ΝΠ | Δοκίμια

Η Ιλιάδα του διαστήματος

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Η επιστροφή των πότλατς

Αν υπάρχει μία πλευρά (αν και όχι η μόνη) της ανθρώπινης συμπεριφοράς που βρέθηκε (και συνεχίζει να βρίσκεται) στο επίκεντρο όλων των μέχρι τώρα τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων, ήδη από την 1η βιομηχανική επανάσταση, αυτή σίγουρα είναι η μετακίνηση. Είναι σχεδόν αδύνατο πλέον να μετακινείται κανείς –και άρα να υπάρχει κοινωνικά– χρησιμοποιώντας τα πόδια του και μόνο. Η τεχνολογική διαμεσολάβηση της μετακίνησης έχει προχωρήσει σε τέτοιο βάθος ώστε πλέον χρειαζόμαστε υπενθυμίσεις ότι πρέπει να περπατάμε πού και πού. Όχι για χάρη της περιπλάνησης βέβαια, για την απόλαυση του βαδίσματος καθεαυτό. Η flânerie έχει μάλλον περισσότερες πιθανότητες να σε στιγματίσει ως ύποπτο. Το βάδισμα οφείλει να εξασκείται με στόχο τη διατήρηση της «καλής υγείας». Ακόμα και για τη μετακίνηση, την κάλυψη μεγάλων αποστάσεων (και ποια δεν θεωρείται μεγάλη απόσταση πια;) φαίνεται παράλογο να βασίζεσαι στα πόδια σου. Παράλογο, ήτοι μη αποδοτικό. Σου «επιτρέπεται», έστω με μία ελαφρά συγκατάβαση, να χρησιμοποιείς ποδήλατο. Ή, ακόμα καλύτερα, αν θες πραγματικά να λογίζεσαι ως μέλος της τάξης των ιδιοκτητών, οφείλεις να κατέχεις ένα αυτοκίνητο, έστω μια μηχανή. Και για τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, το αεροπλάνο εκμηδενίζει τον κόπο και τον χρόνο (ίσως και το ίδιο το ταξίδι βέβαια).

Ένα αρραγές νήμα τεχνολογικής προόδου και ορθολογικότητας ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Το άκρον άωτον αυτής της ορθολογικότητας εκφράζεται εν τέλει στο τεχνούργημα του πυραύλου που σε στέλνει στη σελήνη. Ένα τέτοιο σημείο ολοκλήρωσης όμως αποδεικνύεται κι ως ένα σημείο αναστροφής. Η ίδια τεχνολογία, ο ίδιος πύραυλος που τη μία στιγμή έχει ως στόχο τη σελήνη, την επόμενη βάζει στο στόχαστρο του έναν οποιοδήποτε τόπο επί γης, για να τον αφανίσει, κουβαλώντας στο ρύγχος του μια πυρηνική ή συμβατική κεφαλή. Και σε τελευταία ανάλυση, το διαστημικό ταξίδι είναι τόσο απομακρυσμένο από οποιαδήποτε έννοια γήινης μετακίνησης ώστε πλέον οι λειτουργίες και τα νοήματα που συναρθρώνονται γύρω του αδυνατούν να εξηγηθούν καταφεύγοντας σε οποιαδήποτε έννοια ορθολογικότητας. Η κούρσα των εξοπλισμών και αυτή των διαστημικών τεχνολογιών εξελίχθηκαν ως μία ακολουθία σπασμών: των σπασμών ενός σύγχρονου, ανάστροφου πότλατς. Αλλά χωρίς την ασφαλιστική δικλείδα της παιγνιώδους συναίσθησης. Η εκμηδένιση του χώρου και του χρόνου ολοκληρώνεται με τη δυνατότητα εκμηδένισης του ίδιου του ανθρώπου. (περισσότερα…)

Φράνσις Μπέηκον και Γουίλιαμ Μπάροουζ: το σώμα δραπετεύει από το σώμα

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν φηµίζονται για τις λογοτεχνικές τους αξιώσεις, που δύσκολα θα µπορούσαν να συγκαταλεχτούν, όσο υποκειµενικά και αν αντιλαµβανόµαστε το γούστο, σε ό,τι θα λέγαµε «αριστουργήµατα» ‒ συµβαίνει, παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοια βιβλία να ανακινούν προβληµατισµούς υψηλής έντασης αντίστοιχους µε εκείνους που προκαλούν τα αριστουργήµατα. Τέτοιου είδους βιβλία διακρίνονται περισσότερο για την ορµή και το εσωτερικό τους σθένος, την υπόγεια αυτή µυστηριακή δύναµη που διατρέχει την αφήγηση, παρά για την ίδια την αφήγηση, η οποία ούτε σφιχτή δοµή έχει, ούτε µαρτυρά ένα σύνθετο ή πρωτότυπο αρχικό σχέδιο. Φαίνεται σαν όλα να ’ναι γραµµένα στο πόδι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι η Αδερφή του Γουίλλιαµ Μπάροουζ (Queer στο πρωτότυπο· πρώτη δηµοσίευση το 1985).[1] Κακό βιβλίο στον βαθµό που απουσιάζει ό,τι θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε ως προτέρηµα µιας καλής, ποιοτικής λογοτεχνίας: καµία φροντίδα στο χτίσιµο των χαρακτήρων, οι ήρωες πιο πολύ µοιάζουν µε σκιάχτρα παρά µε αυθύπαρκτες οντότητες· η πλοκή είναι απλοϊκή, προσχηµατική, σχεδόν δεν υπάρχει· η αφήγηση δεν προδίδει κανένα αρχικό πλάνο, κανένα πρότερο σχεδίασµα, απόδειξη ότι τα επιµέρους σηµεία είναι τόσο χαλαρά δεµένα µεταξύ τους, ώστε αν κάποιος αφαιρέσει ένα από τα κοµµάτια του δεν τρέχει και τίποτα· τα εκφραστικά µέσα, τέλος, και τα ρητορικά σχήµατα, διακριτικά γνωρίσµατα µιας υψηλής λογοτεχνικής κατάρτισης, έχουν ισχνότατη παρουσία, αλλά ακόµα και όταν εµφανίζονται δεν είναι παρά τεκµήρια µιας άτσαλης, αδέξιας αξιοποίησης. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Ρεύματα

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Ο Δέκατος Όγδοος αιώνας είχε αμφισβητήσει τα πάντα, ο Δέκατος Ένατος αισθάνθηκε την αναγκαιότητα να βγάλει συμπεράσματα, ο Εικοστός είδε ότι τα συμπεράσματα ήταν βιαστικά και οπισθοδρόμησε τόσο σε σχέση με εκείνον που έθετε ερωτήματα όσο και με εκείνα που είχαν προκύψει από τα συμπεράσματα, και έγινε για μιαν ακόμη φορά μεσαιωνικός, άρχισε με υπαρξιακή φιλοσοφία, ψυχανάλυση, ψυχολογία των ορμών. Ως αφετηρία πολύ καινοτόμα, κατά το αίσθημα δημιουργική και βαθιά, ένα είδος ανθρωπολογίας, μπορεί κανείς να την αποκαλέσει σπερματική ανάλυση. Από όλες τις πλευρές την λείαινε ο αιώνας· εκείνο στο οποίο απέβλεπε, ήταν τα προστάδια, το πρωτόγονο. Η παλαιοντολογία έφερε το υλικό από χώρους τόσο  μακρινούς που δεν μπορούσε να τους μαντέψει κανείς. Η ερμηνεία των μύθων αποκάλυψε τις ρίζες της συνείδησης, τα γεννητικά στρώματα της διαμόρφωσης των συμβόλων. Η θεωρία της εντελέχειας και η τυπολογική έρευνα στράφηκαν μακριά από τα τελικά αποτελέσματα, τα άτομα, και παρακολούθησαν την αφετηρία τους από την προδιάθεση, το σχετικό με το είδος, τον πυρήνα. Υποτίθεται ότι ήταν το ενδογενές, το πριν την αποδόμηση, το πριν τον εκφυλισμό. Παρουσιάστηκε η κλινική Ιατρική και είπε: Οι ασθένειες είναι κρίσεις της ύπαρξης, ας παρατηρήσομε την ουσία μάλλον παρά τα συμπτώματα. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Μετά τον Μηδενισμό

