Φράνσις Μπέηκον και Γουίλιαμ Μπάροουζ: το σώμα δραπετεύει από το σώμα

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν φηµίζονται για τις λογοτεχνικές τους αξιώσεις, που δύσκολα θα µπορούσαν να συγκαταλεχτούν, όσο υποκειµενικά και αν αντιλαµβανόµαστε το γούστο, σε ό,τι θα λέγαµε «αριστουργήµατα» ‒ συµβαίνει, παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοια βιβλία να ανακινούν προβληµατισµούς υψηλής έντασης αντίστοιχους µε εκείνους που προκαλούν τα αριστουργήµατα. Τέτοιου είδους βιβλία διακρίνονται περισσότερο για την ορµή και το εσωτερικό τους σθένος, την υπόγεια αυτή µυστηριακή δύναµη που διατρέχει την αφήγηση, παρά για την ίδια την αφήγηση, η οποία ούτε σφιχτή δοµή έχει, ούτε µαρτυρά ένα σύνθετο ή πρωτότυπο αρχικό σχέδιο. Φαίνεται σαν όλα να ’ναι γραµµένα στο πόδι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι η Αδερφή του Γουίλλιαµ Μπάροουζ (Queer στο πρωτότυπο· πρώτη δηµοσίευση το 1985).[1] Κακό βιβλίο στον βαθµό που απουσιάζει ό,τι θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε ως προτέρηµα µιας καλής, ποιοτικής λογοτεχνίας: καµία φροντίδα στο χτίσιµο των χαρακτήρων, οι ήρωες πιο πολύ µοιάζουν µε σκιάχτρα παρά µε αυθύπαρκτες οντότητες· η πλοκή είναι απλοϊκή, προσχηµατική, σχεδόν δεν υπάρχει· η αφήγηση δεν προδίδει κανένα αρχικό πλάνο, κανένα πρότερο σχεδίασµα, απόδειξη ότι τα επιµέρους σηµεία είναι τόσο χαλαρά δεµένα µεταξύ τους, ώστε αν κάποιος αφαιρέσει ένα από τα κοµµάτια του δεν τρέχει και τίποτα· τα εκφραστικά µέσα, τέλος, και τα ρητορικά σχήµατα, διακριτικά γνωρίσµατα µιας υψηλής λογοτεχνικής κατάρτισης, έχουν ισχνότατη παρουσία, αλλά ακόµα και όταν εµφανίζονται δεν είναι παρά τεκµήρια µιας άτσαλης, αδέξιας αξιοποίησης.

Τι µένει λοιπόν; Μάλλον τίποτα. Τυχαίνει όμως αυτό το τίποτα να έχει τη σημασία του, αφού είναι ακριβώς αυτό το τίποτα που προσπαθεί να αφηγηθεί ο Μπάροουζ. Με την αφήγηση του τίποτα συµπίπτει και η θέληση για το τίποτα ‒ είναι οι δυο αρµοί που συνέχουν το έργο. Θέληση για τίποτα, θέληση για ανυπαρξία, τάση για αυτοκαταστροφή ‒ η παρουσία µετριέται στην απουσία, όχι το αντίστροφο. Κανένας χώρος για υπαρξιακές ανησυχίες, η έγνοια για το µέλλον, η νοσταλγία για το παρελθόν ‒ τίποτα από αυτά δεν υφίσταται, το µόνο που υπάρχει είναι ένα παρόν µετέωρο, αιωρούµενο ανάµεσα σε ύπαρξη και ανυπαρξία, ένα παρόν εµµενές, εκχωρηµένο, δυναστευµένο από την αναζήτηση εφήµερων ηδονών που σε δύο λέξεις βρίσκουν την επιβεβαίωσή τους: στην πρέζα και στο γαµήσι. Πρέζα και γαµήσι οριοθετούν την αφηγηµατική επικράτεια, ό,τι συµβαίνει στην Αδερφή πραγµατοποιείται εντός αυτού του θεµατικού πυρήνα: η αναζήτηση ναρκωτικών δίνει τη θέση της στον αγώνα για αποτοξίνωση· η σεξουαλική ικανοποίηση ακολουθείται από την επώδυνη στέρηση ‒ σαν µπαλάκι του πιγκ-πογκ ο αναγνώστης πηγαίνει πέρα δώθε, πότε στο ένα τερέν πότε στο άλλο, ανάλογα µε τα κέφια του αφηγητή. Για να υποστηριχθεί όµως ένα θέµα τόσο απαιτητικό ―η αφήγηση του τίποτα, η ιστορία του κενού― χρειάζονται και τα αντίστοιχα εκφραστικά µέσα ‒ ή, πιο σωστά, χρειάζεται και η αντίστοιχη απουσία των εκφραστικών µέσων. Η αφήγηση του τίποτα συµπίπτει µε τη θέληση για το τίποτα: «Έπασχε από την αρρώστια του θανάτου […] [ο] θάνατος ήταν µέσα σε κάθε κύτταρο του κορµιού του» (ό.π., σ. 39). Το τίποτα εκφράζεται µε την πανταχού παρουσία του θανάτου· ο θάνατος κυριαρχεί στο κείµενο του Μπάροουζ, το διαποτίζει σε τέτοιο βαθµό και µε τέτοια ένταση, ώστε να νοηµατοδοτεί την έλλειψη λογοτεχνικής επεξεργασίας της γλώσσας: η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια, εξευγενισµός, είναι η απόδειξη ότι κάτι ζωντανό υπάρχει και επιµένει ‒ εδώ τίποτα ζωντανό δεν υπάρχει, τίποτα ζωντανό δεν επιµένει, ο θάνατος τρώει σαν σαράκι τα εκφραστικά µέσα, τρώει σαν σαράκι την προσπάθεια της γλώσσας να πει οτιδήποτε το ουσιώδες, καµία µεταφορική χρήση της γλώσσας, τίποτα που να υποδηλώνει, σε ένα πρώτο τουλάχιστον επίπεδο, έναν στοχασµό πάνω στο πώς θα ειπωθεί κάτι· και πώς να ειπωθεί κάτι όταν δεν υπάρχει τίποτα να ειπωθεί;[2] Πώς να ειπωθεί το οτιδήποτε όταν ισχύει αυτό που παραδέχεται ο Λη, βασικός ήρωας του βιβλίου, ενώ λιµπίζεται τα γεµάτα ερωτική επιθυµία κορµιά νεαρών αγοριών; «Είµαι αποχωρισµένος από το σώµα µου. Για κάποιο λόγο δεν µπορώ να χρησιµοποιήσω το ίδιο µου το σώµα» (ό.π., σ. 116).

