Μή­πως ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα εἶναι ὑπερτιμημένος;

*

του ΤΖΟΖΕΦ ΕΠΣΤΑΪΝ

Ὁ Ἔν­τμουντ Οὐ­ίλ­σον ὑ­πο­στή­ρι­ζε πὼς τὸ μό­νο ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βά­ζει παίρ­νον­τας τὸ πρω­ι­νό του θὰ ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ μαρ­κη­σί­ου ντὲ Σάντ. Ἐ­γώ, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ δια­βά­σω Φρὰν­τς Κάφ­κα μὲ τὸ πρω­ι­νό μου. Τὰ τό­σα βά­σα­να, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τραυ­μά­των, ὁ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμός, ὁ σα­δο­μα­ζο­χι­σμός, ἡ ἀ­νε­ξή­γη­τη σκλη­ρό­τη­τα, ἡ ἐμ­φά­νι­ση τρω­κτι­κῶν, σκα­θα­ριῶν, ὄρ­νε­ων καὶ ἄλ­λων γκρο­τέ­σκων πλα­σμά­των – καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ φόν­το τὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι προ­φα­νῶς ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος ν’ ἀρ­χί­σεις τὴ μέ­ρα σου. Ὁ Κάφ­κα δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­να­κου­φι­στι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα οὔ­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο.

Ὑ­πο­χόν­δρι­ος, πά­σχων ἀ­πὸ ἀ­υ­πνί­ες, παράξενος μὲ τὸ φα­γη­τό, ἀ­να­πη­ρι­κὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στος, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος ἀπὸ τὴ ζω­ή, ἐμ­μο­νι­κὸς μὲ τὸν θά­να­το, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα με­τέ­τρε­ψε, ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε, τὶς νευ­ρώ­σεις του σὲ τέ­χνη. Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας χα­ρα­κτή­ρας στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Ἰ­σά­ακ Μπά­σε­βιτς Σίν­γκερ “Ένας φίλος τοῦ Κάφκα’’, ἦ­ταν «homo sapiens στὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ τοῦ αὐ­το­βα­σα­νι­σμοῦ». Ἐν­τού­τοις, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ εὐ­ρεί­α συ­ναί­νε­ση ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας μον­τερνιστής δά­σκα­λος: συγ­κε­κρι­μέ­να, ἕ­νας δά­σκα­λος κα­τὰ τὴ μον­τερ­νι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, στε­γα­σμέ­νος στὸ ἴ­διο πάν­θε­ον μὲ τὸν Τζό­υς, τὸν Πι­κάσ­σο, τὸν Στρα­βίν­σκυ, τὸν Μαλ­λαρ­μὲ καὶ ἄλ­λους καλ­λι­τέ­χνες ποὺ ἔ­χουν με­τα­βά­λει ρι­ζι­κὰ τὴ σύγ­χρο­νη κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου.

Ὁ Κάφ­κα δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ «συ­σκο­τι­σμέ­νη δι­αύ­γει­α», ἔ­γρα­ψε ὁ Ἔ­ριχ Χέλ­λερ στὸ βι­βλί­ο του γι’ αὐτόν. «Ἡ τέ­χνη του εἶ­ναι ἡ πι­ὸ ὀ­δυ­νη­ρὰ καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ συ­σκο­τι­σμέ­νη τέ­χνη», πρό­σθε­σε, «στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας». Νο­μί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι συλ­λαμ­βά­νει τὸ νό­η­μα τοῦ Κάφ­κα, ὅ­μως τὸ συλ­λαμ­βά­νει ὄν­τως; Ὅ­λα μοιά­ζουν πεν­τα­κά­θα­ρα, μὰ εἶ­ναι; Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν δι­ά­ση­μο ἀ­φο­ρι­σμό του: «Οἱ κρυ­ψῶ­νες εἶ­ναι ἀ­μέ­τρη­τες, ἡ δι­α­φυ­γὴ μό­νο μί­α, ὅ­μως οἱ δυ­να­τό­τη­τες δι­α­φυ­γῆς εἶ­ναι ἐ­πί­σης τό­σες ὅ­σες καὶ οἱ κρυ­ψῶ­νες». Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν ἄλ­λο ἀ­φο­ρι­σμό: «Ἕ­να κελ­λὶ πῆ­γε νὰ βρεῖ ἕ­να που­λί».