~ . ~

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Στις μελέτες και τις ομιλίες που παρουσιάζονται εδώ και οι οποίες διόλου δεν πραγματεύονται συστηματικά ένα κοινό θέμα, αλλά προήλθαν από τις πιο διαφορετικές αφορμές και ψυχικές διαθέσεις, βρίσκονται στο προσκήνιο, ως συνέπεια της στοχαστικής προτίμησης του συγγραφέα η οποία εξακολουθεί να προωθείται ολοένα προς μιαν εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση, δύο έννοιες: η έννοια της προοδευτικής εγκεφαλοποίησης και εκείνη του μηδενισμού. Σ’ αυτές αντιπαρατίθεται έπειτα, σε ορισμένα σημεία, η έννοια του εποικοδομητικού πνεύματος ως η έκφραση των δυνάμεων και αποπειρών να αντιταχθεί στις ληθαργοποιητικές τάσεις των εννοιών εκείνων. Έχομε ακόμη τη δύναμη, αναρωτιέται ο συγγραφέας, απέναντι στο επιστημονικά καθοριστικό κοσμοείδωλο, να επιβάλομε ένα Εγώ δημιουργικής ελευθερίας, έχομε ακόμη τη δύναμη, όχι με βάση οικονομικούς χιλιασμούς και πολιτικά μυθολογήματα, αλλά μέσα από την ισχύ της παλιάς δυτικής σκέψης, να διασπάσομε τον υλιστικό-μηχανιστικό μορφολογικό κόσμο, και με βάση μιαν ιδανικότητα που θέτει η ίδια τον εαυτό της και με ένα μέτρο που χαλιναγωγεί το ίδιο τον εαυτό του, να σχεδιάσομε τις εικόνες βαθύτερων κόσμων; Συνεπώς, εποικοδομητικό πνεύμα ως τονισμένη και συνειδητή αρχή εκτεταμένης απελευθέρωσης από κάθε υλισμό, ψυχολογικού, εξελικτικού, φυσικοεπιστημονικού, για να μην αναφέρομε διόλου κοινωνιολογικού είδους –, εποικοδομητικό πνεύμα ως το αληθινά ανθρωπολογικό ύφος, ως η αληθινή ουσία των ανθρωποειδών, η οποία αναπτυσσόμενη μυθοπλαστικά, αιώνια λαμπρυνόμενη μεταφορικά, ολοκλήρωσε την πορεία της ανθρωπότητας προς την μη πραγματικότητα του φωτός, τον φαντασιακό χαρακτήρα όλων των πραγμάτων, σε ένα είδος παιχνιδιού που εκτελείται  από μακριά ανάμεσα στα άστρα που ξεχύνουν τον χώρο και την απεραντοσύνη τους και στις ιδιοφυΐες του δικού τους στήθους και αναμειγνύοντας με τους ουρανούς και τις κολάσεις μεγάλων δημιουργικών ομάδων. (περισσότερα…)

Μή­πως ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα εἶναι ὑπερτιμημένος;

*

του ΤΖΟΖΕΦ ΕΠΣΤΑΪΝ

Ὁ Ἔν­τμουντ Οὐ­ίλ­σον ὑ­πο­στή­ρι­ζε πὼς τὸ μό­νο ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βά­ζει παίρ­νον­τας τὸ πρω­ι­νό του θὰ ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ μαρ­κη­σί­ου ντὲ Σάντ. Ἐ­γώ, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ δια­βά­σω Φρὰν­τς Κάφ­κα μὲ τὸ πρω­ι­νό μου. Τὰ τό­σα βά­σα­να, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τραυ­μά­των, ὁ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμός, ὁ σα­δο­μα­ζο­χι­σμός, ἡ ἀ­νε­ξή­γη­τη σκλη­ρό­τη­τα, ἡ ἐμ­φά­νι­ση τρω­κτι­κῶν, σκα­θα­ριῶν, ὄρ­νε­ων καὶ ἄλ­λων γκρο­τέ­σκων πλα­σμά­των – καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ φόν­το τὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι προ­φα­νῶς ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος ν’ ἀρ­χί­σεις τὴ μέ­ρα σου. Ὁ Κάφ­κα δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­να­κου­φι­στι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα οὔ­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο.

Ὑ­πο­χόν­δρι­ος, πά­σχων ἀ­πὸ ἀ­υ­πνί­ες, παράξενος μὲ τὸ φα­γη­τό, ἀ­να­πη­ρι­κὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στος, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος ἀπὸ τὴ ζω­ή, ἐμ­μο­νι­κὸς μὲ τὸν θά­να­το, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα με­τέ­τρε­ψε, ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε, τὶς νευ­ρώ­σεις του σὲ τέ­χνη. Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας χα­ρα­κτή­ρας στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Ἰ­σά­ακ Μπά­σε­βιτς Σίν­γκερ “Ένας φίλος τοῦ Κάφκα’’, ἦ­ταν «homo sapiens στὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ τοῦ αὐ­το­βα­σα­νι­σμοῦ». Ἐν­τού­τοις, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ εὐ­ρεί­α συ­ναί­νε­ση ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας μον­τερνιστής δά­σκα­λος: συγ­κε­κρι­μέ­να, ἕ­νας δά­σκα­λος κα­τὰ τὴ μον­τερ­νι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, στε­γα­σμέ­νος στὸ ἴ­διο πάν­θε­ον μὲ τὸν Τζό­υς, τὸν Πι­κάσ­σο, τὸν Στρα­βίν­σκυ, τὸν Μαλ­λαρ­μὲ καὶ ἄλ­λους καλ­λι­τέ­χνες ποὺ ἔ­χουν με­τα­βά­λει ρι­ζι­κὰ τὴ σύγ­χρο­νη κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου.

