*
Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός
~.~
Ο σύρτης
Είναι ένα παλιό κείμενο του Κώστα Μαυρουδή, πρωτοδημοσιευμένο το 1996 στο ένθετο «Επτά Ημέρες» της Καθημερινής, που αναφέρεται στο ναυάγιο της «Έλλης» στην Τήνο. Σ’ αυτό το κείμενο, ο Μαυρουδής περιγράφει τις εργασίες ανέλκυσης του βυθισμένου πλοίου, οι οποίες άρχισαν το 1955. Μου εντυπώθηκε το εξής: ότι πολλοί από τους κατοίκους τού νησιού είχαν κρατήσει για ενθύμιο, κρυφά, ένα μικρό κομμάτι του. Ο Μαυρουδής, μάλιστα, περιγράφει και το πώς έφτασε στα χέρια τού οκτάχρονου, τότε, εαυτού του ένα τέτοιο αντικείμενο:
«Λίγο καιρό αργότερα, φθάνοντας στο ίδιο σημείο με το καλάμι μου, έχοντας σκοπό να ψαρέψω στα μεγάλα βράχια του κυματοθραύστη, πρόσεξα κάποιον γνωστό που απομακρυνόταν από τους σωρούς των μετάλλων, έχοντας πάρει μαζί του ένα κυλινδρικό όργανο του πλοίου, δεν κατάλαβα τι. Φοβήθηκε – ως φαίνεται. Για να εξασφαλίσει την εχεμύθειά μου με φώναξε, και βγάζοντας μια χοντρή μπρούτζινη βίδα από την τσέπη του μου τη χάρισε, λέγοντάς μου: “Κανείς δεν έχει τέτοια βίδα απ’ την Έλλη. Να τη γυαλίσεις”. Κατάφερε να εξασφαλίσει σαράντα χρόνια απόλυτης σιωπής: 1956-1996».
Το καλοκαίρι που βρέθηκα στην Τήνο, άνοιξα το θέμα σε μια συζήτηση με ντόπιους φίλους, μήπως μάθαινα κάτι παραπάνω – και, όντως, κάτι έμαθα. Ένας απ’ αυτούς με οδήγησε σ’ ένα μικρό οικόπεδο λίγο έξω από τη Χώρα. Πάνω στη φτενή ξύλινη πόρτα τής μάντρας τού οικοπέδου ήταν καρφωμένος ένας βαρύς μεταλλικός σύρτης. Ήταν της «Έλλης».
Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό ν’ ανοιγοκλείσω μερικές φορές τον σκουριασμένο σύρτη· εδώ κι εβδομήντα χρόνια, κανείς δεν είχε φροντίσει να τον περιποιηθεί και να τον γυαλίσει, όμως εκείνος εξακολουθούσε να κάνει καλά τη δουλειά του.
///
*
*
Η γύρη της παράδοσης
Βρισκόμαστε σ’ ένα καφενείο στο χωριό Αρνάδος της Τήνου. Στο διπλανό τραπέζι ένας παππούς καθαρίζει σύκα για την εγγονή του. Κάποια στιγμή, το κορίτσι τον ρωτάει πώς γίνεται το σύκο· εκείνος της εξηγεί ότι, για να καρπίσει η συκιά, η θηλυκή σφήκα πρέπει να τρυπώσει στο σύκο μεταφέροντας τη γύρη. Το τίμημα της εισόδου είναι βαρύ: χάνει τα φτερά και τις κεραίες της και πεθαίνει εκεί μέσα. Ο θάνατός της, ωστόσο, γίνεται προϋπόθεση ενός νέου κύκλου ζωής. Το κορίτσι, εντυπωσιασμένο, ρωτάει: «Δηλαδή εγώ τώρα τρώω και τη σφήκα;» Ο παππούς γελάει. Γελάμε παραδίπλα κι εμείς.
Σκέφτομαι πως η σχέση ανάμεσα στη συκιά και στη σφήκα συνιστά εύγλωττη αλληγορία του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η πολιτισμική παράδοση. Κάθε δημιουργός εισέρχεται σ’ έναν ήδη διαμορφωμένο συμβολικό κόσμο και εργάζεται πάνω σε υλικά που του παραχωρήθηκαν – τη γλώσσα, τα είδη, τις τεχνικές, τα μοτίβα, τις ιδέες, τις αισθητικές συμβάσεις. Η δημιουργία δεν συντελείται σε πολιτισμικό κενό· το καινούργιο αναδύεται από μια προηγούμενη ύλη που έχει υποστεί μεταμόρφωση.
