Συντάκτης: Περιπλανόδιος

Σχετικά με τα ροδάκινα

DSC_0044.jpg

της ΜΥΡΤΩΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑ*

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω το παρόν γράμμα για να σας υπενθυμίσω να παραλάβετε τα ροδάκινα που σας έστειλα. Βεβαίως, θα θυμάστε την μικρή μας συμφωνία! Ο ταχυδρόμος της γειτονιάς μου με βεβαίωσε πως σε τρεις εργάσιμες μέρες τα ροδάκινα θα είναι στην πόρτα σας ή κι αν δεν είναι, τότε σίγουρα ο ταχυδρόμος θα σας έχει αφήσει κάποιο παραπεμπτικό δελτίο, για να τα παραλάβετε από το κοντινότερο ταχυδρομείο.

 

Να σας δηλώσω πως τα όσα είπαμε τα έχω φυλάξει καλά μέσα στην καρδιά μου, δεν τα λησμονώ.

Για την ώρα σας χαιρετώ,

Μ.

Υ.Γ. Μα πάνω από όλα, δεν σας λησμονώ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Τα ροδάκινα που σας έστειλα δεν φαίνεται να έχουν παραληφθεί ακόμη.
Σας παρακαλώ να τα παραλάβετε από το ταχυδρομείο!
Αν αργήσετε κι άλλο, θα γίνουν μαρμελάδα.

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Η σκέψη σας παφλάζουσα
σαν τα κύματα
στην άκρη του λιμανιού. Θυμάστε.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Πρέπει να σας έτυχε κάτι επείγον.
Βεβαιώθηκα πως δεν λάβατε τα ροδάκινα που σας έστειλα.
Επεστράφησαν, μάλιστα, σε εμένα στο ίδιο χάρτινο κουτί, μουλιασμένο τώρα από τους χυμούς τους και την μούχλα.
Σας αποστέλλω εκ νέου τα ροδάκινά μου.
Σας παρακαλώ να σπεύσετε να τα παραλάβετε γιατί είναι πολύ ώριμα. (Ο προσωπικός μου μανάβης τα χαρακτήρισε prêt-à-manger. Παράξενο για έναν μανάβη, δεν βρίσκετε;)

Δικός σας,

Μ.

Υ.Γ. Παρακαλώ πολύ απαντήστε μου, η σιωπή σας με αναστατώνει. Μήπως συνέβη κάτι με την Μάρθα; Αχ… Αυτό δεν θα το ήθελα καθόλου.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Ο ταχυδρόμος με βεβαιώνει πως η διεύθυνση που μου δώσατε είναι σωστή.

«Τα ροδάκινα», μου λέει, «φαίνεται να παραδίδονται σωστά, κανένας όμως δεν έρχεται να τα παραλάβει. Όπως γνωρίζετε τα δέματα που δεν χωρούν κάτω από την πόρτα, τα κρατάμε στο ταχυδρομείο, ο παραλήπτης τα παραλαμβάνει από εμάς δείχνοντας το αποδεικτικό δελτίο που του αφήσαμε στην ταχυδρομική του θυρίδα.»

Σαχλαμάρες.

Πιστεύω πως πρόκειται για παρεξήγηση, ίσως μάλιστα να πρόκειται για λάθος της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Είναι πιθανόν να το στέλνουν σε άλλη διεύθυνση. Εν πάση περιπτώσει, βεβαιωθείτε ότι είχατε παραλάβει αυτό το αποδεικτικό δελτίο, στο οποίο αναφέρεται ο ταχυδρόμος. Παρά λίγο να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση.

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Χθες πήγα σε μία θεατρική παράσταση, κάθισα στον εξώστη. Βεβαίως, θα θυμάστε αυτό που σας είχα πει για την σχέση μου με τους εξώστες. Κοιτούσα το πλήθος που κατέκλυζε την αίθουσα από ψηλά. Έτσι για γούστο, είχα πάρει και τα κιάλια μου. Κοιτούσα. Το πλήθος, το φθηνό, το τιποτένιο πλήθος, το πλήθος των ανθρώπων. Τι κάνει, αναρωτήθηκα, ο λαουτζίκος, σε μία τέτοια παράσταση; Τι καταλαβαίνουν όλοι αυτοί! Ύστερα γύρισα το βλέμμα μου, στην αδειανή —φεῦ— διπλανή μου θέση. Ξέρετε, ένιωσα πως κάτι συνέβαινε, κάτι κακό, μέσα μου. Η αδειανή θέση.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω το παρόν γράμμα για να σας γνωστοποιήσω πως και το δεύτερο δέμα που σας έστειλα βρίσκεται ξανά στα χέρια μου πιο ζουμερό από ποτέ. Πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να συνέβη. Οφείλω να ομολογήσω πως το μάτι του ταχυδρόμου βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Μάλιστα θα χρειαστεί να του πληρώσω και την επίσκεψή του στην οφθαλμολογική κλινική.

Η γειτονιά έχει αρχίσει να μιλάει. Οφείλω να πω πως οι γείτονές μου με κοιτούν κάπως περίεργα.

Παρακαλώ απαντήστε.

Δικός σας,

Μ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω εκ νέου τρία ροδάκινα. Βεβαίως συμβολικό το τρία, θα θυμάστε άλλωστε. Διάβασα πως τα ροδάκινα έχουν μικρό χρόνο ζωής όταν δεν συντηρούνται εντός ψυγείου, γι’ αυτόν τον λόγο τα έχω τοποθετήσει σε ειδικό δέμα. Μα τι έχουν σκαρφιστεί! Δέματα με θερμοστάτες! Κατάλληλα για την μεταφορά τυριών και άλλων ευαίσθητων προϊόντων, ακόμα και ανθρώπινα όργανα μεταφέρουν σε αυτά τα κουτιά! Φανταστείτε!

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Χθες βρήκα το τζάμι της πίσω πόρτας σπασμένο. Κι όμως τίποτα δεν φαίνεται να είχε πέσει πάνω του.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Προφανώς θα γνωρίζετε τον λόγο που σας απευθύνω το παρόν γράμμα. Το τρίτο δέμα γύρισε. Η συσκευασία έσπασε. Τα ροδάκινα μούχλιασαν. Δεν το βρίσκετε λυπηρό; Σε λίγο η εποχή των ροδάκινων θα τελειώσει. Να σας υπενθυμίσω, ωστόσο, πως τα όσα είπαμε τα έχω φυλάξει καλά μέσα στην καρδιά μου. Με ζεσταίνουν όταν η σιωπή σας, αυτή η βασανιστική, ταχυδρομική σας σιωπή… Με παγώνει.

Είμαι έτοιμος να στείλω το επόμενο δέμα.

Δικός σας,

Μ.

Υ.Γ. Κάποιος μπήκε μέσα στο σπίτι. Έψαχνε κάτι. Πολύ φοβάμαι πως ήξερε καλά τι έψαχνε. Δεν πήρε ούτε ένα από τα χαρτονομίσματα που αφήνω κάτω από το τασάκι στην τραπεζαρία. Θυμάστε αυτό που σας είχα πει, για τον φόβο μου.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Δεν περιμένω απάντηση.
Κάποιος μου άφησε ένα ψόφιο κοράκι στην πόρτα μου.
Αστείος ο συμβολισμός, δεν βρίσκετε;
Σαν να παίζουμε σε θεατρικό έργο.
Απαντήστε μου.
Τι κάνει η Μάρθα;
Τι κάνει το ταχυδρομείο σας; Ακούσατε τις ειδήσεις;

Σας χαιρετώ,

Υ.Γ. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα γράμματα, εσείς μου τα μάθατε και τώρα δεν λέτε να απαντήσετε.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Την επόμενη φορά θα είναι ακόμα χειρότερο.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Θυμάστε που σας έλεγα για το κοράκι; Τώρα άφησαν έναν αρουραίο, ψόφιο. Φαίνεται πως τον σκότωσαν χώνοντάς τον επανειλημμένα σε χλωρίνη. Η κοιλιά του ζώου ήταν γεμάτη από το υγρό. Λέτε να σημαίνει κάτι; Ο συμβολισμός είναι κάπως βίαιος αλλά σίγουρα αστείος.

Σας φιλώ, σας γελώ,

Μ.

Υ.Γ. Με προτιμάτε έτσι; Όπως παλιά;

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας φιλώ, σας γελώ, σας χαιρετώ; Όχι ακόμη.

Αγαπημένε Θ., δικός σας δηλώνω

Μ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Θα σταματήσω να σας στέλνω τα ροδάκινά μου. Άλλωστε δεν έχει πια νόημα. Πρέπει να έγινε κάποια παρεξήγηση. Μάλλον η συμφωνία μας δεν ήταν συμφωνία, μάλλον τα λόγια σας δεν ειπώθηκαν ποτέ. Άραγε, τι κάνει η Μάρθα; Εσείς, σιωπηλέ βασανιστή μου;

Υπάρχετε;

Υπήρξατε ποτέ; Σας φαντάστηκα όπως την συμφωνία μας;

Τόσο καιρό καίω τα σωθικά μου.

Συγχωρήστε με για τους συναισθηματισμούς μου. Για τις υπερβολές. Αγαπητό μου φάντασμα, τα φώτα εδώ δεν ανάβουν. Η μπαλκονόπορτα έσπασε. Οι γείτονες είναι πιο σιωπηλοί από ποτέ. Έχω ξεχάσει το όνομά μου. Έχω ξεχάσει τι είμαι. Τι είμαι;

Μαύρο σκοτάδι, τα σκουπίδια μαγειρεύονται στην εξώπορτα. Τι εξώπορτα. Δεν υπάρχουν πόρτες, ούτε ανοίγματα. Κύριε, υπήρξατε;

Σας αποχαιρετώ;

Δικός σας;

Μ. Χ.

 

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

peaches


*  (Η Μυρτώ Χαρβαλιά γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλη του 1995. Σπούδασε στο Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Για την ώρα ζει στο Παρίσι, όπου κατά δική της ομολογία «σπουδάζει ανεπιτυχώς)».

 

 

Advertisements

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

Don_Quijote.png

Μπουρνάζι

Σε γνώρισα ένα βράδυ δακρυσμένο
(βροχή είχε αρχίσει)
Είχες παράνομα το αμάξι σταθμευμένο
και με είχες κλείσει

Άφησα post it στον υαλοκαθαριστήρα
νεύρα γεμάτο
μα όταν σε είδα έδειξα άλλο χαρακτήρα
πιο πιπεράτο

Γέλασα και σου είπα δεν πειράζει
θα περιμένω
Έτσι όπως έχει γίνει το Μπουρνάζι
καταλαβαίνω

Μου γέλασες κι εσύ πίσω απ’ το τζάμι
(κόπηκε η ανάσα)
Βρήκατε κίνηση καθόλου στο ποτάμι;
(ρίχνω την πάσα)

Δείχνεις διάθεση να συνεχίσεις την κουβέντα
(Τράβηξα άσσο!
Κοίτα να δεις που απόψε έχω ρέντα
μη με ματιάσω…)

Σκοπεύετε να βγείτε από το αμάξι;
(Θεέ μου ευφράδεια!)
Πριν απαντήσεις ήδη είχα αρπάξει
χωρίς καν άδεια

την πόρτα και τραβούσα σαν τανάλια
που είχε σφίξει
Δεν άνοιγε… Αν δε βγάλω την ασφάλεια
λες δε θ’ ανοίξει…

Α! Η ασφάλεια λέω αμήχανα λιγάκι…
Και κοκκινίζω
Βλέπεις εγώ οδηγάω μηχανάκι
Πού να γνωρίζω…

–Τι!!! Δεν είναι δικιά σου η SLK?
Σε άλλον ανήκει;
–Σε άλλον ασφαλώς. Εγώ έχω χρέη
Κι ούτε για… νοίκι…

Αααα λες εσύ απότομα με ύφος
σκοτεινιασμένο
και αφού το έπιασα το νόημα πως τζίφος
δεν επιμένω

Γυρίζω σπίτι. Βρέχει! Ματαιώθηκε
το όνειρο πως θα ’μαστε μαζί
Και το παπάκι σάμπως να πληγώθηκε
με άφησε στο δρόμο από μπουζί…

~ . ~

Passa Tempo

Δεν τον ενδιέφερε τι θ’ απογίνει
Όλοι του λέγανε να κάνει κράτει
μα εκείνος νόμιζε πως είχε σμήνη
μπροστά τα χρόνια του και ασέλωτο άτι

για να καλπάσει στης γης τα πέρατα
και να γνωρίσει άλλους ανθρώπους
(λες και δεν το ’ξερε πως απ’ τα κέρατα
ο ταύρος πιάνεται σ’ όλους τους τόπους…)

Θεριό ανήμερο! Χέρια τεράστια
και με ένα πείσμα που λυγίζει ατσάλι
Απ’ τα παράλια ως τα προάστια
ολοι τον ξέρανε. Τον μάθαν κι άλλοι…

Τα βράδια σέλωνε το μαύρο άλογο
Και το ξημέρωμα άραζε λίγο
Έκανε μόνος του κάποιο διάλογο
Κι ύστερα έλεγε: «ώρα να φύγω»

Θέριζε θάλασσες, όργωνε όρη
Ετρωγε γλένταγε χόρευε κι όταν
σπάνια έφτανε στο «μη προχώρει»
σαν τους ληστές κι αυτός λαγοκοιμόταν

Σπηλιές κατοίκησε και ουρανοξύστες
Το κρύο ρούφαγε κι έβγαζε λίβα
«Κόλλησε» κάποτε με κάτι αρτίστες
(μάλιστα τα ’μπλεξε και με μια diva)

Παιδιά δεν έκανε (ή δεν του το ’πανε)
–και να του λέγανε, αυτός χαμπάρι–
(κάποτε του ’πε μια «δικό σου κόπανε»
μα έλεγε ψέματα να τον τουμπάρει)

Μα αυτά τα ζόρικα γίναν’ παλιότερα
Τα χρόνια φύγανε σαν τους τουρίστες
Κι αυτός –στον κάμπο πια– θυμάται κότερα
Και τους που είπαμε –πιο πριν– αρτίστες

Σε κάποια -ήντα του στροφή επιτόπια
Και τόσο που άντεξε; – τι λέτε τώρα!–
καλλιέργεια έβαλε με ηλιοτρόπια
«Το πα-σα-τέ-μπο σου να φεύγει η ώρα…»

Και ψάχνει μόνος του να βρει το φταίξιμο
Φταίει που δεν άκουσε τι λέγαν’ οι άλλοι;
Όμοια κατάσταση (Θε μου τι μπλέξιμο)
Κι εμένα σήμερα με βρήκε πάλι…

Εκεί που μόνος μου έτρωγα ηλιόσπορους
(παππού τα τσίμπησες πάλι στο αλάτι…)
πώς αναζήτησα θάλασσες, Βόσπορους
κι ένα ξεσέλωτο που είχα άτι…

~ . ~

Θησαυρός

Είχα παλιά ένα θησαυρό.
Τον έχω χάσει.
Ψάχνοντας χρόνια να τον βρω
έχω γεράσει.

Ανοίγω χάρτες και κοιτώ
τα άστρα πάνω.
Τόσο, που μοιάζει περιττό
ό,τι κι αν κάνω.

Έχω στα χέρια μου σφιχτά
–σα να φοβάμαι–
φανό. Και φώτα ανοιχτά
όταν κοιμάμαι.

Διανύω ασθμαίνοντας κι εγώ
όνειρα, λύπες
και ψάχνοντας φωταγωγό
ανοίγω τρύπες…

Τρύπες στα χέρια. Στο κορμί.
Στο πρόσωπό μου.
Μέχρι να έρθει μια  ρωγμή
σα ριζικό μου.

Να καταπιεί όσα μπορεί
ώστε ένα βράδυ
να εκβάλει ο Αχέροντας με ορμή
καίγοντας λάδι

καίγοντας μνήμες καταργώντας
μέλλον κάποιο
να με εκβάλει εκεί γελώντας
τρύπιο. Σάπιο.

Κι εκεί μετά την εκβολή
σε κάθε τρύπα
λουλούδι –σαν παραβολή–
για ό,τι δεν είπα.

Είχα παλιά ένα θησαυρό.
Φωτιές μου βγάζει.
Τώρα, ακόμα κι αν τον βρω
πια δε με νοιάζει…

~ . ~

Τι τού κάναν του Μάη

Στην απέναντι όχθη
κάποιοι απρόσωποι μόχθοι παράμερα
δε γκρινιάζουν καθόλου
και γιορτάζουν του κώλου τα εννιάμερα

(Οι σιωπές ολοένα
με φλερτάρουν –ωϊμένα– αδυσώπητα
την καρδιά μου θα σφίξω
και μετά θα τους ρίξω χυλόπιτα)

Κι ένα ολόμαυρο πλοίο
σαν του Απρίλη αστείο (ε)μπάρκαρε
μα με άφησε –άκου–
να φωνάζω του κάκου «μια βάρκα ρε!»

Τα υπερπόντια ταξίδια
θα τα κάνω με ξύδια στο σπίτι μου
κι όταν γίνω κουρούπα
θα περάσω δυο ούπα στη μύτη μου

να κρεμάσω στεφάνι
–Αχ! βρε Μάη ποιος σε πιάνει και χαίρεται;–
Ποιος αγύρτης ζητιάνος
Ποιος θεός τσαρλατάνος. (Τον ξέρετε; )

(Η σιωπή περισσεύει
Όλο λέξεις μου κλέβει και πάει
Τις σκορπάει τις πετάει
κι έτσι δεν απαντάει
τι του κάναν’ του Μάη και βρομάει…)

~ . ~

Αχ Πατέρα!