Αυτό που λέγεται λοιπόν δεν είναι λέξεις, δεν είναι προτάσεις εύτακτες, µεστές νοήµατος ‒ είναι το αποτέλεσµα της οµολογίας ότι «για κάποιο λόγο δεν µπορώ να χρησιµοποιήσω το σώµα µου», είναι οι συνέπειες της αποχώρησης από το σώμα, άρα ό,τι διαβάζουμε δεν είναι παρά ρόγχοι επιθανάτιοι, ακατάληπτα ψελλίσματα ενός ανδρείκελου, το οποίο καμώνεται ότι είναι άνθρωπος, ενώ τίποτα ανθρώπινο δεν έχει, αφού για να έχει κάτι το ανθρώπινο πρέπει να έχει σώµα, και σώµα οι ήρωες του Μπάροουζ δεν έχουν ‒ αντιθέτως, είναι όλοι τους ασώµατοι, απενσαρκωµένα ανθρωπόµορφα πλάσµατα που έχουν απωλέσει οποιοδήποτε νόηµα, οποιοδήποτε στόχο, οποιοδήποτε κινητήριο νήµα στην ύπαρξη τους. Από υπαρξιακή σκοπιά, οι ήρωες του Μπάροουζ θα λέγαµε ότι δεν υπάρχουν. Γιατί για να υπάρχεις πάει να πει ότι έχεις σώµα, και για να έχεις σώµα πάει να πει ότι είσαι ικανός να συγκροτήσεις ένα νόηµα για το σώµα, ότι είσαι ικανός, µε άλλα λόγια, να συγκροτήσεις τον ιδιάζοντα εκφραστικό πυρήνα µέσα από τον οποίο το σώµα εκφράζεται και σαρκώνεται ως τέτοιο. Αυτό που λείπει άρα από τα πλάσµατα του Μπάροουζ, είναι η εµπειρία του βιωµένου σώµατος, και από τη στιγµή που λείπει το σώµα ―η εµπειρία του σώµατος― επόµενο είναι να βρίσκονται σε µια κατάσταση ζωώδη, σε µία κατάσταση που θυµίζει εκείνο που ορίζει ο Ντελέζ ως συστατικό στοιχείο της ζωγραφικής του Μπέηκον: τις φιγούρες του Μπέηκον τις διαπερνάει µια «ζώνη µη διακριτικότητας»[3] ανάµεσα στον άνθρωπο και το ζώο. Στον Μπέηκον, η «ζώνη µη διακριτικότητας» εκφράζεται, µεταξύ άλλων, µέσα από την αποπροσωποποίηση των µορφών: κεφάλια, κρέας, ίνες, κόκαλα ‒ αυτά ζωγραφίζει ο Μπέηκον, ποτέ πρόσωπα. Για αυτό και γυροφέρνει σε κρεαταγορές και σε χασάπικα, αφού στις κρεµασµένες από τα τσιγκέλια γουρουνοκεφαλές, στις σπλήνες και στα πλευρά βρίσκει κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο. Έτσι και στον Μπάροουζ: το ενδιαφέρον δεν στρέφεται στο πρόσωπο, αλλά στις δυνάµεις που εξωθούν το πρόσωπο στην πνευµατική και υλική του απόσυρση, στις δυνάµεις που εξωθούν το σώµα στην εγκατάλειψή του. Ενώ όµως στον Μπέηκον η εγκατάλειψη του σώµατος επιφέρει µια έκρηξη της ύλης ―αιφνίδια ανάφλεξη: τα κόκαλα, οι ίνες, το κρέας, όλα τους εξέχουν― στον Μπάροουζ η απόσυρση αυτή εκφράζεται µε την υποχώρηση της γραφής και την παράδοση των εκφραστικών µέσων, µε την προήγηση ―θεµατικά και µορφολογικά― του κενού: ο Μπάροουζ αφαιρεί οτιδήποτε ζωτικό από το υλικό του κατασκευάζοντας απενσαρκωµένες, ασώµατες φιγούρες ―ήρωες χωρίς σώµα, γραφή χωρίς µορφή― προκειµένου να πετύχει κάτι που εν πρώτοις φαντάζει ακατόρθωτο: να φτιάξει λογοτεχνία από το τίποτα για το τίποτα.