Η σφήκα μεταφέρει τη γύρη, δεν είναι εκείνη που τη δημιούργησε: η συμβολή της είναι ουσιώδης, χωρίς να είναι πρωταρχική. Κατ’ αναλογία, ένας δημιουργός μπορεί να προσδώσει σ’ ένα παλαιότερο υλικό νέα μορφή, ένταση και σημασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υλικό γεννήθηκε μαζί του. Η αναγνώριση της επιρροής δεν μειώνει την πρωτοτυπία· την τοποθετεί μέσα στην πραγματική της ιστορική συνθήκη. Η παράδοση παρέχει τη γύρη, αλλά δεν προκαθορίζει τον καρπό.
Το ερώτημα του κοριτσιού επιστρέφει στο μυαλό μου. Κάθε καρπός της παράδοσης κρύβει μέσα του κάτι από εκείνους που έζησαν πριν από εμάς. Και ίσως, αν αποδειχθούμε άξιοι και τυχεροί, μέσα στον επόμενο καρπό να βρεθεί και κάτι δικό μας.
///
*
*
Στα Τουρκοβούνια
Παρακολουθώ το ομότιτλο ντοκιμαντέρ μικρού μήκους του Λευτέρη Ξανθόπουλου, γυρισμένο το 1982 και βασισμένο σε αφηγήσεις των κατοίκων της περιοχής των Τουρκοβουνίων, οι οποίοι έχτισαν στην κορυφή του λόφου τα πρώτα αυθαίρετα κτίσματα – οικογένειες άστεγων εσωτερικών μεταναστών που αναζητούσαν έναν τόπο για να ριζώσουν. Ο ένας συστήνεται: είναι ο τάδε, ήτανε τσαγκάρης, μετά πήγε φαντάρος στην Αλβανία, μετά εκείνο, μετά το άλλο, μετά πήγε κι έγινε οικοδόμος. Ο επόμενος κατέβηκε, λέει, στην Αθήνα δώδεκα χρόνων κι έκανε το λουστράκι, γιατί είχε τέσσερα αδελφάκια κι έπρεπε να φάνε. Έπειτα εμφανίζεται κι ένας τρίτος, που μαζεύει με το φαράσι ό,τι χώμα περισσεύει γύρω από τα βράχια για να πλουτίσει το παρτέρι με τις ντοματιές του. Τους παρακολουθείς και σκέφτεσαι ότι όλες αυτές οι σκαμμένες μορφές, αυτοί οι ανοξείδωτοι άνθρωποι, ήταν κάθε λεπτό της ζήσης τους παρόντες στο παρόν τους, ότι το είχαν αναλάβει εξ ολοκλήρου για εκείνους και τα παιδιά τους. Πήγαν κι αγόρασαν οικόπεδα στα βράχια –χίλιες πήχες γης έναντι έξι χιλιάδων δραχμών, με την απόδειξη γραμμένη σε χαρτί από τσιγάρα– και σήκωσαν με τα χέρια τους το όνειρό τους. Ό,τι έχτιζαν το βράδυ, το δασαρχείο το γκρέμιζε τη μέρα· το διπλανό νταμάρι, που ήθελε να επεκταθεί, τού έβαζε φουρνέλο, αλλά εκείνοι δεν το έβαζαν κάτω. Όλοι μαζί συγκροτούσαν ένα πράγμα, μία γειτονιά, μία κοινότητα, μία ακατάβλητη βούληση. Ο ένας έστεκε φρουρός για τον άλλο· ο γέροντας έπεφτε μπροστά στις μπουλντόζες που έστελνε η χούντα για να γκρεμίσουν τις παράγκες, γιατί η δική του ζωή δεν τον έμελε, οι υπόλοιποι ήταν νέοι και τους είχε σαν παιδιά του. Ένα ντοκιμαντέρ φτιαγμένο όπως εκείνες οι παράγκες, με τα απολύτως αναγκαία φθαρτά υλικά, αλλά θεμελιωμένο στέρεα, με αλήθεια και ταπεινότητα· κι είναι κι αυτός ο ήχος, το πώς παφλάζει το νερό που φέρνει η υδροφόρα, το πώς τρίζει το σκαρπίνι πάνω στο χαλίκι, που, θες δεν θες, ξεδιψάς και λερώνεσαι κι εσύ.