Θα ανέβω ψηλά να κοιτάξω καλά προς τα κάτω
Ο καιρός πάει αλλιώς μη γνωρίζοντας ποιος πιάνει πάτο
Το δικό μου σταυρό καρφωμένο όταν βρω σε ένα λόφο
Με σκισμένο βρακί να ανέβω εκεί έχω στόχο

Από κάτω οι πιστοί –κάποιοι θα ’χουν πιαστεί– κάποιοι άλλοι
Θα κοιτάζουν ψηλά για να δούνε καλά ποιο κεφάλι
ποιο κεφάλι αδειανό –αιωνίως κενό– με στεφάνια
δίνει τόπο εκεί που ο –ποιος λες;– κατοικεί στην αφάνεια

Κι όταν όλοι μαζί –άντε πάλι χαζοί– βγάλουν άκρη
Το ένα μάτι μου θα επιλέξει ορθά κάποιο δάκρυ
να αφήσει να βγει μπας και ανθίσει στη γη άλλο χρώμα
που τα τόξα αυτηνής δεν αρκούν –τι να πεις μάταιο στόμα…–

Με τα χέρια ανοιχτά τα ποδάρια πλεχτά σαν κουλούρι
Την κοιλιά μου γυμνή –τέτοιο ωραίο κορμί κελεπούρι–
Ταλαντώσεις στο φως η εντολή του πατρός μία κι έξω
Δεν το ήθελα μα κοίτα τώρα –που να!– πάω να μπλέξω

Το στεφάνι εκεί. Βασιλιάς –μου αρκεί τόσο λίγο;–
Με ένα θαύμα μικρό –πριν με πάρουν νεκρό– λέω να φύγω
Δίπλα δυο –κι εγώ τρεις– σχηματίζουμε ευθύς μια τριάδα
Τρεις σταυροί –κι όποιος βρει τι σημαίνει– θα πιει λεμονάδα

Το ποτήρι βαθύ –τώρα πώς και γιατί να το αδειάσω–
με μια μπίρα ξανθιά –πιο καλά θα ’ταν να– ξεδιψάσω
Μα εσύ δυστυχώς μια ζωή αυστηρός δε με αφήνεις
Τι κατάλαβες –πες– –Έχεις μάτια; Για δες πού με δίνεις–

Μαλακία εντολή και αυτή η στολή που φοράω
με ενοχλεί αρκετά γιατί πρέπει σφιχτά να κρατάω
το πανί που εκεί έχω αντί για βρακί πέρα ως πέρα
Τι θα πουν οι πιστοί -αν ότι έχω χεστεί– δουν πατέρα;

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

cf83cf84ceb9cf87ceaccebaceb9ceb1cf82-ceb3ceb9ceaccebdcebdceb7cf82-cebccf80ceb5cebbceb5cf83ceb9cf8ecf84ceb7cf821

Θεοφανώ (η πολυτελής Ανατολή στη λιτή Δύση)

13418474_10209747735395539_1007610329395814126_o

Η πασίγνωστη απεικόνιση της στέψης τους σε ελεφαντοστό. Στη Θεοφανώ πιστώνεται και τούτο: από τότε ξεκίνησαν κι οι εισαγωγές των γνωστών μας πια ελεφαντοστέϊνων αναγλύφων στη Δύση.

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Να μνημονεύσω θέλω την απολησμένη Θεοφανώ († 15/6/991), ανηψιά του Ιωάννη Τσιμισκή, που παιδούλα ακόμα (ήδη εκπαιδευμένη βυζαντινή πριγκήπισσα όμως, αν κι όχι πορφυρογέννητη) στάλθηκε στη σκοτεινή Γερμανία για να παντρευτεί τον Όθωνα ΙΙ (το 972, στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης).

Οι βυζαντινές πηγές δεν παραδίδουνε τίποτα γι’ αυτήν…

Οι δυτικοί ιστοριογράφοι του 11ου και 12ου αιώνα όμως την καταδίκασαν στο limbo να εκλιπαρεί για τη σωτηρία της, καθώς άξιζε την αιώνια καταδίκη (merui aeternam damnationem).

Ο λόγος: η εισαγωγή της βυζαντινής πολυτέλειας στις λιτές δυτικές αυλές (multa superflua et luxoriosa mulierum ornamentum, quibus Graecia uti solet, sed eatenus in Germaniae Franciaeque provinciis errant incognita). Πλενόταν καθημερινά, ντυνόταν στα μετάξια, μάλλον είναι υπεύθυνη για την εισαγωγή του πηρουνιού (αν κι η μαρτυρία που διαθέτουμε αφορά στην άτυχη Μαρία Αργυροπούλαινα, που στάλθηκε στη Βενετιά για να παντρευτεί τον Τζιοβάνι, γιο του δόγη Πέτρο Ορσέολο ΙΙ και συν-δόγη, στις αρχές του 11ου αιώνα αλλά σύντομα πέθανε κι αυτή, μαζί με τον σύζυγο και τον γιο τους από την επιδημία πανώλης).

Το αριστουργηματικό σύμφωνο γάμου, που συντάχθηκε στις 14 Απριλίου 972.

Το αριστουργηματικό σύμφωνο γάμου, που συντάχθηκε στις 14 Απριλίου 972.

Πέρα από τις επιδράσεις στην ζωή και στην τέχνη που έφερε, με τους θησαυρούς που εκόμισε στη Δύση αλλά και με την πολιτική της, η αγέρωχη αυτή γυναίκα φαίνεται πως ίσως αποτέλεσε και το πρότυπο της βασίλισσας του σκακιού στη Δύση.

Καταπώς λέει η Marilyn Yalom, είτε αυτή είτε η πεθερά της θεωρούνται το πρότυπο για την εισαγωγή της βασίλισσας στο σκάκι· και μάλλον προκρίνει τη Θεοφανώ, λόγω της εξοικείωσής της με το παιγνίδι στο Βυζάντιο και της πιθανολογούμενης μεταφοράς του από την ίδια στη Δύση.

 

Κι αυτή η λεπτομέρεια επιβεβαιώνει τον αριστουργηματικό χαρακτήρα του συμβολαίου·

Κι αυτή η λεπτομέρεια επιβεβαιώνει τον αριστουργηματικό χαρακτήρα του συμβολαίου.

Σήμερα αναπαύεται απολησμένη στον ναό του αγίου Παντελεήμονα στην Κολωνία, αυτή που (έστω και για μια, αποδεδειγμένα ιστορικά, φορά) τόλμησε να υπογράψει, ως κηδεμονεύουσα τον γιο της Όθωνα ΙΙΙ, imperator augustus αντί του imperatrix. Πώς να μην υποτιμηθεί και να μην παραδοθεί στη λήθη: γυναίκα, βυζαντινή (γραικιά κι ορθόδοξη!), δυναμική, πεπαιδευμένη, με «πολυτελή» τρόπο ζωής, ενσάρκωσε για τους δυτικούς όλα τα αντιβυζαντινά στερεότυπα σε μια εποχή έντονων πολιτικο-θρησκευτικών κρίσεων κι εντάσεων…

~·~

Και σήμερα ψάχνουν να βρουν τα ίχνη της οι ιστορικοί· ίχνη που φανερώνουν τη βυζαντινή επίδραση στη Δύση, σε μια τόσο περίεργη κι ευμετάβλητη εποχή… τότε που η ελληνική Ανατολή εισήγαγε πολυτέλεια στη φτωχή και «λιτή» Δύση.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 

Τάσος Αναστασίου, Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε; (β΄ μέρος)

Ζευγάρι

του ΤΑΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.)

6

Μπαίνοντας στο Δημαρχείο στάθηκε ακίνητος. Το έντονο κύμα δροσιάς του είχε κόψει την ανάσα. Ήταν κάπως αστεία η απόσταση ανάμεσα στην παγωμένη ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του Δημαρχείου και τον ανυπόφορο καύσωνα έξω. Του ήρθε η όρεξη ν’ απευθύνει πειράγματα στους υπαλλήλους για την υπερβολή τους. Ή ακόμα καλύτερα θα έφερνε την Ελένη να έβλεπε την αντίδρασή της. Προχώρησε προς το ταμείο γελώντας από μέσα του. Ο υπάλληλος, ένας νεαρός που το πρόσωπό του φαινόταν οικείο στον Παντελή, μόλις διάβασε το έγγραφο, είπε:

-Τι; Πέθανε ο κ. Γιάννης;

Ο Παντελής τον αναγνώρισε: ήταν γιος του ιδιοκτήτη ενός καφενείου στο οποίο σύχναζε ο πατέρας του.

-Τον είχα σερβίρει πολλές φορές. Βέβαια έχουν περάσει χρόνια. Δούλευε στο λογιστήριο ενός σουπερμάρκετ, έτσι δεν είναι;

Το ύφος του υπαλλήλου μαρτυρούσε ειλικρινή έκπληξη και συμπόνια. Του φαινόταν απίστευτο που… Κρίμα. Κρίμα. Γιατί ο κ. Γιάννης ήταν μορφή: έπινε ούζο, συζητούσε πολιτικά κι αστειευόταν με όλους. Χωρίς ποτέ να τσακώνεται ή να βρίζει, όπως άλλοι. Ο υπάλληλος κούνησε το κεφάλι του: Ναι, όφειλε να τονίσει ότι ο κ. Γιάννης, αν και μεγάλο πειραχτήρι, ποτέ του δεν έβριζε.

-Από μια εποχή κι έπειτα τον χάσαμε, αλλά σκέφτηκα, έφτιαχνε ένα διαμέρισμα τότε. Για τον γιο του, λέει. Για σας ήτανε; Σκέφτηκα, έχει δουλειές ο άνθρωπος. Πού να πάει το μυαλό μου. Μετά εγώ διορίστηκα στον Δήμο… Από αρρώστια έφυγε;

-Καρδιά, είπε ο Παντελής.

Πλήρωσε και βγήκε γρήγορα έξω. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό του άναψε τον κλιματισμό κι έπειτα ξεκίνησε για το νεκροταφείο. Ήξερε ότι θα του χαλούσε τη διάθεση για όλη την υπόλοιπη μέρα, όμως δεν γινόταν να το αναβάλει, τον περίμενε η αδερφή του πατέρα του. Ήταν θρήσκα και γνώριζε τους παπάδες της περιοχής καθώς και τον γραμματέα του νεκροταφείου, και είχε διαβεβαιώσει τον Παντελή ότι θα φρόντιζε ώστε να βρεθεί οστεοθήκη σε καλή θέση, για να έχει πρόσβαση κι η μητέρα του. Παρόλο που ο Παντελής πήγε στο ραντεβού τους στην ώρα του, η θεία του δεν παρέλειψε να γκρινιάξει.

-Άιντι πιδάκι μ’, άργησις, είπε με την κλασική επαρχιώτικη προφορά της, λες και δεν είχε ζήσει τα τελευταία πενήντα χρόνια στην Αθήνα. Πού γύρναγις; Μι φάγαν τα παλιοκούνουπα.

Ομογάλακτος του πατρός ευθιξία, σκέφτηκε ο Παντελής.

Ο τόπος γύρω έβραζε. Κάτω απ’ το συνεχές σφυροκόπημα του ήλιου, η συνήθης ατμόσφαιρα περισυλλογής και γαλήνης είχε χαθεί. Μια εκτυφλωτική άσπρη λάμψη απλωνόταν παντού. Κι οι γλάστρες με τα λουλούδια, οι θάμνοι στα παρτέρια δίπλα στον περίβολο, τα κυπαρίσσια, δεν ήταν παρά φρικτά ορμητήρια κουνουπιών.

Η θεία του πήρε την απόδειξη κι ανέβηκε στη γραμματεία. Ύστερα από λίγο ξανακατέβηκε. Η δουλειά θα γινόταν σύντομα, μόνο που οι οστεοθήκες ήταν όλες στο πίσω μέρος του νεκροταφείου και για να πάει κάποιος εκεί μεσολαβούσαν σκαλοπάτια· οπότε τη μάνα του δεν θα την βόλευε. Αλλά τι πείραζε; Αφού θα ερχόταν η ίδια. Μήπως κάθε εβδομάδα δεν ερχόταν;

Ο Παντελής, νιώθοντας τον ήλιο να του καίει τον σβέρκο, κοίταξε τη θεία του και της πρότεινε (ελπίζοντας στην άρνησή της) να την πάει στο σπίτι της.

-Όχι, μωρέ πιδάκι μ’, πού να κάνεις κύκλου τώρα. Άσε που πρεπ’ να περπατάου.

Ο τόνος της φωνής της δεν ήταν πειστικός κι ο Παντελής επέμεινε. Αναλογίστηκε πόσο καιρό είχε να την δει. Τελευταία φορά ήταν πριν από έξι μήνες, όταν την επισκέφτηκε στην κλινική όπου είχε κάνει εγχείριση καταρράκτη. Καθώς πλησίαζαν στο αυτοκίνητο, την άκουσε να του λέει ότι δεν ήθελε να του γίνεται βάρος κι ότι προτιμούσε να περπατήσει, αλλά δεν έδωσε σημασία και της άνοιξε την πόρτα. Μόλις μπήκαν μέσα, η θεία του άλλαξε τροπάριο:

-Άιντε, να ’χ’ς την ευχή μ’, για δε νιώθου τα πόδια μ’ απ’ τα τσιμπήματα. Σαν πάου σπίτ’, θενά βάλου αμμωνία. Τ’ αναθιματισμένα, μι τάραξαν.

Έπειτα τον ρώτησε για τη μητέρα του, αν θα ερχόταν τουλάχιστον στην εκταφή, κι όταν ο Παντελής απάντησε αρνητικά, του είπε:

-Εμ, βέβαια, πού ν’ αντέξ’ τη ζέστα. Ιγώ είμι μιγαλύτερή τς κι στέκουμι καλύτιρα. Πώς και παράτ’σε τον εαυτό τς έτσ’ αυτή η γυναίκα; Η Ελέν’ θά ’ρθ’;

-Μάλλον.

Η θεία του άρχισε να λέει ότι οι γονείς του, από τότε που αρνήθηκε να μείνει μαζί τους, πήραν την κάτω βόλτα. Δεν το χώνεψαν ποτέ τους. Η μάνα του είχε θυμώσει περισσότερο αλλά σαν πιο πονηρή δεν το φανέρωνε. Ο πατέρας του, όμως, εκεί, πείσμα στο πείσμα.

-Έτσι και δεν τουν έσπρουχνα ιγώ, σιγά μη ’ρχότανε να σας επισκιφτεί στη Γλυφάδα. Θα μ’ πεις, και πού ήρθι τι έγινε; Συνέχ’σε τα ίδια κι τα ίδια, λες κι του ’χε κουπεί η λαλιά. Πουτέ τ’ δεν του χώνεψε. Αυτός, πιδί μ’, άμα ήταν να γυρίστε απ’ τη Ρόδου κι να μείνιτ’ ιδώ, κοίταε να σας παρ’ ψυγείου κι ιντοιχιζόμενη κουζίνα, για να σας κάν’ έκπληξη. Του λέου: «Στάκα, ρε αδιρφέ, χουρίς να τους ρουτήσ’ς; Χριστός κι Απόστουλος».

Ο Παντελής δεν ήξερε την ιστορία για την κουζίνα και το ψυγείο, καταλάβαινε, όμως, ότι ήταν αληθινή: ο πατέρας του ορισμένες φορές έδειχνε μιαν απίστευτη αφέλεια. Εκτός κι αν επρόκειτο για πονηριά. Σου λέει, αν τους αγοράσουμε τις ηλεκτρικές συσκευές, τους δεσμεύουμε για πάντα και δεν θα μείνουν αλλού. Αστεία υπολογιστική αφέλεια. Ο Παντελής ένιωσε τα χείλη του να τρέμουν. Κι όμως, όσα του είχαν τύχει σήμερα, θα έπρεπε να του είχαν φτιάξει το κέφι. Ποιος ξέρει, τον βασάνιζε, φαίνεται, η εκκρεμότητα με την Ελένη. Αν τουλάχιστον έπεφτε λίγο η θερμοκρασία… Ο καύσωνας τον παρέλυε, δεν τον άφηνε να σκεφτεί, να προχωρήσει…

 

7

Ο ίδιος προτιμούσε ιταλικό εστιατόριο, αλλά η Ελένη επέμενε να δοκιμάσουν το ουζερί που της σύστησε ένας συνάδελφός της κι ο Παντελής, για να μην τσακωθούν, υποχώρησε. Όπως αποδείχτηκε, οι μεζέδες ήταν αρκετά νόστιμοι, αλλά όλα τα υπόλοιπα μύριζαν παρακμή: οι καρέκλες ψάθινες, στο ταβάνι λάμπες φθορισμού, στους τοίχους πίνακες λαϊκής ζωγραφικής, οι ονομασίες των πιάτων κακόγουστες (γύρος καλαμάρι π.χ.). Ο Παντελής, ξέροντας από κοινούς φίλους ότι ο Μίμης τα τελευταία χρόνια είχε βγάλει χρήματα, ήθελε να επιδειχτεί και το περιβάλλον δεν βοηθούσε. Πάντως, κατά τη διάρκεια του γεύματος, βρήκε μια ευκαιρία κι ανέφερε ότι πούλησε πρόσφατα το Σουζούκι τζιπ και πήρε Μερσεντές. Κλασική ποιότητα, όχι αστεία!

