασομερήσει κάπου πίσω του.

Ο άντρας κουβαλούσε παραμάσχαλα ένα εργαλείο το οποίο στην αρχή ο κύριος Ντάφυ το πέρασε για πυροβόλο όπλο ή επαναληπτική καραμπίνα, όμως κάποιο πρωινό o άντρας βαστώντας το απ’ την άκρη χτυπούσε ζωηρά μ’ αυτό τα βαρέλια κάτω στο δάπεδο καθώς περπατούσε, και τότε φανερώθηκε στον κύριο Ντάφυ –ο οποίος ένιωσε ορισμένη απογοήτευση– ότι το αντικείμενο ήταν μπαστούνι.

Τον άντρα έτυχε να τον λένε Μάρτιν Σμάλεν. Ήταν συνταξιούχος μηχανοδηγός και ζούσε ήσυχα μαζί με τη λεπτεπίλεπτη αδερφή του στο Πάρκγκεητ, στον αριθμό 4 της οδού Κάνον Ρόου. Ο κύριος Ντάφυ δεν ήξερε πώς τον λένε και δεν αξιώθηκε ποτέ να τον συναντήσει ή να βρεθεί στην ευχάριστη θέση να τον γνωρίσει, ίσως όμως αξίζει να αναφέρουμε πως οι δυο τους κάποτε στάθηκαν δίπλα δίπλα στη μπάρα μιας παμπ στην οδό Λιτλ Ήστερ, χωρίς να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, ολότελα ξένοι. Ο κύριος Σμάλεν παρήγγειλε ουίσκι κι ο κύριος Ντάφυ μπύρα.

Την αδερφή του κυρίου Σμάλεν την έλεγαν όχι Σμάλεν αλλά Γκόγκινς, χήρα του εκλιπόντος Πωλ Γκόγκινς, χονδρεμπόρου υφασμάτων. Ο κύριος Ντάφυ ούτε που την είχε ακουστά. Αυτή πάλι είχε έναν ξάδερφο που λεγόταν Λήο Κορ κι ο οποίος είχε απασχολήσει την αστυνομία. Το 1924 καταδικάστηκε σε κάθειρξη και καταναγκαστικά έργα για κατασκευή πλαστών νομισμάτων. Η κυρία Γκόγκινς δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, είχε όμως ακούσει γι’ αυτόν πως μετανάστευσε στο Λάμπραντορ με το που αφέθηκε ελεύθερος.

Λίγα λόγια για το τηλεσκόπιο. Μια περίεργη ιστορία συνδέεται με τον ιδιοκτήτη του∙ Ντάφυ κι αυτός, συνταξιούχος του εμπορικού ναυτικού. Παρ’ ότι δεν καρπώθηκε τα οφέλη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης –στην πραγματικότητα μπάρκαρε στα δεκαέξι του εξαιτίας ενός περιστατικού που συνέβη λόγω ατελούς κατανόησης της σεξουαλικής σχέσης– είχε τη στόφα λογίου και συχνά περνούσε τα απογεύματα των αδειών του στη στεριά μόνος στην τραπεζαρία του σπιτιού του να φυλλομετρά με χαρά κάποιο βιβλίο του Ομήρου ή να υπομνηματίζει τα όχι καλά λατινικά του Αγγελικού Δασκάλου [Θωμά Ακινάτη] και να μειδιά, φανερώνοντας έτσι την πολυμάθειά του. Την 4η Ιουλίου του 1927 στις τέσσερις η ώρα, κι ενώ ήταν στην τραπεζαρία, έχασε τα λογικά του. Το ίδιο εκείνο σούρουπο, στις οχτώ η ώρα, τέσσερις άντρες έφτασαν με ένα φορτηγάκι, τον πήραν από τη χώρα του θανάτου και τον μετέφεραν σε κάποιο μέρος στο οποίο θα ήταν υπό περιορισμό για το δικό του καλό.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι πολλά από τα προαναφερθέντα δεν έχουν στην πραγματικότητα και μεγάλη σχέση με την ιστορία του αδερφού του Τζων Ντάφυ, όμως η μοντέρνα γραφή –υπάρχει αυτή η ελπίδα– έχει περάσει από το στάδιο κατά το οποία απλά συμβάντα παρατίθενται στο κενό δίχως κάποια ένδειξη ως προς τα ψυχολογικά και γενεσιουργά αίτιά τους τα οποία δουλεύουν στο βάθος. Έχοντας πάντως πει τόσα πολλά, ας μας επιτραπεί να καταγράψουμε τώρα εν συντομία τη φύση της περιπέτειας του αδερφού του Τζων Ντάφυ.