Ὅ,­τι ἰ­σχύ­ει γιὰ τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς τοῦ Κάφ­κα, ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὶς σύν­το­μες πα­ρα­βο­λές του. Οἱ πα­ρα­βο­λές, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Βάλ­τερ Μπέν­γι­α­μιν, «δὲν ἐ­ξαν­τλοῦν­ται πο­τὲ ὡς πρὸς τὶς δυ­να­τὲς ἐ­ξη­γή­σεις τους. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὁ Κάφ­κα ἔ­λα­βε ὅ­λες τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­φυ­λά­ξεις ἐ­νάν­τι­α στὴν ἑρ­μη­νεί­α τῶν γρα­πτῶν του». Ὅ­ποιες κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὲς οἱ προ­φυ­λά­ξεις, ἀποδείχτηκαν ἀ­νε­παρ­κεῖς, ἀ­φοῦ τὰ ἔρ­γα τοῦ Φρὰν­τς Κάφ­κα –πέρα ἴ­σως ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο καὶ τὰ ἔρ­γα τοῦ Σαίξ­πη­ρ– ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὰ πι­ὸ ἑρ­μη­νευ­μέ­να, ἂν ὄ­χι ὑ­πε­ρερ­μη­νευ­μέ­να, ἔρ­γα στὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

Στὸ τεῦ­χος τῆς 7ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 τοῦ Times Literary Supplement δημοσιεύεται μιὰ κρι­τι­κὴ τοῦ Γκάμ­πρι­ελ Τζο­σι­πο­βί­τσι γιὰ τὰ πρό­σφα­τα ἔργα περὶ Κάφ­κα. Μὲ τὸ βι­βλί­ο Franz Kafka: The Poet of Shame and Guilt τοῦ Σά­ουλ Φρην­τλαῖν­τερ στὸν ἀμφίρροπο ἀγῶνα εἰσέρχεται ἄλλος ἕνας γερὸς ἀθλητής. Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ δὲν ἐ­παγ­γέλ­λε­ται τον κρι­τι­κὸ λο­γο­τε­χνί­ας, εἶναι ἱ­στο­ρι­κός. Ἡ σχέ­ση του μὲ τὸν Κάφ­κα εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κὴ καὶ προ­σω­πι­κή. Ἡ οἰ­κο­γέ­νει­ά του, γερ­μα­νό­φω­νη καὶ ἑ­βρα­ϊ­κὴ ὅ­πως καὶ τοῦ Κάφ­κα, κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν Πρά­γα. Ὁ πα­τέ­ρας του πῆ­γε στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μι­ο μ’ αὐτὸν, ἂν καὶ κά­που δεκαπέντε χρό­νι­α ἀρ­γό­τε­ρα. Κι ὅ­πως ὁ Κάφ­κα ἔ­χα­σε τὶς τρεῖς ἀ­δερ­φές του, ὁ Φρην­τλαῖν­τερ ἔ­χα­σε τοὺς γο­νεῖς του στὰ να­ζι­στι­κὰ στρα­τό­πε­δα.

Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ γνω­ρί­ζει κα­λὰ τὶς ἀν­τι­τι­θέ­με­νες θε­ω­ρί­ες γιὰ τὸ περιορισμένο σὲ ὄγκο ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει τρί­α ἀ­νο­λο­κλή­ρω­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κάτι παραπά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ση­μαν­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ πα­ρα­βο­λὲς καὶ σύντομα ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὰ ἔρ­γα, ἡ­με­ρο­λό­γι­α, συλ­λο­γὲς ἐ­πι­στο­λῶν (πολ­λὲς σὲ ἐ­ρω­μέ­νες του ποὺ δὲν παν­τρεύ­τη­κε), κα­θὼς καὶ τὴν πε­ρί­φη­μη Ἐ­πι­στο­λὴ στὸν πα­τέ­ρα, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἔ­στει­λε πο­τέ. Στὸ μι­κρό του βι­βλί­ο ὁ Φρην­τλαῖν­τερ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου τοῦ συγγραφέα σὲ μιὰ προ­σπά­θει­α νὰ ἐ­ξηγήσει τὴ σπουδαιότητά του. Δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὸ με­γα­λεῖ­ο του, ἂν καὶ ἀν­τι­στέ­κε­ται στὸν πειρασμὸ νὰ ὁρίσει σὲ τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ συ­νί­στα­ται.

Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἄ­πο­ψή του, ὁ Κάφ­κα ὑ­πῆρ­ξε «ὁ ποι­η­τὴς τῆς ἴ­διας του τῆς δι­α­τα­ρα­χῆς». Γρά­φει ὅ­τι «τὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ τὸν βα­σά­νι­ζαν στὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του ἦ­ταν σε­ξου­α­λι­κῆς φύ­σε­ως». Ἂν καὶ δὲν τὸ δη­λώ­νει ρη­τά, φαί­νε­ται νὰ πι­στεύ­ει ὅ­τι ὁ Κάφ­κα ἦ­ταν κα­τα­πι­ε­σμέ­νος ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος – ἡ ντρο­πὴ καὶ ἡ ἐ­νο­χὴ ποὺ ἀ­να­φέ­ρει στὸν ὑ­πό­τι­τλο ἀ­φο­ροῦ­ν κυ­ρί­ως τὴν κρυ­φὴ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα τοῦ Κάφ­κα. Ὅμως δὲν μᾶς παρέχει ὁ­ρι­στι­κὴ ἀ­πό­δει­ξη γι’ αὐτὸ καὶ κά­ποια στιγ­μὴ φτά­νει στὸ ση­μεῖ­ο νὰ πεῖ: «Εἶ­ναι ἄ­κρως ἀ­πί­θα­νο νὰ σκέ­φτη­κε πο­τὲ ὁ Κάφ­κα νὰ κάνει ὁ­μο­φυ­λο­φι­λι­κὴ σχέ­ση».

Ἐν­τού­τοις o Φρην­τλαῖν­τερ θε­ω­ρεῖ πὼς στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κάφ­κα «ὑ­πάρ­χει ἕ­να μυ­στι­κὸ πρὸς ἀ­πο­κά­λυ­ψη, κά­τι ποὺ ὁ πρω­τα­γω­νι­στὴς προ­σπα­θεῖ νὰ κρύ­ψει. Ἄ­ρα­γε αὐ­τὸ δὲν μᾶς ἐ­πα­να­φέ­ρει στὶς δι­αρ­κεῖς προ­σπά­θει­ές του νὰ κρύ­ψει τὶς σε­ξου­α­λι­κές του τά­σεις;» Στὴν ἀ­τέρμονη ἀ­να­ζή­τη­ση τῶν κρι­τι­κῶν γιὰ τὸ μυ­στι­κὸ νό­η­μα τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας του, ὁ Φρην­τλαῖν­τερ ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­ας.

Σ’ ἕ­να ση­μεῖ­ο, σχο­λι­ά­ζει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Κάφ­κα γιὰ τὰ νε­α­ρὰ ἀ­γό­ρια. (Μή­πως ἔχουμε νὰ κάνουμε κι ἐδῶ μὲ θά­να­το, ὄ­χι στὴ Βε­νε­τί­α, ἀλ­λὰ στὴν Πρά­γα;) Ἄλλοῦ ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι «ὁ Κάφ­κα πα­ρου­σιά­ζει τὶς γυ­ναῖ­κες, στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, μὲ τρό­πο ἀ­πω­θη­τι­κό». Σ’ ἕ­να ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ἀ­να­φέ­ρει τὸ νε­α­νι­κὸ «ὁ­μο­ε­ρω­τι­κὸ» ἐν­δι­α­φέ­ρον  του γιὰ μερικοὺς φί­λους του. Στὸν «Ἀ­γρο­τι­κὸ για­τρό», ἡ σκουληκιασμένη πλη­γὴ στὸ πλευ­ρὸ τοῦ ἀ­γο­ριοῦ συμ­βο­λί­ζει, ἐδῶ συμ­φω­νεῖ ὁ Φρην­τλαῖν­τερ μ’ ἕ­ναν ἄλ­λο κρι­τι­κό, τὸν γυ­ναι­κεῖ­ο κόλ­πο. Ὥστε μποροῦμε νὰ κοι­μη­θοῦ­με ἥσυχοι ἀπόψε, ἡ κρι­τι­κὴ φυ­λά­ει σκο­πιά.

Ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὁ κρι­τι­κὸς Τζέ­ρε­μυ Ἄν­τλερ, ὁ Κάφ­κα εἶ­ναι «λι­γό­τε­ρο ἐν­τυ­πω­σι­α­κὸς ἀ­πὸ τὸν Πρού­στ, λι­γό­τε­ρο και­νο­τό­μος ἀ­πὸ τὸν Τζό­υς, ὅ­μως τὸ ὅ­ρα­μά του εἶ­ναι πι­ὸ πρό­δη­λο, πι­ὸ ὀ­δυ­νη­ρό, πι­ὸ ἐμ­φα­νῶς οἰ­κου­με­νι­κὸ σὲ σχέ­ση μὲ τὸ ὅ­ρα­μα τῶν ὁμοτέχνων του». Ἡ οἰ­κου­με­νι­κό­τη­τα τοῦ Κάφ­κα πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὸ ὑ­ψη­λὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς γε­νί­κευ­σης. Οἱ τό­ποι δὲν κα­το­νο­μά­ζον­ται, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι χα­ρα­κτῆ­ρες του δὲν πε­ρι­γρά­φον­ται, ἐ­νῶ τὰ το­πί­α του, βλο­συ­ρὰ καὶ ἀ­πει­λη­τι­κά, ἐμ­φα­νί­ζον­ται σὰν σὲ ἐ­φι­άλ­τες. Ὁ Τζό­υς καὶ ὁ Προὺ­στ δου­λεύ­ουν ἀ­πὸ τὸ μερικὸ στὸ γε­νι­κό­, ἐ­νῶ ὁ Κάφ­κα δου­λεύ­ει ἀ­πὸ τὸ γε­νι­κὸ στὸ μερικό, καλλιεργώντας στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του τὴν ἐντύπωση ὅ­τι συμ­βαί­νει κά­τι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ση­μαν­τι­κό, κι ἂς μὴ μπο­ροῦμε νὰ κα­τα­λά­βου­με τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι αὐ­τό.

