λατινική γραμματεία

Λακτάντιος, «Ποιός πού ’χει μιὰ στάλα νοῦ δὲν γελᾶ μ’ αὐτὰ τὰ καμώματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ 

Γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς θεοὺς μιλήσαμε. Τώρα πρέπει νὰ λεχθοῦν καὶ λίγα πράγματα γιὰ τὰ ἱερά τους μυστήρια. Στὴν Κύπρο ὁ Τεῦκρος[1] θυσίασε στὸν Δία ἀνθρώπινο σφάγιο καὶ τὴν θυσία αὐτὴ τὴν κληροδότησε στοὺς ἑπόμενους, κάτι ποὺ καταργήθηκε πρόσφατα μὲ διαταγὴ τοῦ Ἁδριανοῦ. 2 Στὴν χώρα τῶν Ταύρων, ἔθνος ἀπολίτιστο κι ἄγριο, ὑπῆρχε νόμος νὰ θυσιάζουν τοὺς ξένους στὴν Ἀρτέμιδα[2] κι ἡ τέλεσι αὐτῆς τῆς θυσίας διατηρήθηκε γιὰ πολὺ καιρό. 3 Οἱ Γαλάτες ἐξευμένιζαν τὸν Ἠσὸ καὶ τὸν Τευτάτη μ’ ἀνθρώπινο αἷμα[3]. Ἀμέτοχοι αὐτῆς τῆς κτηνωδίας δὲν ὑπῆρξαν οὔτε οἱ Λατῖνοι, ἐφόσον ὁ Λατιάριος Ζεὺς[4] λατρεύεται ἀκόμη καὶ σήμερα μ’ αἷμα ἀνθρώπινο. 4 Τί τὸ καλὸ ζητοῦν ἀπ’  τοὺς θεοὺς ὅσοι προσφέρουν τέτοιες θυσίες; Κι ἀπὸ τί μποροῦν νὰ προστατεύσουν τέτοιοι θεοὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀφοῦ ἐξευμενίζονται μὲ τὸν πόνο τους; Ἀλλὰ γιὰ τοὺς βάρβαρους δὲν εἶναι ν’ ἀπορῇ κανεὶς καὶ τόσο, ἀφοῦ ἡ θρησκεία τους συμβαδίζει μὲ τὰ ἤθη τους. Οἱ δικοί μας ὅμως, ποὺ ἀνέκαθεν διεκδικοῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὴν δόξα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, μήπως δὲν ἀποδεικνύονται κτηνωδέστεροι μ’αὐτὰ τ’ ἀνόσια τελετουργικά; 5 Πιότερο πρέπει νὰ θεωροῦνται ἐγκληματίες αὐτοὶ ποὺ ἐνῷ ἔχουν στιλβωθῆ μὲ τὶς σπουδὲς τῶν ἐλευθέριων τεχνῶν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀνθρωπισμό, παρὰ ὅσοι ἀπαίδευτοι κι ἁπλοϊκοὶ ὀλισθαίνουν ἀπὸ ἄγνοια τῶν ἀγαθῶν σὲ πράξεις ἐγκληματικές. 6 Φαίνεται ὡστόσο πὼς αὐτὴ ἡ τελετουργία τῶν ἀνθρωποθυσιῶν εἶναι παλιά, δεδομένου πὼς μ’ αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας λατρεύτηκε ὁ Κρόνος στὸ Λάτιο, ὄχι βέβαια νὰ σφάζεται ἄνθρωπος στὸν βωμό, ἀλλὰ νὰ ῤίχνεται στὸν Τίβερι ἀπὸ τὴν Μουλβία γέφυρα[5]. 7 Ὁ Βάρρων[6] μαρτυρεῖ ὅτι αὐτὸ γινόταν ἔπειτα ἀπὸ κάποιον χρησμό, τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος στίχος ἔχει ὡς ἑξῆς:

καὶ κεφαλὰς ᾍδη καὶ τῷ πατρὶ πέμπετε φῶτα[7].

Κι ἐπειδὴ αὐτὸ φαίνεται δισήμαντο ὑπάρχει συνήθεια νὰ ῤίπτεται καὶ δᾷδα καὶ ἄνθρωπος[8]8 Ὡστόσο λέγεται πὼς αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας καταργήθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἱσπανία, διατηρουμένου ὅμως τοῦ τελετουργικοῦ, ὥστε ἀντὶ ἀληθινῶν ἀνθρώπων νὰ ῤίπτωνται ὁμοιώματα ἀπὸ βοῦρλα. Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ὀβίδιος στὸ Ἡμερολόγιο:

Ὡς ὁ Τιρύνθιος νὰ  ’ρθῇ στὸν τόπο
θυσίες γίνονταν μὲ Λευκάδιο τρόπο,
ἐκεῖνος ὅμως ἀρχὴ θὰ κάμῃ
σκιάχτρα νὰ ῤίχνουνε μὲς στὸ ποτάμι [9].

