*
της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
~.~
[…] Πού να τοποθετήσω τον εαυτό μου
Σε ποιο σταυροδρόμι, σε ποιο σκαλί.
Μέσα στη νύχτα θα κλείσω την πόρτα
Ν’ αφήσω έξω τη συνείδησή μου.
Ένας ανεμοστρόβιλος θα έχει πάρει την ψυχή μου
Ένας κακός αέρας σφυρίζοντας θυμωμένα
Θ’ αναβοσβήνει με πείσμα χιλιάδες κεριά.
Το φάντασμά μου με άσπρο χιτώνα στη σκοτεινιά
Με παγωμένα δάχτυλα θα χορεύει στον κατατρεγμό
Κι εγώ θα μένω εδώ άσπιλο αστέρι στη μοναξιά
Ασάλευτος στην αιωνιότητα της προσμονής μου […].
Γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου του 1920 στην Αθήνα, με το πατρικό του σπίτι να βρίσκεται κάτω από την Ακρόπολη. Ο πατέρας του, Σταμάτης, γνωστός έμπορος, μαζί με τα αδέρφια του, ίδρυσαν και εδραίωσαν στον Ασπρόπυργο την τσιμεντοβιομηχανία «Χάλυψ».
Κι όμως έχουμε αφήσει στο κλείσιμο του σπιτιού
Ένα σωρό νωπές έγνοιες
σαν φύλλα τριανταφυλλιάς
Ένα σωρό αναμνήσεις
σαν άδεια βαρέλια
Και προχωρούμε χωρίς υποταγή
χωρίς ανταπόκριση
Πιο μακριά κι από το σύνορο της καρδιάς μας
Φορώντας τη συνήθεια λοξά καθώς
τ’ απογευματινό μας χαμόγελο
Στο πάνε κι έλα αδιάκοπα μ’ επιμονή
σ’ αυτή εδώ τη πλατεία
Προχωρούμε
Τα φώτα δεν είναι πολλά κι όμως δεν είναι λίγα
Κι έτσι καθώς οι καθημερινοί άνθρωποι σωπαίνουν
Δαγκώνοντας την άκρη από τα τελευταία μισόλογα
Ξαναγράφεται ίδια πάλι μια ιστορία αδιάκοπα
Χωρίς παραλλαγές ‒ τίποτα πάνω τίποτα κάτω
Χωρίς βεβαιότητα
Προχωρούμε…
Στα χρόνια του Δημοτικού και του Γυμνασίου φοίτησε στο Λεόντειο Λύκειο και ολοκλήρωσε τις τελευταίες τάξεις στα Εξάρχεια, όπου και πήρε το απολυτήριό του. Το 1939, με την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μπήκε με εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες, και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1965. Έπειτα διορίστηκε συμβολαιογράφος με έδρα την Κηφισιά.
Έζησες εξόριστος μέσα στην πολιτεία
Μοναχικέ άνθρωπε ‒ συμπατριώτη της σιωπής
Μες στις πυκνοκατοικημένες ώρες της εποχής μας
Φέρνοντας απ’ τη μακρινή σου περιπέτεια
Το τελευταίο τραγούδι του πεθαμένου κύκνου
Οι γιορτινές ημέρες είναι παγερές σαν από μέταλλο
Σπίτια ερμητικά κλεισμένα δίχως τετράγωνα φώτα
Χωρίς υποψία καθημερινής συλλογής
Είναι πολύ καθημερινές οι μεγάλες ανησυχίες
Σ’ ένα απογευματινό περίπατο στον Εθνικό κήπο
Κι εσύ περπατάς μαζί με την ατέλειωτη ιστορία
Σπίρτα τσιγάρα και τον Μαγιακόφσκυ συντροφιά
Οι συνηθισμένες μέρες είναι διασκέδαση των βιαστικών ανθρώπων
Καθώς το ύφος της σιωπής σε μια παύση των τζιτζικιών
Στις μεσημεριάτικες πιπεριές της λεωφόρου
Κατακόρυφο το απόγευμα σε οριζόντια χαμόγελα
Και δρόμους μακρινούς που οι άνθρωποι περνάνε απλοί
Ζωή χωρίς προσποίηση όσο γίνεται πιο απλή
Ποίηση χωρίς ιδέες όσο γίνεται πιο γυμνή
Η παρατημένη πέτρα στη μέση του δρόμου είναι μια περιπέτεια […]
~.~
Από τα πρώτα μου τα μαθητικά αιστάνθηκα να με παρωθεί μια κλίση προς τα γράμματα και από τις πρώτες γυμνασιακές τάξεις στο Λεόντειο, ένιωσα την ανάγκη να εκφραστώ με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Εκεί, ο Φρερ Νικολά, με την ευκαιρία κάποιων αδέξιων στίχων, που φαίνεται όμως τον είχαν εντυπωσιάσει, άκουσα να λέει για μένα τα μαγικά τότε ονόματα του Ρεμπώ και του Λωτρεαμόν. Αργότερα όμως, έλεγε, σε πιο εύθετο καιρό… Εκεί στην μέση του γυμνασίου λοιπόν, στο Ε’ Εξαρχείων, όσοι από τη συντροφιά μας είχαν προχωρήσει στη γαλλική γλώσσα, έσκυψαν σε ποιήματα του «τρομερού παιδιού»… Και η συντροφιά, όπως αποδείχθηκε με τον καιρό, δεν ήταν τυχαία. Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας Αλέξης Δαμιανός, ο ηθοποιός Νίκος Τζιόγας, ο θεατρικός συγγραφέας Γεράσιμος Σταύρου, οι ζωγράφοι Ιωάννης Γαΐτης και Ιάσων Μολφέσης… Έγραφα λοιπόν ποίηση από τα μαθητικά μου χρόνια αλλά την κρατούσα στο συρτάρι, θέλοντας από μιαν άποψη να βεβαιωθώ για την ουσιαστικότητά της με τον καιρό και από την άλλη, διαγράφοντας ή αφαιρώντας ποιήματα, να επιχειρήσω να εντάξω τα απομένοντα μαζί με καινούργια σε μια σύνθεση. (περισσότερα…)
