Τι γυρεύει ο Ιωνάς στον Εικοστό Πρώτο αιώνα;

 

Σωτήρη Γουνελά, Ιωνάς,
Εκδόσεις Αρμός, 2021

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗ

Ποια της σοφίας του παρότρυνση οδήγησε τον ποιητή να επαναφέρει στο προσκήνιο, μεσούσης μάλιστα μιας άκρως τεχνικής και εκκοσμικευμένης εποχής, δυο χιλιάδες και εικοσιένα έτη μ.Χ., του Ιωνά τα καμώματα; Άραγε ποιος ο απώτερος της πρότασης σκοπός; Άκαιρη όχληση ή επίκαιρη υπόμνηση; Στο τι μας αφορά, άνθρωποι γαρ του 21ου αιώνα, η έρευνα των αληθειών που πιθανόν κομίζει ο βίος του; Πόσο μάλλον εμείς οι ίδιοι, οι άτρωτοι και αλώβητοι, να ερευνηθούμε από δαύτες∙ δη μεταμορφωτικά. Και ποια κοινότητα ζωής, ποια ενναλακτική του βίου θέαση δύναται να γεννήσει η ανταπόκριση να ερευνηθούμε μέσω αυτών[1]. Απλά επιθυμεί να μας συστήσει το ποιόν του Ιωνά, ή μήπως το πώς γίνεσαι Ιωνάς; Γιατί τέλος πάντων, ποιητή, τον Ιωνά!

Διατυπώσεις ρητορικές, προσκλητήριες σε αποκριτικές ιχνηλατήσεις αμιγώς προσωπικές με αρωγό εμπειρία απτή που ομολογεί πως «ο Θεός μπορεί να ανακοινώσει το μυστήριο της αγάπης του για μας δια συνήθων ανθρώπινων μέσων, κι αυτό ακριβώς κάνει[2]». Έτσι λοιπόν ο Ιωνάς, ο κάθε Ιωνάς, μέσα από έσωθεν προγκήματα κι ολούθε αναταράξεις κλητεύεται ως σκεύος εκλογής την του Θεού για τον άνθρωπο εκστατική αγάπη να κοινωνήσει.

Μέσα από ανεμοστρόβιλο σε διέκρινε ο κοσμοσείστης;

Η κτίση, σε κατάσταση αναμονής, προσμένει λυτρωτική μεσίτευση προς αποκατάστασή της. «Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν»[3]. Αποκαραδοκεί τη συγκατάβαση του Ιωνά, εκάστου αρχιερέα ανθρώπου, να λειτουργήσει μεταμορφωτικά ωσάν σε ναό λατρείας και δοξολογίας, λυτρώνοντάς την από τη φθορά μέσω της ευχαριστιακής αναφοράς της στον Πρωτομάστορα.

Βουνά σκληρά, αγέρωχα, πέρα η θάλασσα.
Αβυσσαλέα αλλά ειρηνική καιροφυλακτούσε

[…]

Η κτίση σε τριγύριζε στο διάβα σου,
Σε έθελγε, σε έσφιγγε

Τριγύρω ταραχή, φυσομανούσε ο βοριάς, αδιέξοδα να προτάσσονται και αποσπάσεις, μια ζάλη τα μηνίγγια ζάλιζε. Εκεί στο χαλασμό, σαν κοντοστάθηκε, στη στάση και στην όρθωση, αποκαλύφθηκε το υποβόσκον ξάφνιασμα, συντελέστηκε η άνωθεν κλήτευση.

Μια στιγμούλα μονάχα εκοντοστάθης
Και η φωνή σού μίλησε:

Ιωνά πλασμένε από πηλό και πνεύμα
Ζήτα το καλό στη ζωή και μη διστάζεις

Από πηλό και πνεύμα. Της γης και τ’ Ουρανού. Συγκεφαλαίωση των πάντων στου Ιησού τα χνάρια τώρα ειδικά που ο κόσμος μας, ο τωρινός ο πισωγυρισμένος, πήρε τόσο να θυμίζει την άμποτε Νινευή. Η εμμένεια, ο καταναλωτισμός, η ιδιοτέλεια, η εκμετάλλευση ανθρώπου απ’ άνθρωπο, η κοινωνική αδικία, το φούντωμα των ταραχών, η αποξένωση της ανθρώπινης ολότητας απ’ την εικόνα της, ο ηδονισμός, η λερναία ευτέλεια, οι ενθαδικές αντικαταστάσεις του επέκεινα μονόχνοτα και καταθλιπτικά επιβεβαιωτικές του ανθρώπινου «εγώ»[4]…

Μα τώρα στρέψου κατά τη Νινευή
δες τους καπνούς που υψώνει το καμίνι της ψυχής
Και ο σκοτισμός
Άνθρωποι πλασμένοι για το φως
Λυμαίνονται το μέσα πλούτος
Και το χαρίζουν στην κραιπάλη

«Οι καιροί ου μενετοί», στον όλεθρο πλησίστιοι οδηγούνται από τις σπάταλες επιλογές τους. «Ο λόγος του Θεού μέσα από το λόγο του ανθρώπου[5]» σπεύσε να ακουστεί κι είθε να εισακουστεί.

ο καιρός επείγει

Και θύμισέ τους, Ιωνά, για την αρχέγονη ξαστοχία το λόγο κάποιου άλλου εκλεκτού, κατοπινού μα και συγκαιρινού σου, του Ομολογητού Μαξίμου. Το φυσικό του ανθρώπου θέλημα, η φυσική ροπή «να θέλει», εξυγιαίνεται ή αλλοτριώνεται από το γνωμικό του θέλημα και από τη στάση του απέναντι στο «πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει[6]».

Προτού χαθούνε όλοι από της πεθυμιάς την αμέτρια

Θέλημα γνωμικό και η παρακοή. Όμοια θαλασσοταραχή. Στα κύματα των υποχρεώσεων, των αμφιβολιών, του ωχαδερφισμού, της αναβλητικότητας καταποντίστηκε το επείγον. Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν και σύντρεξέ τον στην απώλεια που τον τροχοδρομεί η τύφλωσή του. Η ζωή σου είναι ο αδερφός σου[7]. Όλα λησμονημένα ή αγνοημένα (;).

Αύρα θαλασσινή τον χτύπησε
Κι έψαξε ναύλο να πληρώσει
Με πλοίο πέρα να χαθεί
Την εντολή να παρακούσει.

Το δρόμο διάλεξε του εαυτού που παρακάμπτει θείο θέλημα και αναγκαμένο συνάνθρωπο. Το δρόμο προς την κόλαση, την απώλεια, την άβυσσο του βυθού, της φάλαινας τα σωθικά. Όμως ακόμη κι εκεί στα έσχατα βάθη, χάσκει η παιδαγωγία. Η προσευχή. Η μετάνοια. Η προτύπωση του Πάθους, του τάφου, της εκ νεκρών Ανάστασης. Η εκ νέου κλήση, άκρως προσωπική, και πάλι.

«Στη Νινευή. Στη
Νινευή σε έστειλα
Θυμάσαι;
Σήκω και κίνησε για τη μεγάλη πόλη
Φέρε το μήνυμα, δωσ’ τους να καταλάβουν.»

Τράβηξε, σωτήριος κήρυκας καταστροφής, στο βασιλιά της Νινευή κόμισε το μαντάτο και ω του θαύματος! Παράδοξα, ο σπόρος του σπορέα – Προφήτη, βρήκε προπαρασκευασμένο το χωράφι της καρδιάς του βασιλέα∙ προαίρεση σε αδρανή εγρήγορση. Ο σπόρος ο προφητικός παρευθύς ευδοκίμησε, πήρε αμέσως να καρπίζει.

Από τα βάθη της καρδιάς σηκώθηκε
Ο ξεχασμένος λόγος
Έτριξε ο άλλος εαυτός ο φωτεινός.

Κείνος που λάμπει μέσα μας αγνοημένος. Κείνος που μεταμορφώνει πρόσωπα και πράγματα και καταστάσεις. Μα προσοχή: τη διαύγεια του μεταμορφωτικού σημείου, επίμονα διεκδικούν να νοθεύσουν εκλάμψεις αμφιβολιών, το μάταιο, η ολιγοψυχία κι η λησμονιά πως είναι ο άνθρωπος, ο του Θεού, αυτός που τα θεριά δαμάζει. Γι’ αυτό:

Μείνε λοιπόν άγρυπνος
Στάσου στην έπαλξη επάνω
Κράτα για όπλο υπομονή
Για ξίφος την αλήθεια
Τη λευτεριά δοξάρι
Τη μνήμη που κιθαρωδεί

Άχρι καιρού∙ Εωσότου κατορθωθεί της ηλικίας του Χριστού πλήρωμα∙ Ως εφικτό στ’ ανθρώπου τη φύση∙ Έστω και μια στιγμή πριχού την έσχατη ανάσα. Μείνε λοιπόν άγρυπνος, άνθρωπε του 21ου αιώνα,

Κι έτσι πορεύσου

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗΣ
Θούριο Ορεστιάδας
18 Αυγούστου 2021
Φλώρου και Λαύρου μαρτύρων

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Stanley B. Marrow, Τα λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, μτφρ. Σάββας Αγουρίδης, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2011, σελ. 27
[2] Πρβλ. Stanley B. Marrow, ό.π., σελ. 162 – 163
[3] Ρωμ. 8, 19.
[4] Πρβλ. Παύλου Φλωρένσκυ, Η αντίστροφη προοπτική – Το εικονοστάσι, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, Ίνδικτος, Αθήναι 2002, σελ. 56
[5] Ό.π, σελ. 28
[6] Α΄ Κορ. 6, 12
[7] Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου (Έσσεξ Αγγλία), 2011

Αλέξη Πολίτη εγκώμιον

 

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν του σκηνοθέτη Μιχάλη Βιρβιδάκη και του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη διαβάστηκαν στην εκδήλωση της 16ης Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά προς τιμήν του κορυφαίου μελετητή των γραμμάτων μας Αλέξη Πολίτη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον.