Ο Μίμης κούνησε το κεφάλι του. Προσωπικά βολευόταν με το Χιουντάι του. Παρέμενε όπως πάντα ρομαντικός, αδιάφορος για τα υλικά αγαθά. Τον ενδιέφερε η υπεράσπιση των αδυνάτων και πίστευε ότι η εργατική τάξη στην Ελλάδα είχε δικαίωμα ν΄ αποκτήσει επιτέλους την εξουσία.

Ο Παντελής δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Στην Ελλάδα εργατική τάξη! Σε μια χώρα που το ποσοστό του βιομηχανικού προλεταριάτου ήταν μικρότερο απ’ το ποσοστό των πρεζάκηδων. Αλλά δεν μπορούσε να τα πει αυτά: ο Μίμης, ανίκανος ν’ αλλάξει, να ξεφύγει απ’ τις στερεότυπες αντιλήψεις των νεανικών τους χρόνων, θα τα εκλάμβανε σαν επίθεση στο νόημα της ζωής του κι επιπλέον θ’ αράδιαζε άσχετα επιχειρήματα (π.χ. για τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια).

-Μερσεντές έχουμε, είπε η Ελένη. Σπίτι δικό μας δεν έχουμε.

-Στο ενοίκιο μένετε; ρώτησε ο Μίμης έκπληκτος.

-Θ’ αγοράσουμε, μόλις παρουσιαστεί ευκαιρία, είπε ο Παντελής.

-Ζήσε Μάη μου…

Έτσι έκανε πάντα η Ελένη, του έφερνε αντίρρηση μπροστά σε κόσμο. Τον μείωνε σε κοινή θέα.

Η κουβέντα προχώρησε με αργά προσεκτικά βήματα, μέχρι που ξεκίνησε η αναμόχλευση αναμνήσεων. Ο Παντελής παράγγειλε δυο καραφάκια ούζο ακόμα. Σε μια στιγμή που η Ελένη του σύστησε μέτρο στο ποτό κι αυτός της απάντησε να κάνει δουλειά της κι αυτή του ανταπάντησε ότι εδώ και μερικά χρόνια τον έβλεπε να πίνει καθημερινά και πού θα πήγαινε η κατάσταση, ο Μίμης είπε χαμογελώντας:

-Βλέπω δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα μεταξύ σας.

Ο Παντελής θύμωσε. Αφού δεν τα έβρισκε με τον Μίμη, τι ήθελε και είχε έρθει εδώ μαζί του; Και τι ήταν εκείνη η βλακεία με το άγχος του τηλεφωνήματος κάθε Κυριακή; Το ίδιο και με την Ελένη: ποιος ο λόγος να κυκλοφορούν παρέα; Κοινωνικές υποχρεώσεις κι αηδίες. Την κοίταξε που έψαχνε στην τσάντα της για τσιγάρα κι αναρωτήθηκε αν όντως πριν από τέσσερα χρόνια η σχέση τους έδινε την ίδια εντύπωση ασυνεννοησίας και σύγκρουσης. Άραγε τίποτα δεν είχε επιδεινωθεί από τότε;

-Κάτι άλλαξε, είπε η Ελένη όταν βρήκε τα τσιγάρα της. Ο Παντελής ανακάλυψε το ψάρεμα.

-Όλοι οι άντρες ίδιοι είναι, είπε η Ισμήνη, η γυναίκα του Μίμη.

-Τι; Πάει κι ο Μίμης για ψάρεμα;

Η Ισμήνη κι ο Μίμης γέλασαν δυνατά.

-Όχι βέβαια! είπε η Ισμήνη.

Κι άρχισε να μιλάει για την ενασχόληση του άντρα της με την πολιτική και την εκλογή του στο δημοτικό συμβούλιο της περιοχής τους. Η Ισμήνη εργαζόταν ως ηθοποιός και, παρόλο που οι παραστάσεις στις οποίες συμμετείχε δεν της προσπόριζαν ούτε χρήμα ούτε δόξα, είχε ένα ύφος λίγο αφ’ υψηλού. Ο Παντελής κοίταξε το πρόσωπό της. Τι άχαρο! Ακόμα κι όταν χαμογελούσε, δεν φωτιζόταν.

-Εγώ μια φορά την εβδομάδα πάω και βλέπω θέατρο, είπε η Ελένη ανάβοντας τσιγάρο. Αλλά ο κύριος ποτέ δεν ακολουθεί.

-Και τα ημέτερα τέκνα; είπε ο Παντελής.

-Μπορούμε να τ’ αφήνουμε στη μητέρα σου.

-Η μήτηρ μου, εάν ενθυμείσαι, είναι ακόμα θυμωμένη.

Κι ο Παντελής διηγήθηκε στους άλλους την ιστορία με το διαμέρισμα της Αργυρούπολης. Περισσότερο ήθελε να τους δείξει ότι, παρά τη μεμψιμοιρία της γυναίκας του, στην πραγματικότητα διέθεταν σπίτι κι ότι, αν έμεναν στο ενοίκιο, ήταν δική τους επιλογή.

-Η ελληνική οικογένεια, είπε ο Μίμης. Τι περίμενες; Παρόλα αυτά δεν ξέρω αν έχετε απόλυτο δίκιο. Έπρεπε να είχατε κάπως προειδοποιήσει τον πατέρα σου.

Η Ελένη κοιτούσε αλλού.

-Κανείς ποτέ δεν πήρε το μέρος μας σ’ αυτό το ζήτημα, είπε ο Παντελής. Η αδερφή της, οι γονείς της, οι δικοί μου συγγενείς. Όλοι προσπαθούσαν να μας τα φτιάξουν με τον πατέρα μου, αλλά κανείς δεν μας είπε ποτέ: Έχετε δίκιο. Ούτε ένας, βρε παιδί μου, έτσι, για τα μάτια του κόσμου.

Για λίγο έγινε σιωπή. Έπειτα η κουβέντα πήγε σε ζητήματα σχετικά με την εργασία τους κι ο Μίμης διηγήθηκε πόσο δύστροποι ήταν μερικοί πελάτες και πόσο ανενδοίαστα του τηλεφωνούσαν στα μαύρα μεσάνυχτα κι απαιτούσαν να τον δουν αμέσως. Η Ισμήνη όλη αυτή την ώρα τον κοιτούσε με θαυμασμό.

Κατόπιν, η Ελένη κι ο Παντελής απάντησαν σ’ ερωτήσεις σχετικά με τα παιδιά τους κι όταν το θέμα εξαντλήθηκε, χωρίστηκαν άντρες-γυναίκες. Ο Παντελής κι ο Μίμης σχολίαζαν παλιούς φίλους ενώ η Ελένη και η Ισμήνη αντάλλασσαν πληροφορίες για τα μαγαζιά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και τις τιμές καλλυντικών και ρούχων.

-Ο Παντελής ποτέ δεν έρχεται μαζί μου για ψώνια, είπε η Ελένη.

-Αφού δεν έχει μέτρο, είπε ο Παντελής. Για να πάρει κρεβάτι των παιδιών γύρισε πάνω από είκοσι μαγαζιά.

-Δεν μου λέτε, είπε η Ισμήνη. Πώς γνωριστήκατε;

-Υπηρέτησα φαντάρος στη Ρόδο κι από τότε πήγαινα συχνά για διακοπές. Το ’97 βρέθηκα τυχαία σε μια παραλία στρατιωτικών. Η Ελένη σύχναζε εκεί γιατί ο προηγούμενος φίλος της ήταν αξιωματικός. Είχαν χωρίσει κι ο τύπος είχε πάρει μετάθεση, αλλά, ποιος ξέρει, της άρεσε η παραλία. Την κάλεσα να βγούμε και την πήγα σ’ ένα μπαρ με ροκ μουσική στην Παλιά Πόλη. Δυο μέρες αργότερα η Ελένη με πήγε σ’ ένα μπαρ με πισίνα στα Τριάντα. Όπως βλέπετε, συμφωνούσαμε από τότε σε όλα.

-Προφανώς δεν τα βρίσκετε, είπε ο Μίμης. Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε;

-Μα τι λες; είπε η Ισμήνη. Για συγκρατήσου, σε παρακαλώ. Άλλοι πίνουν, άλλοι μεθάνε.

-Αστειεύομαι. Πρέπει να κάνουν κάτι για να μη βασανίζονται, αυτό εννοούσα.

-Και τα παιδιά τους; Δεν είναι όλοι σαν εμάς, ξέρεις.

Η Ελένη είχε σκύψει το κεφάλι. Ο Παντελής, απλώνοντας το χέρι του στον ώμο της, την τράβηξε προς το μέρος του. Την αγκάλιασε λες και την υπερασπιζόταν απέναντι σε μια προσπάθεια υποβιβασμού της. Γιατί ο Μίμης ήταν σαν να έλεγε πως δεν αρκούσε η ομορφιά της για να κρατήσει τον Παντελή, να κρατήσει τον οποιοδήποτε, έπρεπε να υπάρχει και μια ιδιαίτερη συμφωνία χαρακτήρων.

-Όλοι κάνουμε σφάλματα, είπε ο Μίμης. Το δικό μας είναι που δεν έχουμε παιδί.

Ίσως ήταν ο τρόπος του να ζητήσει συγγνώμη. Η Ελένη είπε ότι ποτέ δεν ήταν αργά, έπειτα, μόλις ο Παντελής απέσυρε το χέρι του απ’ τον ώμο της, διηγήθηκε διάφορα προβλήματα που είχαν με τους γιους τους, ανάμεσά τους και την επιμονή τους γι’ απόκτηση σκύλου. Ο Παντελής θυμήθηκε ότι ο Μίμης είχε στο παρελθόν ένα λαμπραντόρ και τον ρώτησε τι απέγινε. Ο Μίμης σήκωσε τα χέρια του σαν να έλεγε «Πού να ξέρω τώρα» κι έσκυψε στο ούζο του. Η Ισμήνη είπε:

-Όταν ήρθε να συγκατοικήσουμε, είδα ότι το σκυλί έπρεπε να φύγει.

-You ain’t nothing but a houndog, τραγούδησε σιγανά ο Μίμης.

-Ποτέ μου δεν άκουγα ροκ μουσική, είπε η Ελένη. Πού είναι το κακό; Εμείς στη Ρόδο ξέραμε μόνο την ντίσκο απ’ τα κλαμπ του καλοκαιριού.

Ο Μίμης χαμογέλασε.

-Και τι απέγινε; ρώτησε ο Παντελής την Ισμήνη.

-Το δώσαμε και το πήραν κάποιοι σ’ ένα κτήμα. Δεν είχαμε χρόνο να το βγάζουμε βόλτα. Και το διαμέρισμά μας δεν ήταν παλιατσαρία, ήταν ωραίο διαμέρισμα, καινούριο. Μπορούσαμε να το κρατήσουμε; Δεν νομίζω.

-Οι αγρότες που το πήραν, είπε ο Μίμης, το είχαν συνέχεια δεμένο και το τάιζαν όποτε το θυμόντουσαν. Πήγα και το είδα μια φορά: είχε ρέψει από την πείνα.

-Και στις διακοπές; Τι θα το κάναμε; είπε η Ισμήνη στον Παντελή. Θα το σέρναμε μαζί μας;

 

8

Λίγες μέρες αργότερα ο Παντελής δέχτηκε στο κινητό του ένα τηλεφώνημα απ’ το νεκροταφείο της Αργυρούπολης: η εκταφή θα γινόταν την επόμενη Τετάρτη στις 10 το πρωί.

Κλείνοντας το τηλέφωνο, στράφηκε πάλι στην εργασία του· μετά από λίγο τα παράτησε και τηλεφώνησε στον Μίμη στη Θεσσαλονίκη. Καλύτερα τώρα που η συνάντησή τους ήταν πρόσφατη, γιατί, αν το καθυστερούσε, θα έπεφτε πάλι στην παγίδα της αναβλητικότητάς του.

-Τι έγινε; τον ρώτησε ο Μίμης. Θα υποχωρήσετε στους κανακάρηδές σας και θα πάρετε σκυλί;

Πάντοτε ο Μίμης μιλούσε με θράσος, ειδικά όποτε υπολόγιζε ότι θα δεχόταν επίθεση. Κι εν προκειμένω το θράσος του είχε αποτέλεσμα: ο Παντελής ήταν έτοιμος να τον ρωτήσει αν ένιωθε τύψεις που είχε δώσει το λαμπραντόρ, αλλά τώρα δεν μπορούσε να τον ρωτήσει.

-Ίσως και να υποχωρήσουμε, είπε. Μερικές φορές η υποχώρηση φανερώνει δύναμη.

-Ξέρεις εμείς γιατί το δώσαμε; είπε ο Μίμης. Δεν το ήθελαν τα πεθερικά μου. Έβαλαν βέτο.

-Γιατί; Με τα πεθερικά σου μένετε;

-Στο ίδιο οίκημα. Κάτω αυτοί, πάνω εμείς. Μακάρι να έφευγα από τη Θεσσαλονίκη. Την βαριέμαι αφόρητα. Ξέρεις, πρέπει να βρεθούμε χωρίς γυναίκες την επόμενη φορά. Έχω χρόνια να βγω αντροπαρέα.

Ο Παντελής σκέφτηκε τον επικείμενο χωρισμό του απ’ την Ελένη κι ότι στο εξής θα του ήταν εύκολο να βρίσκεται μόνος με φίλους, όμως δεν το είπε στον Μίμη. Έστειλε χαιρετίσματα στην Ισμήνη κι έκλεισε το τηλέφωνο, έπειτα σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω μες στο γραφείο του.

Του είχε έρθει στο μυαλό η φράση του Μίμη από το ουζερί, ότι κάπως έπρεπε να είχε προειδοποιήσει τον πατέρα του. Για τον Παντελή, κάτι τέτοιο ήταν απλώς αδύνατον. Όπως δεν άντεχε να του πει «Δεν πιστεύω στη θρησκεία», έτσι δεν άντεχε να του πει ότι το διαμέρισμα το προόριζε για εκμετάλλευση.

Η Ελένη έμαθε για την εκταφή το απόγευμα, όταν επισκέφθηκαν όλοι μαζί σαν οικογένεια τη μητέρα του. Τα παιδιά θα έφευγαν την επομένη για την κατασκήνωση κι έπρεπε ν’ αποχαιρετήσουν τη γιαγιά τους.

Κάποια στιγμή πήγαν να παίξουν στην κρεβατοκάμαρά της κι ο Παντελής το ανακοίνωσε. Η Ελένη χλόμιασε. Η μητέρα του τον κοίταξε και του είπε να έρθει αύριο-μεθαύριο να του δώσει λάδι, κεριά και λιβάνι – πράγματα απαραίτητα για την εκταφή.

Η Ελένη, για ν’ αλλάξει κουβέντα, διηγήθηκε στη μητέρα του τη συνάντησή τους με τον Μίμη: καλός τύπος, αλλά τον στενοχωρούσε που δεν είχε παιδιά. Το ουζερί, όμως, ήταν εξαιρετικό. Ο Παντελής σηκώθηκε: τι την ενδιέφεραν τη μητέρα του οι φίλοι τους;

Στην κρεβατοκάμαρα ο Γιάννης, καθιστός στο διπλό κρεβάτι, έβλεπε Νικελόντεον· ο Μιχάλης, ξαπλωμένος, μισοκοιμόταν. Ο Παντελής κάθισε δίπλα τους. Ήταν δυνατόν; Του πήγαινε η καρδιά να τ’ αποχωριστεί; Υπήρχε λύση: να έβρισκε μια γκαρσονιέρα στη Γλυφάδα, κοντά στην πολυκατοικία τους, και να έμενε εκεί· θα χώριζε τα τσανάκια του με την Ελένη, αλλά θα έβλεπε τα παιδιά σε καθημερινή βάση. Μερικές φράσεις ήρθαν στο μυαλό του: Οι δύο σύζυγοι έζων εν χωρισταίς οικίαις και δεν εσυναντώντο ει μη μόνον κατά το μεσημεριανόν γεύμα. Ο ανήρ εδέχετο εις τα διαμερίσματά του ευαρίθμους φίλους και συνεργάτας, η δε γυνή, κοινωνικοτέρα εκείνου, ως άπασαι αι θυγατέραι της Εύας, διοργάνωνε απογευματινά τέια και άλλας τινάς ανοήτους δεξιώσεις.

-Μπαμπά, έτσι και μέναμε εδώ, θα παίρναμε σκυλάκι; ρώτησε ο Γιάννης.

-Έχει το σπίτι της γιαγιάς αυλή και δεν το ήξερα;

Ο Παντελής αμέσως μετάνιωσε για την απάντησή του: τέτοιες εξυπναδίστικες φράσεις άκουγε ο γιος του και μετά τις επαναλάμβανε.

Στην κουζίνα η Ελένη κι η μητέρα του κουβέντιαζαν γι’ αρρώστιες.

-Η μητέρα σου έχει πονοκεφάλους είπε η Ελένη. Πρέπει να το κοιτάξει. Όχι να το αφήσει όπως ο πατέρας σου.

Ήπιε μια γουλιά απ’ τον φραπέ που είχε φέρει μαζί της και χαμήλωσε το βλέμμα της.

-Άκου εδώ, είπε η μητέρα του κοιτώντας τον. Θέλω να πας αύριο-μεθαύριο στο μαγαζί της εκκλησίας και να μου αγοράσεις νάμα.

-Δεν πρέπει να το αφήσει, επέμεινε η Ελένη, όπως ο πατέρας σου, που δεν πρόσεξε με την καρδιά του κι έπαθε το έμφραγμα.