Ὁ Κάφ­κα δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ «συ­σκο­τι­σμέ­νη δι­αύ­γει­α», ἔ­γρα­ψε ὁ Ἔ­ριχ Χέλ­λερ στὸ βι­βλί­ο του γι’ αὐτόν. «Ἡ τέ­χνη του εἶ­ναι ἡ πι­ὸ ὀ­δυ­νη­ρὰ καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ συ­σκο­τι­σμέ­νη τέ­χνη», πρό­σθε­σε, «στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας». Νο­μί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι συλ­λαμ­βά­νει τὸ νό­η­μα τοῦ Κάφ­κα, ὅ­μως τὸ συλ­λαμ­βά­νει ὄν­τως; Ὅ­λα μοιά­ζουν πεν­τα­κά­θα­ρα, μὰ εἶ­ναι; Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν δι­ά­ση­μο ἀ­φο­ρι­σμό του: «Οἱ κρυ­ψῶ­νες εἶ­ναι ἀ­μέ­τρη­τες, ἡ δι­α­φυ­γὴ μό­νο μί­α, ὅ­μως οἱ δυ­να­τό­τη­τες δι­α­φυ­γῆς εἶ­ναι ἐ­πί­σης τό­σες ὅ­σες καὶ οἱ κρυ­ψῶ­νες». Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν ἄλ­λο ἀ­φο­ρι­σμό: «Ἕ­να κελ­λὶ πῆ­γε νὰ βρεῖ ἕ­να που­λί».

Ὅ,­τι ἰ­σχύ­ει γιὰ τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς τοῦ Κάφ­κα, ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὶς σύν­το­μες πα­ρα­βο­λές του. Οἱ πα­ρα­βο­λές, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Βάλ­τερ Μπέν­γι­α­μιν, «δὲν ἐ­ξαν­τλοῦν­ται πο­τὲ ὡς πρὸς τὶς δυ­να­τὲς ἐ­ξη­γή­σεις τους. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὁ Κάφ­κα ἔ­λα­βε ὅ­λες τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­φυ­λά­ξεις ἐ­νάν­τι­α στὴν ἑρ­μη­νεί­α τῶν γρα­πτῶν του». Ὅ­ποιες κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὲς οἱ προ­φυ­λά­ξεις, ἀποδείχτηκαν ἀ­νε­παρ­κεῖς, ἀ­φοῦ τὰ ἔρ­γα τοῦ Φρὰν­τς Κάφ­κα –πέρα ἴ­σως ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο καὶ τὰ ἔρ­γα τοῦ Σαίξ­πη­ρ– ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὰ πι­ὸ ἑρ­μη­νευ­μέ­να, ἂν ὄ­χι ὑ­πε­ρερ­μη­νευ­μέ­να, ἔρ­γα στὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

Στὸ τεῦ­χος τῆς 7ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 τοῦ Times Literary Supplement δημοσιεύεται μιὰ κρι­τι­κὴ τοῦ Γκάμ­πρι­ελ Τζο­σι­πο­βί­τσι γιὰ τὰ πρό­σφα­τα ἔργα περὶ Κάφ­κα. Μὲ τὸ βι­βλί­ο Franz Kafka: The Poet of Shame and Guilt τοῦ Σά­ουλ Φρην­τλαῖν­τερ στὸν ἀμφίρροπο ἀγῶνα εἰσέρχεται ἄλλος ἕνας γερὸς ἀθλητής. Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ δὲν ἐ­παγ­γέλ­λε­ται τον κρι­τι­κὸ λο­γο­τε­χνί­ας, εἶναι ἱ­στο­ρι­κός. Ἡ σχέ­ση του μὲ τὸν Κάφ­κα εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κὴ καὶ προ­σω­πι­κή. Ἡ οἰ­κο­γέ­νει­ά του, γερ­μα­νό­φω­νη καὶ ἑ­βρα­ϊ­κὴ ὅ­πως καὶ τοῦ Κάφ­κα, κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν Πρά­γα. Ὁ πα­τέ­ρας του πῆ­γε στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μι­ο μ’ αὐτὸν, ἂν καὶ κά­που δεκαπέντε χρό­νι­α ἀρ­γό­τε­ρα. Κι ὅ­πως ὁ Κάφ­κα ἔ­χα­σε τὶς τρεῖς ἀ­δερ­φές του, ὁ Φρην­τλαῖν­τερ ἔ­χα­σε τοὺς γο­νεῖς του στὰ να­ζι­στι­κὰ στρα­τό­πε­δα.

Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ γνω­ρί­ζει κα­λὰ τὶς ἀν­τι­τι­θέ­με­νες θε­ω­ρί­ες γιὰ τὸ περιορισμένο σὲ ὄγκο ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει τρί­α ἀ­νο­λο­κλή­ρω­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κάτι παραπά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ση­μαν­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ πα­ρα­βο­λὲς καὶ σύντομα ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὰ ἔρ­γα, ἡ­με­ρο­λό­γι­α, συλ­λο­γὲς ἐ­πι­στο­λῶν (πολ­λὲς σὲ ἐ­ρω­μέ­νες του ποὺ δὲν παν­τρεύ­τη­κε), κα­θὼς καὶ τὴν πε­ρί­φη­μη Ἐ­πι­στο­λὴ στὸν πα­τέ­ρα, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἔ­στει­λε πο­τέ. Στὸ μι­κρό του βι­βλί­ο ὁ Φρην­τλαῖν­τερ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου τοῦ συγγραφέα σὲ μιὰ προ­σπά­θει­α νὰ ἐ­ξηγήσει τὴ σπουδαιότητά του. Δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὸ με­γα­λεῖ­ο του, ἂν καὶ ἀν­τι­στέ­κε­ται στὸν πειρασμὸ νὰ ὁρίσει σὲ τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ συ­νί­στα­ται. (περισσότερα…)

Μουσική και ποίηση

*

του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗ

Οι παρακάτω σκέψεις με απασχολούν συχνά. Αφορμή για την προσπάθεια καταγραφής τους στάθηκε ένα μέχρι πρόσφατα άγνωστο σε μένα άρθρο του Μανώλη Καλομοίρη με τίτλο «Η μουσική μορφή στην ελληνική μουσική». Αν και σύντομο, σε αυτό ο Καλομοίρης θίγει καίρια ζητήματα ως προς τη χρήση των κλασσικών μουσικών δομών από Έλληνες συνθέτες. Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει «αχίλλειο πτέρνα» της νεοελληνικής μουσικής το «μορφολογικό ζήτημα», το οποίο κατ’ αυτόν απειλεί να καταστήσει κάθε μουσικό έργο «απλή απομίμηση των παραδεδομένων μορφών της παγκόσμιας μουσικής τέχνης».

Ο Καλομοίρης καταλήγει: «Γι’ αυτό νομίζω πως η ελληνική μουσική, κρατώντας αυτήν τη μουσική λογική, θα έπρεπε να αναζητήσει την ανανέωση της μορφής της, και συγκεκριμένα τη διεύρυνση του μορφολογικού της πεδίου, στη μεγάλη της αδελφή, την ποίηση». Δεν αναφέρεται ο Καλομοίρης μόνον στο τραγούδι, μόνον στο λιντ για φωνή και πιάνο ή στα τραγούδια για φωνή και ορχήστρα. Αναφέρεται στη γενικότερη σχέση του συνθέτη με την ποίηση –ή και την πεζογραφία–, καθώς και στα έργα που θα μπορούσαν να γεννηθούν από την σύζευξή τους. Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, σκέφτεται κανείς τις δημιουργίες εκείνων των ποιητών που άφησαν τους στίχους τους να «λιποθυμήσουν» στα πεντάγραμμα, για να θυμηθώ μια χατζιδακική ρήση.