Άμα δεν υπάρχει ανάγκη, δεν γεννιέται τίποτα που θα μείνει.
///
*
*
Η σκιά του θανάτου
Μέσα στον Αύγουστο, δύο ειδήσεις από τη Δυτική Όχθη έφεραν ξανά στο προσκήνιο την επέκταση των ισραηλινών οικισμών και την αυξανόμενη βία των εποίκων. Στις 14 Αυγούστου, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς έδωσε εντολή να καταρτιστεί σχέδιο για τη μεταφορά από τον στρατό στην ισραηλινή αστυνομία των αρμοδιοτήτων επιβολής του νόμου στους Ισραηλινούς εποίκους στη Δυτική Όχθη, το οποίο εκτιμάται ότι αποτελεί ένα ακόμα βήμα προς τη de facto προσάρτησή της. Την ίδια περίοδο, στο Κούσρα, κοντά στη Ναμπλούς, παλαιστινιακές οικογένειες βρέθηκαν για ημέρες ουσιαστικά πολιορκημένες μέσα στα σπίτια τους από εποίκους. Η υπόθεση προκάλεσε την αντίδραση και του Αμερικανού πρέσβη στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, που προειδοποίησε για πιθανές αμερικανικές κυρώσεις σε όσους επιχειρούν να καταλάβουν περιουσίες Αμερικανοπαλαιστινίων.
Οι ειδήσεις αυτές με έκαναν να επιστρέψω σ’ ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν από δεκαοχτώ χρόνια. Οι Παλαιστινιακοί περίπατοι (Palestinian Walks: Notes on a Vanishing Landscape) του Ράζα Σεχάντεχ καταγράφουν επτά περιπάτους που έκανε ο Σεχάντεχ στους λόφους γύρω από τη Ραμάλα από το 1978 έως το 2007. Αυτοί οι περίπατοι συνιστούν μαρτυρία των αλλαγών στο τοπίο και στα μέσα διαβίωσης των Παλαιστινίων ως αποτέλεσμα της εντατικής οικοδόμησης ισραηλινών οικισμών στους λόφους της Ραμάλα. Ο Σεχάντεχ δεν ασκεί πολεμική ούτε κάνει καταγγελία: έχοντας χάσει από καιρό την πίστη του στον νομικό ορθολογισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα, υιοθετεί μια οπτική που ανοίγει το βλέμμα πέρα από την πολιτική σύγκρουση, προς το τοπίο, τον χρόνο και την ανθρώπινη παρουσία, επιτρέποντάς του να καταλήξει σε μια προσωπική συμφιλίωση και να συνεχίσει να ζει στη γη που αγαπά.
Όπως ο Ζέμπαλντ στους Δακτυλίους του Κρόνου, έτσι κι ο Σεχάντεχ ξεκινά στην εισαγωγή να μιλά για ένα εξαφανιζόμενο τοπίο με το σχήμα της ασθένειας: «Από τότε που έμαθα τα σχέδια μετατροπής των λόφων μας που ετοιμάζουν οι διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις, οι οποίες υποστήριξαν την πολιτική εποικισμού στα κατεχόμενα εδάφη, αισθάνομαι σαν κάποιος που έχει προσβληθεί από ανίατη ασθένεια. Τώρα, όταν περπατάω στους λόφους, δεν μπορώ παρά να έχω συνείδηση ότι ο χρόνος που θα μπορώ να το κάνω αυτό τελειώνει» – πρόκειται για την ίδια αίσθηση παροδικότητας που ο Ζέμπαλντ αποκαλεί «σκιά του θανάτου».
Τα δυο βιβλία νιώθεις ότι αποτελούν γέννημα μιας κοινής μετα-ανθρωπιστικής ευαισθησίας, και συνάμα σε κάνουν να καταλάβεις ένα πράγμα: ότι αυτή ακριβώς η ευαισθησία είναι που διαμορφώνει την αυτογνωσία και την κατανόηση του κόσμου.
///
*
**