Η μητέρα του είπε:

-Ο πατέρας σου δεν πήγε από καρδιά. Από απελπισία πήγε.

Η Ελένη σηκώθηκε. Ο Παντελής φώναξε τα παιδιά να ετοιμαστούν.

Στο αυτοκίνητο, καθώς έβαζαν τη ζώνη τους, η Ελένη είπε:

-Αυτά δεν θέλω ν’ ακούω. Αυτές τις υπερβολές.

Ο Παντελής άναψε τη μηχανή και, κοιτώντας απ’ τον καθρέφτη τα παιδιά, τους φώναξε να βάλουν ζώνη αντί να σπρώχνονται.

-Απαράδεκτο. Να προσπαθεί να σε γεμίσει ενοχές. Δεν πήγαμε να μείνουμε μαζί τους κι ήρθε το τέλος του κόσμου.

Ο τόνος της φωνής της μαρτυρούσε αγανάκτηση και ταυτόχρονα μια διάθεση να του συμπαρασταθεί. Σαν μια διαβεβαίωση ότι ανήκε στο δικό του στρατόπεδο.

Κι αν ποτέ δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα του διαζυγίου; Αν όλα αυτά ήταν δικές του φαντασίες; Ο Παντελής είδε τον εαυτό του σ’ έναν χρόνο από τώρα να θέλει να της ανακοινώσει την απόφαση του χωρισμού και να το αναβάλλει από μέρα σε μέρα.

-Γιατί δεν ξεκινάμε; είπε η Ελένη. Τι περιμένεις; Να σκάσουμε απ’ τη ζέστη;

Μετά την εκταφή θα της το πω, σκέφτηκε ο Παντελής. Σίγουρα θα το κάνω –το υπόσχομαι στον εαυτό μου. Τέρμα τ’ αστεία.

 

9

Ο καύσωνας συνεχίστηκε και την επόμενη εβδομάδα. Ο Παντελής, όταν το βράδυ έπινε λίγο αλκοόλ, πλημμύριζε στον ιδρώτα κι ένιωθε το κεφάλι του έτοιμο να εκραγεί.

Ξημερώνοντας η Τετάρτη της εκταφής, μπήκε κάτω απ’ το ντους έχοντας στο μυαλό του ότι, αργότερα, επιστρέφοντας στο σπίτι, θα ξανάμπαινε. Στην κρεβατοκάμαρα βρήκε την Ελένη να ντύνεται.

-Θα έρθω κι εγώ, του είπε. Πήρα άδεια για σήμερα. Τι νόμιζες, θα σ’ άφηνα μόνο σου;

Κούνια που σε κούναγε, σκέφτηκε ο Παντελής.

Στο νεκροταφείο η θεία του στεκόταν δίπλα στον τάφο ντυμένη στα μαύρα και φορώντας στα πόδια της καλτσοδέτες. Τους καλημέρισε και τους είπε να κάνουν τις απαραίτητες προετοιμασίες όσο αυτή θα ειδοποιούσε τον παπά.

Η πλάκα του τάφου είχε μετακινηθεί στο πλάι. Ο Παντελής, βλέποντας τη φωτογραφία του πατέρα του στο έδαφος σε ύπτια θέση, έσκυψε και την έστησε όρθια. Η Ελένη έβαλε καρβουνάκια στο λιβανιστήρι και το άναψε, κατόπιν άναψε ένα κερί. Στην απόσταση φάνηκε η θεία του μαζί με τον ιερέα και δυο εργάτες. Φτάνοντας κοντά τους, ο ιερέας πήρε το κερί και, κρατώντας το, έψαλε το τρισάγιο. Μόλις τέλειωσε, η θεία φίλησε το χέρι του και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα· έπειτα έβαλε το αναμμένο κερί σ’ ένα ποτηράκι και το ακούμπησε δίπλα στο λιβανιστήρι. Ο Παντελής, κοιτώντας τους δυο εργάτες που είχαν αρχίσει να σκάβουν, έπιασε το πουκάμισό του και το ταρακούνησε ν’ αεριστεί νιώθοντάς το κολλημένο πάνω του. Η μυρωδιά του κεριού και του λιβανιού απλωνόταν ένα γύρο κι έμοιαζε να εντείνει τη ζέστη.

Ο Παντελής θυμήθηκε που, όταν ήταν μικρός, οι γονείς του τον έπαιρναν μαζί τους κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Θεέ μου, τι βαριεστημάρα! Η ίδια μυρωδιά κυριαρχούσε και τότε, λιβανιού και κεριού, μυρωδιά χωρίς καμιά γοητεία.

Οι εργάτες άνοιξαν το φέρετρο, έπειτα έπιασαν προσεκτικά το σάβανο και το ακούμπησαν στο έδαφος. Ο ιερέας είχε εξαφανιστεί.

-Μην κοιτάτε, είπε ο ένας απ’ τους εργάτες, ο πιο νέος, καθώς ο άλλος, γονατιστός, ετοιμαζόταν να  ξετυλίξει το σάβανο.

-Γιατί; ρώτησε η Ελένη.

-Δεν είναι ευχάριστο το θέαμα. Έχουν δει τα μάτια μου εμένα… Άλλοι κλαίνε, άλλοι λιποθυμούν, μερικοί θυμώνουν έτσι και δεν τους προειδοποιήσουμε.

Οι δυο εργάτες άρχισαν να ψαχουλεύουν με τα γαντοφορεμένα χέρια τους το σάβανο. Φάνηκε το κρανίο. Η Ελένη κι ο Παντελής κοιτάχτηκαν.

-Αχ, αναστέναξε η θεία. Βιάστ’κες, μωρέ Γιάνν’.

Εκτός απ’ το κρανίο διακρίνονταν, ανάμεσα σε ξεφτίδια κοστουμιού, η σποδός και λίγα κόκαλα που δεν καταλάβαινες από ποιο μέρος του σώματος προέρχονταν.

-Κρατάει ακόμα, είπε ο ηλικιωμένος εργάτης στον συνάδελφό του. Βλέπεις; Εδώ κι εδώ.

-Θέλει κάνα χρόνο, είπε ο νέος εργάτης.

Έπειτα στράφηκε στον Παντελή και του εξήγησε ότι δεν είχε λιώσει το σώμα τελείως κι έπρεπε να τον θάψουν σ’ έναν μικρότερο λάκκο. Εκεί θα έμενε έναν χρόνο και μετά θα ήταν έτοιμος για την οστεοθήκη. Οι δυο εργάτες τύλιξαν το λείψανο και το μετέφεραν λίγα μέτρα πιο πέρα, δίπλα στον περίβολο. Τράβηξαν απ’ το έδαφος μια μικρή πλάκα και φανέρωσαν μια τετράγωνη τρύπα, έπειτα έβαλαν μέσα το σάβανο με το περιεχόμενό του, έσυραν από πάνω την πλάκα και σηκώθηκαν. Η θεία πήγε κοντά τους και τους έδωσε από ένα χαρτονόμισμα.

-Αχ, βάσανα, είπε γυρνώντας στην Ελένη και τον Παντελή. Θυμάμι τς τελευταίους μήνις, κουρασμένους που ήταν. Δεν μπόρα’ε να πάρει τα ποδάρια τ’. Θιος σχουρέσ’ τον.

-Θεός σχωρέσ’ τον, είπε η Ελένη.

-Κι άμα του ’λιγες «Κάνε κουράγιου, χριστιανέ μ’, σήκου λίγου απάν’», δεν γύρναε να σι κοιτάξ’. Λες κι ήθιλι να πιθάνει. Αγύριστου κιφάλ’, του είχε πάρ’ απόφαση και τίποτες δε μπόρα’ε να τουν σταματήσ’.

Ο Παντελής θυμήθηκε ότι τους τελευταίους μήνες πριν από τον θάνατό του, ο πατέρας του, αν και καταπονημένος, έβγαινε να ψωνίσει, πότιζε τις γλάστρες στη βεράντα, έφτιαχνε καφέ. Μόνο που δεν χαμογελούσε – ούτε καν στα εγγόνια του. Έπειτα τον έπιασαν πόνοι στο στομάχι και τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμεινε μερικές μέρες μέσα αλλά δεν του βρήκαν τίποτα. Όταν τον έφεραν στο σπίτι, άρχισε ν’ αδυνατίζει και να δυσκολεύεται στο περπάτημα. Μια μέρα που δεν μπόρεσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, κάλεσαν το ασθενοφόρο.

-Πιδιά μ’, ώρα να πα’αίνω, είπε η θεία του.

Ο Παντελής ένιωσε τον γιακά του πουκάμισού του να τον πνίγει. Στο μυαλό του εμφανίστηκε πάλι ο πατέρας του: το χλομό του πρόσωπο, τα ρουφηγμένα, σαν απεργού πείνας, μάγουλά του, τα μισόκλειστα μάτια του. Ο Παντελής κούνησε το κεφάλι του και, γυρνώντας στη θεία του, πρότεινε να την πάει στο σπίτι της.

Η θεία του αρνήθηκε, είχε ψώνια να κάνει εκεί κοντά.

-Πα’ένετ’ ισείς, είπε σπρώχνοντάς τους και με τα δυο της χέρια. Μη στιναχουριέστε για μένα, ιγώ ησύχασα που τέλειωσ’ η δ’λειά, έφ’γε ένα βάρους από πάνου μ’, δεν θέλου τίποτ’ άλλου.

Στο αυτοκίνητο στην αρχή δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Έπειτα η Ελένη γύρισε και τον ρώτησε:

-Λες να τους πάρουμε σκυλάκι;

-Και τι θα γίνει αν τους πάρουμε;

-Έχεις δίκιο. Δεν σωζόμαστε με τίποτα.

Ο Παντελής την κοίταξε έντρομος. Τι εννοείς; ήθελε να της πει. Τι είναι αυτά τώρα; Πρέπει να καταλάβεις ότι επρόκειτο απλώς για μια κωμική συμπεριφορά που εξηγείται από την ανατροφή και τις συνήθειες των ανθρώπων της επαρχίας.

Ή μήπως αναφερόταν στις δυσκολίες του γάμου τους; Ο Παντελής στράφηκε μπροστά του ανακουφισμένος. Ναι, αυτό ήταν. Μα πού είχε πάει το μυαλό του;

Στα φανάρια της Βουλιαγμένης η Ελένη του έπιασε το χέρι. Ο Παντελής ακούμπησε στην πλάτη του καθίσματός του και κράτησε το χέρι της σφίγγοντάς το απαλά. Η Ελένη αναστέναξε, ύστερα, κοιτώντας ίσια μπροστά της, είπε:

-Πράσινο.

Κάποιος από πίσω κορνάρισε. Η Ελένη έσκυψε το κεφάλι της.

Το χέρι της ήταν δροσερό κι ο Παντελής συνέχισε να το κρατάει. Ακούστηκε πάλι ένα κορνάρισμα, έπειτα ένα αυτοκίνητο ήρθε από αριστερά τους και τους προσπέρασε.

Ο Παντελής δεν ήθελε να της αφήσει το χέρι. Όμως θα της το άφηνε – τώρα, σε λίγο. Μισό λεπτό ακόμα και θα της το άφηνε. Το βάρος της ενοχής ήταν αβάσταχτο. Δεν γινόταν αλλιώς: έπρεπε να το μοιραστεί μαζί της. Έπρεπε να το κουβαλήσουν σιγά-σιγά μέχρι το τέλος οι δυο τους, από κοινού.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.)

Τάσος Αναστασίου, Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε; (α΄ μέρος)

Χωρισμός

1

-Παντελή, θέλω να πας στο νεκροταφείο αύριο και να τα κανονίσεις.

Αυτό του είπε, με τον συνήθη απότομο τρόπο της, η μητέρα του. Όμως ο Παντελής, φεύγοντας απ’ το πατρικό του, αποφάσισε, αφού βρισκόταν που βρισκόταν στην Αργυρούπολη, να πάει στο νεκροταφείο αμέσως. Γιατί να έρθει πάλι αύριο; Μόνο η Ελένη έκανε τέτοια, να σπαταλάει τον χρόνο της ανοήτως. Της κατέβαινε, ας πούμε, ν’ αγοράσει μια βιβλιοθήκη για το δωμάτιο των παιδιών: άρχιζε τις επισκέψεις στα καταστήματα επίπλων της Αλίμου, όχι σε δυο-τρία την ημέρα, προς Θεού, σ’ ένα κάθε φορά, έπειτα έπιανε τα καταστήματα της Βουλιαγμένης, και ούτω καθεξής, μπορεί να έφτανε η χάρη της μέχρι το Περιστέρι στη μάταιη αναζήτηση για το φτηνότερο· τέλος, επέστρεφε στην Αλίμου, για να ξανακοιτάξει και ν’ αγοράσει.

Ο Παντελής έκανε άλλα. Για παράδειγμα, εδώ και τέσσερα χρόνια ήθελε να τηλεφωνήσει σ’ έναν φίλο του απ’ το γυμνάσιο, που πλέον ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ο φίλος του τον είχε πάρει τηλέφωνο για να του δώσει το νούμερό του κι έκτοτε δεν ξαναπήρε. Ο Παντελής ήθελε να του τηλεφωνήσει Κυριακή, επειδή τις άλλες μέρες ο φίλος του, δικηγόρος με άφθονη πελατεία, δεν είχε χρόνο. Κάθε Κυριακή, όμως, ο Παντελής άφηνε το τηλεφώνημα για την επόμενη Κυριακή. Μόλις έφτανε το Σάββατο, έλεγε από μέσα του: «Να μην ξεχάσω αύριο να τηλεφωνήσω στον Μίμη». Και ποτέ δεν τηλεφωνούσε. Ο Μίμης είχε απ’ την αρχή προβλέψει ότι ο γάμος του Παντελή δεν θα πήγαινε καλά και είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του, όμως αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη διακοπή της μεταξύ τους επικοινωνίας. Απλώς ο Παντελής, αν ανέβαλλε κάτι μια-δυο φορές, έπειτα το ανέβαλλε συνέχεια.

Στη γραμματεία του νεκροταφείου τον πληροφόρησαν πως έπρεπε πρώτα να πληρώσει ένα ποσόν στον Δήμο και μετά να ορίσουν ημερομηνία εκταφής. Φεύγοντας πέρασε απ’ τον τάφο του πατέρα του και, παρόλο που ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει, κάθισε για λίγο στην άκρη της ταφόπλακας. Η φωτογραφία στην όρθια στήλη έδειχνε τον πατέρα του στα εβδομήντα του, πέντε χρόνια πριν πεθάνει, κουστουμαρισμένο, ευθυτενή και με χτενισμένα τα λιγοστά μαλλιά του. Το ύφος του ήταν ήρεμο: σαν να κατανοούσε τη ματαιότητα των εγκοσμίων και να είχε υιοθετήσει μια στάση εγκαρτέρησης. Ο Παντελής σηκώθηκε, πήρε απ’ τον διπλανό τάφο ένα ποτιστήρι, το γέμισε σε μια βρύση εκεί κοντά και, με ήρεμες αργές κινήσεις, έπλυνε την επιφάνεια του μνήματος.

Καθώς το σπίτι της μητέρας του βρισκόταν στον δρόμο για το γραφείο του, σταμάτησε μια στιγμή να της δώσει αναφορά. Μόλις η μητέρα του άκουσε τα καθέκαστα, σηκώθηκε στηριζόμενη στο πι και πήγε να πλύνει τα πιάτα στον νεροχύτη. Ο Παντελής κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Η τηλεόραση, ανοικτή ως συνήθως, εκείνη την ώρα έδειχνε εικόνες απ’ το κέντρο της Αθήνας: περαστικούς στον Άγνωστο Στρατιώτη να μορφάζουν κάτω απ’ τον ήλιο, τουρίστες που δροσίζονταν στο σιντριβάνι της Ομόνοιας και ηλικιωμένους μέσα σ’ ένα κλιματιζόμενο ΚΑΠΗ. Πίσω απ’ την τηλεόραση κρεμόταν μια φωτογραφία παρόμοια με τη φωτογραφία του νεκροταφείου: ο πατέρας του φορώντας κοστούμι και με ήρεμο ύφος.

-Πολλή ζέστη αυτές τις μέρες, είπε ο Παντελής γυρίζοντας στην κουζίνα. Ιδίως χθες ήταν μια τρέλα, μια…

Σώπασε. Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο χθεσινοβραδινός καυγάς του με την Ελένη. Παραλίγο –για τα πάντα υπάρχει πρώτη φορά– να σήκωνε χέρι πάνω της. Δεν την υπέφερε πλέον, δεν άντεχε τη συνεχή κι αδιάλειπτη, την δι’ ασήμαντον αφορμήν, γκρίνια της.

Ο χωρισμός τους ήταν αναπόφευκτος, ο Παντελής το ήξερε, το είχε πάρει απόφαση· απλώς έπρεπε να της το ανακοινώσει.

-Αν είχατε μείνει απάνω, είπε η μητέρα του, θα είχατε δροσιά, με κλιματισμό σε κάθε δωμάτιο κι όχι μόνο στο σαλόνι. Αλλά εσείς μου θέλατε ευρυχωρία. Λες και κάνετε τις δεξιώσεις.

-Το επάνω διαμέρισμα είναι ταράτσα. Ποιος ξέρει πόση ζέστη έχει. Το ζευγάρι που το νοικιάζει θα θεωρεί ότι εξαπατήθηκε.

-Άμα δεν τους αρέσει, να τα μαζέψουν και να φύγουν.

Ο Παντελής σηκώθηκε.

Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο πατέρας του: όχι όπως ήταν στις φωτογραφίες, αλλά όπως κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του: με το ξεχειλωμένο του μπλουζάκι, τα μαλλιά του αχτένιστα, καμπούρης και μελαγχολικός. Για μια στιγμή το πρόσωπό του ζωντάνεψε, τα χείλη του άνοιξαν: «Τέτοια πουστιά δεν την περίμενα».

 

2

Το απόγευμα ο Παντελής, επιστρέφοντας στο σπίτι του από το γραφείο, ασχολήθηκε με το μαγείρεμα, επειδή τον τελευταίο καιρό η Ελένη γκρίνιαζε που, αντί να την βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, έβγαινε με φίλους του για ούζα (τίποτα πιο παρακμιακό, κατά τη γνώμη της) ή έπαιρνε τα παιδιά και πήγαιναν στην παραλία για ψάρεμα. Ο Παντελής είχε την εντύπωση ότι η γυναίκα που ερχόταν κάθε Σάββατο και καθάριζε, ήταν αρκετή βοήθεια για την Ελένη, αλλά φαίνεται πως έκανε λάθος. Θύμωνε μαζί του ακόμα και για τις φορολογικές δηλώσεις που έφερνε και συμπλήρωνε στο σπίτι. «Πηγαίνετε στον πατέρα σας να σας βοηθήσει», έλεγε στα παιδιά, «που κάθεται και χαζολογάει»· παρόλο που τον έβλεπε καμπουριασμένο να παιδεύεται μπροστά στον υπολογιστή.

Όταν, όμως, ζούσαν στη Ρόδο, η Ελένη δεν αρπαζόταν με το παραμικρό ούτε του έδειχνε τόση ψυχρότητα ούτε του γκρίνιαζε για δουλειές του σπιτιού. Βέβαια τότε τα παιδιά ήταν μικρά, χωρίς ιδιαίτερα έξοδα κι απαιτήσεις, κι ο ρυθμός της ζωής πιο ήρεμος.

Αλλά μήπως κι εκεί δεν τσακώνονταν; Μήπως κι εκεί δεν υπήρχε η σκέψη του διαζυγίου; Ίσως, ποιος ξέρει, έφυγαν απ’ τη Ρόδο στην προσπάθειά τους ν’ ανανεώσουν τον γάμο τους. Αυτή που κυρίως ήθελε την Αθήνα, είχε βαρεθεί τόσα χρόνια στη γενέτειρά της, έτσι έλεγε, ήταν η Ελένη. Επιπλέον, στη Ρόδο έμεναν στους γονείς της, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην αυλή της μονοκατοικίας τους· ο πατέρας της ήταν συνταξιούχος θεολόγος και τους είχε ταράξει στα καθημερινά κηρύγματα και τις συμβουλές, ενώ η μητέρα της, μια κοντούλα εβδομηντάρα, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή τους γκρινιάζοντας αδιαλείπτως. Στην πραγματικότητα πήραν από κοινού την απόφαση να φύγουν, ύστερα από ήρεμες διεξοδικές συζητήσεις, για τις οποίες τώρα ο Παντελής ένιωθε μια κάποια νοσταλγία.

Όταν τέλειωσε με το μαγείρεμα, πήγε στο σαλόνι, άνοιξε το κλιματιστικό και την τηλεόραση και κάθισε να συμπληρώσει μια φορολογική δήλωση. Στο Μέγκα είχε ειδήσεις και, σύμφωνα με τον μετεωρολόγο του καναλιού, η ζέστη των ημερών θα εξελισσόταν την επόμενη εβδομάδα σε καύσωνα. Φαντάσου. Πού να ’μπαινε κι ο Ιούλιος. Μόλις ακούστηκε ο βόγκος του ανελκυστήρα στον όροφό τους, ο Παντελής έκλεισε το κλιματιστικό. Ποια άλλη γυναίκα στον κόσμο ήταν έτσι; Όλες όσες είχε γνωρίσει είχαν ευαισθησία στο εν λόγω ζήτημα (εδώ που τα λέμε, είχαν ευαισθησία σε κάθε ζήτημα), ωστόσο καμιά τους δεν ζούσε χωρίς καθόλου κλιματισμό.

Η Ελένη μπήκε κρατώντας έναν φραπέ, το πρόσωπό της κουρασμένο, στα ρούχα της μια μυρωδιά τσιγαρίλας.

-Μαγείρεψες; είπε.

Το πρόσωπό της παρέμεινε κουρασμένο, τα μάτια της μισόκλεισαν. Μπαίνοντας στην κουζίνα, έβαλε τις φωνές:

-Μα, ρε παιδί μου, έβρασες τα μακαρόνια; Δεν ξέρεις ότι πρέπει να τρώγονται φρεσκομαγειρεμένα; Δεν ξέρεις ότι μ’ αρέσουν ζεστά;

Ο Παντελής στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και είπε:

-Πήγα στο νεκροταφείο για την εκταφή. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια.

Η Ελένη ανακάτεψε μ’ ένα κουτάλι τον κιμά στο κατσαρόλι χωρίς να μιλήσει. Όταν ήταν με τις φίλες της, την έπιανε λογοδιάρροια, τώρα… Μπορεί, όμως, να ήθελε ν’ ακούσει αυτόν. Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι: θύμωνε με τον εαυτό του γιατί, ενώ θα έπρεπε να της ανακοινώσει τον χωρισμό τους, καθόταν κι έβρισκε δικαιολογίες για τη συμπεριφορά της.

Το αστείο ήταν ότι της είχε μαγειρέψει κιόλας. Αλλά ούτως ή άλλως πρώτα έπρεπε να ρωτήσει έναν δικηγόρο για τη διατροφή και το μοίρασμα της περιουσίας και μετά να της κάνει λόγο. Επιπλέον, από στιγμή σε στιγμή θα επέστρεφαν τα παιδιά τους απ’ το θερινό πρόγραμμα δραστηριοτήτων και δεν ήταν σωστό να τους βρουν μαλωμένους.

Παρόλα αυτά προλάβαινε να της πει δυο λόγια: Ο γάμος τους ήταν παρελθόν. Δεν χρειάζονταν περαιτέρω συγκρούσεις. Όλα θα γίνονταν ήρεμα και πολιτισμένα. Θυμήθηκε το χωριό των γονιών του στη Λάρισα, όπου περνούσε μικρός τα καλοκαίρια του. Τώρα οι παππούδες είχαν πεθάνει, ο πατέρας του επίσης, ενώ η μητέρα του, λόγω της αρρώστιας της, δεν ταξίδευε· μονάχα η αδερφή του πατέρα του το επισκεπτόταν. Ο Παντελής ήξερε ότι ο ίδιος δεν θα ξαναπήγαινε, το είχε πάρει απόφαση, και δεν ένιωθε καμιά νοσταλγία. Επιστρέφοντας στην κουζίνα την είδε να στέκεται στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και να καπνίζει φυσώντας τον καπνό προς τα έξω.

-Και τι σου είπαν; τον ρώτησε. Πότε θα τον… ;

-Πρέπει πρώτα να πάω στο Δημαρχείο να πληρώσω.

-Θεέ μου. Δεν θέλω να έρθω στην εκταφή. Με τίποτα δεν θα το άντεχα.

Στην κηδεία του πατέρα του η Ελένη δεν είχε πλησιάσει το ανοικτό φέρετρο, απέφυγε ακόμα και να το κοιτάξει, τόσο πολύ την φόβιζε ο θάνατος.

Αλλά ίσως ήταν απλώς τύψεις για εκείνη τη σύγκρουση των δυο τους με τον πατέρα του. Την αστεία εκείνη παρεξήγηση με τις τόσο άσχημες συνέπειες.

 

3

Έτσι όμως κι εξοργιζόταν η Ελένη, τα παιδιά θα το καταλάβαιναν αμέσως: θα τους σερβίριζε το φαγητό απότομα, θα έτρωγε σκυθρωπή και θα τα μάλωνε διαρκώς. Αλλά μήπως κορόιδευε τον εαυτό του; Μήπως επρόκειτο γι’ άλλη μια δικαιολογία για να μην κάνει τίποτα;

-Λες καλύτερα να μέναμε στην Αργυρούπολη; άκουσε τη φωνή της.

-Όχι βέβαια, της απάντησε.

Του είχε μιλήσει λες και θεωρούσε δεδομένη τη συνέχεια του γάμου τους, λες και δεν διαισθανόταν το αναπόφευκτο της διάλυσής του.

-Δεν μπορώ να καταλάβω πώς η μάνα σου συνεχίζει να μας κρατάει κακία.

-Οι γέροι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ας μην το σκεφτόμαστε καλύτερα.

Όλα ξεκίνησαν πριν από μερικά χρόνια, την εποχή που η Ελένη κι ο Παντελής ζούσαν στη Ρόδο: τους τηλεφώνησε ο πατέρας του και τους πρότεινε να χτίσουν ένα διαμέρισμα στην Αργυρούπολη, στον πρώτο όροφο, πάνω απ’ το δικό του, για να το έχουν αν κάποτε μετακόμιζαν στην Αθήνα. Αυτός θα έβαζε τα λεφτά για την άδεια και τα μπετά και κατόπιν θα το συνέχιζαν με δικά τους λεφτά· επίσης αναλάμβανε ο ίδιος την επίβλεψη του χτισίματος. Η Ελένη κι ο Παντελής δεν το πολυσκέφτηκαν και είπαν το ναι –με την ιδέα ότι όσα χρήματα τους περίσσευαν, θα έπιαναν τόπο: θα είχαν κάτι στην ιδιοκτησία τους, το οποίο θα τους απέφερε αργότερα ένα μικρό εισόδημα. Όταν ο πατέρας του έβγαλε την άδεια, ο Παντελής άρχισε να έχει ενδοιασμούς. Καταλάβαινε ότι οι γονείς του προόριζαν το νέο διαμέρισμα για κύρια κατοικία δική του και της Ελένης. Έπρεπε να τους μιλήσει: μπορεί κάποτε να μετακόμιζαν στην Αθήνα, όμως ποτέ δεν θα έμεναν στην Αργυρούπολη.

Στην εποχή μας, θα τους έλεγε, οι άνθρωποι θέλουν ελευθερία, δεν μπορούν να είναι αγκιστρωμένοι στους γονείς τους.

Ας μην περίμεναν από κάποιον που είχε φύγει απ’ το πατρικό του στην ηλικία των είκοσι δύο, να ερχόταν στα τριάντα τόσο του πάλι πίσω. Ας μη ματαιοπονούσαν.

Όμως δεν τους μίλησε. Και το έτερόν του ήμισυ, ενώ σε άλλα ζητήματα ήταν πιεστική κι ανυποχώρητη, στο συγκεκριμένο δεν τον πίεσε καθόλου – τον άφησε να βολοδέρνει από αναβολή σ’ αναβολή. Μέσα σε τρία χρόνια το διαμέρισμα της Αργυρούπολης τέλειωσε κι όποτε έρχονταν στην Αθήνα, κοιμόντουσαν εκεί, σε κάτι παλιά κρεβάτια που είχαν βάλει στις κρεβατοκάμαρες. Το διαμέρισμα δεν είχε άλλα έπιπλα ούτε ηλεκτρικές συσκευές.

Όταν βρέθηκε για την Ελένη μια θέση στην Εθνική Τράπεζα της Γλυφάδας, μετακόμισαν στην Αθήνα. Έπιασαν διαμέρισμα στη Γλυφάδα κι ο Παντελής άνοιξε μ’ ένα φίλο του λογιστικό γραφείο στο Ελληνικό. Οι γονείς του Παντελή έπεσαν να πεθάνουν. Ο πατέρας του, θεωρώντας εαυτόν προδομένον, τους μίλησε άσχημα και τους απαγόρευσε να εκμεταλλευτούν το διαμέρισμα της Αργυρούπολης. Στενοχωριόταν μάλιστα που ήταν ήδη στο όνομα του γιου του και δεν μπορούσε να το πάρει πίσω.

Ο Αργύρης κούνησε το κεφάλι του, για να διώξει τις αναμνήσεις.

Την Ελένη τα τελευταία τρία χρόνια κατά καιρούς κάτι την έπιανε κι ήθελε να τα κουβεντιάζουν όλα αυτά, ν’ ανταλλάσσουν γνώμες και δικαιολογίες, σαν να πίστευε ότι κάποτε, μέσα απ’ την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων, θα εμφανιζόταν ένα καθοριστικό επιχείρημα υπέρ τους. Την είδε να σβήνει με γρήγορες νευρικές κινήσεις το τσιγάρο της και να σηκώνει το καχύποπτο βλέμμα της.

-Εσύ σίγουρα θέλεις να πάμε να μείνουμε στην Αργυρούπολη. Αλλά το διαμέρισμα είναι μικρό για μας. Πώς θα χωρέσουμε τέσσερα άτομα σε ογδόντα τετραγωνικά;

-Μα όχι, εγώ δεν ήμουν που σε απέτρεψα; Λες μετά από τόσα χρόνια που έμενα μόνος μου στο κέντρο της Αθήνας, μετά από τόσα χρόνια στη Ρόδο, να ξαναγύριζα στους γονείς μου; Ακόμα και μεγάλο να ήταν…

Η Ελένη δεν απάντησε. Στεκόταν στην πόρτα, σαν να περίμενε ν’ ακούσει κι άλλα.

Η αναβλητικότητά μου φταίει, σκέφτηκε ο Παντελής. Σηκώθηκε μην μπορώντας να συγκρατήσει την οργή του. Γιατί να είμαι τόσο αναβλητικός; Γιατί; Γιατί;

 

4

Βγήκαν απ’ το σχολικό σιγά-σιγά και με κόπο, τα πρόσωπά τους αναψοκοκκινισμένα, η μπλούζα τους γεμάτη λεκέδες ιδρώτα. Ο Παντελής τα λυπήθηκε. Όλο το πρωί στην αυλή του σχολείου τα είχαν κι απασχολούνταν με αθλητικά παιχνίδια και το μεσημέρι, μετά το γεύμα, τα ξαμολούσαν στο γυμναστήριο. Και να σκεφτείς ότι αυτές τις μέρες μέχρι τα μέσα Ιουλίου που θα πήγαιναν στην κατασκήνωση, θα μπορούσε να τα κρατάει η μητέρα του. Αλλά ποτέ δεν τους το είχε προτείνει.

Μπαίνοντας στο σπίτι άφησαν το σακίδιό τους κι έτρεξαν στο σαλόνι να βγάλουν τα παπούτσια τους και ν’ ανοίξουν την τηλεόραση.

-Τα πράγματά σας μαζέψτε, είπε ο Παντελής και στάθηκε από πάνω τους.

Ο Γιάννης, ο πιο μεγάλος και πιο καλομαθημένος, τι άλλο θα έλεγε παρά: «Σε λίγο». Ο Μιχάλης, αντίθετα, σηκώθηκε, μετέφερε το σακίδιό του στο δωμάτιό του και τα παπούτσια του στην ντουλάπα του διαδρόμου κι έπειτα γύρισε και κάθισε ξανά στον καναπέ.

Όταν ο Παντελής πήγε να στρώσει το τραπέζι στην κουζίνα, η Ελένη του έβαλε τις φωνές: Γιατί τους άφηνε κι έβλεπαν τηλεόραση; Μα καλά, μυαλό δεν είχε; Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι και τους είπε να κλείσουν την τηλεόραση και να έρθουν για φαί.

Ο Γιάννης σηκώθηκε τεντώνοντας το κορμί του και πήγε στην τουαλέτα.

-Μισό λεπτό, είπε ο Μιχάλης.

-Μιχάλη, τέλειωνε.

-Μισό λεπτάκι.

-Μιθό λεπτάκι, τον κορόιδεψε ο Γιάννης βγαίνοντας απ’ την τουαλέτα.

Ο Μιχάλης έκλεισε την τηλεόραση κι έπειτα όρμησε στον Γιάννη και τον κλώτσησε, όχι δυνατά.

Άρχισαν να σπρώχνονται και να φωνάζουν.

-Ωχ, θα με πεθάνετε. Σταματήστε, είπε η Ελένη βγαίνοντας απ’ την κουζίνα. Πονάει το κεφάλι μου.

Ρε τρελέγκω, είπε ο Παντελής από μέσα του.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος, η Ελένη, όπως πάντα, τους ρώτησε πώς τα είχαν περάσει. Δεν έμαθε πολλά πράγματα, μόνο πως κανείς απ’ τους δυο δεν είχε μπλέξει σε καυγά. Τ’ αγόρια έτρωγαν γρήγορα, βιάζονταν να πιάσει το τάμπλετ του ο ένας, το κόμικ του ο άλλος.

-Μπαμπά, γιατί στον Τεν-Τεν ο Μιλού μιλάει; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Είναι κόμικ, ρε χαζέ, είπε ο Γιάννης.

-Γιάννη. Δεν θέλω τέτοιες λέξεις, είπε η Ελένη. Επιτρέπεται εσύ, που ήσουν το καλύτερο παιδί της Πέμπτης Τάξης;

-Μπαμπά, θα πάρουμε σκυλάκι; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Ναι, μπαμπά, ένα σκυλάκι, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής χάρηκε και δεν ήξερε αν ήταν απ’ τον γλυκό κι ήρεμο τόνο της κλητικής προσφώνησης ή επειδή τα παιδιά επιτέλους συμφωνούσαν μεταξύ τους σε κάτι. Τους εξήγησε πως, αν κάποτε μετακόμιζαν σε μονοκατοικία, τότε, ναι, θα έπαιρναν.

-Εντάξει, ας πάρουμε χάμστερ τώρα, είπε ο Γιάννης.

