του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
~.~
ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ
Στον Παντελή Μπουκάλα,
για το «Είκοσί» του,
αιώνια νέο.
«Μόνος ο Μελικέρτης σου ο γονιός εκράτει
το κλάμα στην καρδιά και τη λύρα στο χέρι,
κι από τη νήτη σ’ έψαλλεν ώς την υπάτη».
Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗΣ
Από την ύψιστη κορφή του πόνου ετούτου,
όθε τού τάχθηκε να επισκοπεί τη μοίρα,
πανάξια έκρουσε την αγιασμένη λύρα
ο που έζησε και ζει τον θάνατο του γιου του.
Κατάματα αντικρίζοντας το τέλειο μαύρο
–που αγάπες, σώματα και λέξεις καταπίνει
και όλο αλέθει νόες και σπλάχνα μες στη δίνη
του μηδενός– και αντιπαλεύοντας τον ταύρο
του τίποτα –θεότυφλο, υιοβόρο τέρας,
που γκρέμιζε τα πάντα γύρω του κι εντός του
κι οι οπλές του σκάβαν βάραθρα εμπρός του–
γιος του χαμού ξαναγεννιόταν ο πατέρας.
Το φωτεινότερο άστρο έχει κιόλας σβήσει.
Χωρίς τα χρόνια του, τα χρόνια άδειοι αιώνες,
ψυχρά διαστήματα και μαύροι παγετώνες…
Μόνος θεός ο Θάνατος και νέκρα η φύση.
Μέσα και γύρω του κοιτά. Τι έχει απομείνει;
Η φαρμακεύτρα και φαρμακωμένη πλάση,
ο κόσμος που απ’ τον κόσμο όλον έχει αδειάσει
και πόνου άφραστου το άσβεστο καμίνι.
Κι ο Άλλος, ο Επουράνιος τάχαμου Πατέρας,
Αυτός που θέλησε τον θάνατο του γιου Του
και μες στο θέλημα του νου και του ματιού Του
το θόλωμα, δρεπανηφόρος πνέει αγέρας,
ξεσπώντας άθλια την πανάδικη οργή Του,
ο Αρχιφονιάς που όλα τα πάντα θανατώνει,
ο Αρχιεγώς που τον εαυτό Του αποθεώνει,
βάζει ξεδιάντροπα να λεν για τη στοργή Του…
Ο Λόγος… που φωνή, λαλιά, μιλιά δεν έχει,
Εκείνος που ό,τι κι αν συμβεί μόνο σωπαίνει,
ο πανταχού απών στη σύμπασα οικουμένη
τον εαυτό Του, αλήθεια, ακόμα πώς αντέχει;
Κι ο πήλινος τον Επουράνιο Πατέρα
–φορές πολλές έχοντας πρώτα συγχωρέσει
Αυτόν που απ’ τη θειότητά Του έχει εκπέσει–,
του Αυγούστου εκείνου τη Δεκάτη Έκτη μέρα,
τα μάτια κλείνοντας, ευθύς καταδικάζει.
Μα στη θηλιά του μηδενός που έτσι τον σφίγγει,
και τον λυγμό και τη βρισιά μες στο λαρύγγι
τα πνίγει ο λεξιμάγος αίφνης και τ’ αλλάζει…
Παίρνει τη φτώχεια, την ορφάνια και τη γύμνια
και με τη σπλαχνοβόρα μνήμη παραστάτη
και τ’ άγρυπνο κι ολόφωτο του πόνου μάτι
σε μέλος μεταλλάσσει πένθος και βλαστήμια.
Για το ελάχιστο «μαζί», το αιώνιο «χώρια»,
έτσι τον Άδικο ο δίκαιος τον ντροπιάζει
και στη μορφή του αδικοθάνατου αγκαλιάζει
τ’ αδικοσκοτωμένα όλου του κόσμου αγόρια.
Πιάνει γραφή για να ξεγράψει το γραμμένο
κι απ’ τους αιώνες τη θανάσιμη τη μέρα,
μ’ ακούει τον Ίσκιο να μιλά, να λέει «Πατέρα,
σ’ όλα τα σύμπαντα εσύ ζεις κι εγώ πεθαίνω…»
Φωνή ορειχάλκινη, μαζί λυγμός και βρόντος.
Τον ήδη ζωντανό νεκρό ξανασκοτώνει
με θάνατο αργό, χωρίς να τον τελειώνει,
η ανεκρίζωτη ενοχή του επιζώντος.
