Η αρχαιολογία μιας ζωής: Μνήμη, ίχνη και κινούμενα στρώματα στο «Trains of Thought»

*

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΣΝΑΚΗΣ

~.~

Από το χώμα στη σελίδα: Μια στήλη λογοτεχνικών δοκιμίων όπου το βλέμμα του αρχαιολόγου μπορεί να γίνει και τρόπος ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Η αρχαιολογική υπομονή μαθαίνει το μάτι να προσέχει το μικρό και το συγκεκριμένο, να αναγνωρίζει τη σημασία ενός ευρήματος μέσα στη θέση και στις σχέσεις του, να διακρίνει χρονικές αλληλουχίες, να σέβεται τα κενά και να μην αφήνει την ερμηνεία να απομακρύνεται τόσο ώστε να χάσει το ίχνος που την προκάλεσε. Κάπως έτσι διαβάζονται εδώ και τα λογοτεχνικά έργα, μια λέξη, μια χειρονομία, ένας ήχος, ένα αντικείμενο, μια μετατόπιση της οπτικής γωνίας ή μια επανάληψη που επιστρέφει ύστερα από πολλές σελίδες μπορούν να λειτουργήσουν ως ευρήματα και να φωτίσουν την αρχιτεκτονική της αφήγησης ενός ολόκληρου έργου. Η λογοτεχνική σελίδα αποκτά έτσι τη δική της στρωματογραφία και η ανάγνωση κάτι από την πειθαρχία και τη συγκίνηση της ανασκαφής, από το μικρό εύρημα προς τη μορφή, από το ίχνος προς το νόημα.

///

Το Trains of Thought: Memories of a Stateless Youth (2002), το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Victor Brombert, επιστρέφει στην παιδική ηλικία, στην εξορία, στον πόλεμο και στα χρόνια κατά τα οποία διαμορφώθηκαν ο αναγνώστης και ο μελλοντικός πανεπιστημιακός δάσκαλος. Τη βιογραφική πορεία διασχίζει η μνήμη, με τις αιφνίδιες συνδέσεις της, τις επιστροφές, τις παρεκβάσεις και τις ύστερες αναθεωρήσεις του παρελθόντος. Έτσι το βιβλίο υπερβαίνει τα όρια μιας αυτοβιογραφίας: ερευνά πώς οι τόποι, τα βιβλία, οι εικόνες και οι εμπειρίες φυλάσσουν, μετακινούν και μεταμορφώνουν τα διαδοχικά στρώματα μιας ζωής.

Μια αυτοβιογραφία σε κινούμενο έδαφος

Η προηγούμενη διαδρομή σταματούσε μπροστά στην «αρχαιολογία μιας ζωής», την εικόνα μέσα στην οποία η εκλεκτική συγγένεια που ένιωθα με τον τρόπο ανάγνωσης του Victor Brombert αποκτούσε σχεδόν κυριολεκτική μορφή. Τώρα μπαίνουμε στο εσωτερικό της. Το Trains of Thought: Memories of a Stateless Youth απλώνει αυτή την εικόνα επάνω σε έναν ολόκληρο βίο. Το υλικό θα αρκούσε για μια μεγάλη ιστορική αφήγηση: η παιδική ηλικία ενός νέου χωρίς ιθαγένεια στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, το Παρίσι της δεκαετίας του 1930, η κατάρρευση της Γαλλίας, η προσφυγιά, η φυγή στην Αμερική, η επιστροφή στην Ευρώπη με τον αμερικανικό στρατό, η Νορμανδία, η απελευθέρωση του Παρισιού, η Γερμανία και, στο βάθος, η είσοδος στον αμερικανικό πανεπιστημιακό κόσμο. Η χρονολογία δίνει τον διακριτικό σκελετό. Την κίνηση τη δίνει η μνήμη. Επιστρέφει, ανακόπτεται, αφήνει κενά, επιμένει εκεί όπου κανείς θα περίμενε τη λήθη. Το έδαφος μού είναι οικείο, μόνο που τώρα η ανάγνωση ανασκάπτει έναν βίο.