-Θα σηκωθώ να φύγω, είπε η Ελένη. Δεν αντέχω άλλο να με βασανίζετε.

Παλιότερα, όταν έλεγε τέτοια, γυρνούσε στον Παντελή και του έκλεινε το μάτι. Τώρα φυσικά ούτε που τον κοίταξε. Τα παιδιά σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν στο δωμάτιό τους, ο Γιάννης χτυπώντας με δύναμη την πόρτα του διαδρόμου.

Καθώς μάζευαν το τραπέζι, ο Παντελής είπε:

-Μετά το νεκροταφείο πήγα στη μητέρα μου.

Σε γενικές γραμμές απέφευγε να της διηγείται τις ανοησίες της μητέρας του, αλλά τώρα, ποιος ξέρει, ίσως για να την πικάρει, της είπε τα περί κλιματισμού και δεξιώσεων. Η Ελένη αναστέναξε. Ήταν εξωφρενικό, κατά τη γνώμη της. Τα ίδια και τα ίδια εδώ και χρόνια. Τελείως παράλογο, αν σκεφτόταν κανείς πως η μάνα του είχε φύγει στα νιάτα της απ’ το χωριό της κι είχε έρθει να ζήσει στην Αθήνα. Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν κι αυτοί κάτι ανάλογο;

-Μήπως οι περισσότεροι Έλληνες έτσι δεν είναι; είπε ο Παντελής. Δεν έχουν άλλα ενδιαφέροντα, μόνο τα παιδιά τους. Επιπλέον, οι δικοί μου αισθάνονταν αδικημένοι. Δεν τους το είχαμε ξεκαθαρίσει απ’ την αρχή.

-Και λοιπόν; Τα δεδομένα αλλάζουν. Εκείνη την εποχή θέλαμε το διαμέρισμα για να μείνουμε, τώρα δεν το θέλουμε. Δεν καταλαβαίνω, απαγορεύεται κάποιος ν’ αλλάξει γνώμη;

Να ένα επιχείρημα που η Ελένη δεν το είχε αναφέρει άλλοτε. Συνήθως έλεγε ότι το επάνω διαμέρισμα της Αργυρούπολης ήταν άβολο ή ότι ο δρόμος από κάτω είχε φασαρία. Στην πραγματικότητα, έτσι κι ο Παντελής είχε επιμείνει, θα είχαν πάει να ζήσουν εκεί. Αλλά του φαινόταν αστείο να επιστρέψει σ’ ένα περιβάλλον με γονείς, συχνή παρουσία συγγενών, καθημερινό έλεγχο για το πού θα πας και ποιον θα φέρεις.

Δεν χρειάζονταν επιχειρήματα στο κάτω-κάτω –όπως ένα παιδί, όταν βλέπει έναν άνθρωπο με παράξενα χαρακτηριστικά, καμπούρα ή γαμψή μύτη, αυτομάτως βάζει τα γέλια· δεν χρειάζεται να επεξεργαστεί τίποτα με τη σκέψη του.

-Κι ο πατέρας σου; Επιτρέπεται να μας βρίσει;

Η Ελένη αγανακτούσε. Αντίθετα, για τον Παντελή, το πείσμα του πατέρα του ανήκε στη σφαίρα του κωμικού. Όποτε το σκεφτόταν, του έρχονταν φράσεις στην καθαρεύουσα: Ο πατήρ μου, απόλυτος ων εν πάσαις αυτού συναλλαγαίς, αγύριστον κεφάλι κατά το κοινώς λεγόμενον, ουδεμίαν συζήτησιν εδέχετο επί του θέματος. Η απόφασίς του ήτο ειλημμένη και δεν εδύνατο να μεταστραφεί.

-Τα μαθήματά σας! Εμπρός! Γρήγορα!

Η Ελένη, φωνάζοντας απ’ την κουζίνα στα παιδιά, περίμενε ότι τα λόγια της θα είχαν αποτέλεσμα. Μια τέτοια γυναίκα πώς να μην την χωρίσεις; Αλλά και το αντίθετο: Πώς να την χωρίσεις; Θα έπαιρνε μαζί της τα παιδιά και θα τα κατέστρεφε με την γκρίνια και την ανυπομονησία της.

Ο Παντελής πήγε στο δωμάτιό τους κι ύστερα από λίγη ώρα κάθονταν και τα δυο στα γραφεία τους. Είχαν να γράψουν τ’ αγγλικά τους για ένα ιδιαίτερο μάθημα που έκαναν μέρα παρά μέρα όλο τον Ιούνιο.

-Να έρθει η μαμά και θ’ αρχίσω να γράφω, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής υποχώρησε και δεν επέμεινε. Όταν ήρθε η Ελένη, ο Γιάννης άρχισε να την παρακαλάει για σκύλο.

-Ναι, ναι, μαμά, σε παρακαλώ, είπε κι ο Μιχάλης.

Η Ελένη σήκωσε τα χέρια της.

-Παιδιά, σταματήστε. Θα πάθω κάτι. Πονάει το κεφάλι μου, έλεος. Θα με πεθάνετε όλοι σας.

Τα συνηθισμένα: φωνές κι αναστεναγμοί. Παρόλο που ο Παντελής της είχε εξηγήσει επανειλημμένως ότι τα παιδιά έπρεπε να υπακούν σε κανόνες, όχι να υποχωρούν από οίκτο, και παρόλο που η Ελένη συμφωνούσε μαζί του, τώρα συνέχιζε τα δικά της.

Μερικές ώρες αργότερα, στο κρεβάτι, περιμένοντάς την για ύπνο, άφησε τη φαντασία του να δουλέψει. Αν την έριχνε στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα κι έβαζε κάποιον να τους φωτογραφίσει σε στιγμές οικειότητας; Το διαζύγιο θα έβγαινε σε βάρος της και θα κρατούσε αυτός τα παιδιά.

Όμως, όταν η Ελένη ήρθε στο κρεβάτι, γύρισε να την αγκαλιάσει. Μόλις κατάλαβε τι πήγαινε να κάνει, συγκρατήθηκε (είχαν μήνες ν’ αγγιχτούν) και τράβηξε το χέρι του. Η Ελένη αναστέναξε και στριφογύρισε μερικές φορές απότομα, έχοντας σίγουρα στο μυαλό της το διαζύγιο και τον αποτυχημένο γάμο της. Ύστερα από λίγη ώρα η ανάσα της ακούστηκε βαριά. Ο  Παντελής σκέφτηκε να πάει στο σαλόνι και να κοιμηθεί με ανοικτό το κλιματιστικό, αλλά, καθώς το σκεφτόταν κι έλεγε μέσα του τι ανακούφιση, τι απελευθέρωση θα ήταν, ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν και να βυθίζεται στον ύπνο.

 

5

Την επομένη, στο γραφείο του, έτσι στα ξαφνικά, με κάποια οργή απέναντι στον εαυτό του, τηλεφώνησε στον Μίμη, τον φίλο που έμενε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μίμης, μόλις τον αναγνώρισε, άρχισε να μιλάει με κέφι. Ο Παντελής ανακουφίστηκε. Επιτέλους! Ένα άγχος λιγότερο! Τώρα δεν θα είχε να σκέφτεται κάθε μέρα ότι έπρεπε να του τηλεφωνήσει. Επιτέλους! Απελευθέρωση! Το εξομολογήθηκε στον Μίμη εν είδει απολογίας και τον διαβεβαίωσε ότι κάθε Κυριακή τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε αυτό το άγχος.

-Εντάξει, Παντελή, είπε ο Μίμης. Είσαι περίπτωση, το ξέρουμε.

-Είμαι, γέλασε ο Παντελής.

Κατά σύμπτωση, ο Μίμης την επόμενη εβδομάδα θα ερχόταν στην Αθήνα μαζί με τη γυναίκα του. Αν ο Παντελής είχε χρόνο στη διάθεσή του, ευχαρίστως να συναντιόντουσαν.

-Είσαι ακόμα με την Ελένη; Ή απαλλάχτηκες;

Ο Παντελής τα έχασε.

-Αστειεύομαι, είπε ο Μίμης. Παραμένει σκληρή κι αδίστακτη;

Ο Παντελής θυμήθηκε: ο φίλος του είχε τη συνήθεια να ειρωνεύεται και να λέει δυσάρεστα πράγματα, με στόχο να φέρει τον συνομιλητή του σε δύσκολη θέση· επιπλέον, δεν έτρεφε καμιά συμπάθεια για την Ελένη, αν και μπροστά της απέφευγε να το δείχνει – με τις γυναίκες ήταν πιο σοβαρός και συγκρατημένος. Τον είχε ενοχλήσει που παλιότερα για ένα μικρό διάστημα η Ελένη, όποτε τον έβλεπε, τον πίεζε να πάρει δάνειο. Αλλά γιατί σκληρή; Δεν του είχε βάλει και το μαχαίρι στο λαιμό.

Η Ελένη, αντίθετα, όταν άκουσε για τον Μίμη, χάρηκε. Ο φίλος του είχε καρδιά μάλαμα. Η γυναίκα του, ε, δεν ήταν κι ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου, αλλά, εντάξει, τρωγόταν… Ο Παντελής την διέκοψε και της ζήτησε να πάει τα παιδιά στην Αργυρούπολη ώστε αυτός να καθόταν και να τελείωνε μερικές φορολογικές δηλώσεις.

-Εντάξει, θα τα πάω. Η μάνα σου παραπονέθηκε πάλι;

-Μου έλεγε ότι δεν έχει χαρεί καθόλου τα παιδιά. Πότε στη Ρόδο, πότε στη Γλυφάδα, πάντα ήταν μακριά της.

-Έλα, μην τα παίρνεις τοις μετρητοίς. Δεν υπάρχει πιο χειριστικό άτομο απ’ τη μητέρα σου. Κι όσο σκέφτομαι ότι τότε που μέναμε στη Ρόδο κι ερχόμασταν στις γιορτές, περνούσα την ώρα μου με τους γονείς σου. Εσύ έβγαινες να δεις τους φίλους σου κι εγώ καθόμουν κι έκανα παρέα στη μάνα σου και τον πατέρα σου.

Όταν έμεινε μόνος, ο Παντελής συμπλήρωσε δύο δηλώσεις, χάνοντας σιγά-σιγά τον ενθουσιασμό που του είχε προκαλέσει η επικοινωνία με τον φίλο του. Στο τέλος τα παράτησε κι έπιασε το κεφάλι του. Ενώ σχεδίαζε να χωρίσει την Ελένη, την έστελνε να επισκεφτεί τη μητέρα του. Ήταν να τρελαίνεσαι.

Σηκώθηκε. Συνήθως, όταν έβρισκε την αιτία της κακής του διάθεσης, ηρεμούσε, τώρα όμως όχι.

Θυμήθηκε μια φράση που είχε πει προ μηνών η αδερφή της Ελένης: «Πώς την αντέχεις; Κι η μάνα μας είναι ανυπόφορη, αλλά είναι εβδομήντα χρονών. Στα σαράντα της δεν γκρίνιαζε τόσο». Ο Παντελής εκείνο το βράδυ είχε στενοχωρηθεί και είχε νιώσει μια θέρμη απέναντι στην Ελένη, μια διάθεση να την προστατέψει από τέτοιες κακολογίες. Η αδερφή της, που ζούσε στη Ρόδο και δούλευε σ’ ένα τουριστικό μαγαζί στα Τριάντα, την ζήλευε. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν, η φράση τού φάνηκε να έχει κάτι το επικριτικό για τον ίδιο.

Η Ελένη, γυρνώντας απ’ την Αργυρούπολη, έτρεξε στην μπαλκονόπορτα της κουζίνας κι άναψε τσιγάρο.

-Μου κατηγορούσε το κοριτσάκι του νοικάρη, ότι, αν και μόλις πέντε χρονών, είναι συνέχεια μ’ ένα κινητό στο χέρι κι ότι κατεβαίνει συνέχεια και της χτυπάει την πόρτα. Ήθελε να πει ότι τα δικά μας παιδιά δεν τα βλέπει. Πήρε ύστερα ένα βιβλίο και διάβαζε. Μετά μου είπε να μη βαριέμαι και να πηγαίνω τα παιδιά συχνότερα στην εκκλησία, όχι μόνο μια φορά τον μήνα.

-Σε συμπαθεί όμως. Της αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν μια σοβαρότητα. Ενώ εμένα που όλο λέω αστεία… Ποτέ δεν χώνεψε το ύφος μου.

-Ναι, μες στην καρδιά της με έχει. Στο εξής θα την επισκέπτομαι κάθε δεκαπέντε μέρες. Η διευθύντριά μου τη δική της πεθερά δεν την βλέπει καθόλου. Κι εγώ ο βλάκας τότε που ερχόμασταν απ’ τη Ρόδο κρατούσα συντροφιά στους γονείς σου. Και τις Κυριακές, αντί να βγούμε μια βόλτα, μέναμε και τρώγαμε μαζί τους. Αφού εσύ δεν τολμούσες να τους φέρεις αντίρρηση…

Ο Παντελής την κοίταξε. Δεν πήγαινε άλλο. Δεν τραβάει, τι το καθυστερούμε; θα της έλεγε.

Χτύπησε το μέτωπό του: είχε ξεχάσει το βασικότερο. Έπρεπε πρώτα να βρει δικηγόρο. Ναι, αλλά ποιον; Στην ανάγκη θ’ απευθυνόταν στον Μίμη· αυτός θα ήξερε να του συστήσει.

(Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί στις 18.11.)

Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Ημερολόγιο: Επιλογή κειμένων (2/3)

(Επιλογή κειμένων, Μετάφραση: Χρήστος Γροσδάνης)

Για το διανθρώπινο και τη φόρμα.

Γκομπρόβιτς

Ι. Εξηγούσα μια μέρα σε κάποιον ότι, για να καταλάβει το πραγματικά κοσμικό νόημα που έχει ο άνθρωπος για τον άνθρωπο, πρέπει να φανταστεί την παρακάτω σκηνή: βρίσκομαι απολύτως μόνος στην έρημο· δεν έχω δει ποτέ ένα ανθρώπινο ον, δε διανοούμαι καν ότι η ύπαρξη ενός άλλου ανθρώπου είναι δυνατή. Τότε, στο οπτικό μου πεδίο εμφανίζεται ξαφνικά ένα ον ανάλογο το οποίο, χωρίς να είναι εγώ, είναι η ίδια αρχή ενσαρκωμένη σ’ ένα ξένο σώμα, κάποιος απαράλλακτος κι όμως διαφορετικός· και να που εγώ αρχίζω να αισθάνομαι μ’ έναν μαγικό τρόπο πλήρης και ταυτόχρονα επώδυνα διχασμένος. Εντούτοις, τα πάντα είναι υποταγμένα σε μια μοναδική αποκάλυψη: ιδού που βρήκα το φως, έγινα απρόβλεπτος για μένα τον ίδιο, όλες μου οι δυνατότητες πολλαπλασιάστηκαν από την επαφή μου με αυτήν τη νέα δύναμη, ξένη και ταυτόχρονα όμοια, που με πλησιάζει σαν εγώ, ερχόμενος από έξω, να πλησίαζα τον εαυτό μου.

ΙΙ. Εάν το Φερντυντούρκε[1] αντιστέκεται τόσο πολύ στην ερμηνεία, αυτό συμβαίνει επειδή το βιβλίο μου εκφράζει μια ιδιαίτερη εικόνα του ανθρώπου. Πώς αυτοί – οι κριτικοί μου – αντιλαμβάνονται τον γκομπροβιτσιανό άνθρωπο στο έργο μου; Κι εγώ, πώς τον αντιλαμβάνομαι; Λένε – και έχουν δίκιο – ότι στο Φερντυντούρκε ο άνθρωπος δημιουργείται από τους ανθρώπους. Αλλά αυτό το εννοούν ως μια εξάρτηση του ατόμου από μια κοινωνική ομάδα η οποία του επιβάλλει τις συνήθεις της, το ύφος της, τις συμβάσεις της… Φτάνουν μάλιστα μέχρι να παρατηρήσουν ότι αυτό είναι μια αλήθεια τελείως αδιάφορη, μια κοινοτοπία που επαναλαμβάνει πράγματα γνωστά.