«Δύ­σκο­λα θὰ βροῦ­με λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο ποὺ νὰ βρί­σκε­ται πι­ὸ κον­τὰ στὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α ἀπ’ ὅ,­τι στὴν πε­ρί­πτω­σή του», ἔ­γρα­ψε ὁ Ἔ­ριχ Χέλ­λερ. «Αὐ­τὰ τὰ δυ­ὸ σχε­δὸν ταυ­τί­ζον­ται». Τὰ γε­νι­κό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῆς αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­ας τοῦ Κάφ­κα εἶ­ναι πα­σί­γνω­στα. Ὅ­λα μα­ζὶ συγ­κρο­τοῦν μιὰ ζω­ὴ σχε­δὸν ἀ­κα­τα­πρά­υν­της ἀμ­φι­βο­λί­ας καὶ ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κῆς ὀ­δύ­νης.

Ἀ­πὸ τὴν Ἐ­πι­στο­λὴ στὸν πα­τέ­ρα γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ὁ Χέρ­μαν Κάφ­κα ἦ­ταν ὡς χαρακτήρας ἰ­σχυ­ρὸς καὶ κα­τα­πι­ε­στι­κός, ἄν­δρας ποὺ ἄ­φη­σε στὸν γιὸ του ἕ­να δι­αρ­κὲς αἴ­σθη­μα ἀ­νε­πάρ­κει­ας. Γνω­ρί­ζου­με πό­σο ὑ­πέ­φε­ρε ὁ Κάφ­κα ὅ­ταν δού­λευ­ε ὡς δι­κη­γό­ρος στὸ Ἵ­δρυ­μα Ἀ­σφά­λι­σης Ἐρ­γα­τι­κῶν Ἀ­τυ­χη­μά­των στὴν Πρά­γα, κα­θὼς καὶ τὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­σή του μὲ τὶς ἄ­θλι­ες πε­ρι­πλο­κὲς τῆς γρα­φει­ο­κρα­τί­ας, πε­ρι­πλο­κὲς ποὺ εἶ­ναι πλέ­ον γνω­στὲς ὡς «καφ­κι­κές». Ἀ­σφα­λῶς πι­ὸ συ­να­φεῖς μὲ τὸ θέ­μα εἶ­ναι οἱ ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες ἐ­ρω­τι­κές του σχέ­σεις. Ὁ Κάφ­κα ἀρ­ρα­βω­νι­ά­στη­κε δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὴ μιὰ δύ­ο φο­ρές, καὶ δὲν παν­τρεύ­τη­κε πο­τέ. Πέ­θα­νε τὸ 1924, στὰ 40 του, ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει οὐ­σι­α­στι­κὰ ζή­σει, πέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς μο­να­χι­κὲς νύ­χτες πού, σὲ κα­τά­στα­ση ἐκ­στα­τι­κῆς με­ταρ­σί­ω­σης, ἀ­φι­έ­ρω­νε στὴ γρα­φή του. Προ­τοῦ πε­θά­νει, ἔ­δω­σε ὁ­δη­γί­ες στὸν φί­λο του Μὰξ Μπρὸντ νὰ κα­τα­στρέ­ψει με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του, ἀλ­λά, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Κάφ­κα, ὁ Μπρὸντ ἐ­πέ­λε­ξε νὰ μὴν τὸ κά­νει, γε­γο­νὸς ποὺ τὸν κα­τατάσσει στοὺς ἐ­λάσ­σο­νες ἥ­ρω­ες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

