Gottfried Benn, Ρεύματα

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Ο Δέκατος Όγδοος αιώνας είχε αμφισβητήσει τα πάντα, ο Δέκατος Ένατος αισθάνθηκε την αναγκαιότητα να βγάλει συμπεράσματα, ο Εικοστός είδε ότι τα συμπεράσματα ήταν βιαστικά και οπισθοδρόμησε τόσο σε σχέση με εκείνον που έθετε ερωτήματα όσο και με εκείνα που είχαν προκύψει από τα συμπεράσματα, και έγινε για μιαν ακόμη φορά μεσαιωνικός, άρχισε με υπαρξιακή φιλοσοφία, ψυχανάλυση, ψυχολογία των ορμών. Ως αφετηρία πολύ καινοτόμα, κατά το αίσθημα δημιουργική και βαθιά, ένα είδος ανθρωπολογίας, μπορεί κανείς να την αποκαλέσει σπερματική ανάλυση. Από όλες τις πλευρές την λείαινε ο αιώνας· εκείνο στο οποίο απέβλεπε, ήταν τα προστάδια, το πρωτόγονο. Η παλαιοντολογία έφερε το υλικό από χώρους τόσο  μακρινούς που δεν μπορούσε να τους μαντέψει κανείς. Η ερμηνεία των μύθων αποκάλυψε τις ρίζες της συνείδησης, τα γεννητικά στρώματα της διαμόρφωσης των συμβόλων. Η θεωρία της εντελέχειας και η τυπολογική έρευνα στράφηκαν μακριά από τα τελικά αποτελέσματα, τα άτομα, και παρακολούθησαν την αφετηρία τους από την προδιάθεση, το σχετικό με το είδος, τον πυρήνα. Υποτίθεται ότι ήταν το ενδογενές, το πριν την αποδόμηση, το πριν τον εκφυλισμό. Παρουσιάστηκε η κλινική Ιατρική και είπε: Οι ασθένειες είναι κρίσεις της ύπαρξης, ας παρατηρήσομε την ουσία μάλλον παρά τα συμπτώματα.

Στη Γερμανία, ως ιδιαίτερη περίπτωση, στράφηκαν επιπλέον ορισμένοι επιστημονικοί κύκλοι εναντίον της μεθόδου του περασμένου αιώνα: εναντίον της αιτιώδους ανάλυσης, της αναγωγής των παρατηρήσεων σε χημικοφυσικές έννοιες, αυτά ήταν η δυτικίζουσα ratio, απέναντί τους υπερασπίζονταν τη γερμανική ενορασιοκρατία, το «εσωτερικό όλον»· ακόμη και το δεκαδικό σύστημα ήταν ένα υπολογιστικό-γραμμικό πλάσμα, υποτίθεται μη σωματικό: «αποτέλεσμα συλλογισμού»· αντί γι’ αυτό απαιτούσαν τους υποτίθεται φυσικούς, κυρτωμένους περιορισμούς που επιστρέφουν στον εαυτό τους.

Αλλά εδώ όπως κι εκεί υπήρχε: μια ενιαία φυγή προς το πρωταρχικό, μια πραγματική φυγή, επειδή πίσω από το σκληρό αυτό μεταφυσικό ρήγμα με τις ψυχολογικά επαγωγικές πτυχές βρισκόταν ένας γνήσιος τρόμος στη ζωολογική διαισθητική ικανότητα όπως πριν από μια πυρκαγιά σε αμερικανική στέπα και το συναίσθημα του πανικού για μιαν απειλή: ο ευρωπαϊκός μηδενισμός, τα σημάδια του οποίου είχε αναπτύξει ο Νίτσε το 1884-1888 στον πρώτο τόμο του έργου του Η βούληση για δύναμη – και επιπλέον οι προσεισμικές δονήσεις των αυτοκρατορικών αναταράξεων: το πλησίασμα του Καισαρισμού, όπως το απεκάλεσε ο Σπένγκλερ· βρισκόμασταν στα πρόθυρα του ολοκληρωτικού κράτους, που έβαλε το χέρι του στο ύφος, τις προοπτικές και στα συμπεράσματα, απειλούσε ποινικά την εξατομίκευση, αποκαλούσε την εκλέπτυνση εγκληματική, την ικανότητα να υποφέρει κάποιος, παθολογική, και θεωρούσε το κράτος αποκλειστικά αρμόδιο να προσδιορίζει ποια ερωτήματα, ποια συμπεράσματα μπορούν να επιτρέπονται στο διαλεκτικό και αισθητικό πεδίο. Τώρα υποχρεώθηκε το πνεύμα να αλλάξει σελίδα, έγινε υπόγειο, νυχτερινό, έτριζε στα φυλλώματα.