Αλλά αυτό που δεν είδαν είναι ότι στο Φερντυντούρκε η διαδικασία διαμόρφωσης του ανθρώπου από τους άλλους ανθρώπους έχει συλληφθεί με τρόπο απείρως πιο μεγαλειώδη. Δεν αρνούμαι την εξάρτηση του ανθρώπου από το περιβάλλον του· όμως αυτό που είναι για μένα πολύ πιο σημαντικό και δημιουργικό στο καλλιτεχνικό πεδίο, βαθύτερο στο ψυχολογικό επίπεδο, πιο ανησυχητικό τέλος στο φιλοσοφικό πεδίο, έγκειται στο ότι ο άνθρωπος είναι το έργο ενός ατόμου, κάποιου άλλου, που μπορεί να συναντήσει τυχαία, την οποιαδήποτε στιγμή. Στο βαθμό που εγώ είμαι μονίμως για τον άλλο, δημιουργημένος για να με δει ο άλλος, προικισμένος με μια οριστική ύπαρξη μόνο από κάποιον και για κάποιον, και όπου υπάρχω ως φόρμα διαμέσου του άλλου. Δεν πρόκειται λοιπόν να πούμε ότι ένα συγκεκριμένο περιβάλλον μου επιβάλλει τις συμβάσεις του ή ακόμα, όπως το θέλει ο Μαρξ, ότι ο άνθρωπος είναι το προϊόν της κοινωνικής του τάξης· πρόκειται να δείξουμε την επαφή του ανθρώπου με τον όμοιο του και τον ξαφνικό, τυχαίο, άγριο χαρακτήρα αυτής της επαφής, να κάνουμε κατανοητό πώς από αυτές τις αναπάντεχες σχέσεις γεννιέται η Φόρμα, συχνά τελείως απρόσμενη, παράλογη. Εγώ ο ίδιος δεν έχω καθόλου ανάγκη τη Φόρμα, αυτή χρησιμεύει μονάχα στον άλλο για να με αντιληφθεί, να με νιώσει, να με δοκιμάσει. Δεν καταλαβαίνετε ότι μια τέτοια Φόρμα είναι πολύ πιο δυναμική από μια απλή κοινωνική σύμβαση; Ότι είναι ένα στοιχείο αδύνατο να κυριαρχηθεί; Όσο θα βλέπετε στο Φερντυντούρκε μια μάχη ενάντια στις συμβάσεις, το βιβλίο μου, ήρεμος ίππος, θα ακολουθεί την πεπατημένη· αλλά μόλις νιώσετε ότι σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει η δημιουργία του ανθρώπου από έναν άλλον άνθρωπο μέσα στους σπασμούς του βιαιότερου εναγκαλισμού, τότε θα εκτιναχτεί χλιμιντρίζοντας από το σπιρούνιασμα και θα σας μεταφέρει στη χώρα του Απροσμέτρητου. Φερντυντούρκε είναι περισσότερο μια φόρμα-ενέργεια και λιγότερο μια φόρμα-σύμβαση.

Λένε επίσης ότι στο Φερντυντούρκε (και στα άλλα βιβλία μου) μάχομαι το ψέμα και την υποκρισία… Ας το παραδεχτούμε. Αλλά αυτό δεν είναι εκ νέου μια απλοποίηση του ανθρώπου μου και των προθέσεων μου;

Διότι επιτέλους, ο άνθρωπος που προτείνω είναι δημιουργημένος από έξω, είναι στην ίδια του την ουσία μη-αυθεντικός, επειδή δεν είναι ποτέ ο εαυτός του, τίποτα περισσότερο από μια φόρμα που γεννιέται ανάμεσα στους ανθρώπους. Το «εγώ» του του δίνεται στη σφαίρα του «διανθρώπινου». Είναι ένας ηθοποιός αιώνιος, αλλά ένας ηθοποιός φυσικός, επειδή ό,τι τεχνητό έχει του είναι έμφυτο, αυτό είναι μάλιστα ένα από τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κατάστασης· το να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει ότι είναι ηθοποιός, σημαίνει ότι προσομοιώνει τον άνθρωπο, ότι «κάνει σαν» να ήταν άνθρωπος δίχως στο βάθος να είναι, το να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει ότι υποδύεται τον άνθρωπο. Σ’ αυτές τις συνθήκες πώς να εννοήσουμε τη μάχη του Φερντυντούρκε μου ενάντια στη φάτσα και τη γκριμάτσα. Δεν πρόκειται καθόλου να συμβουλεύσουμε τον άνθρωπο ν’ αφαιρέσει τη μάσκα του (όταν πίσω από αυτήν τη μάσκα δεν υπάρχει πρόσωπο)· αυτό που μπορούμε να του ζητήσουμε είναι να συνειδητοποιήσει την απουσία αυθεντικότητας της κατάστασής του και να το ομολογήσει. Εάν είμαι καταδικασμένος σε τεχνάσματα, όλη μου η ειλικρίνεια συνίσταται στο να ομολογήσω ότι δεν έχω πρόσβαση στον εαυτό μου. Εάν αδυνατώ να είμαι ο εαυτός μου, δεν μπορώ να σώσω την προσωπικότητά μου παρά μονάχα μέσω της θέλησης μου να είμαι αυθεντικός, μιας επίμονης επιθυμίας που με ωθεί να δηλώσω ενάντια σε όλους «θέλω να είμαι ο εαυτός μου» και που αποτελεί μια εξέγερση τραγική και απελπισμένη ενάντια στην παραμόρφωσή μου. Δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου και όμως το θέλω, το οφείλω: είναι μια από αυτές τις αντιφάσεις που δεν κατορθώνουμε ποτέ να επιλύσουμε ούτε ν’ αμβλύνουμε… Εξάλλου μην περιμένετε από εμένα γιατρικά σε αρρώστιες αθεράπευτες. Το Φερντυντούρκε αρκείται στη διαπίστωση του εσωτερικού ξεσκίσματος του ανθρώπου – τίποτα περισσότερο.

~.~

Για την Πολωνία

 Η στάση μου απέναντι στην Πολωνία προκύπτει από τη στάση μου απέναντι στη φόρμα: θέλω να γλυτώσω από την Πολωνία, όπως γλυτώνω και από τη φόρμα, θέλω να υπερίπταμαι πάνω από την Πολωνία όσο και πάνω από το ύφος μου: εδώ, όπως και εκεί, η αποστολή μου είναι η ίδια.

Κατά κάποιο τρόπο, αισθάνομαι Μωυσής. Διασκεδαστική, αλήθεια, αυτή η τάση της φύσης μου. Στα όνειρα μου φουσκώνω σα διάνος. Και γιατί λοιπόν, θα με ρωτήσετε, πιστεύτε ότι είστε ο Μωυσής; Πριν από εκατό περίπου χρόνια, ο Λιθουανός ποιητής[2] είχε σφυρηλατήσει τη φόρμα του πολωνικού πνεύματος· σήμερα, εγώ, ως άλλος Μωυσής, ελευθερώνω τους Πολωνούς από τις αλυσίδες αυτής της αρχαίας φόρμας, αναγκάζω τον Πολωνό να βγει από τον εαυτό του…

Η μεγαλομανία μου μ’ έκανε να γελώ μέχρι δακρύων! Εντούτοις, μια τέτοια αντινομία θεωρητικά δεν είναι τελείως αθεμέλιωτη, και θα ήμουν περίεργος να μάθω πόσοι εκλεκτοί από τα ωραία πνεύματα της ιντελιγκέντσια μας θα μπορούσαν να διαισθανθούν το αληθινό νόημα αυτής της διαδικασίας. Ότι δηλαδή αν ένας Πολωνός – ακριβώς επειδή μετά από μεγάλες προσπάθειες είναι υπερβολικά Πολωνός και τίποτα άλλο από Πολωνός – θέλησε ν’ απελευθερωθεί κατηγορηματικά από την «πολωνικότητα» του, μια τέτοια ιδέα διαμετρικά αντίθετη μονάχα ανάμεσά μας μπορούσε να γεννηθεί, λόγω της εξοργιστικής τυφλότητας που μας κάνει να παραμένουμε εθνικιστές. Αναρωτιέμαι επίσης, πόσα από τα προαναφερθέντα ωραία πνεύματα θα μπορούσαν ν’ αγκαλιάσουν τις τεράστιες δυνατότητες που μια τέτοια επανάσταση ανοίγει μπροστά μας, με την προϋπόθεση να βρούμε ανθρώπους αρκετά αποφασισμένους, αρκετά γενναίους για να την πραγματοποιήσουν. Τι ελευθερία αυτή η ειλικρινής δυναμική θεμελιωμένη σε μια ανανεωμένη στάση του Πολωνού απέναντι στον εαυτό του! Ονειρεύομαι καμιά φορά να βρω υποστηριχτές ικανούς να με διογκώσουν στα όρια ενός γεγονότος της ιστορίας μας, και δηλώνω ότι αυτό δεν είναι καθόλου απίθανο: για μένα, πράγματι, η εμβέλεια του έργου εξαρτάται τόσο από αυτόν που το διαβάζει όσο και από αυτόν που το γράφει. Τα βιβλία θα μπορούσαν να ηχήσουν σαν τις σάλπιγγες της Ιεριχούς, αν οι άνθρωποι ήθελαν να τα υψώσουν όρθια στον αέρα και να τ ’ακουμπήσουν στα χείλη τους! Κοιμήσου, τρομπέτα μου, εγκαταλειμμένη πάνω στην κοπριά απραγματοποίητων δυνατοτήτων!

Η κοπριά. Ιδού το πρόβλημα : στην κοπριά σας βρίσκονται οι ρίζες μου. Είμαι η ηχώ όλων των υπολειμμάτων που έχετε απορρίψει ανά τους αιώνες. Εάν η φόρμα μου είναι παρωδία φόρμας, τότε το πνεύμα μου είναι παρωδία του πνεύματος, το πρόσωπό μου παρωδία προσώπου. Φαίνεται πράγματι ότι δεν αποδυναμώνουμε τη φόρμα φέρνοντάς την αντιμέτωπη με μια άλλη φόρμα, αλλά απλά χαλαρώνοντας τη στάση μας απέναντί της. Δεν είναι καθόλου τυχαίο αν, τη στιγμή ακριβώς που χρειαζόμασταν επειγόντως έναν ήρωα, γεννήθηκε ένας κλόουν, ένας γελωτοποιός. Ένας γελωτοποιός συνειδητοποιημένος, άρα σοβαρός. Στη μάχη σας με το πεπρωμένο παίρνατε για πολύ καιρό τα πράγματα κατά γράμμα, ήσασταν υπερβολικά αφελείς. Ξεχάσατε ότι άνθρωπος δεν είναι απλά ο εαυτός του, άλλα ότι παριστάνει τον εαυτό του. Ό,τι μέσα σας ήταν θέατρο και παιχνίδι ηθοποιού το πετάξατε στην κοπριά, προσπαθήσατε να το ξεχάσετε και ορίστε που σήμερα, κοιτώντας από το παράθυρο, βλέπετε ότι το δέντρο που φύτρωσε στην κοπριά είναι παρωδία δέντρου.

Εάν γεννήθηκα – τίποτα δεν είναι λιγότερο σίγουρο –, γεννήθηκα για να ξεσκεπάσω το παιχνίδι σας. Τα βιβλία μου δεν έχουν στόχο να σας πουν «γίνε αυτός που είσαι!», αλλά «παριστάνεις ότι είσαι αυτός που είσαι». Θα ήθελα μέσα σας να γίνει γόνιμο αυτό ακριβώς που είχατε θεωρήσει μέχρι τώρα τελείως στείρο, ακόμα και ντροπιαστικό. Εάν μισείτε σε τέτοιο βαθμό το παιχνίδι του ηθοποιού, αυτό συμβαίνει επειδή το φέρετε μέσα σας· για μένα, το παιχνίδι του κωμωδού γίνεται το κλειδί της αλήθειας και της ζωής. Εάν η ανωριμότητα σας προκαλεί αποστροφή, αυτό συμβαίνει επειδή τη φέρετε μέσα σας· για μένα η πολωνική ανωριμότητα καθορίζει όλη μου τη στάση απέναντι στην κουλτούρα. Από το στόμα μου σας μιλά η νιότη σας και η επιθυμία σας να παίξετε, η ευλυγισία σας, ό,τι μέσα σας είναι ελαστικό, φευγαλέο, ακαθόριστο… αυτό που μισείτε, αυτό που απαρνείστε…, ενώ μέσα μου ελευθερώνεται ο κρυμμένος Πολωνός, το alter ego σας, η ανάποδη όψη του νομίσματός σας, η κρυμμένη μέχρι σήμερα πλευρά της σελήνης σας. Πόσο θα ήθελα να σας δω συνειδητούς ηθοποιούς στο παιχνίδι τους!


[1] Πρώτο μυθιστόρημα του Γκομπρόβιτς δημοσιευμένο το 1937. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερατώ.

[2] Εννοεί τον Μιτσκιέβιτς ( 1799-1855), Πολωνό ποιητή λιθουανικής καταγωγής.

~.~

(Το τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος ακολουθεί στις 16/11. Δείτε το πρώτο μέρος εδώ)

Χριστιανοί στα λιοντάρια

14991953_10154769485145337_6475764873313843883_n.jpeg

του ΚΩΣΤΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τον είδα. Ήμουν περικυκλωμένος από φίλους του που μιλούσαν μεταξύ τους σε πηγαδάκια, κουνούσαν το κορμί τους και φώναζαν περιμένοντας ν’ αρχίσει ένα μεγαλύτερο ξέσπασμα. Δεν τον πήραν πρέφα να έρχεται να ενωθεί μαζί μας καθώς κατέβαινε το δρόμο που οδηγούσε στο τέλος του parade. Ήταν ένας δρόμος κατηφορικός, κάθετος στη λεωφόρο, στον οποίο δεν επιτρέπονταν οχήματα. Δεξιά κι αριστερά του μικρά εμπορικά καταστήματα είχαν κλείσει.

Δεν έλαμπε όπως συνήθως κι έμοιαζε άκεφος· ίσως γι’ αυτό δεν τον είδαν. Φορούσε ένα σκισμένο μπλε τζιν και λευκό μπλουζάκι και σίγουρα μόλις τα πρώτα βλέμματα των φίλων θα έπεφταν πάνω του θα χαμογελούσε και θ’ άρχιζαν όλοι να ασχολούνται μαζί του. Αυτές τις μέρες όμως είχε μάτια μόνο για μένα. Μια βδομάδα ήταν που είχαμε ξαναβρεθεί· για χρόνια χαμένοι μετά το στρατό. Έμοιαζε το ίδιο νέος με τότε ενώ εγώ είχα σίγουρα μεγαλώσει.

«Έτσι είστε εσείς οι στρέιτ, σπάτε εύκολα», είπε κι αυτό υπήρξε η εισαγωγική κουβέντα της εξομολόγησης. «Εξακολουθείς να ’σαι ωραίος άντρας» είπε λίγο αργότερα. «Ειλικρινά, ειλικρινά όμως, εύχομαι να μη σ’ αρέσω!» του είπα και γελάσαμε. Του μίλησα για τον αποτυχημένο γάμο μου κι εκείνος για τη φάση που είχε αρχίσει στη ζωή του τα τελευταία χρόνια. Μια ομάδα γκέι ακτιβισμού από κάποιον που όταν τον γνώριζα δεν ήταν γκέι.

«Πάντα ήμουν», είπε ο άνθρωπος που κάποτε θεωρούσα τον καλύτερο μου φίλο.

Η Λίντα τον είδε πρώτη και τον αγκάλιασε κι όλα τα βλέμματα σαν ηλιοτρόπια στράφηκαν σε κείνον. Άρχισαν δυο-τρεις να του μιλάνε ταυτόχρονα μα κείνη τη στιγμή ακούστηκαν εκκωφαντικά από τα μεγάφωνα οι πρώτες νότες του «Bad Romance». Όλα γύρω μας έγιναν πάρτι.

Κάπου παραπέρα, στη λεωφόρο, μπορέσαμε ν’ αρχίσουμε να μιλάμε. «Νιώθεις αμήχανα;», με ρώτησε.

«Κοίτα, δε θα ’μουν εδώ αν δεν ήσουν εσύ», απάντησα.

«Δε φαίνεσαι καθόλου αμήχανος» μου είπε. Το είπε λες κι ήταν ένα κομπλιμέντο που είχα ανάγκη ν’ ακούσω. Όμως περνούσα σχεδόν καλά και μ’ άρεσε κι ένα κορίτσι από την παρέα του. «Μου θυμίζει το καρναβάλι», του είπα.

«Δεν ήταν πάντα έτσι, έχει γίνει. Έχουν χαθεί πολλά, φίλε».

«Δηλαδή;».

«Δε πρέπει να ’ναι καρναβάλι». Εκείνη τη στιγμή ένας γνωστός δημοσιογράφος ήρθε και του έσφιξε το χέρι. Εκείνος τον άρπαξε από τον αυχένα και πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό του· ο δημοσιογράφος φάνηκε να σαστίζει από την εγγύτητα. Έμειναν για λίγο πίσω μας μιλώντας συνωμοτικά κι εγώ δεν έχασα ευκαιρία να ψάξω με το βλέμμα το μελαχρινό κορίτσι με το αγγελικό πρόσωπο. Απογοήτευση, περπατούσε αγκαλιά με το αίσθημα.

Όταν ξανάρθε δίπλα μου, φαινόταν φουρκισμένος. «Έχω βαρεθεί».

«Τι; Ποιόν;» ρώτησα. Δεν απάντησε. «Έχει σχέση με το περιοδικό;»

Κατένευσε. Εκείνο το πρωινό που είχαμε ξανασυναντηθεί μετά από τόσα χρόνια μου μίλησε για το εγχείρημα που είχε στα σκαριά: «Against». Ακτιβισμός και life style.

«Μπορείς να γράψεις κι εσύ εκεί», είχε πει. Αυτός ήταν κι ο λόγος που, από μέρους μου, επέτρεψα αυτή την εμμονική προσέγγιση του παλιού κολλητού. Καθαρός ωφελιμισμός που όμως μέσα σε τέσσερις-πέντε μέρες έδωσε τη θέση του στην περιέργεια. Γνώρισα τους φίλους του κι άκουσα τόσα για τη ζωή του. Είχε έναν κύκλο προσκολλημένο σ` αυτόν, κάποια στιγμή τον αποκάλεσα, για να τον πειράξω, «γκουρού». Ισχυριζόταν πως παντού υπάρχουν κλίκες και συμφέροντα και «τάσεις». «Ίσως αποτελέσω κι εγώ μια τάση», ομολόγησε. Αυτές τις μέρες πίστεψε πως με έπεισε να στρατευτώ όμως εγώ ήμουν απλά ένας επαρχιώτης που πάτησε τα τριάντα-τρία ζώντας —σε όλα τα επίπεδα χρεωκοπημένος— στην πρωτεύουσα.