Επέλεξα τον Καλομοίρη ως αφετηρία των σκέψεων αυτών, για δύο λόγους: Αφενός επειδή έχω μελετήσει και γνωρίζω το έργο του, αφετέρου επειδή ο συγκεκριμένος συνθέτης αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα για τη σχέση μουσικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Καθ’ όλη την συνθετική του διαδρομή, από τα μαθητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το θάνατό του το 1962, ο Καλομοίρης είχε επάνω στο πιάνο του βιβλία, από τους Ιάμβους και Αναπαίστους του Παλαμά μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο του Καζαντζάκη. Το πρώτο μεγάλο έργο του, τα Μαγιοβότανα, σε ποίηση Παλαμά, αποτελεί μοναδικό επίτευγμα του είδους: πλήρης ο δεύτερος κύκλος των Ιάμβων και Αναπαίστων με τη συνοδεία μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας και μ’ ένα έξοχο πρελούδιο που εισάγει τον ακροατή στην ατμόσφαιρα του κύκλου. Από τις ελάχιστες περιπτώσεις μελοποίησης ενός πλήρους ποιητικού κύκλου.

(περισσότερα…)

Γιά τήν ἀμετάδοτη γλώσσα. Γράμμα σέ παλιό φίλο ἐκδότη

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Παλιέ μου φίλε, μέ ὅσα μοῦ ἔγραψες πρίν ἀπό καιρό γιά τίς μετατροπές πού συντελοῦνται μέσα στόν χρόνο, μ’ ἔκανες νά ἀνατρέξω πάλι στόν ἀνθρωπολόγο στοχαστή καί ποιητή, γιά τόν ὁποῖο σοῦ μίλησα παλιότερα, ὅταν μετέφραζα ποιήματα καί ἄλλα κείμενα του. Σοῦ μεταφράζω τώρα ἕνα ἀκόμα ἀπόσπασμα:

Ὁ κόσμος τῆς γεωλογικῆς προφητείας ἔχει ἐξαφανιστεῖ. Ὑπάρχει μόνον ὁ ἀχανής ἀνήσυχος ποταμός τῆς ζωῆς πού ἐξαπλώνεται σέ κάθε πιθανή ζωφόρο κόγχη, ὀνειρευόμενος τόν δρόμο του πρός κάθε πιθανή μορφή. Ἐξαρχῆς δέν ὑπάρχουν διαλείμματα σ’ αὐτόν τόν ποταμό. Τά ἄϋλα γαλάζια ἀποτυπώματα δέν ἦσαν παρά μιά ψευδαίσθηση δημιουργημένη ἀπό τήν φυσική κάθοδο. Τό ἀσβέστιο στά κόκκαλά μας, τό ἅλας στό αἷμα μας δέν προῆλθαν ἀπό τό εὐθύ χέρι τοῦ Τεχνίτη. Ἀντίθετα, ἦσαν μέρος τῆς κληρονομιᾶς μας ἀπό μιά ἀρχαία καί ξεχασμένη θάλασσα.

Κι ὅμως παρ’ ὅλη αὐτή τήν πλημμυρίδα ἀλλαγῶν, τήν κίνηση καί τήν καταστροφή, ὑπάρχει μιά τεράστια εὐστάθια στά μορφολογικά σχέδια τά ὁποῖα εἶναι ἀποτεθειμένα στά μεγάλα φύλλα τῶν στρωματώσεων τίς μεγάλες κατηγορίες τῆς ζωῆς. Ἔχουν ὅλα, ἤ τά πλεῖστα ἀπό αὐτά ἐπιβιώσει ἀπό τήν πρώτη καταγραφή ἀπολιθώματος. Δέν ἐξαφανίζονται. Τά εἴδη ἀλλάζουν, μπορεῖ νά πεῖ κανείς, ἀλλά ἡ Φόρμα, αὐτό τό μεγαλύτερο ζῶο πού ἁπλώνεται σ’ ὅλο τό μῆκος τῶν δισχιλιετιῶν, ἐπιζεῖ. Ὑπάρχει μιά παράξενη ἀνακούφιση σ’ αὐτήν τήν ἀνακάλυψη.

Παρά τήν ἀνακούφιση τῆς βεβαιότητας πώς ἡ Φόρμα ἤ ἀλλιῶς τό μεγαλύτερο Σχέδιο, εὐρύτερη Μορφή ἐπιζεῖ, ἀναρωτιέμαι ἄν οἱ ἀργές μετατροπές εἶναι μιά ἀντίληψη πού βρίσκει ἀνταπόκριση στούς πολύ νεότερους ἀπό μᾶς. Βρίσκει; Κι ἔπειτα… προλαβαίνουν; Ἄλλά ὄχι μόνον αὐτό. Κάνε λίγη ὑπομονή μαζί μου, θα δεῖς ποῦ θέλω να καταλήξω:

Παλιέ μου φίλε, εὐχαριστῶ πού μοῦ ἔγραψες γιά τίς καταβασίες σου σέ κείνη τήν ἀκτή, ὅπου ἡ μνήμη κοινῶν μας φίλων εἶναι ὀδυνηρά ζωντανή. Ἕνα σημεῖο, ἕνας τόπος συνδέεται τόσο μέ ἕνα πρόσωπο ἤ περισσότερα, πού τελικά μέσα μας… γίνεται ἕνα σύνθετο πρόσωπο, ἕνα ψηφιδωτό ἴσως. Ψηφιδωτό χειρονομιῶν, χαρακτηριστικῶν καί φωνῶν, πολλῶν φωνῶν πού ἀναγνωρίζουμε τί λένε ἤ μᾶλλον τί ἔλεγαν, σέ μιά γλώσσα ἀρκετά οἰκεία γιά μᾶς. Μπορεῖ τώρα νά ἀνακαλύπτουμε ὅτι δέν τούς κατανοήσαμε ὅσο θά ἤθελαν ἤ δέν τούς δώσαμε περισσότερα ἀπό τόν ἑαυτό μας γιά νά μᾶς κατανοήσουν, ἀλλά τό Σχῆμα μιᾶς ἐπαρκῶς συγγενοῦς γλώσσας ἀνάμεσα σε μᾶς καί σέ κείνους παραμένει καί ἐπιζεῖ. (περισσότερα…)