Κάποιο πρωί σηκώθηκε –ήταν 9 Μαρτίου του 1932–, ντύθηκε και ετοίμασε το πρωινό του για να φύγει. Αμέσως μετά τον κυρίευσε η παράξενη ιδέα πως είναι τρένο. Καμιά εξήγηση δεν στέκει να επιχειρήσουμε να δώσουμε. Στα αγοράκια ενίοτε αρέσει να παριστάνουν πως είναι τρένα κι υπάρχουν στον κόσμο κάτι χοντρές γυναίκες που από μακριά μοιάζουν λιγάκι με τρένα. Μα ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν βέβαιος πως είναι τρένο –μεγάλο σε μάκρος, βροντερό κι αχανές, πως απ’ τα πόδια του βγαίνει με κρότο λευκός καπνός και πως μακρόστενα φυσερά έρχονται ρυθμικά απ’ το σημείο στο οποίο βρισκόταν το φουγάρο του.

Συν τοις άλλοις, ήταν βέβαιος πως είναι ένα συγκεκριμένο τρένο, το τρένο των 9.20 για Δουβλίνο. Ο σταθμός του ήταν η κρεβατοκάμαρα. Στεκόταν εντελώς ακίνητος για είκοσι λεπτά, γνωρίζοντας πως τα καλά τρένα είναι πάντοτε στην ώρα τους τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξη. Έριχνε συχνά πυκνά ματιές στο ρολόι του ώστε να σιγουρευτεί ότι δεν θα του περάσει η ώρα χωρίς να το προσέξει. Το ρολόι του έφερε πάνω του τις λέξεις «αντικραδασμικό» και «σιδηροδρομικός χρονομέτρης».

Στις 9.20 ακριβώς εξέπεμπψε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, έθεσε σε κίνηση τη μεγάλη μεταλλική μάζα του και αναχώρησε για την πόλη με ορμή αφήνοντας πίσω του καπνό. Το τρένο έφτασε δίχως καμιά καθυστέρηση στον προορισμό του, ο οποίος ήταν το γραφείο των κυρίων Πόλτερ και Πόλτερ, νομικών συμβούλων και υπευθύνων λήψης ένορκων βεβαιώσεων. Για προφανείς λόγους, η επωνυμία της εταιρείας είναι επινοημένη. Μέσα στο γραφείο βρίσκονταν δύο άντρες, ο γηραιός κύριος Κράνμπερυ κι ο νεαρός κύριος Χοτζ. Αμφότεροι ήταν υπάλληλοι κι αμφότεροι λογοδοτούσαν στον αδερφό του Τζων Ντάφυ. Φυσικά, και των δύο τα επώνυμα τα έχουμε φανταστεί.

«Καλημέρα κ. Ντάφυ», είπε ο κ. Κράνμπερυ. Ήταν μιας κάποιας ηλικίας κι ευγενέστατος κι είχε γίνει κατακίτρινος υπηρετώντας την εταιρεία.

Ο κ. Ντάφυ τον κοίταξε έκπληκτος. «Δεν το βλέπεις ότι είμαι τρένο;», είπε. «Γιατί με αποκαλείς κ. Ντάφυ;»

Ο κ. Κράνμπερυ γέλασε κι έκλεισε το μάτι στον κ. Χοτζ, ο οποίος καθόταν έτσι νεαρός, περιποιημένος κι ευπαρουσίαστος πίσω από τη γραφομηχανή του.

«Εντάξει, κ. Τρένο», είπε. «Κρύο σήμερα το πρωί, κύριε. Δύσκολο να ανεβάσετε ατμό ως επάνω κάτι τέτοια κρύα πρωινά, κύριε.»

«Δεν είναι εύκολο», είπε ο κ. Ντάφυ. Κατευθύνθηκε με χάρη στην καρέκλα του πιο πέρα και περίμενε υπομονετικά τους υπαλλήλους της εταιρείας να έρθουν να τον αποσυναρμολογήσουν όπως πρέπει. Ο κ. Χοτζ κρυφογελούσε πίσω απ’ τα στόρια του.

«Τίποτα φτηνές εκδρομές, κύριε;», ρώτησε.

«Όχι.», απάντησε ο κ. Ντάφυ. «Υπάρχουν, φυσικά, ετήσια εισιτήρια.»