 

Για τον Αλέξη Πολίτη

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ίσως δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην ελληνική πνευματική ζωή ένα μικρό θέατρο να τιμά έναν σημαντικό και επιφανή φιλόλογο.

Ίσως ο ρόλος αυτός να ταίριαζε περισσότερο στα μεγάλα πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας. Όμως το Θέατρο Κυδωνία και οι άνθρωποί του αισθάνθηκαν αυτή την υποχρέωση, χάριν μιας ιδιότητας του τιμώμενου που κανένα από τα μεγάλα ευαγή ιδρύματα της χώρας μας δεν θα νοιαζότανε ποτέ να τιμήσει. Γιατί; Απλούστατα γιατί θα περνούσε απαρατήρητη.

Το Θέατρο Κυδωνία φυσικά έχει επίγνωση του επιστημονικού και εκπαιδευτικού έργου του τιμώμενου, της μεγάλης προσφοράς του στην φιλολογική έρευνα και στα ελληνικά γράμματα γενικότερα, άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο, έχει καλέσει σήμερα εδώ επιφανείς επιστήμονες που σε λίγο θα μας μιλήσουν για όλα αυτά. Όμως δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος που το θέατρό μας οργάνωσε αυτή τη βραδιά.

Το Θέατρο Κυδωνία θα ήθελε να σταθεί και να φωτίσει μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητας του τιμώμενου. Μιαν ιδιότητα που ανήκει στον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη και όχι κατ’ ανάγκη στον επιστήμονα, ιδιότητα που ίσως έχουμε συνηθίσει να την θεωρούμε δεδομένη όταν την συναντούμε στη ζωή, σπανίως βέβαια, όμως δεν είναι. Την ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας.

Σας φαίνεται ασήμαντη; Ανάξια προσοχής; Σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι, απαιτεί τεράστια προσπάθεια, όρεξη, ενδιαφέρον, βαθύτατη προσωπική καλλιέργεια, ακραία ευαισθησία και ασφαλώς έγνοια για τα κοινά, για να μπορείς να δίνεις το παρόν επί είκοσι συναπτά χρόνια στις παραστάσεις ενός μικρού επαρχιακού θεάτρου, που δεν βρίσκεται στη γειτονιά σου ή έστω στην πόλη σου, αλλά απέχει 65 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου, σε μια άλλη γειτονική πόλη!

Απαιτεί με άλλα λόγια, γενναιοδωρία ψυχής, γενναιοδωρία πνευματική, γενναιοδωρία εν γένει, μια αρετή που έχει ανάγκη το θέατρο, το όποιο θέατρο, μικρό η μεγάλο, για να μπορέσει να υπάρξει, να αντιπαλέψει τα πάμπολλα εμπόδια, καλλιτεχνικά, οικονομικά, ανθρωπίνων σχέσεων, που δυσκολεύουν καθημερινά την διαδρομή του. Για να μπορεί να διορθώνει τα λάθη του και να ανασυντάσσεται στην πορεία του με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Για να βρίσκει, τέλος, το κουράγιο να συνεχίζει.

Πόσο μάλλον ένα θέατρο με έδρα μια επαρχιακή πόλη όπου οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να το στηρίξουν πνευματικά, να μιλήσουν δηλαδή γι αυτό που είδαν να συμβαίνει πάνω στη σκηνή, είναι εξ ορισμού ελάχιστοι.

Και ο Αλέξης Πολίτης όχι μόνο δεν έχασε καμιά παράστασή μας επί 20 χρόνια τώρα, αλλά βρισκόταν σε συνεχή διάλογο μαζί μας, πότε μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, πότε βιαστικά στο φουαγέ του θεάτρου, μετά από την παράσταση, καθώς τον περίμενε η Αγγέλα και ο δρόμος της επιστροφής στο Ρέθυμνο, πάντα εύρισκε τον τρόπο να καταθέσει τη γνώμη του, να μας πει δυο κουβέντες, ένα χαμόγελο.

Πολλές φορές έκρινε με αυστηρότητα τις παραστάσεις μας, μια γόνιμη αυστηρότητα απ’ το είδος που έχει ανάγκη το θέατρο, άλλες φορές σχολίαζε τα έργα, τις μεταφράσεις, την αισθητική, την υποκριτική των ηθοποιών, την σκηνοθεσία, έψαχνε να βρει τον τρόπο να μας δώσει να καταλάβουμε τι τον ενοχλούσε ή τι του άρεσε, διέθετε πολύτιμο χρόνο από τη ζωή του, δεν αδιαφόρησε ποτέ, 20 χρόνια τώρα καθιστούσε σαφές με κάθε τρόπο, πως το Θέατρο Κυδωνία τον ενδιέφερε προσωπικά, πως δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτήν την επαρχιακή πόλη, πως κάπου εκεί, προς ανατολάς, υπήρχε ένας ιδανικός θεατής του θεάτρου μας που περίμενε την επόμενη παράστασή μας…

Ασφαλώς και το φιλολογικό έργο του καθηγητή Αλέξη Πολίτη είναι σημαντικό και αποκαλύπτει μιαν τεράστια επιστημονική αξία και προσφορά στην χώρα μας, όμως η ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας  – επιτρέψτε μας να το πούμε αυτό – είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντική, γιατί αποκαλύπτει κάτι για τον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη, την ποιότητά του, την ευαισθησία του, τον εσωτερικό του κόσμο, το περιεχόμενο της ψυχής του και εμείς, ως Θέατρο Κυδωνία, θα θέλαμε σήμερα, ημέρα που βρεθήκαμε εδώ για να τον τιμήσουμε, αυτό να ακουστεί.

Ο Αλέξης Πολίτης υπάρχει δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια ως ένας ηθικός αρωγός του θεάτρου μας, ένας συμπαραστάτης. Και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας!

Διαβάστηκε από την ηθοποιό Ντία Κοσκινά.

 

* * *

 

Χαιρετισμός στον Αλέξη Πολίτη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη τιμούμε απόψε τον φιλόλογο με όλη τη σημασία της λέξης. Και το λέω αυτό διότι συνήθως το σημασιακό εύρος της λέξης φιλολογία μας ξεφεύγει, αν δεν έχει περιπέσει εντελώς στη λήθη.

Φιλολογία είναι ασφαλώς η επιστήμη της λογοτεχνίας, ο κλάδος εκείνος που μελετά τα μνημεία του έντεχνου λόγου, τα αποτιμά, τα ταξινομεί και τα κατατάσσει όπου εκάστοτε δει. Η Literaturwissenschaft όπως την ονομάζουν οι φίλοι μας οι Γερμανοί, μαιτρ της ορολογικής και όχι μόνο αυστηρότητος.

Φιλολογία ωστόσο αποκαλούσαμε έως σχετικά πρόσφατα στη γλώσσα μας την ίδια τη λογοτεχνία και τα έργα της. Την φιλολογική κίνηση παρακολουθούσε με την κριτικογραφία του ένας Τέλλος Άγρας, για «Κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» μάς μιλούσαν οι εμβριθείς αναλυτές, οι εφημερίδες φιλοξενούσαν σελίδες και στήλες φιλολογικές. Και σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, φιλολογία και φιλολογικός σήμαιναν λογοτεχνία και λογοτεχνικός, οι έννοιες συνέπιπταν, η φιλολογία μιας χώρας ή μιας γλώσσας δήλωνε τη λογοτεχνία της και τους θεράποντές της. Εκ των υστέρων, πρέπει να σας πω, εκείνος ο καιρός, όπου τα χάσματα και οι οριοθετικές γραμμές δεν ήταν τόσο απόλυτες, μου φαίνεται ευτυχής.

Τέλος, για να ανατρέξουμε στο έτυμον της λέξης, φιλόλογος αρχικά σήμαινε τον εραστή του λόγου. Φιλόλογος ήταν ο «φιλοποιητής» του Πλάτωνα, εκείνος που τιμά και αγαπά εμπράκτως τα μνημεία του λόγου και τους εργάτες που τα ανήγειραν ώστε να στέκουν εκεί, διαρκέστερα του χαλκού.

Ο Αλέξης Πολίτης είναι φιλόλογος κορυφαίος και με τις τρεις αυτές έννοιες. Είναι φιλόλογος επιστήμων διότι η εμπράγματη γνώση που μας κομίζουν τα έργα του τα αφιερωμένα σε κρίσιμες πτυχές της ιστορίας των γραμμάτων μας είναι τέτοια και τόση ώστε να τον κατατάσσει αυτοδικαίως στην πρώτη γραμμή των ερευνητών, θα έλεγα και των στοχαστών αυτού του απαιτητικού, αγκαλά και υποτιμημένου και διαρκώς υποτιμούμενου κλάδου της επιστήμης. Όσοι έχουν ξεφυλλίσει και μόνο τις μελέτες του για τον ελληνικό 19ο αιώνα, για τα ρομαντικά χρόνια της λογοτεχνίας μας και τα γράμματα του νέου ελληνικού κράτους, ξέρουν για τί πράγμα μιλώ. Οι υπόλοιποι θα κάνουν χάρη στον εαυτό τους να τα αναζητήσουν και να διδαχθούν απ’ αυτά.

Φιλόλογος είναι όμως ο Πολίτης και επειδή ανάμεσα στους συναδέλφους τους καταλέγεται στους καλύτερους χειριστές του λόγου. Σε μια εποχή που η φιλολογική επιστήμη διεθνώς, όχι μόνο εδώ σε μας, τείνει να εξελιχθεί σε μια τεχνοκρατούμενη το ήθος ξηρογραφία, σε ένα ακατάδεκτο ζαργκόν γεμάτο άκαμπτους όρους και αφ’ υψηλού θεωρίες, ο Πολίτης είναι ένας μάστορας της γραφής, ένας εκφραστικότατος συγγραφέας που δεν φωτίζει και διαφωτίζει μόνο τον αναγνώστη του, αλλά και τον τέρπει και τον ψυχαγωγεί, με τα γραφόμενα και τα λεγόμενά του. Διότι είναι και ρήτορας και ομιλητής και συνομιλητής δεινός ο Πολίτης. Όσοι τον έχουν ακούσει να μιλάει για όποιο θέμα, από τον Μακρυγιάννη ώς τη σύγχρονη ποίηση, μπορούν να βεβαιώσουν του λόγου το ακριβές.