Ἡ ἐ­ξον­τω­τι­κὴ μορ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ αφηγήματα Ἡ με­τα­μόρ­φω­ση καὶ Ἡ κρί­ση. Ἄλ­λα ἀ­πο­τυ­πώ­νουν μιὰν ἀ­μι­γῆ, ἀ­νε­ξή­γη­τη ἀ­γω­νί­α. Σ’ αὐ­τὰ τὰ ἔργα, οἱ ἧρωες τι­μω­ροῦν­ται βα­ρι­ὰ γιὰ ἀ­με­λη­τέ­α ἀ­δι­κή­μα­τα (Σω­φρο­νι­στι­κὴ ἀ­ποι­κί­α) ἢ ἀ­κό­μα γιὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ δὲν γνω­ρί­ζουν κὰν πὼς ἔ­χουν δι­α­πρά­ξει ( δί­κη). Ἀ­πο­δί­δον­τας μὲ αἰχ­μη­ρὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες αὐτοὺς τοὺς ἐφιάλτες, κα­τα­γρά­φουν βιοπορίες ὅ­που τὸ παράλογο γί­νε­ται εὔ­λο­γο, ἡ ἐ­νο­χὴ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­ξή­γη­τη καὶ ἡ βά­ναυ­ση τι­μω­ρί­α ἐ­πι­βάλ­λε­ται χω­ρὶς νὰ ἔ­χει δι­α­πρα­χθεῖ κά­ποιο γνω­στὸ ἀ­δί­κη­μα. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τέ­χνη τοῦ Φρὰν­τς Κάφ­κα.

Στὴ βι­ο­γρα­φί­α του γιὰ τὸν Κάφ­κα (The Tremendous World I Have Inside my Head), ὁ Λού­ις Μπέγ­κλυ, ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους ἑρ­μη­νευ­τὲς τῆς ζω­ῆς του, ἰ­δί­ως τῶν σχέ­σε­ών του μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες, ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι ὁ Κάφ­κα «ἔ­γρα­ψε γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση». Σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἔ­ριχ Χέλ­λερ, ἡ γρα­φὴ τοῦ Κάφ­κα ὑ­πε­ρέ­βαι­νε «τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες πραγ­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις τῆς ἐ­πο­χῆς». Κα­νεὶς ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο, ὡ­στό­σο, δὲν μᾶς λέ­ει πῶς κα­τά­φε­ρε ὁ Κάφ­κα νὰ κά­νει αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα.

Ὁ Μπέν­γι­α­μιν, ὁ Μπέγ­κλυ, ὁ Χέλ­λερ, ὁ Φρην­τλαῖν­τερ καὶ ἄλ­λοι κρι­τι­κοὶ ποὺ θε­ω­ροῦν αὐ­το­νό­η­το τὸ με­γα­λεῖ­ο του, συμ­φω­νοῦν πὼς ὁ Κάφ­κα δὲν γί­νε­ται οὔ­τε νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ οὔ­τε νὰ κρι­θεῖ ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι λο­γο­τέ­χνες. Ὁ Μπέν­γι­α­μιν πί­στευ­ε πὼς «ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα συγ­κρο­τεῖ ἕ­ναν κώ­δι­κα ἀ­πὸ χει­ρο­νο­μί­ες ποὺ σί­γου­ρα δὲν εἶ­χαν ἐ­ξ ἀρ­χῆς κά­ποιο ὁ­ρι­στι­κὸ συμ­βο­λι­κὸ νό­η­μα γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας μᾶλ­λον προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἀ­πο­κο­μί­σει ἕ­να τέ­τοιο νό­η­μα ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς χει­ρο­νο­μί­ες σὲ συμ­φρα­ζό­με­να ποὺ ἄλ­λα­ζαν δι­αρ­κῶς καὶ σὲ πει­ρα­μα­τι­κὲς ὁ­μα­δο­ποι­ή­σεις».