Ιδωμένη από αυτό το πρίσμα η συγγένεια μεταξύ του Μπάροουζ και του Μπέηκον δικαιολογεί και την επιλογή το εξώφυλλο της έκδοσης στην οποία παραπέμπω ―εκδόσεις Πλέθρον― να κοσμεί το γνωστό έργο του Μπέηκον, µε τίτλο Τwo Figures on a Bed (1953), κάτι που ασφαλώς έχει τη σημασία του: το εξώφυλλο, όπως έχω δείξει και αλλού,[4] δεν είναι παρά µια προσπάθεια του βιβλίου να λέγει και να δείχνει ταυτόχρονα, και από αυτή την άποψη ο πίνακας του Μπέηκον δημιουργεί µια ατμόσφαιρα απόλυτα ταιριαστή µε εκείνη που διαπνέει το βιβλίο του Μπάροουζ. Στον πίνακα εικονίζονται δύο γυμνές ανδρικές φιγούρες, οι οποίες παλεύουν ―παλεύουν, ή µήπως αγκαλιάζονται;― σε ένα κρεβάτι µε ανακατωμένα σεντόνια ―σεντόνια, ή µήπως σάβανα;―, ενώ ο ένας άντρας, εκείνος που βρίσκεται από κάτω, φαίνεται σαν να κραυγάζει (οι φιγούρες του Μπέηκον πάντοτε κραυγάζουν, ποτέ δεν µιλούν). Οι µορφές του Μπάροουζ είναι οι µορφές του Μπέηκον: ανθρωπόζωα που δεν µιλάνε αλλά κραυγάζουν, που δεν έχουν πρόσωπα, αλλά φλέβες τρύπιες, µύες τσιτωµένους, κόκαλα σαρακοφαγωµένα, που για σώµα έχουν ένα σώµα παραµορφωµένο, ένα σώµα που πάσχει από τις υπόγειες ωθήσεις και παλεύει να δραπετεύσει τον ίδιο του τον εαυτό. Η µόνη δίοδος για διαφυγή, η µόνη σωτηρία, είναι από το ίδιο το σώµα: στον Μπέηκον το σώµα δραπετεύει από το στόµα, για αυτό και κραυγάζει, για αυτό ποτέ δε µιλά. Στον Μπάροουζ ανακαλύπτει και άλλες εξόδους:

«Το κορμί του αρχίζει να συσπάται κυρτώνοντας την κοιλιά προς το σαγόνι του. Στιγμή µε στιγμή οι σπασμοί του διαρκούν περισσότερο. “Γούιιιι!” φωνάζει το αγόρι, όλοι του οι μύες τσιτωμένοι, όλο του το κορμί πασχίζει να αδειάσει μέσα από την ψωλή του».[5]

Αυτό που μένει τελικά, αυτό που διαβάζουμε και βλέπουμε, είναι οι εναγώνιες προσπάθειες αυτής της δραπέτευσης, οι συνέπειες µιας εθελούσιας εγκατάλειψης.

ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗΣ ΝΙΚΟΣ

*


[1] William Burroughs, Αδερφή, (µτφρ: Αννίτα Μιχάλη), Αθήνα, Πλέθρον, 1998.
[2] Ή, όπως ωραία γράφει ο ποιητής: «[…] Και κάτω απ’ την αβρότατη επιφάνεια, / όχι πολύ βαθιά, δυο λέξεις µόνο / κάτω απ’ την επιφάνεια, το κτήνος, / το θνήσκον κτήνος – θέλει να γαµήσει, / αυτό µονάχα· όλα τ’ άλλα θα ’ναι φαντάσµατα του στερηµένου ανθρώπου, / σταυροφορίες στην οθόνη τ’ ουρανού. / Αν µείνει κάτι θα ’ναι το γαµήσι», βλ.: Διονύσης Καψάλης, Ο κρότος του χρόνου, Αθήνα, Άγρα, 2007, σ. 50.
[3] Gilles Deleuze, Φράνσις Μπέηκον. Η λογική της αίσθησης, (µτφρ.: Ροζαλί Σινοπούλου), Αθήνα, Πλέθρον, 2021.
[4] Βλ.: https://neoplanodion.gr/2021/04/13/nikos-sgouromallis-ta-eksofilla-kritiki-stasi/
[5] William Burroughs, Το γυµνό γεύµα, (µτφρ. Γ. Μπέτσος), Τόπος, Αθήνα, 2010, 106.

*