Δέκα μικρές στιγμές

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ

Τυχαίνει κάποτε, διαβάζοντας ἕνα λογοτεχνικό ἔργο, συχνά ποιητικό, νά πέφτουμε πάνω σ᾿ ἕνα σημεῖο πού μᾶς κόβει τή φόρα. Ἕνα σημεῖο πού μᾶς αἰφνιδιάζει ἔτσι πού νά μοιάζει σάν ἕνα ἐσωτερικό σκούντημα, ἄλλοτε σιγανό κι ἄλλοτε ὄχι τόσο σιγανό. Κι ὄχι σπάνια νά μᾶς κάνει ἄνω κάτω καί κάποτε νά βλέπουμε τόν οὐρανό σφοντύλι. Γιατί αὐτό; Ἴσως γιατί πρόκειται γιά κάτι τό διαφορετικό, κάτι τό ἄγνωστο, τό ἀσυνήθιστο, τό ἀπρόσμενο, τό ξένο. Ἴσως ἀκόμα περισσότερο, ἀκόμα παραπέρα, ἕνα σκαλί ψηλότερο, ἕνα σκαλί παραπάνω ἀπό τό δικό μας ἐπίπεδο. Ἐπίπεδο αὐτογνωστικό πού ἔρχεται στήν ἐπιφάνεια τήν ὥρα τῆς ἀνάγνωσης, ἀλλά καί ἔκτοτε. Μιά στιγμή πάντως ὀντολογικοῦ γίγνεσθαι, κορυφαία γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ καθένα μας. Χωρίς ὡστόσο νά ἔχουμε τή δυνατότητα νά τήν προκαλέσουμε θεληματικά. Χωρίς νά εἴμαστε κάν ὑποψιασμένοι γιά κάποιον ἐνδεχόμενο ἐρχομό της. Μιά καί ἡ πραγμάτωσή της δέν ἔχει τίποτα τό προειδοποιητικό καί τό θορυβῶδες. Μᾶλλον εἶναι ἀλαφροπερπάτητη καί προκαλεῖ ἐκστατική ἔνταση, κατά τρόπο πού θά λέγαμε πώς τήν πραγματώνουμε μές στή σιγή μέ κομμένη τήν ἀνάσα ἤ κάπως ἔτσι. Εἶναι, νομίζω, ἀχώριστο, κατά τήν ἑκάστοτε ἀναγνωστική πραγμάτωση μιᾶς τέτοιας στιγμῆς, τό αἴσθημα τῆς ἔκστασης. Ὅτι δηλαδή γιά λίγο νιώθουμε χαμένοι, ἔξω ἀπό τά νερά μας. Ἔξω ἀπό τό συνηθισμένο περιβάλλον καί ἀπό τόν ἑαυτό μας. Ἄν κάποιος παράγοντας τήν εὐνοεῖ αὐτός, καθώς πιστεύω, εἶναι ἡ ἔφεση πρός τήν ἐλευθερία. Τό νά μένει κανείς ἀνοιχτός στά ἐνδεχόμενα τῆς ἀναγνωστικῆς περιπέτειας, προπάντων τῆς χωρίς ὅρους περιπέτειας, χωρίς σταθερές ἀντιλήψεις, χωρίς ἔμμονες ἰδέες, χωρίς ἰσχυρισμούς. Νά μήν ἀποκλείουμε τίποτα, οὔτε νά προϋποθέτουμε τίποτα.

Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος φαίνεται πώς δέν εἶναι κάτι περαστικό, κάτι πού τό δοκιμάζεις κι ἔπειτα τό ξεχνᾶς, ὅπως λ.χ. τά ὀρεκτικά, τά γλυκά, τά «ὡραῖα» τῆς καθημερινότητας. Μᾶλλον τό ἀντίθετο, φαίνεται νά ἔχει διαρκή παρουσία, ὡς συνοδό στοιχεῖο ἤ, καλύτερα, ὡς συστατικό τῆς ἐσωτερικῆς μας ζωῆς. Πῶς πραγματώνεται αὐτός ὁ ὀντολογικός μεταβολισμός δέν ξέρω, ὅμως νιώθεται καί μάλιστα πολύ ἔντονα, σάν ἕνα κάποιο σκούντημα, σάν ἕνα ὑποστασιακό καμπανάκι. Τό σίγουρο εἶναι πώς ἡ σχετική ἀντίδραση δέν ἀποτελεῖ πλεονέκτημα λίγων ἀτόμων. Δυνητικά ὅλοι ἔχουν τή δυνατότητα νά τή βιώσουν, ἀρκεῖ νά εἶναι διαθέσιμοι, ἀνοιχτοί σέ κάθε ἐνδεχόμενο. Ἡ ὕπαρξη τέτοιων «ξαφνιασμάτων», γιά τά ὁποῖα μιλῶ, σημαίνει πώς κάποιοι πού ἔχουν προηγηθεῖ (χρονικά καί οὐσιαστικά) μᾶς δείχνουν, ἤ μᾶς ὑποδείχνουν, τόν δρόμο ἀπό τόν ὁποῖο πέρασαν. Καί κατά ἕναν τρόπο μᾶς καλοῦν νά περπατήσουμε πάνω στά χνάρια τους. Ὑποθέτω πώς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά «ξαφνιάσματα» δέν εἶναι πολύ σπάνια, ἀρκετοί θά εἶναι αὐτοί πού τά ἔχουν αἰσθανθεῖ, ἴσως καί πολλοί. Σέ μέγιστο ὡστόσο ποσοστό αὐτά τά ἐσωτερικά περιστατικά παραμένουν χωρίς ἐξηγήσεις. Λέγονται σάν χρησμοί ἤ περίπου καί μένουν στήν προαίρεση τοῦ καθένα. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς μπορεῖ νά τά βιώνει κανείς, ἀλλά καθόλου εὔκολο νά τά ἐξηγήσει, νά τά πραγματευτεῖ. Χωρίς νά σημαίνει τοῦτο πώς γιά κάποιο λόγο δέν εἶναι θεμιτός ὁ δημόσιος σχολιασμός τους. Κάθε ἄλλο, μιά καί ἔμμεσα τουλάχιστο ἐπισημαίνονται καί ἐπανέρχονται συχνά στόν δημόσιο κριτικό λόγο, μέ ἐπαναληπτικό τρόπο. Ἐνῶ ἀναφέρονται δηλαδή, δέν παρουσιάζονται ἀναλυτικά. Ἡ φράση π.χ. τοῦ Ἰ. Πολυλᾶ ὅτι ὁ Σολωμός ἔτεινε ἀδιάκοπα «νά σβήνη τήν προσωπικότητά του μέσα εἰς τήν ἀπόλυτη ἀλήθεια», μνημονεύτηκε ἀπό τόν Κ. Παλαμᾶ, τόν Γ. Ἀποστολάκη, τόν Γ. Σεφέρη, τόν Ὀ. Ἐλύτη καί τόν Τ. Σινόπουλο, χωρίς ἀναλυτική πραγμάτευση.[1] Ἡ φράση, μ᾿ ἄλλα λόγια, τοῦ Ἰ. Πολυλᾶ, ἄν καί πειστική, κρύβει ἕνα βάθος πού δέν ἀναλύεται. Ἐπιδοκιμάστηκε ἔντονα, ἀλλά χωρίς νά σχολιαστεῖ εἰδικότερα. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Μπορούν οι ποιητές να αλλάξουν τον κόσμο;

~ . ~

Επιλογή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~ . ~

Ο περίφημος αυτός διάλογος μεταδόθηκε από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό του Βερολίνου στις 6 Μαρτίου 1930. Συνομιλητής του Gottfried Benn ήταν ο Johannes R. Becher (1891-1958). Παρότι ομότεχνοι και συνοδοιπόροι στο εξπρεσσιονιστικό κίνημα, τους δύο διαλεγόμενους χωρίζει ήδη τότε πολιτικό χάσμα. Αυτό θα καταστεί δυσθεώρητο τα χρόνια που θα ακολουθήσουν: ο μεν Μπεν θα υποστηρίξει για ένα διάστημα τον εθνικοσοσιαλισμό· ο δε Μπέχερ θα περάσει στην κομμουνιστική αντίσταση, μετά το τέλος του Πολέμου μάλιστα θα γίνει υπουργός πολιτισμού της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. ΄

Όπως προκύπτει καθαρά από τον τίτλο του, αντικείμενο του διαλόγου είναι ο κοινωνικός ρόλος της ποίησης – με τον Μπέχερ να τον θεωρεί αυτονόητο και τον Μπεν να τον αρνείται διαρρήδην. Ας σημειωθεί ότι οι όροι Dichter/Dichtung (Ποιητής/Ποίηση), χρησιμοποιούνται εδώ με την ευρεία τους έννοια, ως δηλωτικοί του συνόλου της λογοτεχνίας, όχι μόνον του λυρικού της γένους.