Μια διαδρομή χάνεται ολόκληρη. Μια μυρωδιά αντέχει εξήντα χρόνια. Ένας τόπος επιστρέφει σε διαφορετικές ηλικίες, μια φωτογραφία γεννά αμφιβολία, ένα βιβλίο ή ένας πίνακας εγκαθίσταται πάνω σε μια παλαιότερη εμπειρία και αλλάζει τον τρόπο της ανάκλησής της. Η αυτοβιογραφία του Brombert θυμίζει έτσι πεδίο ανομοιόμορφης διατήρησης: τα κατάλοιπα προέρχονται από διαφορετικές εποχές, φέρουν μεταγενέστερες επεμβάσεις και απαιτούν κάθε φορά νέα εκτίμηση. Η αναλογία αποκτά ιδιαίτερη ακρίβεια, επειδή γεννιέται μέσα στο ίδιο το βιβλίο. Διαβάζοντας στη Ρώμη τη Vie de Henry Brulard, ο Brombert θα αντιληφθεί αργότερα ότι ο Stendhal, καθώς κοιτά από το Gianicolo τα ιστορικά στρώματα της πόλης και το πανόραμα της ζωής του, ασκεί μια μορφή αρχαιολογίας του εαυτού. Ύστερα η εικόνα μεταφέρεται στη La Muette. Εκεί έχουν αφήσει τα ίχνη τους περισσότερες από μία ηλικίες της δικής του ζωής.

Η La Muette και η αλήθεια των στρωμάτων

Η La Muette συμπυκνώνει αυτή την αντίληψη της μνήμης με θαυμαστή οικονομία. Παιδικές και εφηβικές συναντήσεις, παιχνίδια, περίπατοι, φιλιά, νεανικές φαντασιώσεις. Όλα εκεί. Χρόνια αργότερα ο Brombert επιστρέφει με αμερικανική στρατιωτική στολή, μέσα στην απελευθερωμένη πόλη, και συνδέει τον ίδιο τόπο με την Yvette, καθώς και με έναν εαυτό που η προσφυγιά και ο πόλεμος έχουν ήδη σημαδέψει. Θα περάσει ξανά από τη La Muette πολύ αργότερα, πηγαίνοντας προς το Musée Marmottan και κουβαλώντας όλον τον χρόνο που μεσολάβησε, και θα γράψει ότι ακόμη και το όνομα μοιάζει με αρχαιολογικό χώρο. Τέσσερις ηλικίες, ένας τόπος: ο μαθητής, ο έφηβος, ο στρατιώτης και ο ηλικιωμένος επισκέπτης συνυπάρχουν σαν διαδοχικές φάσεις που εξακολουθούν να διεκδικούν παρουσία.

Ποιο από αυτά τα στρώματα κρατά την αλήθεια; Εδώ συγκεντρώνεται η δύναμη του χωρίου. Η επιστροφή ανασύρει περισσότερους από έναν εαυτούς, και ο καθένας έχει τη δική του ιστορική και συναισθηματική θερμοκρασία. Η αρχαιολογική μεταφορά λεπταίνει: η αναζήτηση του παρελθόντος οδηγεί στη συνύπαρξη των διαδοχικών εαυτών περισσότερο παρά σε μια τελική αποκατάσταση. Τα στρώματα χάνονται, ξαναβγαίνουν στο φως, προσφέρουν τα ερείπιά τους σε μια νέα οικοδόμηση. Η ταυτότητα παύει τότε να μοιάζει με σταθερό αντικείμενο κρυμμένο στο βάθος. Γεννιέται ανάμεσα στις φάσεις, στην απόσταση και στην οικειότητα με τις οποίες ο άνθρωπος που θυμάται κοιτά τον άνθρωπο που υπήρξε. Ένας εαυτός κοιτάζει έναν άλλον. Και οι δύο λένε εγώ.