Τέλος, ο Αλέξης Πολίτης εκτός από μελετητής και δουλευτής του λόγου σπουδαίος, είναι και εραστής του δεδηλωμένος. Διότι δεν αρκεί αυτά τα πράγματα να τα σπουδάζεις μόνο ή να τα χειρίζεσαι. Πρέπει και να τα αγαπάς. Μόνο τότε οι αισθητικές μορφές και οι αισθητικές ιδέες και οι αισθητικές εποχές των γραμμάτων μας, ό,τι τέλος πάντων συνθέτει την ορατή ή κρυφή ιστορία τους, σου παραδίδονται πλήρως. Ώστε όχι μόνο φιλόλογο θα αποκαλούσα τον αποψινό μας τιμώμενο, αλλά και φιλόκαλο και φιλοστοχαστή και φιλίστορα, διότι όλα αυτά η αληθής φιλολογία τα περικλείει και τα συγκερνά αρμονικά μέσα της. Οι ολίγοι τυχεροί που γνωρίζουν, λ.χ., τη λοξή ποιητική ανθολογία που ιδιωτικώς φιλοτέχνησε, όλα αυτά θα σας τα επιβεβαιώσουν.

Δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Εκ μέρους του Νέου Πλανόδιου, που πλάι στο Θέατρο Κυδωνία συνδιοργανώνει ετούτες τις ωραίες Νύχτες του Ιουλίου στα Χανιά, επιτρέψτε μου με τούτα τα λόγια να χαιρετήσω τον Φιλόλογο Αλέξη Πολίτη.

 

 

 

 

Η διαλεκτική του «ίδιου» και του «άλλου» στο έργο του Γιάννη Κιουρτσάκη

Μια περιδιάβαση στο σύνολο του έργου του με αφορμή την παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου του Το θαύμα και η τραγωδία: Το Εικοσιένα από τον κόσμο του Ομήρου στην παγκόσμια επαρχία, Πατάκης, 2020, στα Χανιά, στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις 12. 7. 2021.

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης γεννήθηκε το 1941 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τα Χανιά από την μεριά του πατέρα του. Ο παππούς του Χαρίδημος ήταν ελληνοδιδάσκαλος και ψάλτης στην Παναγία Τριμάρτυρη, τον καθεδρικό ναό της πόλης των Χανίων. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Το 1986 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το έργο του Καρναβάλι και Καραγκιόζης. Το 1996 με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» για το αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα Σαν μυθιστόρημα, πρώτο μέρος της τριλογίας του με τον γενικό τίτλο “Το ίδιο και το άλλο”. Το 2010 απέσπασε Βραβείο Δοκιμίου από το περιοδικό “Διαβάζω” με το βιβλίο του Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη.

Το πλούσιο έργο του – Γράφοντας το ίδιο με διαφορετικό τρόπο

Το έργο του πλούσιο, ερευνητικό, δοκιμιακό και λογοτεχνικό, αριθμεί μέχρι σήμερα 15 βιβλία, πέρα από τις συμμετοχές σε συλλογικά έργα και τις μεταφράσεις, όμως όλα μαζί μπορούν να ιδωθούν ως ένα ενιαίο, πολυδιάστατο βιβλίο σε εξέλιξη, που γράφεται διαρκώς από την αρχή, ενσωματώνοντας νέα στοιχεία, επαναδιατυπώνοντας προβληματισμούς, αποδομώντας τα παλιά υλικά και ανασυνθέτοντάς τα σε μια νέα μορφή, συνεχίζοντας τον ίδιο δρόμο με διαφορετικό τρόπο, ερευνώντας με τις αισθήσεις και με τη νόηση τις περιπέτειες του βίου και του κόσμου.

Το ασκητικό ιδανικό: από τον καταναγκασμό της κοινωνίας στην στοχαστική απομόνωση

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης έχει αφιερώσει με πάθος και αυταπάρνηση όλη του τη ζωή στη μελέτη και τη συγγραφή. Ποια όμως είναι η ζωή ενός παθιασμένου ερευνητή και συγγραφέα; Είναι το είδος του βίου που διαπνέεται από το «ασκητικό ιδανικό», όπως το όρισε ο Νίτσε, τον αναχωρητισμό, θα λέγαμε σήμερα, και προϋποθέτει έναν συνεχή αγώνα για τη διασφάλιση «περισσότερο ευνοϊκών όρων για μια υψηλότερη πνευματικότητα»; Και πώς κερδίζεται αυτή η «ελευθερία από κάθε καταναγκασμό, ενόχληση, θόρυβο, υποθέσεις, καθήκοντα, φροντίδες;»[1] Ο Νίτσε μας λέει πως το τίμημα αυτής της ελευθερίας είναι ο υποβιβασμός της ζωής σε στοχαστική απομόνωση, σε αβάστακτη μοναξιά, στέρηση των συγκινήσεων και των χαρών του αληθινού βιώματος, αυστηρή εγκράτεια, μια έρημος όπου αποσύρεται ένα δυνατό πνεύμα για να αναλωθεί στον σολιψιστικό του μονόλογο.

Το πέρασμα από το προσωπικό στο συλλογικό υποκείμενο

Όμως, ο “ασκητισμός” δεν είναι καθόλου το ιδανικό του Κιουρτσάκη. Ο συγγραφέας μας αναγνωρίζει πως αν και από πολύ νωρίς παρέμεινε στο περιθώριο της ενεργού κοινωνικής ζωής, αν και ήταν αποκομμένος από κάθε συλλογική δράση, και είχε «τη γεύση της εξορίας μέσα στο στόμα»[2] όπου και να πήγαινε, ωστόσο κάθε του σκέψη, στοχασμός, αναζήτηση καθοδηγούνταν από τη λαχτάρα του να συναντήσει το συλλογικό, να συναντήσει αυτό το Εμείς που όλο μας ξεφεύγει· να ανακαλύψει τον κόσμο ψάχνοντας τον Άλλο μέσα στον εσώτερο εαυτό του, να αναζητήσει μέσα στο Ίδιο όλες τις κρυμμένες μορφές της ετερότητας, μέσα στο Εγώ το Εμείς, που περικλείει εντός του τις ποικίλες όψεις του κόσμου. Και αν ο προορισμός του ήταν η συγγραφή, αν «το γράψιμο είχε γίνει η βαθύτερη, αληθινή ζωή του», αν αυτή ήταν «η μόνη πράξη που είχε νόημα»[3], αυτό κατέστη δυνατό ακριβώς μέσω της ιδιότυπης σχέσης που εγκαθίδρυσε ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο, που είχε θρέψει τις ιδέες του, ενσωματώνοντας μια πολυφωνική συλλογικότητα στη δική του φωνή. Με αυτή του στάση κατάφερε να περάσει από το προσωπικό υποκείμενο (το Εγώ) σε ένα απρόσωπο και συλλογικό υποκείμενο (το Εμείς), δικαιώνοντας τον βιωμένο από εμάς κόσμο ως την αληθινή ζωή.

Η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο “Ίδιο” και το “Άλλο”

Η διαλεκτική αυτή σχέση ανάμεσα στο Εγώ και το Εμείς, “το Ίδιο και το Άλλο”, που τείνει να άρει την αντιπαλότητά τους σε μία ενότητα που τα περιέχει, υποδηλώνεται άλλωστε στον εμβληματικό τίτλο της μυθιστορηματικής τριλογίας του, εντάσσοντας το εγχείρημά του στο ζωντανό εργαστήρι της ευρωπαϊκής σκέψης και του φιλοσοφικού λόγου όπου αυτοί οι όροι έχουν ιδεογραφηθεί, συσχετισθεί και αναλυθεί ποικιλοτρόπως τους τρεις τελευταίους αιώνες (ως σχέση Υποκειμένου και Αντικειμένου, Σκέψης και Είναι, Συνείδησης και Ιστορίας, Θεωρίας και Πράξης, Συνείδησης και Ασυνείδητης Επιθυμίας, Λόγου και Εξουσίας, Ταυτότητας και Διαφοράς κλπ.).

Λογοτεχνικός και δοκιμιακός λόγος

Στη δουλειά του Κιουρτσάκη θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατευθύνσεις, δύο διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και επεξεργασίας του αντικειμένου του, δύο μεθοδολογικές γραμμές, που χωρίζουν το έργο του σε δύο κατηγορίες: Στην πρώτη θα κατατάσσαμε το λογοτεχνικό του έργο, στη δεύτερη το δοκιμιακό. Όμως η διάκριση είναι μάλλον τεχνική: Το λογοτεχνικό του έργο είναι βαθιά στοχαστικό, ενώ το δοκιμιακό ακολουθεί τους τρόπους της λογοτεχνίας. (περισσότερα…)

ΝΠ5 – Κώστας Κουτσουρέλης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο 21ος αιώνας