Με το κείμενο αυτό το Νέο Πλανόδιον εγκαινιάζει μια νέα δισεβδομαδιαία στήλη αφιερωμένη αποκλειστικά στο, ελάχιστα γνωστό στην Ελλάδα, δοκιμιακό και θεωρητικό έργο του Γκόττφρηντ Μπεν (1886-1956), μείζονος ποιητή και πρωταγωνιστικής φυσιογνωμίας των γερμανικών γραμμάτων του 20ού αιώνα. Την επιλογή και τη μετάφραση των κειμένων υπογράφει ο Κώστας Ανδρουλιδάκης.

(περισσότερα…)

Ματτέο Νούτσι, Τα δάκρυα των ηρώων

*

Μετάφραση-Επιλόγισμα: Μαρία Φραγκούλη

~.~

Η   χ α μ έ ν η   ε π ο χ ή

Μόλις τον είδαν να φθάνει, το μουρμουρητό εξασθένησε και μια αφύσικη σιωπή έπεσε στον Κεραμεικό. Ορισμένοι είχαν την ίδια εντύπωση όπως πριν από έναν χρόνο, κατά την περίφημη έκλειψη ηλίου. Σαν η ζωή των ανθρώπων να έσβησε ξαφνικά. Μα στην Ιερά Πύλη και στο Δίπυλον, ο ουρανός ήταν διαυγής· ο Ηριδανός συνέχιζε να κυλά αργά στα δρομάκια της γειτονιάς των αγγειοπλαστών· και ο τσουχτερός άνεμος του Υμηττού περνούσε ανάμεσα από τα σπίτια, συνοδεύοντας το βορεινό αεράκι. Όλα ήταν όπως κάθε μέρα για τους Αθηναίους, εκείνο το πρωινό στο τέλος του χειμώνα. Εκτός από την τρομακτική σιωπή που είχε προσβάλει το πλήθος των παρευρισκομένων. Νέοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες, παιδιά, μέχρι και μερικοί ξένοι – που ήταν φίλοι ή συγγενείς, υποστηρικτές ή εχθροί. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στον άνδρα που προχωρούσε με μικρά βήματα κρατώντας ένα στεφάνι. Ο ισχυρότερος άνδρας της Αθήνας εδώ και τριάντα χρόνια. Ο άριστος της μεγάλης Ελλάδας που θα γινόταν μεγαλύτερη αν μονάχα ο πόλεμος εναντίον της Σπάρτης είχε τελειώσει γρήγορα και νικηφόρα. Το παρουσιαστικό του ήταν όπως πάντα. Πρόσωπο σμιλεμένο με συμμετρικές γραμμές, σαν έτοιμο μοντέλο για τα αναρίθμητα αγάλματα που θα τον αναπαριστούσαν σε αθάνατη στάση. Φαινόταν εκείνος που όλοι είχαν γνωρίσει. Άλλωστε, στις πιο δύσκολες περιστάσεις ήξερε να δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα ακόμη και τώρα που είχε φθάσει γι’ αυτόν η οριστική δοκιμασία; Ο λοιμός που έπληττε την Αθήνα εδώ και μήνες, για τον οποίο ο ηγέτης απήγγειλε έναν από τους πιο εξαιρετικούς λόγους του, τώρα δεν ήταν πια μια λέξη με την οποία κατακτούσε τα πλήθη ούτε μια πολιτική εμμονή· απλώς μοίραζε τον θάνατο. Ήρθαν λοιπόν όλοι εκεί, στον Κεραμεικό, γι’ αυτόν. Για τον Περικλή. Ο ηθικός οδηγός που ποτέ δεν υπέκυψε σε προκαταλήψεις και ανώφελους φόβους. Ο στρατηγός ο ικανός να καθησυχάζει τον λαό του όταν έχανε τον έλεγχο μέσα σε παράλογο φόβο. Ο ρήτορας που μπορούσε να τρομοκρατεί τους πολίτες όταν ήταν έρμαια ανάρμοστης τόλμης. Βρίσκονταν εκεί για να τον παρατηρήσουν, να τον διερευνήσουν στη δυσκολότερη στιγμή. Τον κοίταξαν σχεδόν δίχως να ανασάνουν, ενώ προχωρούσε προς τον τελευταίο από τους πεσόντες του. Κανείς δεν είπε λέξη, αργότερα όμως κυκλοφόρησαν ιστορίες. Σε κάποιον φάνηκε ότι έτρεμε. Κάποιος σκέφτηκε ότι δεν ήθελε πια να προχωρήσει κι ήταν έτοιμος να οπισθοδρομήσει. Εντούτοις, το στεφάνι που κρατούσε σφιχτά δεν πρόδιδε καμιά ταλάντευση των χεριών, τα σύντομα βήματα του πενθούντος άνδρα έμοιαζαν όντως με βήματα στρατιώτη. Διέσχισε τα τελευταία λίγα μέτρα με βραδύτητα. Μεγάλη βραδύτητα, σύμφωνα με κακόβουλα σχόλια. Μετά έφθασε μπροστά στο σώμα. Σταμάτησε. Ο λοιμός τού πήρε την αδερφή, τον πρωτότοκο γιο Ξάνθιππο, τους καλύτερους φίλους και πολλούς συγγενείς, εκείνος όμως ποτέ δεν υπέκυψε. Η ξακουστή σταθερότητα, η δύναμη της ψυχής που ήταν το καύχημά του, η ικανότητα να αντέχει χωρίς να φανερώνει τα συναισθήματά του. Η Αθήνα πάντα θαύμαζε αυτό το είδος ήρωα που την οδηγούσε στη δημοκρατική της πορεία. Τώρα, για τον Περικλή είχε φθάσει η κρίσιμη δοκιμασία. (περισσότερα…)

Γράφοντας ψέματα γυρεύουμε την αλήθεια

~ . ~

Η λογοτεχνία και το δικαίωμα στη μνήμη

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πάνω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης.1 Μέσα σε τέσσερις μόλις γραμμές, ο Ζακ Άουστερλιτς, βασικός ήρωας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του σημαντικού Γερμανού συγγραφέα Β. Γκ. Ζέμπαλντ (1944-2001), αναπτύσσει έναν πολύ γόνιμο στοχασμό για τη σχέση του ανθρώπου με τα πράγματα. Σχέση που διανοίγεται στον χρόνο, άρα έγχρονη, φθαρτή, εκτεθειμένη στην καταστροφή. Με δύο λόγια: σχέση θνητή. Κάθε ζωή που σβήνει παρασύρει στο διάβα της και τα πράγματα με τα οποία σχετίστηκε. Η λησμονιά μοιάζει αναπόφευκτη – και είναι αναπόφευκτη, μέχρις ότου βρεθεί κάποιος να τα αναστήσει. Ανασταίνονται τα πράγματα; Ανασταίνονται. Αυτό υπονοεί ο Άουστερλιτς. Διαβάζουμε ξανά: «ο κόσμος αδειάζει […] καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πάνω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης».