Μέχρι το 1800 κυριαρχούσε η κωμωδία, γαλλική στην καταγωγή και την προδιάθεση, ψυχρή, μαθηματική, αναλυτική και πάντοτε κοινωνική. Περί το 1800 ξεκίνησε το μυθιστόρημα, έζεψε ισότιμα το στοιχείο των πραγματικών γεγονότων και εκείνο της σκέψης, απαιτούσε το πνεύμα του Λα Μπρυγέρ και την οξεία ηθική του, τους σαφείς χαρακτήρες του Μολιέρου, τις μεγάλες εξάψεις του Σαίξπηρ και τις περιγραφές των τρυφερότερων διαβαθμίσεων του πάθους, αυτός ήταν «το μοναδικό ορυχείο που μας είχε αφήσει για εκμετάλλευση ο προκάτοχός μας», όπως είπε ο Μπαλζάκ. Αυτός ο ίδιος ήταν ο μεγαλύτερος εκμεταλλευτής που πέθανε το 1850· έπειτα ήρθε ο Φλωμπέρ, που έγραψε από το 1850-1880 τα έξι βιβλία του, «ο άγιος του μυθιστορήματος», που πρόσφερε την ανθρώπινη ευτυχία του, ως «υποχρέωση προς το υπεραισθητό». Στους Σλάβους: Τολστόι και Ντοστογιέφσκι· και γύρω στο 1900, σχεδόν με το χτύπημα της καμπάνας, είχε λήξει η εκμετάλλευση του ευρωπαϊκού ορυχείου. Ακόμη και όσα εξορύχθηκαν ύστερα από τον Κόνραντ και τον Χάμσουν, είχαν προετοιμαστεί και ήδη ξεκινήσει από αυτούς γύρω στο 1900 ή λίγο αργότερα και είχαν προωθηθεί μόνο μέσα στη δική τους στοά.

Η Γερμανία που για τους ευρωπαϊκούς λαούς και την ομόφωνη κρίση τους είχε αποπερατώσει το 1832 στην Frauenplan της Βαϊμάρης, την κατοικία του Γκαίτε, τη μέχρι σήμερα ασύγκριτη και ανυπέρβλητη πνευματική αποκάλυψη της λευκής φυλής, δεν συμμετείχε στη συγγραφή του κεφαλαίου αυτού, μόνο στα τελευταία του φύλλα κατέγραψε τα τραγικά ονόματα των αδελφών Μανν, σβήνοντάς τα και πάλι σε λίγο. Η Γερμανία ανέβαινε και μουρμούριζε χαμηλόφωνα. Ο Γκαίτε είναι ένα σημάδι για το ότι το έσχατο πνευματικό μέγεθος δεν είναι απαραίτητο να λειτουργήσει διαμορφωτικά για την παράδοση σε ένα έθνος, ότι αντίθετα μπορεί να είναι άγονο σαν την καθαρή, αυθυπόστατη ευτυχία ενός λαού. Η Γερμανία μουρμούρισε μερικά θαυμάσια ποιήματα, εκσπερμάτισε τρεις έως τέσσερις δραματικές ιδιοφυΐες, καλλιέργησε τους τοπικούς αγαπημένους της Ράαμπε, Ρώυτερ, Φοντάνε, Μπους, και δημιούργησε από ένα ειδικό πάθος που ανταποκρινόταν τόσο στην παιδεία της όσο και στην ευαισθησία της – ενάμιση αιώνα μετά τον Σκώτ: το ιστορικό μυθιστόρημα, αυτή την εντελώς σκιαγραφημένη δραστηριότητα ζύμωσης, το σήκωμα της αυλαίας που θέλει να είναι κατανοητό, αυτή την εντελώς ιδιαίτερη μικροαστική ακμή, ανθισμένη για πολύ, που αναβιώνει σε οικογενειακές επετείους και τη ζητούν πολύ ως δώρο.

Από τη γερμανική λογοτεχνία του Δεκάτου Ενάτου αιώνα, ό,τι ξεχωρίζει πάνω από το επίπεδο του ιστορικού και των διαλέκτων, χωρά σε ένα τόμο, και καθώς η ποίηση δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά να δημιουργήσει κανείς μια μέθοδο για να εκφράσει τις εμπειρίες του βάθους του ανθρώπου, δεν υπήρχαν εδώ προφανώς εμπειρίες σε αυτή τη διάσταση ή εκφράστηκαν στη μουσική και στη φιλοσοφία. Πάντως ο Νίτσε απέβλεπε πάντοτε μόνο στον Γκαίτε, όταν έθιγε τη λογοτεχνική Γερμανία του αιώνα του σε έναν από τους αφορισμούς του.

ΓΚΟΤΤΦΡΗΝΤ ΜΠΕΝ
Strömungen (1936)

© Για το ελληνικό κείμενο:
Κώστας Ανδρουλιδάκης (2022)

*