Για μια στιγμή – κάνει ν’ αφήσει το κοντύλι
και ν’ αφεθεί στο κοσμικό για πάντα ψύχος.
Μα συνεχίζει ο μέγας Ίσκιος: «Πια είμ’ ο στίχος
που από τη δύση της ζωής μας θ’ ανατείλει.
Από τη χώρα των νεκρών πλάσε τη γλώσσα
κι από το μνήμα μου τη μνήμη ακέραιη βγάλε,
και την αγάπη σου, πατέρα μου, όλη βάλε
σε πείσμα του θανάτου και του κόσμου ζώσα.
Τον Πικροχάροντα που μ’ έχει στιχοχτύπα
και στιχαγκάλιαζε αυτούς που μ’ αγαπήσαν
και στιχοφίλησε κι αυτούς που δεν γνωρίσαν
την τόση αγάπη μας. Αυτά, πατέρα μου. Είπα».
Μίλησε ο Ρήγας της Καρδιάς. Λοιπόν θα γράψει
με το αίμα του για τ’ αδικοχυμένο του αίμα
και το κυρίαρχο θα είναι πλέον θέμα
το Φως που μες στον Μέγα Ζόφο έχει αστράψει.
Και για το σπλάχνο του που άθλια τού εκλάπη
φέρνει των σπλάχνων τον σπασμό ψηλά στα χείλη
και με τον πόνο άφθαρτη και πρώτη του ύλη
να στιχολάμπει κάνει αδιάφθορη η αγάπη.
Και μες στην έρημο του πόνου μέγα δέντρο
πολύκλαδο το πολυκέλαδό του ρήμα
τινάζει κατακόρυφα και βρίσκει βήμα
και ξαναβρίσκει ο νους του το ύψος και το κέντρο.
Και μες στα θρασεμένα του τα μύρια κλώνια
λάμπουν ολόχρυσες και ολόγλυκες οπώρες
του γιου ανεκτίμητες στον πάνω κόσμο οι ώρες
και τ’ ανεξάλειπτα είκοσι ωραία του χρόνια.
Μπροστά στο μνήμα το ψυχρό θερμό μνημείο
–την ώρα που έχουν σταματήσει τα ρολόγια–
στήνει από άπεφθο χρυσό και ολόρθα λόγια,
και τρυφερό ξεσπά και άγριο το ελεγείο.
«Στη μαύρη γη του σκοτωμού και του πολέμου,
Ρόδο μου ματωμένο εσύ και ολάσπρε Κρίνε,
κούρνιασε εκεί που πλέον θάνατος δεν είναι:
στον στίχο μου –όπως πρόσταξες– κοιμήσου, γιε μου».
Αυτό που χάθηκε είναι αυτό που παραμένει,
αυτό που διαρκώς θα μεγαλώνει εντός του·
σ’ όλα τα σύμπαντα θα είναι πάντα ο γιος του
αυτό που ασύγκριτα κι αιώνια θα βαραίνει.
Όλη τη λύρα εφεξής τού αφιερώνει.
Κάθε χορδή μόνο το «Σπύρος» υποψάλλει
και με φωνή καθάρια πόνου τρισμεγάλη
στον ουρανό του στίχου τον καταστερώνει.
///
Υστερόγραφο
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ
Στον Παντελή Μουκάλα
και στη μνήμη του γιου του,
Σπύρου Μπουκάλα
Κι ενώ μες στη φωνή του τον νεκρανασταίνει
απ’ όλους ξέρει πιο καλά πως παραμένει
εκείνο που για πάντα έχει φύγει
και που μπροστά του μένουμε όλοι λίγοι.
Ζει πάντα με την ενοχή και την ευθύνη
να μην στερέψει το νερό στην Ιπποκρήνη.
Μα όσο κι αν πιει ποτέ του δεν θα ξεδιψάσει
κι όσα κι αν πει τον πόνο δεν θα τον σιγάσει.
Χίλιες φορές ο ίδιος θα ’σπαγε τη λύρα
αν η επίβουλη άλλαζε με τούτο μοίρα.
Κάθε ρυθμό θα σκότωνε και μέλος
αρκεί να γλίτωνε τον γιο του από το βέλος.
Κι όλες τις λέξεις θα ’δινε για να ξεγίνει
ο θάνατος που τον Θεό του καταπίνει.
Ας ζούσε το εικοσάχρονό του ασλάνι
κι όλου του κόσμου η ποίηση ας πεθάνει.
***
**