«Στὴ μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Κάφ­κα», γρά­φει ὁ Φρην­τλαῖν­τερ, «ἡ Ἀ­λή­θει­α πα­ρα­μέ­νει ἀ­πρό­σι­τη καὶ πι­θα­νὸν δὲν ὑ­πάρ­χει». O Μπέγ­κλυ, σχο­λι­ά­ζον­τας ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὡς «Ὄν­τραν­τεκ» σὲ μιὰ ἄ­σκη­ση πέν­τε πα­ρα­γρά­φων τοῦ Κάφ­κα μὲ τί­τλο «Ἡ ἔ­γνοια τοῦ οἰ­κο­γε­νει­άρ­χη», γρά­φει: «Κά­ποια πράγ­μα­τα δὲν μπο­ροῦν νὰ ἐ­ξη­γη­θοῦν». Γιὰ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση, τὸ δι­α­ση­μό­τε­ρο ἀφήγημα τοῦ Κάφ­κα, ὁ Χέλ­λερ γρά­φει: «Ἀ­ψη­φᾶ κά­θε κα­θι­ε­ρω­μέ­νη δι­α­νο­η­τι­κὴ τά­ξη καὶ κά­θε οἰ­κεί­α μορ­φὴ κα­τα­νό­η­σης, κι ἔ­τσι ἐ­γεί­ρει ἐ­κεῖ­νο τὸ δι­α­νο­η­τι­κὸ ἄγ­χος ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ ἑρ­μη­νεῖ­ες μὲ λαί­μαρ­γο καὶ ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὸ τρό­πο». Στὴν κρι­τι­κή του στὸ TLS ὁ Τζο­σι­πο­βί­τσι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ση­μει­ώ­νει ὅ­τι ἔ­χουν πε­ρά­σει 100 χρό­νι­α ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ὁ Κάφ­κα ἔ­γρα­ψε τὴν Κρί­ση, προ­σθέ­τει: «Πι­θα­νὸν δὲν ἔ­χου­με πλη­σι­ά­σει στὸ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με αὐ­τὸ ἢ ὅ­ποιο ἄλ­λο ἔρ­γο τοῦ σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο τὸ εἶ­χαν πλη­σι­ά­σει οἱ πρῶ­τοι του ἀ­να­γνῶ­στες, οὔ­τε καὶ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ προσ­δο­κοῦ­με κά­τι τέ­τοιο».

Ὁ Κάφ­κα, μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, ἑ­ξαι­ρεῖ­ται τῆς κρι­τι­κῆς. Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α, τὸν Κάφ­κα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ τὸν ἐ­ξη­γή­σου­με ὁ­ρι­στι­κά, ἀλ­λὰ ἁ­πλῶς νὰ τὸν δι­α­βά­ζου­με, νὰ τὸν ἐ­κτι­μοῦ­με καὶ νὰ τὸν ξα­να­δι­α­βά­ζου­με ἕ­ω­ς ὅτου τὸ νό­η­μά του, μὲ κά­ποιον τρό­πο, μᾶς πλημ­μυ­ρί­σει. Τί γί­νε­ται ὅ­μως ἂν αὐ­τὸ τὸ νό­η­μα ἐμφανιστεῖ πα­ρα­δό­ξως στρε­βλό, στὶς μέ­ρες μας ἀ­κό­μα καὶ ξε­πε­ρα­σμέ­νο, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνί­α;

Ὅ­πως ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὁ Φρην­τλαῖν­τερ, ὁ Κάφ­κα ὡ­ρί­μα­σε ὡς γερ­μα­νό­φω­νος Ἑ­βραῖ­ος στὴν ἀν­τι­ση­μι­τι­κὴ Πρά­γα –δη­λα­δή, ἀ­νῆ­κε σὲ δύ­ο μει­ο­νό­τη­τε­ς– καὶ ὁ ἀν­τι­ση­μι­τι­σμὸς ἐ­πι­δει­νώ­θη­κε με­τὰ τὸν Α΄ Παγ­κό­σμι­ο Πό­λε­μο. Ὁ Κάφ­κα ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ κα­τέρ­ρε­ε ἡ Αὐ­στρο­ουγ­γρι­κὴ Αὐ­το­κρα­το­ρί­α, τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὁ Σίγ­κμουντ Φρό­υντ τό­νι­ζε τὸν κεν­τρι­κὸ ρό­λο τῆς σε­ξου­α­λι­κῆς ζω­ῆς στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­νά­πτυ­ξη. Ἀναφερόμενος στὴ ζέουσα πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, ὁ Μπέγ­κλυ πα­ρα­θέ­τει τὸν γερ­μα­νὸ κρι­τι­κὸ Βί­λυ Χά­ας: «Δὲν μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ ποιός ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νὰ τὸν κα­τα­λά­βει ἂν δὲν ἔ­χει γεν­νη­θεῖ στὴν Πρά­γα με­τα­ξὺ 1880 καὶ 1890».