Γι’ αυτό ο Stendhal αποκτά τέτοια σημασία. Στη Ρώμη του 1950, ο νεαρός Brombert αγάπησε στη Vie de Henry Brulard την ομορφιά της ανάμνησης και την ευθραυστότητα των προνομιακών στιγμών. Πολλά χρόνια αργότερα, η επανάγνωση των ίδιων σελίδων τού αποκάλυψε την απόσταση ανάμεσα στο ζην και στο αφηγείσθαι, μαζί με την κατασκευαστική διάσταση κάθε αυτοβιογραφίας. Η αρχαιολογία αγγίζει λοιπόν δύο πεδία συγχρόνως: το υλικό της μνήμης και την εργασία της αφήγησης, η οποία ταξινομεί, συνδέει και εκθέτει εκ των υστέρων τα ευρήματά της. Το εύρημα φέρει ήδη το βλέμμα που το ανέσυρε.

Κενά, τεκμήρια και η αναξιοπιστία της μαρτυρίας

Σε μια τέτοια αρχαιολογία η απώλεια ανήκει στο υλικό. Κατά τη μεγάλη φυγή του 1940, ο Brombert αδυνατεί να ανασύρει από τη μνήμη του το μέσο με το οποίο η οικογένεια έφτασε αρχικά από τη Deauville στο Παρίσι. Ίσως ταξίδεψαν με τρένο. Το υποθέτει και αφήνει την υπόθεση μετέωρη. Στο Biarritz επαναλαμβάνει την ίδια πράξη ειλικρίνειας: αγνοεί το κατάλυμά τους, όπως και την ακριβή στιγμή της επανένωσης με την οικογένεια του ξαδέλφου του. Τι επέζησε; Η μικρή πληγή της εφηβικής ματαιοδοξίας, σχεδόν κωμικά καθαρή, όταν η εντυπωσιακή εξαδέλφη του Mousia έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για τη μητέρα του και ελάχιστη προσοχή στον ίδιο. Η Ιστορία ζυγίζει με μία κλίμακα. Η μνήμη με άλλη.

Η υπερβολική καθαρότητα απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη αυτοπειθαρχία. Στην αγωνιώδη αναζήτηση βίζας στη νοτιοδυτική Γαλλία, ο Brombert θυμάται τον ηθοποιό Marcel Dalio μέσα σε μια ουρά. Σχεδόν βλέπει τις σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του. Κι όμως, η ώριμη κριτική συνείδηση σταματά μπροστά στην ίδια της την εικόνα και αμφιβάλλει για την παρουσία του Dalio στη συγκεκριμένη σκηνή. Μια πληροφορία που άκουσε αργότερα είχε πιθανώς αποκτήσει τη ζωηρότητα προσωπικής ανάμνησης. Η αισθητηριακή ένταση χωρίζεται έτσι από την ιστορική ασφάλεια. Εδώ αναγνωρίζω την αυστηρότητα κάθε σοβαρής έρευνας: ο αφηγητής εξετάζει τον εαυτό του ως μάρτυρα και του επιβάλλει την επιφύλαξη που θα απαιτούσε από κάθε άλλη μαρτυρία.

Αυτή η στάση βρίσκει παράξενο αντίλαλο στην πολεμική του υπηρεσία. Ως μέλος στρατιωτικής μονάδας πληροφοριών, ο Brombert συγκέντρωνε από τους κατοίκους στοιχεία για γερμανικές θέσεις, ναρκοθετημένους δρόμους και κινήσεις στρατευμάτων. Εκεί έμαθε στην πράξη την «unreliability of testimony», την αναξιοπιστία της μαρτυρίας που γεννούν ο φόβος, η ελλιπής γνώση, η σύγχυση ή απλώς η επιθυμία του πληροφοριοδότη να φανεί χρήσιμος. Το μάθημα επιστρέφει. Γερμανικά κινηματογραφικά επίκαιρα δείχνουν έναν αιχμάλωτο Αμερικανό τόσο όμοιο με τον Brombert, ώστε η οικογένεια, οι φίλοι και οι ειδικοί πείθονται για την ταύτιση. Ο άνθρωπος είναι άλλος. Ένα γνήσιο τεκμήριο οδήγησε σε λανθασμένη ερμηνεία. Η εικόνα διέσωσε μια πραγματική στιγμή. Το βλέμμα χρειάζεται ακόμη έλεγχο.