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Πλά­ι στοὺς πο­λυ­ά­ριθ­μους καὶ συ­νή­θως ὀγ­κώ­δεις τό­μους ποὺ συ­να­παρ­τί­ζουν τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη, τὰ καθ’ αὑ­τὸ πο­λι­τι­κά του κεί­με­να εἶ­ναι σχε­τι­κὰ λί­γα. Κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο, οἱ 350 σε­λί­δες τῶν δύ­ο συ­να­γω­γῶν τῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας του κα­τὰ τὴ σύν­το­μη πρώ­τη με­τα­ψυ­χρο­πο­λε­μι­κὴ δε­κα­ε­τί­α ποὺ ὁ ἴ­διος πρό­λα­βε, ἀ­πὸ τὸ 1991 ἕ­ως τὸ 1998: ἡ Πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο (1996) καὶ τὸ Ἀ­πὸ τὸν 20ὸ στὸν 21ο αἰ­ώ­να: Το­μὲς στὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ πε­ρὶ τὸ 2000 (1998). Σ’ αὐ­τὰ πρέ­πει ἀ­σφα­λῶς νὰ προ­στε­θοῦν τὰ εἰ­δι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος κεί­με­νά του ποὺ ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ (1991) καὶ τῆς Θε­ω­ρί­ας τοῦ Πο­λέ­μου (1997) ἀν­τί­στοι­χα, κα­θὼς ἐ­πί­σης τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὸν «Γερ­μα­νι­κὸ ξε­χω­ρι­στὸ δρό­μο» τοῦ 1993 ποὺ πε­ρι­ε­λή­φθη με­τὰ θά­να­τον στὸ Με­λαγ­χο­λί­α καὶ πο­λε­μι­κή, κα­θὼς ἐ­πί­σης κά­ποια ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὶς συ­νεν­τεύ­ξεις του τῆς ἴ­διας ἐ­κεί­νης πε­ρι­ό­δου. Ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς ἐ­κτε­νέ­στα­τες μο­νο­γρα­φί­ες τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὴ Γέ­νε­ση τῆς δι­α­λε­κτι­κῆς ὣς τὴν Κοι­νω­νι­κὴ ὀν­το­λο­γί­α, πο­σο­τι­κὰ ὁ ἀ­πο­λο­γι­σμὸς δὲν εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κός. Ὡ­στό­σο, καὶ μι­λών­τας γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἡ ἀ­πή­χη­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας τοῦ Κον­δύ­λη στά­θη­κε ἤ­δη ἐ­ξαρ­χῆς καὶ πα­ρα­μέ­νει ἕ­ως σή­με­ρα κα­τα­φα­νῶς πλα­τύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τῶν ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν με­λε­τῶν του. Ἀ­να­κί­νη­σε ἤ­δη στὸν και­ρό της ἔ­ρι­δες καὶ πο­λε­μι­κὲς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ προ­κα­λεῖ ἕ­ως σή­με­ρα τὸ ἀ­δι­ά­λει­πτο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ὥ­στε δὲν θὰ ἔ­κα­νε λά­θος κα­νεὶς νὰ ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης εἶ­ναι γιὰ μᾶς σή­με­ρα πρω­τί­στως ὁ πο­λι­τι­κὸς Κον­δύ­λης, ὁ πο­λι­τι­κὸς ἀ­να­λυ­τὴς καὶ σχο­λι­ο­γρά­φος.

Ἡ ἐ­ξή­γη­ση γι’ αὐ­τὸ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι προ­φα­νής. Μὲ τὰ Αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς τῆς σύγ­χρο­νης Ἑλ­λά­δας, τί­τλο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε αὐ­το­τε­λῶς τὸ 2011 ἡ εἰ­σα­γω­γὴ τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ Ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, καὶ μὲ κεί­με­νά του ὅ­πως τὸ Προ­ϋ­πο­θέ­σεις, πα­ρά­με­τροι καὶ ψευ­δαι­σθή­σεις τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς πο­λι­τι­κῆς (1992), ὁ Κον­δύ­λης προ­κα­τέ­λα­βε μὲ μο­να­δι­κὴ προ­γνω­στι­κή, κά­ποιοι τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σαν προ­φη­τι­κή, ἀ­κρί­βει­α τὰ κα­θέ­κα­στα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κρί­σης. Μὲ τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρακ­μή, πρω­το­δη­μο­σι­ευ­μέ­νο θυ­μί­ζω τὸ μα­κρι­νὸ 1990, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξέ­θε­σε μιὰ ἀ­νά­λυ­ση γιὰ τὴ φύ­ση καὶ τὰ αἴ­τι­α τοῦ με­τα­πο­λι­τευ­τι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ, ὅ­πως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σε, προ­χώ­ρη­σε σὲ μιὰ γε­νι­κὴ δι­ά­γνω­ση τῆς κα­χε­ξί­ας τοῦ ἀ­στι­κοῦ στοι­χεί­ου στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ δι­α­τύ­πω­σε συγ­κε­κρι­μέ­νες προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ προ­σε­χὲς μέλ­λον.

Γρά­φον­τας τὴν ἐ­παύ­ρι­ο τῆς πτώ­σης τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ἀλ­λὰ καὶ στὴ δι­άρ­κει­α τῆς τα­ρα­χώ­δους πο­λι­τι­κὰ δι­ε­τί­ας 1989-1990, ποὺ με­τα­ξὺ ἄλ­λων εἶ­χε ση­μα­δευ­τεῖ ἀ­πὸ μιὰ ἔν­το­νη δη­μο­σι­ο­νο­μι­κὴ κρί­ση, τὴν πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, ὁ Κον­δύ­λης ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ἡ εἰ­κο­νι­κὴ εὐ­η­με­ρί­α ποὺ ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­λάμ­βα­νε εἶ­χε ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως. Προ­ϊ­ὸν τῶν εἰ­δι­κῶν συν­θη­κῶν τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, βα­σι­ζό­ταν στὴν ἐν­τυ­πω­σι­α­κὴ ρο­ὴ δα­νει­α­κῶν καὶ ἄλ­λων με­τα­βι­βά­σε­ων πρὸς τὴ χώ­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἑ­ταί­ρους της. Ὅ­μως μὲ τὸ τέ­λος τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, ὁ ρό­λος τῆς Ἑλ­λά­δας στοὺς κόλ­πους τῆς Δύ­σης ἦ­ταν ἀ­να­πό­φευ­κτο νὰ ὑ­πο­βαθ­μι­στεῖ. Ἡ ὄ­ξυν­ση τοῦ πο­λι­τι­κοῦ καὶ ἄλ­λου ἀν­τα­γω­νι­σμοῦ, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα τοὺς ἑ­ταί­ρους μας, ἀ­φε­νὸς μέν, στὴν ἄρ­νη­ση

νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν πε­ραι­τέ­ρω τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμό, ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της.

Ἀ­φε­τέ­ρου δέ, στὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ ἀ­γνο­ή­σουν

ὅ,­τι οἱ Ἕλ­λη­νες θε­ω­ροῦν ὡς ἐ­θνι­κά τους δί­και­α, υἱ­ο­θε­τών­τας στὰ ἀν­τί­στοι­χα ζη­τή­μα­τα εἴ­τε τὴ θέ­ση τῶν ἀν­τι­πά­λων τῆς Ἑλ­λά­δας εἴ­τε ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει θέ­ση σύμ­φω­νη μὲ τὰ δι­κά τους πε­ρι­φε­ρει­α­κὰ συμ­φέ­ρον­τα.

Μὲ τὸ Μνη­μό­νι­ο τῆς 8ης Μα­ΐ­ου 2010 καὶ τὰ ὅ­σα ἐ­πα­κο­λού­θη­σαν, τὸ πρῶ­το σκέ­λος τῆς πρό­βλε­ψης, ἡ ἔ­ξω­θεν ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη «αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα», ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε πλή­ρως. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κὲς σχέ­σεις καὶ ἡ ἀ­κα­τά­σχε­τη ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς Ἀ­θή­νας στὶς ἰ­τα­μὲς τουρ­κι­κὲς πι­έ­σεις ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα καὶ τὸ δεύ­τε­ρο σκέ­λος της. Ση­μει­ώ­νω ἐ­δῶ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης θε­ω­ροῦ­σε πὼς ἡ θέ­ση τῆς Ἑλ­λά­δας στὴν Ἑ­νω­μέ­νη Εὐ­ρώ­πη δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου γε­ω­πο­λι­τι­κὰ ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη, ὅ­σο τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ γι’ αὐ­τὴν «ἀ­να­πό­σπα­στο τμῆ­μα ἢ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη ἐ­παρ­χί­α» πα­ρα­μέ­νει ἀ­να­πάν­τη­το. Τὰ δι­α­δρα­μα­τι­σθέν­τα τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 2010 ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὴν ἐ­κτί­μη­σή του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸ 1960, καὶ μὲ τὴν ΕΕ νὰ κλυ­δω­νί­ζε­ται ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἐ­πι­κίν­δυ­να, ἡ χώ­ρα εἶ­ναι κα­τα­φα­νὲς ὅ­τι βρί­σκε­ται σὲ πο­ρεί­α ἀ­πό­κλι­σης ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κούς της ἑ­ταί­ρους.

[…]

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Χαιρετισμός στον Νίκο Ξυδάκη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο χαιρετισμός αυτός διαβάστηκε στο ξεκίνημα της συναυλίας του Νίκου Ξυδάκη την 17η Ιουλίου στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων. Τον συνθέτη και ερμηνευτή συνόδευσαν επί σκηνής οι μουσικοί Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι), Βερόνικα Δαβάκη (τραγούδι) και Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα).

Δεν είναι πολύ συνηθισμένο τα μουσικά ακροάματα να ξεκινούν με λόγια από τους απ’ έξω, από τους εκτός της σκηνής και της ορχήστρας. Παραταύτα, είπαμε με τον σπουδαίο προσκεκλημένο μας απόψε κάπως να λοξοδρομήσουμε από την πεπατημένη και να ξεκινήσουμε έτσι, με δυο λόγια προλογικά από μέρους μου. Και συμφωνήσαμε ακόμα στο τέλος της συναυλίας ο λόγος να δοθεί σε σας, για να ρωτήσετε τον ίδιο ό,τι τυχόν θα επιθυμούσατε. Και επειδή ο φιλοξενούμενός μας απόψε είναι ένας άνθρωπος του λόγου όσο και του μέλους (τι άλλο θα πει  τραγούδι παρά συγκέρασμα αυτών των δυο;) ελπίζω τα όσα θα πουν να μην ηχήσουν παράταιρα ή, πολύ χειρότερο, παράτονα.