«Τρίτης και τέταρτης θέσης να υποθέσω, κύριε;»

«Όχι.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Προς επίρρωση των θέσεων του Χερ Μαρξ όλες οι ταξικές διακρίσεις στον τροχαίο εξοπλισμό του σιδηροδρομικού οργανισμού καταργήθηκαν.»

«Α, μάλιστα», είπε ο κ. Κράνμπερυ.

«Αυτό είναι κομμουνισμός», είπε ο κ. Χοτζ.

«Εννοεί», είπε ο κ. Κράνμπερυ, «ότι τώρα υπάρχει μόνο πρώτη θέση.»

«Πόσους τροχούς έχει η μηχανή σας;», ρώτησε ο κ. Χοτζ. «Τρεις μεγάλους;»

«Δεν είμαι εμπορευματική αμαξοστοιχία», είπε δηκτικά ο κ. Ντάφυ. «Ο σχηματισμός στην επιβατική αμαξοστοιχία είναι τέσσερις-τέσσερις-δύο – δύο μεγάλοι κινητήριοι τροχοί σε κάθε πλευρά οι οποίοι ασφαλώς συνοδεύονται από ένα τρέηλερ με τέσσερις τροχούς στο μπροστινό μέρος και δύο μικρούς τροχούς στη θέση του οδηγού. Γιατί ρωτάς;»

«Είναι η αποβάθρα στη μέση.», είπε ο κ. Κράνμπερυ. «Δεν βλέπει καθαρά.»

«Α, ναι, έχεις δίκιο.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Το ξέχασα.»

«Να υποθέσω πως χρησιμοποιείτε πολύ κάρβουνο;», είπε ο κ. Χοτζ.

«Περίπου μισό τόνο για κάθε τριάντα μίλια.», είπε αργά ο κ. Ντάφυ, ελέγχοντας από μέσα του την κατανάλωση του συγκεκριμένου πρωινού. «Όπως θα φαντάζεστε κι αν ακόμη δεν σας το πω, το συνεχές σταμάτα-ξεκίνα στους προαστιακούς σταθμούς με εξαντλεί.»

«Είμαι σίγουρος», είπε συμπονετικά ο κ. Χοτζ.

Συνέχισαν να συνομιλούν κάπως έτσι για μισή ώρα ώσπου κατέφτασε ο κ. Πόλτερ ο πρεσβύτερος και κατευθύνθηκε σοβαρός σοβαρός στο γραφείο του στο βάθος. Με το που συνέβη αυτό η συζήτηση έφτασε στο τέλος της. Δεν ακούστηκαν και πολλά ακόμη ως την ώρα του γεύματος πέρα από τον γρατζουνιστό ήχο της πένας στο χαρτί κι από τους ακανόνιστους ήχους των πλήκτρων της γραφομηχανής.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφευγε πάντοτε απ’ το γραφείο στη μιάμιση και πήγαινε στο σπίτι για να γευματίσει. Κατά συνέπεια, ξεκινούσε να ανεβάζει ατμό στη μία παρά τέταρτο ούτως ώστε να μην υπάρχει καθυστέρηση στην ώρα της αναχώρησης. Κάθε φορά που ο «σιδηροδρομικός χρονομέτρης» έλεγε ότι είναι μιάμιση, έβγαζε ακόμη ένα στριγκό σφύριγμα κι έβγαινε ατμοκίνητος από το γραφείο αργά αργά δίχως να ανταλλάσσει ούτε κουβέντα ούτε ματιά με τους συναδέλφους του. Έφτανε στο σπίτι του ακριβώς στην ώρα του.

Πλησιάζουμε τώρα στο πλέον σημαντικό σημείο της πλοκής, στο περιστατικό που δίνει νόημα σε ολόκληρη την ιστορία. Στη μέση του γεύματός του ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ένιωσε κάτι σπουδαίο, κάτι παράδοξο, βαρυσήμαντο και μαγικό να συμβαίνει μες στο μυαλό του, κάποια υπέρμετρη ένταση να μαλακώνει, άπλετο φως να πλημμυρίζει έναν τόπο που ήταν ως τότε σκοτεινός. Τα μαχαιροπίρουνα έπεσαν απ’ τα χέρια του και κάθισε εκεί κάμποση ώρα με απελπισμένο βλέμμα∙ μια μπουκιά πατάτες παραμελημένη μες στο στόμα του. Στη συνέχεια κατάπιε, σηκώθηκε χωρίς δυνάμεις από το τραπέζι και περπάτησε ως το παράθυρο, σκουπίζοντας τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να τρέχει στο μέτωπό του.