Η υλικότητα της μνήμης

Μέσα στις μεγάλες απώλειες, ορισμένες αισθήσεις επιμένουν με παράδοξη δύναμη. Από το ασφυκτικά γεμάτο τρένο που διέσχιζε την Ισπανία προς τη Μαδρίτη, καθώς η οικογένεια προσπαθούσε να διαφύγει στην Αμερική, ο Brombert κράτησε τη μυρωδιά του κουπέ: ένα θερμοκήπιο ιδρώτα μέσα στη ζέστη. Από τη Deauville του 1939 κράτησε τα νυχτερινά περπατήματα με τη Dani, τα ενωμένα χέρια, τη μυρωδιά των μαλλιών της. Σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα είναι ακόμη εκεί. Ύστερα έρχεται η γνώση ότι η κοπέλα και το μικρό παιδί της δολοφονήθηκαν στο Auschwitz και εγκαθίσταται πάνω στο πρώτο αισθητηριακό ίχνος, φορτώνοντάς το με μια αλήθεια αδιανόητη για τον νεαρό που περπατούσε μαζί της στην παραλία. Εδώ η Ιστορία αποκτά το βάρος της μέσα από κάτι απειροελάχιστο και τρυφερό: μια μυρωδιά.

Η ίδια υλικότητα επιστρέφει σε μικρότερη κλίμακα. Ο τόνος της φωνής του πατέρα. Η μυρωδιά του αρτοποιείου στον δρόμο προς το lycée. Οι βόλοι στην τσέπη, η υγρή επιφάνεια της αυλής, η πίεση της πένας πάνω στο χαρτί, ο γρατζουνιστός ήχος της μύτης, τα μελανοδοχεία, τα πολύχρωμα χαρτιά στο γραφείο. Ο ηλικιωμένος ακαδημαϊκός αναρωτιέται, με τρυφερή ειρωνεία, μήπως αυτές ακριβώς οι σωματικές απολαύσεις εξηγούν την επίμονη αγάπη του για τη χειρόγραφη γραφή και την απροθυμία του να παραδοθεί ολοκληρωτικά στον επεξεργαστή κειμένου. Μια ολόκληρη συγγραφική ζωή μπορεί να ριζώνει εκεί, στον ήχο μιας πένας και στη χαρά των ειδών χαρτοπωλείου. Μικρή αιτία, μακρά διάρκεια.

Οι πολεμικές αναμνήσεις σχηματίζουν άλλη στρωματογραφία: αιχμηρές εικόνες, μεγάλες περιοχές αοριστίας. Ο Brombert περιγράφει τη Νορμανδία ως ακολουθία στιγμών που επικαλύπτονται, σχεδόν σαν φωτογραφίες διπλής έκθεσης. Ο φόβος χαράζει ορισμένα σημεία βαθιά και αφήνει ανάμεσά τους εκτεταμένα κενά. Η μορφή του βιβλίου διατηρεί αυτή την ασυνέχεια και αρνείται να εξομαλύνει τον πόλεμο σε σειρά ηρωικών επεισοδίων. Η καθαρότερη απόδειξη έρχεται με την επιστροφή στο σπίτι. Τη μεγάλη σκηνή που ο νεαρός φανταζόταν επί χρόνια διαδέχονται αγκαλιές, στρατιωτική γραφειοκρατία, συζητήσεις για χρήματα, αρρώστιες και οικογενειακές υποχρεώσεις. Τόσο απλά. Τόσο αμήχανα. Ο ώριμος αφηγητής κρατά χαμηλή τη δραματική θερμοκρασία. Η κοινοτοπία και η αμηχανία ανήκουν στην αλήθεια της σκηνής, ενώ η αυτοειρωνεία προστατεύει τη μνήμη από τη ρητορική επιτήδευση.