Πολ­λά, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θει­α, δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως κα­τα­νο­η­τά. Ὁ Κάφ­κα, ποὺ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν πὼς βρί­σκε­ται ὑ­πὸ τὸν ζυ­γὸ τοῦ τυ­ραν­νι­κοῦ του πα­τέ­ρα, παρέ­μει­νε στὸ πα­τρι­κό του μέ­χρι τὰ 31 του. Ἐ­πέ­με­νε ὅ­τι ἡ δου­λειά του τὸν ἔ­πνι­γε, ἐν­τού­τοις τὴν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε μό­νον ὅ­ταν ἐ­ξα­ναγ­κά­στη­κε γιὰ λό­γους ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­πλα­νοῦ­σε τὶς γυ­ναῖ­κες –ὅ­πως τὴν ἄ­μοι­ρη Φε­λί­τσε Μπά­ου­ερ, τὴν ὁ­ποί­α ἀρ­ρα­βω­νι­ά­στη­κε δύ­ο φο­ρὲς μέ­σα σὲ δι­ά­στη­μα πολ­λῶν ἐ­τῶ­ν– δί­νον­τας ὑ­πο­σχέ­σεις γά­μου χω­ρὶς νὰ τὶς κρα­τᾶ.

Ὁ Κάφ­κα ἔνοι­ω­θε πὼς τὸ τα­λέν­το του βρί­σκε­ται «στὴν ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς ὀ­νει­ρι­κῆς, ἐ­σω­τε­ρι­κῆς μου ζω­ῆς». Ὅ­μως τὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­σο συγ­κλο­νι­στι­κὰ κι ἂν εἶ­ναι, δὲν εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὰ ἀ­πὸ αἰ­σθη­τι­κὴ ἄ­πο­ψη, ἰ­δί­ως ἔ­τσι ὅ­πως τε­λει­ώ­νουν. Ὁ ἴ­διος ὁ Κάφ­κα δὲν θε­ω­ροῦ­σε τὸ τέ­λος τῆς Με­τα­μόρ­φω­σης, τῆς ση­μαν­τι­κό­τε­ρης ἀφήγησής του, ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κό, καὶ ὄντως δὲν εἶ­ναι. Ἴ­σως γιὰ τὸν ἴ­διο λό­γο δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του: τὰ ὄ­νει­ρα, ἰ­δί­ως οἱ ἐ­φι­άλ­τες, χρει­ά­ζον­ται καλ­λι­τε­χνι­κὴ περάτωση. Ἕ­νας ἄλ­λος χα­ρα­κτή­ρας τοῦ Σίν­γκερ στὸ διήγημά του “Ἕνας φίλος τοῦ Κάφκα” λέ­ει γιὰ τὸν Πύρ­γο: «Πα­ρα­εῖ­ναι μακρὺς γιὰ ὄ­νει­ρο. Οἱ ἀλ­λη­γο­ρί­ες πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σύν­το­μες».

Ὅ­σο βλο­συ­ρὴ καὶ πέν­θι­μη κι ἂν εἶ­ναι ἡ μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Κάφ­κα, δὲν τῆς λεί­πουν ἐν­τε­λῶς τὸ χιοῦ­μορ καὶ οἱ κω­μι­κὲς στιγ­μὲς μέσα στὶς ζο­φε­ρὲς κα­τα­στά­σεις. Ἄ­λο­γα που πα­ρα­κο­λου­θοῦν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὶς ἀν­θρώ­πι­νες κα­τοι­κί­ες, ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐρ­γέ­νης ποὺ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦν ὣς τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του δυὸ μπά­λες ποὺ ἀ­να­πη­δοῦν – ἐν μέ­σω τοῦ τρό­μου δε­σπό­ζει τὸ πα­ρά­λο­γο. Ὅ­ταν κά­πο­τε διά­βα­σε τὸ πρῶ­το κε­φά­λαι­ο τῆς Δί­κης μπρο­στὰ σὲ κό­σμο, ὁ Κάφ­κα γέ­λα­σε μὲ τὴν κα­τά­στα­ση τοῦ κεν­τρι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Ὡ­στό­σο, ἡ κω­μω­δί­α δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ μᾶς μένει στὴ μνήμη ἀ­πὸ τοῦ­το τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἢ ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα ἔρ­γα τοῦ Κάφ­κα.