Έστρεψε το βλέμμα του έξω στο φως της μέρας, όχι πια τρένο αλλά άνθρωπος κατατρομαγμένος. Ξανάφερε στο νου του ολόκληρο το πρωινό του σπιθαμή προς σπιθαμή. Εξ όσων θυμόταν δεν είχε σκοτώσει κανέναν, δεν είχε βρίσει κανέναν, δεν είχε σπάσει τίποτα παράθυρα. Μονάχα είχε μιλήσει με τον Κράνμπερυ και τον Χοτζ. Κάτω στον αυτοκινητόδρομο δεν υπήρχε κανένα σκοτεινό φορτηγάκι που να το λυμαίνονται άνθρωποι με στολές. Κάθισε ξανά κάτω, συντετριμμένος, δίπλα στο μισοτελειωμένο γεύμα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν οπωσδήποτε θαρραλέος. Όταν γύρισε πίσω στο γραφείο είχε κατεβάσει λίγο ουίσκι στο στομάχι του κι ήταν σούρουπο, πιο αργά απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Ο Χοτζ κι ο Κράνμπερυ έμοιαζαν απορροφημένοι στις επιστολές τους. Κρέμασε το καπέλο του ανέμελα και είπε:

«Φοβάμαι πως το τρένο άργησε λιγάκι να γυρίσει πίσω.»

Κάτω από τα χαμηλωμένα του βλέφαρα έριξε ένα κοφτερό βλέμμα στο πρόσωπο του Κράνμπερυ. Νόμισε πως είδε ένα αμυδρό χαμόγελο να περνά φευγαλέα από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ηλικιωμένου την ώρα που αυτά παρέμεναν βυθισμένα σε μια κόλλα χαρτί. Το χαμόγελο έμοιαζε να σημαίνει πως αυτό το ίδιο πρωινό αστείο δεν ήταν αρκετά καλό λίγες ώρες αργότερα. Ο Χοτζ σηκώθηκε απότομα στη γωνιά του και κατευθύνθηκε ήσυχα στο γραφείο του κ. Πόλτερ κουβαλώντας μαζί του τις επιστολές του. Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ αναστέναξε και κάθισε αποκαμωμένος στο γραφείο του.

Εκείνη τη νύχτα, όταν έφυγε από το γραφείο, η καρδιά του ζύγιζε λιγότερο και πίστεψε πως έχει βρει μια καλή δικαιολογία για να αγοράσει κι άλλο αλκοόλ. Κανένας δεν ήξερε το μυστικό του παρά μόνον ο ίδιος και κανείς άλλος δεν επρόκειτο ποτέ να το μάθει.

Θεραπεύτηκε πλήρως. Το παράξενο νόσημα δεν επέστρεψε ποτέ. Ακόμα και σήμερα πάντως, ο αδερφός του Τζων Ντάφυ εμφανίζεται στη σήραγγα στον ποταμό Λίφι με το βουητό των τρένων και στέκει ριζωμένος στο έδαφος όποτε συναντά ισόπεδη διάβαση – σιωπηλός, που λέει ο λόγος, επάνω σε μια κορυφή στο Ντέριεν.

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

Flann O’Brien, The Short Fiction of Flann O’Brien, Σαμπέιν / Λονδίνο / Δουβλίνο, Dalkey Archive Press, 2013 [πρώτη δημοσίευση: Irish Digest (Ιούν. 1940), σ. 69–73 και (με λίγες αλλά σημαντικές διαφορές) Story: The Magazine of the Short Story (Ιούλ.-Αύγ. 1941), σ. 65–68].

Φλαν Ο’Μπράιαν (1911, Κάουντυ Τιρόουν – 1966, Δουβλίνο). Ιρλανδός συγγραφέας του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μπράιαν Ο’Νόλαν. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος και έγραψε (μυθιστορήματα, θεατρικά, διηγήματα και σατιρικά κείμενα διατηρώντας για χρόνια στήλη στην εφημερίδα The Irish Times) –με διάφορα ψευδώνυμα– στα αγγλικά αλλά και στα ιρλανδικά. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Ο τρίτος αστυφύλακας (Αλεξάνδρεια, 2008) σε μετάφραση του Άρη Μπερλή.