Θυμόταν πως ήθελα να γίνω συγγραφέας και πόνταρε σ’ αυτό. Εγώ πάλι θυμόμουν πόσο μετρημένη ήταν η συμπεριφορά του στο στρατό · ήταν το αγόρι που αγαπούσαν οι πάντες. Ένας άντρας που οι άλλοι άντρες τον συμπαθούν· άρα όχι ανταγωνιστικός. Όμως κάτι ήθελε από μας …ή όχι; Κάτι που κανείς δεν υποψιαζόταν. Γιατί η φωνή του ήταν βαθιά και σταθερή, το φέρσιμό του όμορφο και λιτό και δωρικό.

Η ποπ μουσική έπαιζε εκκωφαντικά και όλοι χορεύανε. «Βαριέσαι;», με ρώτησε.

«Τι;», φώναξα.

Με έπιασε από το χέρι και διασχίσαμε διαγώνια την πορεία και βγήκαμε στην αρχή ενός μικρού δρόμου. Με οδήγησε εκεί λες και ήμασταν ζευγάρι και παραδόξως το χάρηκα. Σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό μου η σκέψη: αν μ’ έβλεπε ο πατέρας μου δε θα ’χε καμιά αμφιβολία πως είμαι πούστης. Ο πατέρας που δε μάσαγε τα λόγια όταν ρωτούσε για το γάμο και για τις αποτυχημένες δουλειές μου.

Περπατήσαμε χαλαρά για κάνα λεπτό κι ενώ άκουγα, τον αχό της πορείας να απομακρύνεται τον ρώτησα: «Που πάμε;».

«Θα ξαναβγούμε στην αρχή του parade», με βεβαίωσε.

«Δε δίνω δεκάρα», απάντησα. «Όμως εσύ δεν είσαι που ήθελες να είμαστε στο τέλος του;»

«Να, γι’ αυτό πάνε όλα στραβά», είπε.

«Δεν κατάλαβα».

«Όλοι αυτοί εκεί έξω δεν είναι ένα», είπε δείχνοντας προς τα πίσω. Είχαμε περπατήσει αρκετά στο δρομάκι που τώρα στένευε και οδηγούσε σε αδιέξοδο.

«Από δω αποκλείεται να βγαίνουμε στην αρχή του parade».

Δεν απάντησε. Σταμάτησε απότομα μπροστά σε μια καγκελόπορτα στα δεξιά του δρόμου. Ένα τριώροφο μιας παλιότερης εποχής που υπέθεσα πως θα ’χει πίσω αυλή που βγαίνει πάλι σε δρόμο. Όμως μπροστά μας δεν είχαμε παρά μια καγκελόπορτα χαμηλού ύψους, έναν κηπάκο με ραγισμένες πλίθινες γλάστρες και μια ακόμα πόρτα από σκούρο, χοντρό, ξύλο. Πήδηξε την καγκελόπορτα και με προέτρεψε να κάνω το ίδιο. Όταν βρέθηκα μέσα στο κηπάκι πρόσεξα πως στο κέντρο της πόρτας διαγραφόταν ένας ανάγλυφος σταυρός και θυμήθηκα πόσο θρήσκος ήταν όταν τον είχα πρωτογνωρίσει. Είχα ξεχάσει πως είχε μεγαλώσει σε εκκλησιαστικό ίδρυμα.

Χτύπησε το κουδούνι και η πόρτα άνοιξε σχεδόν αυτόματα. Ένα χοντρό κορίτσι με γυαλιά και πιασμένα τα μαλλιά του κοτσίδα μάλλον βρισκόταν ακριβώς πίσω από την πόρτα. Φορούσε φούστα που έφτανε ως κάτω, λευκό πουκάμισο και —παρά την καλοκαιρινή ζέστη— λινή ζακέτα. Μας κοίταξε παραξενεμένη αλλά έδειχνε για κάποιο λόγο χαρούμενη.

«Ο πατέρας;», τη ρώτησε.

«Ποιος», έκανε αυτή εννοώντας ποιοι είμαστε εμείς. Μέχρι να της απαντήσουμε κοίταξε προς την καγκελόπορτα και καταλαβαίνοντας πως δεν είχε ανοίξει με κλειδί ούτε παραβιαστεί ρώτησε: «Πως;» Οι δυο ερωτήσεις την έκαναν να μοιάζει ηλίθια.

Είπε το ονοματεπώνυμό του και μετά έκανε παύση. «Με ξέρει».

«Θα του πω», είπε αυτή και χάθηκε από τα μάτια μας. Ακούσαμε τα βήματα της να απομακρύνονται μα αμέσως μετά να ξαναπλησιάζουν. Επέστρεψε γιατί θυμήθηκε πως θα ‘ταν ασφαλέστερο να μας κλείσει την πόρτα στη μούρη. Βάλαμε τα γέλια.

«Εδώ ήταν;», τον ρώτησα.

«Ναι, εδώ», είπε. Καταλαβαίναμε και οι δυο για ποιο πράγμα μιλάμε.

Το κορίτσι ξανάνοιξε οριστικά την πόρτα κι εμείς περάσαμε μέσα. «Είναι πάνω», είπε. Περάσαμε σε έναν διάδρομο γεμάτο εικόνες του Χριστού και των Αγίων με κείνη να μας οδηγεί. Δεξιά κι αριστερά πόρτες· πίσω από αυτές, χαμηλόφωνες συζητήσεις. Μια μυρωδιά χλωρίνης και λιβανιού.

Όταν φτάσαμε στη στριφτή ξύλινη σκάλα εκείνη στάθηκε. «Ανεβείτε». Πρόσεξα πως δε φορούσε πια τη ζακέτα, ούτε τα γυαλιά. Εκείνος άρχισε να ανεβαίνει τη στενή σκάλα κι εγώ να ακολουθώ κοιτώντας προς τα κάτω το πρόσωπο του χοντρού κοριτσιού στραμμένο απάνω μας.

Πάλι διάδρομος και πάλι πόρτες που μόνο η προτελευταία ήταν ανοιχτή. Μπήκα ξοπίσω του και τον είδα να σκύβει και να αγκαλιάζει έναν άντρα που φορούσε ράσα και καθόταν σε ένα τραπέζι. Το τραπέζι μαζί με τρεις καρέκλες έπιανε σχεδόν το μισό δωμάτιο. Τρόμαξα κι εγώ με το πόσο γέρος ήταν αυτός ο άνθρωπος που είχε μπροστά του απλωμένες θρησκευτικές εικονίτσες σε μέγεθος χαρτιών τράπουλας. Του φίλησε το χέρι και κάθισε στη καρέκλα δίπλα του ενώ εγώ —αμήχανος— στεκόμουν όρθιος στην πόρτα.

«Έλα μέσα», είπε ο γέρος. Έτσι όπως είχα μεγαλώσει δεν θα μπορούσα παρά να του φιλήσω το χέρι· αυτό έκανα. Ο παλιός και νέος φίλος μου τράβηξε τη διπλανή καρέκλα κι εγώ κάθισα. Ο γέρος χάρηκε που είχαμε το ίδιο μικρό όνομα, το περιέγραψε σαν επιβεβαίωση της φιλίας μας. «Να είστε αγαπημένοι σαν αδέρφια», μας συμβούλεψε. Γέλασα αλλά ευτυχώς δεν το ‘πιασε· αμφιβάλλω καν αν μπορούσε να δει. Ζήτησε να του μιλήσουμε για τις ζωές μας. Μόνο εγώ είπα αλήθειες.

Κουράστηκε γρήγορα κι άρχισε να ανασαίνει βαριά. Μας έδινε πολλές συμβουλές, να επικαλούμαστε Αγίους, τέτοια. Διηγήθηκε μια σύντομη ιστορία για ένα κορίτσι που έχασε την όραση, αλλά όχι τη πίστη της. Θλιβερή, ήταν μια ιστορία ήττας στην ουσία. Απ’ αυτές όμως που δίνουν στους θρησκευόμενους ανθρώπους μια αίσθηση θαλπωρής. Ζεις χωρίς να βλέπεις, αλλά η Παναγία σε αγαπά. Και κυρίως, συμβαίνει σε κάποιον άλλον.

Πριν φύγουμε μας έδωσε από μια χρωματιστή εικονίτσα που όταν βρεθήκαμε ξανά στον δρόμο εγώ την πέταξα στον πρώτο κάδο που βρέθηκε μπροστά μας. Το οίκημα είχε όντως πίσω αυλή και πίσω έξοδο που τώρα όμως μας έβγαζε αρκετά μακριά από το parade.

Ανεβήκαμε μια ανηφόρα που έβγαζε σε ένα παρκάκι κι από κει μπορούσες να παρακολουθήσεις ένα μέρος της πορείας. Κάτσαμε σε ένα παγκάκι κι ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Σουρούπωνε και στην ατμόσφαιρα κυκλοφορούσαν άπειρα ξοδεμένα σωματίδια χαράς στην οποία όμως εμείς δεν είχαμε συμμετάσχει.

«Θες μια κόκα κόλα;», ρώτησε γνέφοντας προς το κιόσκι που υπήρχε λίγα μέτρα παραπέρα.

«Γιατί δεν του είπες πως είσαι ομοφυλόφιλος; Ναι, θέλω».

Έκανε να σηκωθεί από το παγκάκι και μετά το μετάνιωσε.

«Είμαι ένας άθεος που νοσταλγεί την πίστη», είπα.

«Ε;», έκανε.

«Παζολίνι».

«Α!».

Παρότι σουρούπωνε η ζέστη δεν είχε πέσει καθόλου. Σηκώθηκε βαριεστημένα βάζοντας στήριγμα το χέρι του. «Πάω για κείνη την κόκα κόλα», είπε. Από την κωλότσεπη έπεσε η χριστιανική εικονίτσα που του χάρισε ο άλλοτε μέντοράς του.

«Gay over!», είπε κοιτώντας το parade. Δε ρώτησα, ήξερα πως του αρέσει να παίζει με τις λέξεις χωρίς να λέει στην ουσία τίποτα.

«Η δική μου να είναι light!», φώναξα.

«Έγινε!», απάντησε. Ήταν ήδη στο κιόσκι. Από κάτω μας ακουγόταν συνθήματα. Έπιασα την εικονίτσα και την κοίταξα. Χριστιανοί μάρτυρες τα πρώτα χρόνια των διωγμών.

Όρθιοι σε μια αρένα περικυκλωμένοι από λιοντάρια.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Θανάσης Γαλανάκης, Ο πολύς Μάνος

Αστυνομικοί

~.~

Ὁ Πολὺς Μάνος 

Θὰ ὑπακούω σὲ ἄστρα
Χοιρινὸ μὲ πατάτες
Στὴ γάστρα

Σφάλμα ὀλέθριο ποὺ διέπραξα μικρὸς
καὶ νά! κατέληξα χωμένος στὰ βιβλία.
Ἔχει μαυρίσει ἡ ζωή μου, ἀσφαλῶς!
Ἔπρεπε νά ‘χα πάει στὴν Ἀστυνομία…

Πλῆγμα θὰ ἦταν γιὰ τὴν οἰκογένειά μου.
(Τὸ παίζαν πάντοτε λιγάκι ἀριστεροί).
Στὴ μπλὲ στολὴ ὅμως θά ‘βρισκα τὴν ὑγειά μου.
Τὰ ray-ban μου, τζαμαρία γυαλιστερή.

Στὴ γειτονιὰ ὅλοι θὰ παύαν σὰν περνοῦσα,
λὲς κι ἂν ἀκούσω θὰ τοὺς τράβαγα στὸ Τμῆμα.
Τοὺς συναδέλφους μου καφὲ θὰ τοὺς κερνοῦσα·
θὰ μὲ σεβόντουσαν στὸ κάθε μου τὸ βῆμα.

Τοῦ περιστρόφου ἡ δερμάτινη ἡ θήκη,
ἀστραφτερή – κάθε πρωὶ γυαλιστικό.
Κι οἱ χειροπέδες τοῦ ἐγκλεισμοῦ θά ‘ταν διαθήκη
γιὰ κάθε ὕποπτο, τυχαῖο περαστικό.

Τὸ γκλὸπ σκληρὸ, ἔτοιμο γιὰ νὰ καταστείλει
ὅποιον εὐθύνεται —ἢ καὶ ὄχι— παραβάτη.
Στὸ εἰκονοστάσι τοῦ σπιτιοῦ νὰ καίει καντήλι
γιὰ κάθε τῆς ὁμάδας ΔΙ.ΑΣ. ἀναβάτη.

Μπάτσος ὑπόδειγμα: τραβέλια καὶ πρεζόνια,
ἔμπορους, κλέφτες, βιαστὲς καὶ παπατζῆδες
θὰ ὀνειρευόμουν νὰ μαγκώνω στὴν Ὀμόνοια
καὶ θά ‘χα πλάτες μὲ μαφιόζους καὶ νταῆδες.

Κι ὅταν ἡ σύνταξη θὰ ἐρχόταν σὰν τὴν μπόρα
ποὺ αἴφνης ξεσπάει ἀπὸ σύννεφο μαβί,
τότε θὰ ξάπλωνα φαρδὺς στὴ νεκροφόρα.
Μηδενικὴ εἰς τὸ πηλίκο ἀνταμοιβή.

(13.12.17)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

 

Ξάνθος Μαϊντάς, Η παλιά υπηρέτρια

Singer
              
                     Στέκεται στην γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι του σπιτιού,
άξια για εργασία ακόμη
όμως κανείς δεν την καταδέχεται.
Γιατί κανείς δεν ξέρει
τις ικανότητές της.
 
Στέκεται μόνη,
παλιά σεβάσμια υπηρέτρια,
που οφείλει σύντομα να πεθάνει
για να αδειάσει τη γωνιά,
τον τόπο της.
Κι ας την θαυμάζουν όλοι,
τα παλιά έχουν χάρη.
Η χρήση τα έχει εξευγενίσει .
 
Στέκεται μόνη
η παλιά μας Singer.
Η αιωνόβια.

                ~.~

Τα λεφτά μου τα έβγαλα
ένα δαμάλι του παππού του Θεοχάρη
κι ένα τάλιρο ακόμη.
Έραψα παντελονάκια των μικρών
εσώρουχα με δαντέλες
μα και νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι εγγονές.
Στην κατοχή κρύφτηκα
από τους Ιταλούς,
μαζί με το πιστόλι του παππού.
Σκέβρωσε το καπάκι, το ντύσιμό μου
μα εγώ στη θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι όλα εντάξει.
 
Τους έραψα, τους έντυσα
κι ακόμα αξίζω,
μα αυτοί με παραπέταξαν θαυμαστικά
γιατί είναι αυτοί που δεν μπορούν
ούτε κλωστή στην τρύπα να περάσουν
κι αν την περάσουν τι;
ούτε τη ρόδα με το χέρι να γυρίσουν
ούτε ένα χάδι στο πανί,

ένα στριφώνι ή ένα γάζωμα.

Έτσι ανήμποροι,
εύκολοι αγοραστές του έτοιμου,
δήθεν ωραίου
χαζεύουν το σχήμα και τη γραμμή
το στέρεο μέταλλο της ρόδας μου
και το αστραφτερό ατσάλι της βελόνας,
καθώς με παίζουν και με περιπαίζουν,
εκεί στη γωνιά του σπιτιού τους
άχρηστη και διακοσμητική. 

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Γιώργος Βέης, Ποιήματα

george-541x576

 

ΠΡΟΑΥΛΙΣΜΑ

Από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί
δεν κουνιέται φύλλο συνήθως τέτοια ώρα
χειμώνα καλοκαίρι
έτσι νομίζουν οι νεοσύλλεκτοι της βάρδιας
γιατί κανείς δεν τους είπε
γιατί κανείς δεν ξέρει
ότι τότε ακριβώς, κάπου εκεί κοντά
θα ξεσπάσει θύελλα κι αντάρα
έρχεται, λέει το πρωί, ο κορυδαλλός
να συντρίψει τα έργα των τρελών ανθρώπων
λέει η τρίλια τρελή από πάθημα
διότι εκεί που δείχνουν όλα ατιμώρητα
όλο αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα
εκεί χτυπάει δυνατά η καρδιά
η οργή του αδικημένου.

~.~

ΑΔΕΙΟΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝΕΣ

είναι τα μάτια μας πολλές φορές
λες και οι εικόνες, ολόκληρα τοπία
ιδίως τα θεάματα των ημερών
υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο
για τα όνειρα των παιδιών.

~.~

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ

Στάζει από λαχτάρα τώρα το ξημέρωμα
δεν νοιάζεται βέβαια καθόλου για μας
απλώς τα τριζόνια να τα φιλέψει σκέπη
στέργει.

~.~

Ο ΑΝΙΚΗΤΟΣ

Κάτω από την επιδερμίδα μας σέρνεται
δεν υποχωρεί παρά τις προσπάθειες
θάλλει από το αίμα ο πονηρός εχθρός
τον λένε “ο κέρδος”.

~.~

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ

δεν θα τα φορέσουμε ποτέ,
λέει ο αέρας στο ψηλότερο έλατο
στην κορυφή της Πάρνηθας
δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, συνεχίζει
κανείς δεν θα μας αναγκάσει
να κρύψουμε λόγια,
θα χτυπιέμαι πάνω σου πάντα
δύναμη πολλή θα σου φέρνω
θα έρχομαι
για να σε πάρω στο τέλος μαζί μου
στον κόσμο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