Θα ξεκινήσω πρωτοπρόσωπα, όχι επειδή μ’ αρέσει η περιαυτολογία, αλλά γιατί εδώ με βολεύει για να σας εικονογραφήσω αυτές τις λίγες σκέψεις για το έργο του Νίκου Ξυδάκη που θα ακολουθήσουν.

Πολλοί από μας που βγάλαμε το λύκειο και το πανεπιστήμιο τη δεκαετία του 1980, δεν λέω τίποτε καινούργιο, μεγαλώσαμε με ακουσματά μας φανατικά την Εκδίκηση της Γυφτιάς και τα Δήθεν. Το «Τρελή κι αδέσποτη», το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά» και τόσα άλλα. Αυτά τα τραγούδια αντηχούσαν σε κάθε σχεδόν φοιτητικό δωμάτιο, στα στέκια και στα καφωδεία που συχνάζαμε. Κι ήταν με έκπληξή μου μεγάλη προς τα τέλη της ίδιας εκείνης δεκαετίας, και ακούγοντας με προσήλωση θρησκευτική έναν δίσκο όπως το Κάιρο Ναύπλιο Χαρτούμ, ήταν έκπληξή μου μεγάλη λοιπόν η ανακάλυψη πώς ο ίδιος άνθρωπος που υπέγραφε εκείνα τα βακχικά, τα χειμαρώδη λαϊκά τραγούδια της φοιτητιώσης μας νιότης, μάς μιλούσε τώρα με μια γλώσσα τόσο πρωτάκουστη, τόσο παράξενα προσωπική, σ’ έναν τόνο τόσο αλλιώτικο.

Ως ακροατής πιστός του έργου του τόσα χρόνια τώρα, αυτό είναι το χαρακτηριστικό της τέχνης του Νίκου Ξυδάκη στο οποίο πάντοτε σταματώ: στη μεγάλη εκφραστική γκάμα του. Στην γκάμα εκείνη που του επιτρέπει να ανεβοκατεβαίνει με τόση άνεση την μακριά σκάλα της τέχνης του και να στέκεται καταπώς το επιθυμεί κάθε φορά στο σκαλί της αρεσκείας του. Γιατί ποιο μουσικό ιδίωμα δεν συνηχεί τάχα στη δουλειά του; Από το δημοτικό τραγούδι ώς τη τζαζ, από τις μνήμες της λογιότερης ευρωπαϊκής παράδοσης ώς τις υποβλητικές υποκρούσεις της μουσικής του θεάτρου, όπου επίσης έχει θητεύσει με επιτυχία (ποιος ξεχνάει την ιστορική Ηλέκτρα του Τσιάνου και της Κονιόρδου;), από το τσιφτετέλι ώς το τσατσά όπως θα μπορούσε κανείς ίσως να πει λογοπαίζοντας αλλά και κυριολεκτώντας. Και όλα αυτά, καλώς συγκερασμένα και αφομοιωμένα λες τόσο σαν να τα επινόησε εκ νέου ο ίδιος.

Η δεύτερη παρατήρησή μου έχει να κάνει με τη βαθιά σχέση του Ξυδάκη με τον λόγο, με την ελληνική λογοτεχνία ειδικά, και την ελληνική ποίηση ειδικότερα. Σαράντα χρόνια τώρα έχει μελοποιήσει τους κορυφαίους στιχουργούς και ποιητές μας. Από τον Μανώλη Ρασούλη ώς τον Θοδωρή Γκόνη, από τον Μιχάλη Γκανά ώς τον Διονύση Καψάλη, από τον Ερωτόκριτο ώς τον Βιζυηνό, από τον Σολωμό ώς την Σαπφώ διά χειρός Ελύτη, οι δίσκοι του είναι κάπως σαν απάνθισμα διαρκές, σαν κορφολόγημα από τις καλύτερες στιγμές της ελληνίδας φωνής. Ως και κοινό μουσικολογοτεχνικό περιοδικό, το θαυμάσιο Ημερολόγιο, εκδίδει, τόση σημασία αποδίδει στον λόγο. Προσωπικά, ως συγγραφέας που υποστηρίζω φορτικά στα βιβλία μου, τη ζωτικότητα και την αναγκαιότητα αυτής της σχέσης, της μουσικής με την ποίηση, το έργο του Νίκου Ξυδάκη είναι το πιο λαμπρό, το πιο ευτυχές σύγχρονο παράδειγμα δημιουργικής σύγκρασης των δύο που θα μπορούσα να επικαλεστώ.

Τέλος, τρίτο αυτό χαρακτηριστικό του φιλοξενούμενού μας του αποψινού, είναι η αμεσότητα, η λιτότητα, η προσήνεια, για να το πω έτσι κάπως σόλοικα, της μουσικής του γλώσσας. Όσο πολύπλοκες και να είναι τεχνοτροπικά, όσο και να υποβαστάζονται κάποτε από μεγάλα σύνολα ορχηστρικά, όπως μόλις πρόσφατα από την Καμεράτα στο Ηρώδειο, οι συνθέσεις του Ξυδάκη φτάνουν στ’ αυτιά μας μ’ έναν τρόπο απέριττο, ακαριαία δραστικό, θα ’λεγε κανείς απτό, με την απτότητα και την αδρότητα που έχει το χειροποίητο.

Πολύ συνετέλεσε σ’ αυτό και η απόφασή του, νομίζω, να ερμηνεύσει ο ίδιος πολλά από τα τραγούδια του. Ίσως ακουστεί παράδοξο αυτό για έναν συνθέτη που τα έργα του τα είπαν οι πιο σημαδιακές, οι εξοχότερες φωνές της εποχής μας, ο Νίκος Παπάζογλου και η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Μελίνα Κανά και ο Σωκράτης Μάλαμας, όμως ο ιδεωδέστερος ερμηνευτής τους είναι ο ίδιος. Κι αυτό γιατί ακριβώς ξέρει μοναδικά να αναδεικνύει, να υπογραμμίζει τη λιτότητα και τη στιβαρότητα της ακουστικής τους ύλης. Και είναι προτέρημα μεγάλο αυτό ετούτη την εποχή της επιτήδευσης και του σκηνοθετισμού που ταλαιπωρούν όλες τις τέχνες – όχι μόνο τη μουσική και το τραγούδι.

Όμως τόση ώρα φλυαρώ κι εσείς ανυπομονείτε να ακούσετε τον ίδιο. Γι’ αυτό περνώ αυθωρεί και παραχρήμα στην κατακλείδα. Ποια είναι η θέση του Νίκου Ξυδάκη στη σημερινή μουσική μας; Τι αντιπροσωπεύει το έργο του στη μουσική μας παράδοση; Ειδήμων, πόσο μάλλον μουσικοκριτικός δεν είμαι, ούτε και εποφθαλμιώ τέτοιες δάφνες. Κατά την ταπεινή μου κρίση ωστόσο, αυτή του φιλόμουσου, του ερασίμολπου, για να θυμηθώ τον στίχο του Πινδάρου, ο Νίκος Ξυδάκης είναι ο σημαντικότερος σταθμός της μουσικής μας από τη Μεταπολίτευση και δώθε.

Βγάζοντας απέξω τη λόγια εκδοχή της, που είναι υπόθεση ιδιαίτερη, στο νήμα που πρώτοι ξεκίνησαν να συμπλέκουν ο Μάνος και ο Μίκης στον Μεταπόλεμο και που το συνέχισαν τόσοι και τόσοι σπουδαίοι συνθέτες μας τις αμέσως επόμενες δεκαετίες (ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος ακόμη, για να αναφέρω μερικούς που μέσες άκρες έχουν ολοκληρώσει την προσφορά τους), στο νήμα λοιπόν αυτό ο δημιουργός εκείνος που προσέθεσε τα τελευταία χρόνια το πιο σημαντικό καινούργιο κομμάτι, αυτός που το ανακαίνισε και το πλούτισε όσο κανείς άλλος με τη δική του εισφορά, είναι ο Νίκος Ξυδάκης. Ώστε δεν είναι μικρή η τιμή που τον υποδεχόμαστε σήμερα, αυτόν και τους συνεργάτες του, στα Χανιά, στο Θέατρο Κυδωνία και στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου».

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, 17. 7. 2021

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μικρός βυζαντινός κύκλος

Αλέξιος Κομνηνός

 

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ

Αυτοσκηνοθετούμενος ανοίγει το βιβλίο
με τα γραπτά του Μιχαήλ Ψελλού, κι αν τάχα πέσει
σε λέξη δίσημη, λοξή, θα πει: «για πάμε πάλι»
στον σκηνοθέτη του μυαλού. Μα κάποτε ταιριάζουν
οι μαύροι κύκλοι στο χαρτί με τις κρυφές ιδέες.
φαντάζει τότε σαν αφίσα κλασικής ταινίας
το προσωπείο που επέλεξε για την ιστοσελίδα.

Θα ρέουν τα χρόνια – πώς αλλιώς; Θα ’ρθούν νέοι ταξιδιώτες.
Eμείς διαρκώς ευάλωτοι στους άγνωστούς μας κλέφτες·
θα δουν το τι δεν είδαμε στους άφθαρτους καθρέφτες.

~.~

ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Ο Αλέξιος μου ξέφυγε απ’ τα χέρια
σαν λιονταράκι ατίθασο που δεν ακούει
τη μάνα του· σ’ ένα δασάκι τρέχει σκοτεινό.
Δεν σ’ έκλαψα αρκετά γι’ αυτό
το χέρι του Θεού μού στέρησε
και τον Ανδρόνικο. Μαζί πια ταξιδεύετε
πιασμένοι χέρι χέρι, ο διάδοχος κι ο διάδοχός του.
Σαν πέταλα στ’ αγέρι… Τον Αλέξιο
ψηφίδες στον ναό τώρα θυμίζουν,
την ομορφιά, τα νιάτα, την ευγένεια.
Για σένα, Ανδρόνικε, η αγάπη μου.
Δεν έχω τίποτα άλλο.