Νοούμενη στο κλίμα μιας εποχής όπου τόποι, ονόματα και πράγματα φεύγουν, πάνε και έρχονται με ρυθμούς ταχύτατους, η σκέψη του Άουστερλιτς κρύβει κάτι το επαναστατικό. Στην αγοραία, μηχανική αναπαράσταση των πραγμάτων, ο Άουστερλιτς επιβάλλει μια χρονικότητα ολότελα διαφορετική: ο Άουστερλιτς δεν βιάζεται, βραδυπορεί· παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, τον στοχάζεται, βυθίζει το βλέμμα στις απύθμενες δυνατότητες που τα πράγματα προσφέρουν. Σε πείσμα της εμπορικής αξιοποίησης των δυνατοτήτων τους, στη λογική της οποίας τα πράγματα πρέπει σε κάτι να χρησιμεύουν, ο ήρωας του Ζέμπαλντ, κοιτάζει τα πράγματα και ανασύρει ιστορίες· ιστορίες που πρακτικά μπορεί να ’ναι άχρηστες, ωστόσο μας φέρνουν σε επαφή με κάτι ανεπίστρεπτα χαμένο. Αυτή τη, φαινομενικά, ανεπίστρεπτη, αμετάκλητη ζωτικότητα είναι που ο Άουστερλις γυρεύει να ανατρέψει – ο Άουστερλιτς και μαζί του ο Ζέμπαλντ.

Ενάντια στη φθοροποιό ισχύ του χρόνου, η αποστολή του συγγραφέα φέρνει στο νου όλο και περισσότερο εκείνη του αλχημιστή· γιατί τι άλλο θυμίζει ο συγγραφέας αν όχι τον αλχημιστή του Μεσαίωνα που ονειρεύεται να μετατρέψει τον άνθρακα σε θησαυρό, που ψάχνει το ελιξίριο της ζωής; Από τέτοιο σκαρί είναι καμωμένος ο συγγραφέας και ακριβώς αυτός είναι ο στόχος του: να μετατρέψει τον άνθρακα σε θησαυρό, να βρει το ελιξίριο της ζωής ‒ να δώσει αθανασία σε πράγματα και ιστορίες. Η λησμονιά μοιάζει, λοιπόν, αναπόφευκτη ‒ και είναι αναπόφευκτη μέχρι να αναλάβει ο αφηγητής. Ο storyteller, μορφή αρχετυπική που οι ρίζες της κρατούν καλά μέσα στον χρόνο, αναλαμβάνει ένα βαρύτιμο καθήκον: να δώσει μνήμη. Τόποι, πρόσωπα και αντικείμενα που από μόνα τους στερούνται τη δυνατότητα της μνήμης διεκδικούν τη θέση τους στην Ιστορία, αναζητούν τη θέση τους σε αυτόν τον κόσμο – γυρεύουν, πιο απλά, τον αφηγητή τους. Κάπου εδώ εγείρονται όμως ενστάσεις: αλήθεια, τι δουλειά έχει ο storyteller με τη διαφύλαξη της μνήμης; Η πρόσβαση στο παρελθόν δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του ιστορικού; Έχει η τέχνη αληθειακές αξιώσεις; Μπορεί να έχει; Και αν ναι, με ποιον τρόπο; Στο ζεύγμα «Ιστορία-Λογοτεχνία» διαβάζουμε τη σύγκρουση μεταξύ αλήθειας και ψέματος. Όπου Ιστορία αλήθεια, όπου Λογοτεχνία ψέμα.

Τα ερωτήματα αυτά δεν προέκυψαν σήμερα, το παρελθόν αντηχεί επίμονα. Ένα καλό παράδειγμα έρχεται από την αρχαιότητα. Στο δίλημμα «Ηρόδοτος ή Θουκυδίδης»2 συμπυκνώνεται το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης αιώνων: από τη μια μεριά, ο παραμυθάς Ηρόδοτος, ο «πατέρας της ιστορίας» —διάκριση τιμητική που διατηρείται μέχρι και σήμερα, οι αντοχές της όμως διαρκώς δοκιμάζονται—, ο οποίος ιστορεί τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Περσών πιστεύοντας, επηρεασμένος από τον Αισχύλο, ότι οι Θεοί ορίζουν τις τύχες των ανθρώπων. Μύθος και πραγματικότητα αναμειγνύονται, οι Θεοί παρεμβαίνουν στα ανθρώπινα, πλοκή που ώρες-ώρες θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα, όνειρα, χρησμοί και θαύματα συνεπικουρούμενα από ρητορικά σχήματα παρεμβάλλονται στην κυρίως αφήγηση ― ο Ηρόδοτος πόρρω απέχει από να τον πάρουμε στα σοβαρά. Η λογοτεχνικότητά του μοιάζει ασήκωτη. Και ας είχε στόχο με το έργο του, όπως ο ίδιος έγραφε, «να μην ξεθωριάσει με τα χρόνια ό,τι έγινε από τους ανθρώπους, μήτε να σβήσουν άδοξα έργα μεγάλα και θαυμαστά, πραγματοποιημένα άλλα από τους Έλληνες και άλλα από τους βαρβάρους». Η πρόθεση καθίσταται ρητή: διαφύλαξη της μνήμης, διάσωση του παρελθόντος. Στην αντίπερα όχθη βρίσκουμε τον Θουκυδίδη. Ο ιστορικός που φέρνει τον Διαφωτισμό πριν τον Διαφωτισμό, τη νεωτερικότητα πριν τη νεωτερικότητα: στην Ιστορία του Θουκυδίδη δεν υπάρχει χώρος για Θεούς· μεθοδικότητα, συστηματική έρευνα, πιστότητα, ταξινόμηση, ακρίβεια, προσεκτική αξιολόγηση των πηγών, αμερόληπτη κρίση για τις ιστορικές εξελίξεις. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που υπερβαίνει τις αρετές αυτές ή, σωστότερα, που τις κάνει να υπάρχουν ως τέτοιες: πίσω από την πιστή καταγραφή των γεγονότων βρίσκεται ο συγγραφέας Θουκυδίδης, ο αφηγητής Θουκυδίδης, ο μόνος ικανός να συνθέτει γεγονότα (και όχι απλώς να τα καταγράφει), να φτιάχνει χαρακτήρες, να αυξομειώνει —άλλοτε επιβραδύνοντας και άλλοτε κορυφώνοντας— τη δραματική ένταση, να μπολιάζει με ρητορικά σχήματα τις δημηγορίες του, να χρησιμοποιεί μεταφορές και παρομοιώσεις για να εικονοποιήσει τον λόγο του. Η αξιοθαύμαστη μαεστρία με την οποία στήνει τον χαρακτήρα του Περικλή σε τίποτα δεν έχει να κάνει με αμερόληπτη κρίση· η κομβική θέση στην οποία τοποθετεί τον περίφημο Διάλογο των Μηλίων, για να λειτουργήσει ως προοικονομία στην πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελία, υποδηλώνει υψηλής τάξης συνθετική ικανότητα. Είναι άδικο να μιλάμε για τον ιστορικό Θουκυδίδη ξεχνώντας τον λογοτέχνη Θουκυδίδη. Το ένα δεν πάει χωρίς το άλλο. Επαναφέρουμε επομένως το ερώτημα: έχει η λογοτεχνία μερίδιο στην ιστορική μνήμη; Αντιγράφω από τον Πωλ Ρικέρ:

