Gottfried Benn, Μετά τον Μηδενισμό

~ . ~

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Στις μελέτες και τις ομιλίες που παρουσιάζονται εδώ και οι οποίες διόλου δεν πραγματεύονται συστηματικά ένα κοινό θέμα, αλλά προήλθαν από τις πιο διαφορετικές αφορμές και ψυχικές διαθέσεις, βρίσκονται στο προσκήνιο, ως συνέπεια της στοχαστικής προτίμησης του συγγραφέα η οποία εξακολουθεί να προωθείται ολοένα προς μιαν εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση, δύο έννοιες: η έννοια της προοδευτικής εγκεφαλοποίησης και εκείνη του μηδενισμού. Σ’ αυτές αντιπαρατίθεται έπειτα, σε ορισμένα σημεία, η έννοια του εποικοδομητικού πνεύματος ως η έκφραση των δυνάμεων και αποπειρών να αντιταχθεί στις ληθαργοποιητικές τάσεις των εννοιών εκείνων. Έχομε ακόμη τη δύναμη, αναρωτιέται ο συγγραφέας, απέναντι στο επιστημονικά καθοριστικό κοσμοείδωλο, να επιβάλομε ένα Εγώ δημιουργικής ελευθερίας, έχομε ακόμη τη δύναμη, όχι με βάση οικονομικούς χιλιασμούς και πολιτικά μυθολογήματα, αλλά μέσα από την ισχύ της παλιάς δυτικής σκέψης, να διασπάσομε τον υλιστικό-μηχανιστικό μορφολογικό κόσμο, και με βάση μιαν ιδανικότητα που θέτει η ίδια τον εαυτό της και με ένα μέτρο που χαλιναγωγεί το ίδιο τον εαυτό του, να σχεδιάσομε τις εικόνες βαθύτερων κόσμων; Συνεπώς, εποικοδομητικό πνεύμα ως τονισμένη και συνειδητή αρχή εκτεταμένης απελευθέρωσης από κάθε υλισμό, ψυχολογικού, εξελικτικού, φυσικοεπιστημονικού, για να μην αναφέρομε διόλου κοινωνιολογικού είδους –, εποικοδομητικό πνεύμα ως το αληθινά ανθρωπολογικό ύφος, ως η αληθινή ουσία των ανθρωποειδών, η οποία αναπτυσσόμενη μυθοπλαστικά, αιώνια λαμπρυνόμενη μεταφορικά, ολοκλήρωσε την πορεία της ανθρωπότητας προς την μη πραγματικότητα του φωτός, τον φαντασιακό χαρακτήρα όλων των πραγμάτων, σε ένα είδος παιχνιδιού που εκτελείται  από μακριά ανάμεσα στα άστρα που ξεχύνουν τον χώρο και την απεραντοσύνη τους και στις ιδιοφυΐες του δικού τους στήθους και αναμειγνύοντας με τους ουρανούς και τις κολάσεις μεγάλων δημιουργικών ομάδων.

Όσον αφορά στις δύο αφετηριακές έννοιες, αυτές δεν μπορούν να χωριστούν, συνδέονται και οι δύο ως περιεχόμενο και χρονολογικά, και οι δύο υψώθηκαν μόλις τον περασμένο αιώνα στην ευρωπαϊκή συνείδηση, και μάλιστα ο πρώτος μόλις στο εντελώς πρόσφατο παρελθόν. Η έννοια τούτη της προοδευτικής εγκεφαλοποίησης προέρχεται από τη συνδυασμένη επιστήμη της Ανθρωπολογίας και της έρευνας του εγκεφάλου, τη διατύπωσε ο Φον Εκονόμο στη Βιέννη. Θέλει να πει ότι η ανθρωπότητα στη διάρκεια της ιστορίας της παρουσιάζει μια σαφώς αναγνωριζόμενη, αδιάκοπη ανάπτυξη της νοητικοποίησης, της εγκεφαλοποίησης. Το βιολογικό-οργανικό θεμέλιο της αντίληψης αυτής το παρουσίασα διεξοδικά και το πλαισίωσα προοπτικά σε ένα προηγούμενο βιβλίο μου, στη μελέτη «H δομή της προσωπικότητας». Για το ψυχολογικό τους αντίστοιχο, που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως ψύχρανση του Εγώ –πως η κατεύθυνση μεταβαίνει από την αψιθυμία [συναίσθημα] προς την έννοια («γνώση ως αψιθυμία»)– η «Ομιλία στην Ακαδημία» που δημοσιεύεται εδώ, περιλαμβάνει μερικές χαρακτηριστικές λεπτομέρειες.