Η τέχνη μέσα στη στρωματογραφία

Η αρχαιολογική εικόνα περιπλέκεται όταν ο Brombert ρωτά τι ακριβώς επιστρέφει σε κάθε πράξη ενθύμησης. Το γεγονός; Η εικόνα του; Ή οι προηγούμενες φορές κατά τις οποίες το γεγονός είχε ήδη ανακληθεί; Μια παλιά φωτογραφία μπορεί να οδηγήσει και στα τρία. Τα παλιά σιδηροδρομικά ταξίδια, πάλι, έχουν περάσει μέσα από τη μακρά κατεργασία της νοσταλγίας, που λειαίνει τη βαρεμάρα, τις μικρές αγωνίες, τις ατέλειες. Η μνήμη επιστρέφει στην αρχική στιγμή και συγχρόνως στην ιστορία των προηγούμενων επιστροφών της. Στην υλική στρωματογραφία ο αρχαιολόγος μπορεί να ελπίζει σε ένα σχετικά αδιατάρακτο παλαιότερο στρώμα. Στη μνήμη η ίδια η αναζήτηση αγγίζει και μεταβάλλει το υλικό της. Κάθε ανάκληση αφήνει ίχνος.

Τα μεταγενέστερα στρώματα αποτελούνται σε μεγάλη έκταση από βιβλία, πίνακες, κινηματογραφικές εικόνες και μουσική. Κοιτάζοντας τη Gare Saint-Lazare του Monet, ο Brombert αισθάνεται κύματα αναγνώρισης: η ζωγραφική εικόνα ανασύρει την παιδική εμπειρία του σταθμού, τη ρακέτα του τένις, την ευφορία της αναχώρησης, ακόμη και την κατήφεια για τα ιδιαίτερα μαθήματα του καλοκαιριού. Ο πίνακας μπαίνει στην παλαιότερη εμπειρία και της ξαναδίνει μορφή. Στο κατεστραμμένο Βερολίνο του 1945, το Fidelio του Beethoven προσφέρει ένα πυκνότερο παράδειγμα. Η χορωδία των φυλακισμένων και η λέξη Freiheit ενώνονται για πάντα με τα στρατόπεδα, τα βαγόνια και τα συρματοπλέγματα. Έκτοτε κάθε ακρόαση κουβαλά εκείνη τη νύχτα. Η τέχνη έχει εισέλθει στη στρωματογραφία της ζωής: ξαναδιαβάζει την εμπειρία και συγχρόνως δέχεται από αυτήν μια νέα σημασία.

Το βάθος και η κίνηση

Η αρχαιολογία προσφέρει στο Trains of Thought το βάθος. Τα τρένα, την κίνηση. Ο τίτλος ενεργοποιεί τη διπλή σημασία της λέξης train: μέσο μετακίνησης και ακολουθία σκέψεων, μαζί με την έλξη, τη σύνδεση, τη μεταφορά. Ο Brombert παρατηρεί ότι οι παρεκβάσεις μπορούν να λειτουργούν ως συνδέσεις και ότι ο ταξιδιώτης της μνήμης κατοικεί συχνά σε περισσότερους από έναν τόπους την ίδια στιγμή. Τα στρώματα δείχνουν πώς οι εποχές μιας ζωής παραμένουν η μία μέσα στην άλλη. Τα τρένα αποκαλύπτουν τη συνεχή κίνηση της μνήμης ανάμεσά τους. Βάθος και διαδρομή. Ακινησία του ίχνους, ταχύτητα της ανάκλησης.