Ὁ Κάφ­κα πι­στώ­νε­ται μὲ προ­φη­τι­κὲς δυ­νά­μεις ἐ­πει­δὴ στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του Ἡ δί­κη καὶ Ὁ πύρ­γος προέβλεψε τὰ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ κα­θε­στῶ­τα ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν με­τὰ τὸν θά­να­τό του, ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­νο τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς Ἕ­νω­σης, μὲ τὸν αὐ­θαί­ρε­το, πα­ρα­νο­ϊ­κό, ἐ­ξον­τω­τι­κὸ –ναί, καφ­κι­κὸ– γρα­φει­ο­κρα­τι­κὸ μη­χα­νι­σμὸ τοῦ θα­νά­του. Σή­με­ρα ὡ­στό­σο, οἱ ἱ­στο­ρί­ες πε­ρὶ πα­τρι­κῆς τυ­ραν­νί­ας φέ­ρουν τὴν ὀ­σμὴ τοῦ ἑ­τοι­μο­θά­να­του δόγ­μα­τος τοῦ Σίγ­κμουντ Φρό­υντ – τὸ οἰ­δι­πό­δει­ο σύμ­πλεγ­μα καὶ ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ Κάφ­κα ἰ­σχυ­ρί­στη­κε ὅ­τι είχε κατᾶ νοῦν τὶς θε­ω­ρί­ες τοῦ Φρό­υντ ὅ­ταν ἔ­γρα­φε τὴ ρη­ξι­κέ­λευ­θη ἀφήγησή του κρί­ση, μὲ θέ­μα ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ κα­τα­δι­κά­ζει τὸν νεαρὸ γιό του σὲ θά­να­το μὲ πνιγ­μό, ὠ­θών­τας τον νὰ πη­δή­ξει ἀ­πὸ μιὰ γέ­φυ­ρα. Ὁ κεν­τρι­κὸς ρό­λος τῶν ὀ­νεί­ρων στὶς ἱ­στο­ρί­ες του ἀν­τα­να­κλᾶ ἐπίσης τὴ βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ Φρό­υντ γιὰ τὴ ση­μα­σί­α τῆς ὀ­νει­ρι­κῆς ζω­ῆς. Ἡ ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ φρο­ϋ­δι­σμοῦ καὶ ἡ ἄ­νο­δος τῆς φή­μης τοῦ Κάφ­κα κι­νή­θη­καν πα­ράλ­λη­λα, καὶ ὑ­πῆρ­χε λό­γος γι’ αὐ­τό. Ὁ Κάφ­κα δι­α­βά­ζε­ται σὰν μυ­θο­πλα­στι­κὸς Φρό­υντ. Ἡ φή­μη τοῦ Φρό­υντ βρί­σκε­ται πλέ­ον, καὶ ὀρ­θά, σὲ ρα­γδαί­α πτώ­ση, ἐ­νῶ ἡ φή­μη τοῦ Κάφ­κα κά­πως ἐ­πι­ζεῖ. Δί­χως πί­στη στὸν Φρό­υντ, οἱ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κάφ­κα χά­νουν ὅμως τὸ βά­ρος καὶ τὸ κύ­ρος τους.

Ὅ­λα αὐ­τὰ φέρ­νουν στὴν ἐ­πι­φά­νει­α τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἂν ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα εἶ­ναι ὄν­τως μεί­ζων συγ­γρα­φέ­ας. Οἱ με­γά­λοι ὑ­πο­στη­ρι­κτές του ἐ­πι­μέ­νουν πὼς εἶ­ναι, ἂν καὶ δὲν μπο­ροῦν νὰ ποῦν για­τί, καὶ ζη­τοῦν νὰ πά­ψει ἡ συμ­βα­τι­κὴ κρι­τι­κὴ τῆς γρα­φῆς του. Οἱ ἐ­πι­κρι­τές του, μιὰ ξε­χω­ρι­στὴ μει­ο­νό­τη­τα, νιώ­θουν πὼς ὁ Κάφ­κα μᾶς ἄ­φη­σε τὴ θλι­βε­ρὴ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χα­μέ­νης ψυ­χῆς ποὺ κα­τέ­στρε­ψε ὁ μον­τέρ­νος βί­ος. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Χέν­ρυ Τζέ­ημς στὸ δο­κί­μι­ό του γιὰ τὸν Τουρ­γκέ­νι­εφ, αὐ­τὸ που θέ­λου­με νὰ μά­θου­με ἀπὸ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι: «Τί νιώ­θει γιὰ τὴ ζω­ή;» Ὁ Κάφ­κα τὴ ζωὴ τὴν ἔ­βρι­σκε ἀ­φό­ρη­τα πε­ρί­πλο­κη, ἀπόλυτα τρο­μα­κτι­κή καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον θλι­βε­ρή, καὶ ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς τὴν πε­ρι­έ­γρα­ψε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του. Θὰ συμφωνήσουμε ἴσως ὅτι αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ἕ­ναν με­γά­λο συγ­γρα­φέ­α. Τὰ μυ­στή­ρι­α τῆς ζω­ῆς τοὺς με­γά­λους συγ­γρα­φεῖς τοὺς ἐντυπωσιάζουν, τὸν ἄ­μοι­ρο Φρὰντς Κάφ­κα ἁπλῶς τὸν συ­νέ­τρι­ψαν.

JOSEPH EPSTEIN

Πρώτη δημοσίευση: Νέο Πλανόδιον, τχ. 1, χειμώνας 2013-2014
Μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος

*

*