Όσον αφορά στον μηδενισμό, είναι βέβαια γνωστά πολλά πράγματα γι’ αυτόν, μερικά σχετικά με την ιστορία της γένεσής του συνέβαλα στη μελέτη «Ο Γκαίτε και οι φυσικές επιστήμες». Από τη μελέτη αυτή βλέπομε ότι μια εποχή, στην οποία η δημιουργική ζωή του έθνους πραγματοποιόταν σε έναν κλειστό πνευματικό χώρο, που δεν διέσπασαν ούτε οι εσωτερικοί αγώνες των γενεών, ή των κοσμοθεωριών μεταξύ τους, καθώς παρέμενε αλώβητη πάνω από όλες τις μεταβολές μια πίστη, ένα αίσθημα, μια τέτοια εποχή φαίνεται ότι υπήρξε για τη Γερμανία ο 17ος και ο 18ος αιώνας, και τη βλέπομε να τελειώνει περίπου με τον θάνατο του Γκαίτε. Η πίστη ή το αίσθημα που βρισκόταν στην ανατολή της εποχής αυτής, λεγόταν: Θεός, εκείνο στο τέλος λεγόταν: Φύση. Αλλά μια φύση που η παράστασή της είχε διαμορφωθεί κάτω από την επιρροή του Λάιμπνιτς και του Σπινόζα. Φύση: ένα πανθεϊστικό Όλον, βέβαια ήδη ατομικοποιημένο ή, μάλλον, καθώς η έκφραση άτομο δεν υπήρχε ακόμη, δημιουργήθηκε μόλις το 1805 με τις χημικές έρευνες του Ντάλτον, ένα Όλον ήδη διαιρεμένο σε Μονάδες, αλλά η ανώτατη μονάδα λεγόταν ακόμη Θεός, και διαβάζομε βέβαια την έκφραση αυτή και στον Γκαίτε αρκετά συχνά. Ακόμη συχνότερα, ωστόσο, τη μη προσωπική συμπαντική έκφραση Φύση, που είναι η αληθινή του έκφραση, μιας Φύσης που την αισθάνεται ακόμη τελείως ανορθόλογα, τη χαιρετά λυρικά με στροφές στη σελήνη, για μιαν ακόμη φορά η παλιά καλυμμένη μητρική Φύση, δεν αποσπά κανείς από το σώμα της καμιά γνώση, λέει, είναι τα πάντα, της εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, ας με χειριστεί όπως θέλει, την υμνώ σε όλα τα έργα της-, και οι προτάσεις αυτές από τον «Ύμνο στη Φύση» του έτους 1782, που βρίσκονταν στο Tierfurter Journal, είναι κατά κάποιον τρόπο οι αποχαιρετιστήριοι λόγοι της Δύσης προς έναν κόσμο που εδώ και 2000 χρόνια, άρα από την ελληνική μυθολογία, τον αισθάνονταν ως έμψυχο, που θεωρούνταν ότι είναι γεμάτος θεούς σε δέντρα και πλάσματα και έχει δοθεί στους ανθρώπους.

Γύρω στην εποχή του θανάτου του Γκαίτε άρχισε η διάλυση του αισθήματος αυτού. Γεννήθηκε ένα κοσμοείδωλο από το οποίο έλειπε κάθε ένταση προς ένα επέκεινα, κάθε υποχρέωση απέναντι σε ένα Είναι έξω από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος έγινε η κορωνίδα της Δημιουργίας και ο πίθηκος το αγαπημένο του ζώο, με αυτόν μπόρεσε τώρα να επιβεβαιώσει φυλογενετικά μέχρι ποια λαμπρότητα είχε ισχυροποιηθεί μέσα από τον μεταβολισμό δύναμης και ύλης. Δύο ημερομηνίες έχουν στην πορεία αυτή εξαιρετική σημασία, αυτές προσδίδουν στον νέο αιώνα τη χρονολογική του βάση και στην αλήθεια του την υποτιθέμενη στερεότητά της. Η πρώτη ημερομηνία είναι η 23η Ιουλίου 1847, είναι η ημερομηνία της συνεδρίασης εκείνης στη Φυσική Εταιρεία του Βερολίνου, στην οποία ο Χέλμχολτς θεμελίωσε μηχανικά το πρόβλημα της διατήρησης της ορμής που είχε θέσει ο Ρόμπερτ Μάγιερ  και το καθιέρωσε ως γενικό φυσικό νόμο. Την ημέρα αυτή ξεκίνησε η αντίληψη για τη δυνατότητα πλήρους κατανόησης του κόσμου, της κατανόησής του ως μηχανισμού. Η ημερομηνία αυτή είναι ακριβώς το ίδιο κοσμοϊστορική όπως μια προηγούμενη που εξακολουθεί να ζει ανάμεσά μας με «προ» και «μετά» [π.Χ., μ.Χ.]. Ας αντιληφθούμε ότι μέχρι την ημέρα αυτή ο κόσμος δεν γινόταν κατανοητός για την ανθρωπότητα, αλλά βιωνόταν, ότι δεν τον προσεγγίζαμε, υπολογίζαμε μαθηματικά-φυσικοεπιστημονικά, αλλά τον αισθανόμαστε, βιώναμε ως χάρισμα της Δημιουργίας, τον εκλαμβάναμε ως έκφραση του υπέργειου. Για να κάνομε το πράγμα τελείως σαφές: ο Γκαίτε είχε πει: «Με το βίωμα τα καταφέρνει ήδη αρκετά αυθεντικά ο άνθρωπος στον κόσμο, δεν χρειάζεται να τον ξεπερνά κιόλας επιπλέον εννοιολογικά» – τώρα άρχισε το εννοιολογικό ξεπέρασμα, άρχισε η σύγχρονη Φυσική.

Η δεύτερη χρονολογία είναι το έτος 1859, η δημοσίευση της δαρβινικής θεωρίας.

ΓΚΟΤΤΦΡΗΝΤ ΜΠΕΝ
Nach dem Nihilismus (1932)

© Για το ελληνικό κείμενο:
Κώστας Ανδρουλιδάκης (2022)

*