~.~

ΣΥΜΠΟΤΕΣ

Ο νέος δηλώνει Χριστιανός και με το χέρι
ψηλά τους άγιους και τον Θεό δοξάζει.
Στο τέλος της βραδιάς πικρό είναι το κρασί του
καθώς τον έρωτα θρηνεί, πεσμένος χάμω.

~.~

ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !

Θέλω να βρω τον τρόπο να μιλήσω σκοτεινά.
Τον ήλιο που με πυρπολεί και σαν πηγή δροσίζει
ποια γλώσσα τον σημαίνει; Πήγαινε να βρεις
τον στρατιώτη που έχασε την πίστη του
στην έρημο κι εκεί την ξαναβρήκε· ρώτα
το σύννεφο για το αίμα που ξεπλένει κάθε δράμα
ανθρώπινο – τίποτα δεν θα μάθεις. Κι ο Έρωτας,
το βλέμμα του, μονίμως μας μετράει. Θέλω μια μέρα
να εξεγερθώ, να φταίω για την οδύνη,
μα τρέμω την απώλεια, την άτεγκτή Του αγάπη,
και τώρα δα που με καλεί ( Συμεών, Συμεών ! )
τινάζω ολόχαρος τα δυο φτερά και τρέχω·
και τρέχοντας σκοντάφτω· και σκοντάφτοντας διστάζω.

~.~

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΩΣ ΜΕ ΛΕΝ· ANTIO

Γερά κι αν με γραπώσεις θα ξεφύγω.
Το σώμα μου στα χέρια σου· για λίγο.
Σαν αίνιγμα σου ξεγλιστρώ, σαν χιόνι.
Μην απορείς μ’ εμένα, μη θυμώνεις.
μη με ρωτήσεις πώς με λεν· αντίο.

~.~

Σημειώσεις

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ
Ο Μιχαήλ Ψελλός (11ος αι.) είναι ο σπουδαιότερος ίσως λόγιος του βυζαντινού πολιτισμού, τουλάχιστον από τον 9ο αιώνα κ.ε.
ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
Ο πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ (1118-1143) και διάδοχος του θρόνου, Αλέξιος, η μορφή του οποίου έχει αποτυπωθεί στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, πέθανε από αρρώστια ενώ βρισκόταν σε εκστρατεία με τον πατέρα του. Ο δευτερότοκος γιος, Ανδρόνικος, ανέλαβε να φέρει τη σορό πίσω στην πρωτεύουσα, αλλά πέθανε και ο ίδιος στον δρόμο της επιστροφής.
ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !
Πρόκειται για τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο (β΄ μισό 10ου-αρχές 11ου αι.), μοναχό και μυστικό και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της βυζαντινής λογοτεχνίας. Τον απασχολεί ιδιαίτερα η επαφή με τον Θεό, την οποία προσδιορίζει συχνά με όρους ερωτικούς.

 

Περιμένοντας τους τουρίστας

 

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ

— Τι περιμένουμε στην αμμουδιά συναθροισμένοι;
Είναι να φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.

— Γιατί στο Κοινοβούλιον μια τέτοια απραξία;
Τι κάθετ’ η κυβέρνησις και δεν εκδίδει νόμους;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Τι νόμους η κυβέρνησις να εκδώσει;
Οι ίδιοι σαν φτάσουν θα μας πουν τι θέλουν.

— Γιατί ο Καταλληλότερος τόσο νωρίς σηκώθη
στου Ελ Βενιζέλος να σταθεί την πιο μεγάλη πύλη,
γιατί παλάμη άπλωσε σαν να ’ταν διακονιάρης;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Κ’ ελπίζει μήπως τον προσέξει εκεί
κανένας ξεναγός των. Μάλιστα ετοίμασε
ένα λογύδριο να τον πει. Εκεί
τον έγραψε χίλια μύρια γλειψίματα.

— Γιατί και όλοι οι άρχοντες οι τοπικοί εβγήκαν
με ζήλον τόσον κ’ έπιασαν τες ρούγες, τες πλατείες·
γιατί γκαρσόνας φόρεσαν ποδίτσα με φιογκάκι
και ξεσκονόπανο κρατούν κ’ απ’ το πρωί γυαλίζουν·
γιατί μπρος στον καθρέπτην των προβάρουν ρεβεράντζες
που απ’ το πολύ το σκύψιμον τούς κόπηκεν η μέση;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
και οι τουρίσται απαιτούν σέρβις και προθυμία.

— Γιατί οι ρεπόρτερ οι άξιοι δεν βγαίνουν στα κανάλια
να πουν πως η ανάπτυξις μάς τρέχει απ’ τα μπαντζάκια;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
κ’ αυτοί απ’ την πάρλα προτιμούν την ηλιοθεραπεία.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία.
(Οι φάτσες οι υπουργικές τι πελιδνές που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα πλαζ και ξενοδοχεία,
κ’ όλοι γυρνούν στα σπίτια τους σαν φιδοδαγκωμένοι;

Γιατί ενύχτωσε αλλά τουρίσται δεν φανήκαν.
Και οι ειδήσεις που έφθασαν από την Αλβιόνα
λένε πως τους εκράτησε μακριά λοιμού τρομάρα
και πως τουρίσται φέτος πια δεν πρόκειται να ’ρθούνε.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τουρίστας.
Το χαρτζιλίκι που άφηναν ήταν μια κάποια λύσις.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

Λεωνίδας Κακάρογλου, Τέσσερα ποιήματα

 

423 π.Χ

Μνημείο ελληνικό
Μαρμάρινο χέρι
Ανάμεσα σε χόρτα και σκουπίδια
Με την σκόνη μιας ηλιόλουστης μέρας
Ανυπολόγιστου χρόνου

Κράτησε αιώνες την ανωνυμία του
Πριν το τοποθετήσουν σε βιτρίνα
Με ημερομηνία

Αυτό τουλάχιστον απόμεινε
Λευκό στο φως

Τα υπόλοιπα τα ξέρανε ο χρόνος
Όπως και την δική μου ζωή
Που γέμισε
Χόρτα και σκουπίδια
Χωρίς ημερομηνία σε βιτρίνα

~.~

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ

Ανακομιδή λειψάνων
Αγίου φθινοπώρου
Χωρίς ημερομηνίες γενεθλίων
Όλα ήσυχα
Ιδίως τα βράδια
Που τα τζιτζίκια κοιμήθηκαν
Και άφησαν το κατάλυμα
Των ήχων
Στο σώμα σου
Να του ψιθυρίζουν οι προσκυνητές
Το Ωσαννά
Του Μπλέ
Και όχι του Ποτέ

~.~

ΣΠΙΟΥΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Στην πόλη τριγυρνώ
Και προσπαθώ ν΄ ανακαλύψω τα περάσματα
Στις γειτονιές που συναντιόμαστε

Μα πια δεν υπάρχουν γειτονιές
Όλες μοιάζουν μεταξύ τους
Εκτός των δρόμων τα λαμπρά ονόματα
Που όμως τίποτα δεν θυμίζουν
Στους κατοίκους που
Από άλλα μέρη φερμένοι
Μαθαίνουν στη σιωπή
Και με κοιτούν με βλέμμα ύποπτο
Νομίζοντας πως είμαι σπιούνος της αστυνομίας
Δεν μπορώ να τους εξηγήσω
Πως σπιούνος της αγάπης είμαι
Και μάταια προσπαθώ να ταιριάξω
Χαμένες λέξεις
Σπαταλημένη μνήμη
Σ’ αυτό
Που το ονομάζουν
Η πόλη μας

~.~

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ

Μου άφησες ένα σαπούνι
Με σήμα το καραβάκι
Δεν είχε θάλασσα να ταξιδέψει
Γι’ αυτό κι απόμεινε στο τραπέζι
Να την περιμένει
Όπως την έβλεπε
Να καθρεφτίζεται στα μάτια σου
Εκείνη η Κυριακάτικη θάλασσα
Με τις ελπίδες για το ταξίδι
Που χάθηκε

Λίγο πριν έρθει η Άνοιξη

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΚΑΡΟΓΛΟΥ

 

 

Θάνος Γιαννούδης, Χριστόφορος Κολόμβος

 

Χριστόφορος Κολόμβος

Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Λιγοστά τα χρόνια μας και θα προσπεράσουν
σαν το φως του δειλινού που όλους μας νικά.
Την αγάπη γύρεψα, κόσμε, στη φορά σου
– κι έλεγα πως ψάχναμε για μπαχαρικά.

Είναι που σαλπάραμε –λες– με προθυμία;
Είναι που τα βάσανα μάς παρανοούν
Κάποτε νομίζαμε είν’ η πλάση μία
απ’ τους Υπερβόρειους ως το Καμερούν.

Πέρα απ’ τον ορίζοντα που ’βαλαν στο χάρτη
για να μην κοιτάξουμε οι άνθρωποι ψηλά
φώλιασαν τα τέρατα – κι είν’ οι χρόνοι σκάρτοι
για να ξαναελπίσουμε στην ανεμελιά.

Πάνω που κατόρθωσα να τα καταλάβω
της ζωής τ’ αστέριωτα κι άκαφτα κεριά,
πάνω που παράτησα πια τον αστρολάβο,
κάποιος ναύτης ξέμπαρκος κραύγασε: “Στεριά!”

Κι είναι τώρα η ζήση μας πλήρης αγωνίας,
του Καινούριου, του Λαμπρού, του Μοναδικού
– μες στην καραβέλα μας φέρω σαν Αινείας
ενός πύργου θρύψαλλα πατρογονικού.

Μα ό,τι μας γονάτισε, ξέρεις, δεν ξεγράφει:
σύνορα στα μάτια μας, στις καρδιές στρατός.
Νιώθω πως το δρόμο μας φράξαν χαρτογράφοι
νύχτες θεοσκότεινες, μ’ άγνοια του φωτός.