Στο τέλος του προλόγου, ο Brombert δηλώνει την προτίμησή του για «the instability of the shuttle», την αστάθεια της παλινδρομικής κίνησης που αφήνει το τοπίο να περνά και συγχρόνως προσπαθεί να το κρατήσει για λίγο. Η αυτοβιογραφία γίνεται έτσι κίνηση ανάμεσα στα στρώματα, μια απόπειρα να διατηρηθούν οι αισθήσεις του παρελθόντος και του παρόντος μέσα στη ρευστότητά τους. Η La Muette είναι παιδική ηλικία, εφηβεία, πόλεμος, ύστερη επιστροφή. Το τρένο σημαίνει διακοπές, φυγή, σωτηρία, εκτοπισμό, θάνατο. Η ίδια λογοτεχνική σελίδα αγαπιέται στα είκοσι επτά για έναν λόγο και φωτίζεται στα εβδομήντα από μια άλλη εμπειρία του χρόνου. Ο Brombert κρατά την εμπειρία σε κίνηση. Αναβάλλει την οριστική εξήγηση, επειδή εκείνη θα ακινητοποιούσε τη ζωντανή σχέση ανάμεσα στους παλιούς και στους νέους εαυτούς.

Η ουσιαστικότερη ιδιομορφία αυτής της αρχαιολογίας κρύβεται στη θέση του ανασκαφέα. Ο άνθρωπος που ερευνά ανήκει ο ίδιος στη στρωματογραφία. Τον έχουν πλάσει όσα θυμάται, οι προηγούμενες αφηγήσεις τους, τα βιβλία που διάβασε στο μεταξύ, οι άνθρωποι που χάθηκαν, όσα έμαθε πολύ αργότερα για τη μοίρα τους. Κάθε νέα ανάκληση προσθέτει το δικό της λεπτό στρώμα πάνω στο υλικό. Εδώ παίρνει καθαρή μορφή η πρώτη από τις τρεις μαθητείες: ο Brombert συνδέει την ακρίβεια της προσοχής με την επιφύλαξη απέναντι στην ίδια την εικόνα. Θυμάται. Συγκρίνει. Αφήνει το κενό ορατό, αναγνωρίζει τη μεταγενέστερη κατασκευή μιας εικόνας, διασώζει τη χαμηλή θερμοκρασία μιας σκηνής που η αναδρομική αφήγηση θα μπορούσε εύκολα να εξωραΐσει. Η προσοχή γίνεται συγχρόνως μέθοδος και ηθική.

Όσο προχωρεί η ανασκαφή, τόσο δυσκολότερα ξεχωρίζει η μνήμη της ζωής από τη μνήμη των βιβλίων που εγκαταστάθηκαν πάνω της. Ένας πίνακας αλλάζει την όψη ενός παλιού σταθμού. Μια μουσική φράση κρατά μέσα της το Βερολίνο του 1945. Μια σελίδα του Stendhal φωτίζεται αλλιώς, όταν εκείνος που την ξαναδιαβάζει έχει ήδη γεράσει. Κάπου εδώ, μέσα στη στρωματογραφία, σχηματίζεται μια δεύτερη βιογραφία. Έχει λιγότερο θέαμα από την προσφυγιά και τον πόλεμο, ίσως όμως καθορίζει εξίσου βαθιά τη ζωή: είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που μαθαίνει να διαβάζει. Έτσι η αρχαιολογία μιας ζωής καταλήγει σε αρχαιολογία της ανάγνωσης. Το ένα βάθος ανοίγει μέσα στο άλλο. Από τα στρώματα μιας ζωής αναδύεται τώρα το επόμενο ερώτημα: πώς γεννιέται ένας αναγνώστης;

Βιβλιογραφική αναφορά
Brombert, Victor. Trains of Thought: Memories of a Stateless Youth. New York: W. W. Norton & Company, 2002.

*

*

*