(περισσότερα…)

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Μια επιστήμη εντελώς μυστήρια

*

Μετάφραση: Ευαγγελία Μουχρίτσα-Κατερίνα Φωτιάδου

Τί εννοούν οι οικονομικοί επιστήμονες με τον όρο οικονομία είναι στην καλύτερη περίπτωση μόνο στους ίδιους σαφές. Ο υπόλοιπος κόσμος τρέφει αμφιβολίες σχετικά με τις ιδέες τους και αναρωτιέται εάν η δουλειά τους μπορεί να χαρακτηριστεί καν επιστήμη. Ναι μεν έχουν στη διάθεσή τους ερευνητικά ινστιτούτα, πανεπιστημιακές έδρες και είναι επαγγελματικά αποκαταστημένοι, η δουλειά τους όμως λίγο έχει να κάνει με το πώς ο περισσότερος κόσμος, λ.χ. οι νοικοκυρές, οι συνταξιούχοι ή τα παιδιά, διαχειρίζονται τα του οίκου τους.

Οι οικονομολόγοι ασχολούνται κυρίως με πληθυσμιακά μακρομεγέθη και επεξεργάζονται τεράστιες ποσότητες στατιστικών δεδομένων. Οι περισσότεροι είναι προσκολλημένοι σε ένα παράδοξο κουβάρι από θεωρίες που, για όποιον εκάστοτε λόγο, περνιούνται για νεοκλασικές. Όποιος τους ακούει με προσοχή, μεταφέρεται σε έναν κόσμο ειδυλλιακό, με γνωρίσματα παραμυθιού. Έκπληκτος μαθαίνει πως η αγορά, αδήριτα, παρά τις όποιες διακυμάνσεις, τείνει προς την εξισορρόπηση. Είναι αποτελεσματική, αυτοδιορθούμενη και αυτοβελτιούμενη και όσοι μετέχουν σε αυτήν φέρονται απολύτως ορθολογικά. Αυτές οι τοποθετήσεις θεωρούνται αυτονόητες, παρότι πρόκειται για απλές εικασίες, αναπόδεικτες ή και μη αποδείξιμες καν.

Αφότου ο κομμουνισμός, πρόωρα, μας άφησε χρόνους, η νεοκλασική θεωρία αυτοπροβλήθηκε ως υποκατάστατο της χαμένης ουτοπίας. Παρότι μάλλον ισχνή στο παρουσιαστικό της, δεν τσιγκουνεύτηκε τις εξαγγελίες ούτε της έλειψαν οι θιασώτες. Τράφηκε, κατά τα τέλη του εικοστού αιώνα, με υπερεκλεπτυσμένα μαθηματικά μοντέλα διαχείρισης κινδύνων. Οι οικονομικοί επιστήμονες δε δίστασαν να κάνουν προβλέψεις για το μέλλον και το γεγονός ότι γελοιοποιούνταν κατά κανόνα με τις προγνώσεις τους δεν τους έκανε ποτέ να αμφιβάλλουν σχετικά με την καθ’ ύλην αρμοδιότητά τους.

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι το σινάφι θα ήταν απαλλαγμένο από αμείλικτους εσωτερικούς και παραταξιακούς αγώνες, σαν αυτούς που δίνουν και παίρνουν και σε άλλους επιστημονικούς κλάδους. Οι κεϋνσιανοί και οι μονεταριστές αγωνίζονται εδώ και δεκαετίες για την ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία. Ένας αναλυτής χρηματιστηρίου δεν θα ήθελε επ’ ουδενί να τον συγχέουν με έναν θεμελιώδη αναλυτή ή με έναν ερευνητή των κυκλικών διακυμάνσεων. Εσχάτως μάλιστα κάποιοι οικονομολόγοι ανακάλυψαν ότι στην κλασική θεωρία οι περισσότεροι άνθρωποι παρουσιάζονται μόνο ως αφηρημένα μεγέθη. Με αυτή τη λογική συρρικνώνονται στον εκάστοτε ρόλο τους. Είναι είτε μισθωτοί είτε καταναλωτές είτε ασφαλισμένοι είτε επενδυτές είτε μέτοχοι είτε επιχειρηματίες είτε αποταμιευτές και στον καθένα από αυτούς τους ρόλους ένα πράγμα έχουν στο νου τους: στόχος τους είναι να μεγιστοποιήσουν το οικονομικό τους κέρδος και τίποτε άλλο.

Κι όμως κάποιοι κλασικοί από το παρελθόν ήταν ήδη πολύ πιο μπροστά. Πόρρω απείχαν από την ιδέα ότι οι οικονομικές αποφάσεις βασίζονται σε rational choice. Από το 1714, στον Μύθο των Μελισσών ο Μπέρναρντ Μάντεβιλ διατείνεται ότι ακριβώς τα ιδιωτικά πάθη, όπως η απάτη, η χλιδή και η έπαρση, είναι αυτά που επιτρέπουν τη σώρευση του δημόσιου πλούτου. Και ο Άνταμ Σμιθ, λιγότερο πολεμικός, τον ακολούθησε με την περιβόητη εικόνα της «αοράτου χειρός», η οποία τάχα θα εξισορροπούσε τη δράση του μεμονωμένου ατόμου και θα την έτρεπε στο γενικό καλό.

Για όλα αυτά η επικρατούσα κλασική διδασκαλία δεν ήθελε να ακούει λέξη. Ωστόσο εδώ και λίγο καιρό δέχεται πιέσεις από μια νέα τάση. Η συμπεριφοριστική οικονομία εντόπισε σε αυτό το σημείο ένα χαίνον κενό. Θα ήθελε να διερευνήσει, γιατί η διαγωγή των ανθρώπων δεν είναι έτσι, όπως νομίζουν οι περισσότεροι οικονομολόγοι. Ναι μεν απομακρύνθηκε από το δόγμα του έλλογου homo oeconomicus, όχι όμως και από τη φιλοδοξία να κατασκευάζει, κατά το δυνατόν, τα δικά της μοντέλα. Με αυτή την πρόθεση καταφεύγει άλλοτε σε μαζικά πειράματα, δοκιμασίες και ερωτηματολόγια και άλλοτε σε μαθηματικές μεθόδους, όπως η θεωρία παιγνίων ή σε θεωρήματα εξελικτικής βιολογίας ή της κοινωνικής ψυχολογίας.

Αν, έτσι όμως, παίρνει καν μυρωδιά το μυστηριώδες φέρσιμο των νοερών «οικονομικών υποκειμένων» είναι ζήτημα. Η ματαιοδοξία να μιμηθεί τις ακριβείς επιστήμες οδηγεί στο σημείο να προβάλλονται οι άνθρωποι μέσα στους υπολογισμούς της απλώς ως στατιστικά φαντάσματα. Η αγάπη των καημένων των ερευνητών για το αφηρημένο τους βάζει μονίμως τρικλοποδιές. Είναι προφανές ότι τόσο οι ίδιοι, όσο και οι άνθρωποι που εξετάζουν, δυσκολεύονται να βγουν από το πετσί τους. (περισσότερα…)