Τόσες τολμηρές φυλές και θαλασσοπόροι!
Τόσος κάθε ποιήματος πόθος να γραφτεί!
Τόση ελπίδα κρύφτηκε, θε μου, στο βαπόρι!
– κι όμως, μόνη μοίρα τους η καταστροφή…

Γέρε θαλασσόλυκε, του χαμού μας κρότε,
που ’ρθες και ψιθύρισες μυστικά στ’ αυτί:
“Δε γυρίζει ο κόσμος πια όπως ήταν τότε!”
Και να μην υπήρχα εγώ, θα ’χα εφευρεθεί!

Στις καινούργιες μας στεριές που παλιώσαν ήδη,
στ’ άστρα που θ’ αλλάζουνε κάθε λυκαυγές,
στων ρευμάτων το χορό που όλοι σαν παιχνίδι
πέσαμε μ’ ηδονικές κι άναθρες κραυγές,

στο βαθύ τ’ απέραντο που τις ρότες σβήνει
κι όσοι τις ποθήσανε ρήμαξαν πιο ’κει,
στα μποφώρ που μαίνονται, στων καιρών τη δίνη:
Σας γνωρίζω, φίλοι μου, την Αμερική…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 

 

NΠ5 – Ιωάννα Τσιβάκου, Η ιδέα του έθνους στον Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς Ἰωάννας Τσιβάκου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γι­κά

Σκο­πὸς τοῦ ἄρ­θρου εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σει κρι­τι­κὰ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ ἔ­θνους ὅ­πως τὴν ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα κεί­με­νά του ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κοδ­νύ­λης, καὶ ἰ­δί­ως στὸ ἔρ­γο του Ἡ Πλα­νη­τι­κὴ Πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο.1 Ἐ­πει­δὴ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ πολ­λὲς σύγ­χρο­νες πραγ­μα­τεῖ­ες, ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σεγ­γί­σου­με τὴν πάν­τα ἐ­πί­και­ρη ἔν­νοι­α τοῦ ἔ­θνους, ὅ­πως προ­βάλ­λει μέ­σα ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες του.

Στὸ προ­α­να­φερ­θὲν ἔρ­γο, ὁ Κον­δύ­λης, ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90, λαμ­βά­νον­τας ὑπ’ ὄ­ψιν τὶς θε­με­λι­α­κὲς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ἡ ἀ­νεμ­πό­δι­στη δι­ά­χυ­ση τῶν ρο­ῶν τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ τῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας σὲ παγ­κό­σμι­ο ἐ­πί­πε­δο, ἀ­να­λύ­ει δι­εισ­δυ­τι­κὰ τὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκοῦν με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς Ἕ­νω­σης καὶ τῶν ἐ­ξαρ­τη­μέ­νων ἀ­πὸ αὐ­τὴν χω­ρῶν τὰ κυ­ρί­αρ­χα τῆς ἐ­πο­χῆς δυ­τι­κὰ κρά­τη μὲ ὅ­πλο τὸν παγ­κό­σμι­ο χα­ρα­κτή­ρα τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ πο­λύ­πλευ­ρη καὶ σύν­θε­τη πραγ­μά­τευ­ση φαι­νο­μέ­νων ποὺ θὰ ἄ­ξι­ζε κά­ποιος νὰ ἐ­ξε­τά­σει τὴν ἐ­πα­λή­θευ­ση καὶ τὶς συ­νέ­πει­ές τους σή­με­ρα, ὕ­στε­ρα δη­λα­δὴ ἀ­πὸ 30 σχε­δὸν χρό­νι­α ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή τους.

Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἡ συ­ζή­τη­ση στὴν Ἑλ­λά­δα πά­νω στὰ θέ­μα­τα ποὺ ἔ­θε­τε τὸ ἐν λό­γῳ βι­βλί­ο προ­τί­μη­σε νὰ ἑ­στι­ά­σει τὴν προ­σο­χή της στὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἔκ­δο­σης, τὸ ἀ­να­φε­ρό­με­νο στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­θνι­κὴ πο­λι­τι­κή, καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο, τε­λι­κά, ὅ­πως ἔ­δει­ξαν τὰ πράγ­μα­τα, ἀ­πο­δεί­χθη­κε προ­φη­τι­κό. Τὸ 1992, ἔ­τος τῆς δη­μο­σί­ευ­σής του, λί­γο και­ρὸ με­τὰ τὴν ἕ­νω­ση τῆς Γερ­μα­νί­ας καὶ μὴν ἔ­χον­τας ἀ­κό­μη ἡ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἕ­νω­ση δε­χθεῖ στοὺς κόλ­πους της ἀρ­κε­τὲς χῶ­ρες τοῦ πρώ­ην σο­βι­ε­τι­κοῦ στρα­το­πέ­δου, ὁ Κον­δύ­λης κρού­ει τὸν κώ­δω­να τοῦ κιν­δύ­νου γιὰ μιὰ κα­τα­χρε­ω­μέ­νη Ἑλ­λά­δα λό­γω τοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ ποὺ ἔ­χει ἁ­λώ­σει τὶς συ­νει­δή­σεις τῶν πο­λι­τῶν της καὶ τῶν πε­λα­τει­α­κῶν σχέ­σε­ων τοῦ πο­λι­τι­κοῦ της συ­στή­μα­τος. Τὶς ἴ­διες σχε­δὸν κρί­σεις ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὸ 1997, στὸ ἐ­πί­με­τρο γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Θε­ω­ρί­α Πο­λέ­μου,2 ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­τας αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν προ­σο­χή του στὴν ἀ­πί­σχναν­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ γε­ω­πο­λι­τι­κοῦ δυ­να­μι­κοῦ ἐν σχέ­σει μά­λι­στα μὲ τὴν ὑ­πε­ρεκ­χεί­λι­ση τοῦ ἀν­τί­στοι­χου τουρ­κι­κοῦ καὶ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἐκ μέ­ρους του ἀ­να­ζή­τη­ση δι­ε­ξό­δου πρὸς τὰ ἔ­ξω, πρὸς εὐ­ρύ­τε­ρους γε­ω­γρα­φι­κοὺς χώ­ρους.

Τὸ εὔ­λο­γο ὡ­στό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἀλ­λὰ καὶ τῆς κρι­τι­κῆς στὰ καθ’ ἡ­μᾶς, μᾶς ἐμ­πό­δι­σε νὰ δοῦ­με ὅ­τι ἡ προ­βλε­φθεῖ­σα τύ­χη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε δι­ό­τι στη­ρι­ζό­ταν κα­τὰ με­γά­λο μέ­ρος στὶς ὀρ­θὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τοῦ Κον­δύ­λη γιὰ τὴν πλα­νη­τι­κὴ ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ ἀ­πο­κα­λού­με­νου ἀ­πὸ αὐ­τὸν «μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοὺ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ» σὲ κά­θε μέ­ρος τοῦ πλα­νή­τη, ἀ­κό­μη καὶ ἐν­τὸς τῶν πα­ρα­δο­σι­α­κῶν κοι­νω­νι­ῶν τῆς Ἀ­σί­ας καὶ τῆς Ἀ­φρι­κῆς· ἕ­νας ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸς ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῶν παγ­κό­σμι­ων ἀ­γο­ρῶν καὶ στη­ριγ­μέ­νος στὴν κοι­νω­νι­κὴ ἰ­σο­πέ­δω­ση καὶ τὸν κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ τῶν κοι­νω­νι­ῶν σὲ ἄ­το­μα.3 Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ ὁ­δή­γη­σε τὸν Κον­δύ­λη στὸ νὰ δι­α­κρί­νει τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς βλέ­ψεις τοῦ συ­στή­μα­τος τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐν σχέ­σει μὲ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ συ­ναρ­μο­γὴ τῶν δύ­ο συ­στη­μά­των, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ τὴν ὑ­πο­τα­γὴ τοῦ πρώ­του στὸ δεύ­τε­ρο. Πα­ρό­τι ἡ ἴ­δια ἡ οἰ­κο­νο­μί­α μὲ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ἢ τοῦ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοῦ ὑ­πο­δείγ­μα­τος πί­στε­ψε ὅ­τι θὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει ἐ­πὶ τῆς πο­λι­τι­κῆς, ἐν τού­τοις ἀ­πὸ τό­τε ὁ Κον­δύ­λης δι­α­τύ­πω­νε μὲ σθέ­νος τὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ συμ­βεῖ δι­ό­τι ἡ πο­λι­τι­κὴ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῶν μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κῶν προσ­δο­κι­ῶν. Ἐ­πιπλέ­ον, πα­ρα­τη­ροῦ­σε, ὅ­τι «παρ’ ὅ­λες τὶς “ἰ­δι­ω­τι­κο­ποι­ή­σεις”, ὁ δη­μό­σι­ος το­μέ­ας θὰ πα­ρέ­με­νε πο­σο­τι­κά, καὶ συ­χνὰ ποι­ο­τι­κά, ὑ­πέρ­τε­ρος», μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα «ἡ «“νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη” μέ­θη» νὰ μὴν κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν πε­ρι­ο­ρί­σει ἢ νὰ τὸν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει σὲ ση­μαν­τι­κὸ πο­σο­στό.4 Εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κὸ πό­σο αὐ­τές του οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις ἐ­πα­λη­θεύ­τη­καν κα­τὰ τὴν κρί­ση τοῦ 2008, ὅ­ταν ἡ οἰ­κο­νο­μί­α προ­σέ­τρε­ξε στὴν πο­λι­τι­κὴ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α της, ἐ­νῶ τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει καὶ σή­με­ρα μὲ τὴν κρί­ση τοῦ κο­ρω­νο­ϊ­οῦ, τὴν ὑ­πο­στο­λὴ τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν δρα­στη­ρι­ο­τή­των καὶ τὴν ἄ­σκη­ση βι­ο­πο­λι­τι­κῆς ἀ­πὸ τὶς κυ­βε­νή­σεις.

Πέ­ραν τῶν ἄλ­λων, στὴν Πλα­νη­τι­κὴ Πο­λι­τι­κὴ ὁ Κον­δύ­λης πα­ρα­τη­ρεῖ ἕ­να φαι­νό­με­νο μὲ αἰ­σθη­τὴ πα­ρου­σί­α κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990 στὶς πρώ­ην σο­σι­α­λι­στι­κὲς δη­μο­κρα­τί­ες, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κτο­τε ἀ­να­δεί­χτη­κε σὲ ση­μαν­τι­κὸ ἑλ­κυ­στὴ τῆς σύγ­χρο­νης πλα­νη­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς· πρό­κει­ται γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ἐ­θνι­κι­σμοῦ. Ἐ­ὰν θε­ω­ρή­σου­με τὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ὡς δυ­να­μι­κὸ σύ­στη­μα, τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με πὼς γιὰ τὸν Κον­δύ­λη ὁ ἐ­θνι­κι­σμὸς μοιά­ζει μὲ κα­τά­στα­ση ἱ­κα­νὴ νὰ προ­κα­λεῖ ἔν­το­νες δι­α­τα­ρα­χὲς στὸ σύ­στη­μα τῆς πλα­νη­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τῶν ἰ­σχυ­ρῶν κρα­τῶν, πα­ρα­σύ­ρον­τάς το σὲ κι­νή­σεις ποὺ ἐκ­φεύ­γουν τοῦ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοῦ του χα­ρα­κτή­ρα.

[…]

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Το πτίλο στον αρσιβαρίστα

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Στις αρχές Ιουλίου έλαβα μία σειρά από ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία μου ζητείτο να παρέμβω σε μια δημόσια αντιπαράθεση στην οποία, σύμφωνα με τους αποστολείς των μηνυμάτων, όφειλαν άπαντες να ταχθούν υπέρ ή κατά καθώς αυτή αφορούσε την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Αντιπαρατιθέμενοι ήταν ένας κύκλος σχολιαστών και ένας εκδοτικός οίκος.

Λέω σήμερα, κατόπιν εξέτασης των δεδομένων της αντιπαράθεσης, πως τόσο ο κύκλος των σχολιαστών όσο και ο εκδοτικός οίκος, αποτελούν φατρίες, ανήκουν αμφότεροι σε ημικύκλια γνωμιακών αντιλήψεων. Εάν λοιπόν έχω κάτι να πω, δίχως αυτό να σημαίνει πως εάν δεν το εκφράσω η εν λόγω αντιπαράθεση θα απομείνει λειψή στην αποτίμησή της, ή, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην ενεχυρίασή της, είναι τα παρακάτω∙ τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από απλοποιημένα ψήγματα κειμένων που είχα συντάξει παλαιότερα. Εν ολίγοις θα επαναληφθώ.

Η ποίηση, εφόσον είναι τέχνη -διότι εάν δεν είναι τέχνη χρειάζεται άλλου είδους προσέγγιση- επικυρώνεται με τεκμήρια. Τα στοιχεία μέσω των οποίων επιβεβαιώνεται η ποίηση είτε είναι τεκμηριωμένα είτε είναι τεκμαιρόμενα. Τα τεκμήρια προκύπτουν από έρευνες, μελέτες, στα έργα των σημαντικότερων ποιητών. Τα τεκμήρια δηλαδή δεν στηρίζονται στην ανταπόκριση και την εμπειρία της ποίησης μα στο νόημα και την ερμηνεία της, δεν έχουν να κάνουν με τη συντέλεση ενός υποκειμένου εντός ποίησης ή με τον τρόπο, το είδος, της συντέλεσής του, μα με τη συντέλεση νέου περιεχομένου.

Η γνώμη, λοιπόν, οι γνώμες, δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη ποίησης. Η γνώμη, είτε ως ασαφής δήλωση είτε ως σαφής, αποτελεί μεροληπτική πληροφορία, ενημέρωση μη δοκιμασμένη, μη αληθής -σε σχέση με το φαινόμενο της ποίησης ή επί της ποιητικής διάστασης–  η οποία εκφράζει σκέψεις, επιθυμίες, πεποιθήσεις, ανάγκες και αποβλέψεις.

Στον τομέα της ποίησης κάθε ομοθυμία όπως και κάθε διαφωνία εδράζει στις προαναφερθείσες χρονικές αξίες τεκμηρίωσης. Η διαφορά στον τομέα της ποίησης, δε, εδράζει εξίσου σε όλες αυτές τις χρονικές αξίες.

Όταν λοιπόν γεννάται αφορμή ή ανάγκη απόδειξης, κριτικής ή εξέτασης της ποίησης, συνολικά ή επί μέρους, δεν είναι λογικό να ερωτώνται μόνο όσοι φέρουν γνώμες, αυτό είναι εντελώς παράλογο, χρειάζεται να ερωτώνται κι εκείνοι οι λίγοι οι οποίοι προσφέρουν τεκμήρια, όσο αντιθετικά, ανόμοια ή αντικρουόμενα μπορεί μεταξύ τους να είναι, καθώς τέτοια είναι τα είδη της ποίησης.

Η «δαψιλής δημοκρατικότητα» των γνωμών δεν αφορά την ποίηση, μολονότι αφορά το εύρος μιας αυταπάτης: υπεραφθονία τοποθετήσεων οι οποίες συγκλίνουν απολύτως σε ένα πράγμα, στο αλάθητο της από κοινού έγκρισής τους, θα μπορούσε να πει κανείς, μα είναι πιο ακριβές να πω ότι πρόκειται για μία και μόνη τοποθέτηση η οποία συντίθεται από παραλλαγές ομολογίας πίστης στο δόγμα της αισθητικής επιστασίας.

Μηχανισμό αξιοποίησης και παγιοποίησης των αποκυημάτων μιας τέτοιας αυταπάτης αποτελούν οι διαπιστώσεις και οι αξιολογήσεις οι οποίες έγκεινται σε κερδοσκοπίες μη κερδοσκοπικών εταιριών, σε εξουσίες μη κυβερνητικών οργανώσεων, σε κινήματα πτωμάτων, σε συλλογικότητες ημιμαθών, σε ανθρωπάρια μικροφώνων και τραπεζοκαθισμάτων, σε επιτροπές διεκπεραιωτών ή υπαλλήλων.

Η δαψίλεια αυτή αποτελεί φαινόμενο κοινωνικό, όχι ποιητικό. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μηχανισμός αξιοποίησης και παγίωσής της είναι κατά πολύ σημαντικότερος από τις σημειωμένες λέξεις που, τρόπον τινά, εξυπηρετεί, καθώς δίχως αυτόν το μηχανισμό, οι σημειωμένες λέξεις δεν αρκούν για να γίνεται λόγος, για να προτείνεται μια «ταμπακιέρα», όπως συνηθίζουν να λένε.

Ο ντόρος είναι η ποίηση αυτού του μικρόκοσμου διότι η ποίηση δεν είναι ντόρος. Ανάμεσα στην ποίηση και στον διαχειριστικό, διαφημιστικό, ντόρο των εκδόσεων και των εκδηλώσεων υπάρχει χάσμα, το οποίο όσο περνούν τα χρόνια διευρύνεται αντί να περιορίζεται.

Το ζήτημα δεν είναι άλλο από το ποιόν και το περιεχόμενο της ποίησης, στο οποίο αναφέρομαι εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των δεκαπέντε χρόνων η κατάσταση δεν έμεινε στάσιμη, υπήρξε αξιοσημείωτη πρόοδος, από λυπηρή έγινε κατάπτυστη. Τα τεκμήρια αξιολόγησης αυτής της κατάστασης υπάρχουν, είναι δημοσιευμένα. Δεν περιέχονται σε κάποιου προϊσταμένου ποίησης το ευαγγέλιο, μα ούτε σε κάποια από τις ιδεολογικές ντιρεκτίβες που διακινούνται ως ιερά κείμενα της ποίησης.

Ο ρόλος της ποίησης είναι ασυγκέραστος. Το πρόβλημα που περιέχει τη λύση. «Το πτίλο στον αρσιβαρίστα».

Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η απόβλεψη αφορά τον μέσο όρο.

Ο μέσος όρος δεν είναι αμετάβλητος. Η εξέλιξη της ποίησης είτε από κακή γίνεται χείριστη είτε από καλή γίνεται καλύτερη, είτε το αντίστροφο, διαμορφώνει αδιάλειπτα έναν μέσο όρο. Αυτός ο μέσος όρος, εξελίσσεται και μεταβάλλεται επίσης, ο μέσος όρος γίνεται από κακός χείριστος και από καλός καλύτερος, είτε το αντίστροφο. Αυτό ονομάζεται νόρμα. Η νόρμα είναι εκείνη που διατηρεί τον εκδοτικό και τον «πολιτιστικό» μηχανισμό σε λειτουργία. Το ελάχιστο ποσοστό της ποίησης δεν είναι αρκετό για να διατηρεί αυτόν τον μηχανισμό σε διαρκή λειτουργία. Εάν η ποίηση είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ο κανόνας είναι το έρμα του εκδοτικού-πολιτιστικού μηχανισμού. Ας μη λησμονούμε πως κάθε βράβευση και κάθε επιδότηση ενέχει κάποια συγκεκριμένη κριτική/πολιτιστική, και συχνά πολιτική, στόχευση. Ο βραβευμένος ή ο επιδοτούμενος συναινεί απολύτως σε αυτή κι επιπλέον παραδέχεται το ήθος και την ειδικότητα των μελών που την εξέφρασαν – εφόσον δεν την αρνείται.

Αυτά τα λίγα, επαναλαμβανόμενα, ως προκαταρκτικά.

Οι δημοτερπείς δεκαρολογίες δεν μπορούν παρά να είναι δημοσυντήρητες, όποιες κι αν είναι αυτές, γιατί οι προτιμήσεις δεν είναι σταθερές.

Παρίσι, 13 Ιουλίου 2021

NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

(περισσότερα…)