9 Τὴν ἱερουργία αὐτὴ τελοῦν οἱ Ἑστιάδες παρθένες ὅπως λέει ὁ ἴδιος πάλι: (περισσότερα…)

Δάντης, Η πρώτη Εκλογή

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Οι δύο Εκλογές του Δάντη αποτελούν τα τελευταία του ποιήματα και τις μόνες ποιητικές συνθέσεις που έγραψε στα λατινικά. Δεν συνιστούν μέρος ενός ευρύτερου έργου, μα αποσπάσματα μιας ποιητικής αλληλογραφίας που αντάλλαξε με τον Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο. Στο τέλος του 1319 ή στις αρχές του 1320, ο Τζιοβάννι απηύθυνε από την Μπολόνια μια έμμετρη επιστολή στον Δάντη, στην οποία έψεγε τον Φλωρεντινό –που τότε συνέθετε στη Ραβέννα τα τελευταία άσματα του Παραδείσου– για το γεγονός ότι επέλεξε να πραγματευθεί την υψηλή θεματολογία της Κωμωδίας όχι στα λατινικά, μα στην καθομιλουμένη. Ο Δάντης, κατά την κρίση του Τζιοβάννι, «πετούσε μαργαριτάρια σε χοίρους». Στην περίτρανα πεπλανημένη του αποτίμηση, ο Τζιοβάννι, καθηγητής λατινικής γραμματείας στην Μπολόνια και μέλος μιας κοινότητας πρώιμων λατινολατρών ανθρωπιστών που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στα πανεπιστήμια της βόρειας Ιταλίας, απορεί που ο Δάντης γράφει προς χάρη και τέρψη του αμαθούς πλήθους, και, μάλιστα, σε γλώσσα και ύφος που ταιριάζουν περισσότερο σε ταβερνείο παρά σε μια κοινότητα πεπαιδευμένων. Προτείνει, λοιπόν, στον Δάντη, να συντάξει ένα λατινικό έπος που να περιγράφει τις συγκαιρινές συρράξεις (Γουέλφων και Γιβελλίνων). Κάτι τέτοιο, τονίζει, θα οδηγούσε στη δημόσια καταξίωση του Δάντη ως ποιητή, αφού θα μπορούσε έτσι να δαφνοστεφανωθεί στην Μπολόνια. Με άλλα λόγια, ο Τζιοβάννι δελεάζει τον Δάντη με τιμές σαν εκείνες που έλαβε ο ποιητής Αλμπερτίνο Μουσάτο στην Πάδοβα, το 1315, σε μια συμβολική πράξη που είχε ασκήσει μεγάλη επίδραση στην Ιταλία.

Η πρώτη Εκλογή αποτελεί τη γεμάτη αυτοπεποίθηση απάντηση του Δάντη. Συντάσσεται με απαράμιλλο χιούμορ, ειρωνεία και αιχμηρότητα. Ο Δάντης συνθέτει ένα λατινικό ποίημα μεν, αλλά στο γήινο ύφος των Εκλογών του Βιργιλίου, αναβιώνοντας εμβριθώς ένα λογοτεχνικό είδος -τη βουκολική ποίηση- που είχε περιέλθει σε αφάνεια. Επιλέγοντας να απαντήσει στην ποιητική επιστολή του Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο με ένα βουκολικό εξάμετρο ποίημα, ο Δάντης όχι μόνον συντάσσεται ευφυώς με την προσηνή και ακαύχητη ποιμενική γραφή του Βιργιλίου, μα μεταμορφώνει και τον Τζιοβάννι από ισότιμο συνομιλητή σε χαρακτήρα υπό τον δικό του δραματουργικό έλεγχο.

Σε δημιουργικά και εμπερίστατα λατινικά, μας μεταφέρει αλληγορικά στην ειδυλλιακή Αρκαδία. Δυο βοσκοί, ο Τίτυρος (ο Δάντης, ο οποίος υιοθετεί έναν χαρακτήρα που είχε διαλέξει για τον εαυτό του και ο Βιργίλιος στις Εκλογές) και ο Μελίβοιος (ο Ντίνο Περίνι, φίλος του Δάντη από τη Φλωρεντία), έχουν μόλις διαβάσει το «εμπνευσμένο» ποίημα του Μόψου (Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο). Ενόσω ξαποσταίνουν κάτω από μια βελανιδιά, ο Μελίβοιος ζητά επίμονα από τον Τίτυρο να του εξηγήσει το βαθύτερο νόημα του ποιήματος. Ο Τίτυρος αρχικά αρνείται, σκώπτοντας τον γιδοβοσκό φίλο του για το γεγονός ότι πάει να καταπιαστεί με πράγματα που τον ξεπερνούν. Τελικώς ενδίδει και αρχίζει να εξυμνεί τα άγνωρα και πανύψηλα μέρη στα οποία έχει γεννηθεί η έμπνευση του Μόψου. Τούτο πρόκειται, φυσικά, για μια έντεχνη ειρωνεία. Ο Μόψος παρουσιάζεται λίγο-πολύ ως ένας δεύτερος Ορφέας, ο οποίος τόσο πολύ έχει διατρίψει στον ίσκιο των αλσών των Μουσών, που έχει χλωμιάσει ολόκληρος. Νομίζει, δε, αυτός, ότι μπορεί να δελεάσει τον Τίτυρο με το δάφνινο στεφάνι. Όμως ο Τίτυρος χίλιες φορές θα προτιμούσε να λάβει τιμές στη γενέτειρά του (ο Δάντης εννοεί εδώ, προφανώς, τη Φλωρεντία, από την οποία είχε εξοριστεί). Τούτο ίσως να πραγματοποιηθεί όταν αναγνωριστεί η ποιότητα του τραγουδιού του για τους ουρανούς (ο Παράδεισος). Σε κάθε περίπτωση, δεν σκοπεύει να προδώσει την αφοσίωσή του στην καθομιλουμένη. Τούτη αλληγορείται ως μια μοναχική γαλάρα, λατρευτή, ασυμβίβαστη και ιδιότροπη, που σπάνια –και μόνον όταν το θελήσει η ίδια–, του χαρίζει το γάλα της. Μετά από τη στιχομυθία, οι δυο βοσκοί επιστρέφουν στην ταπεινή ζωή τους.

(περισσότερα…)

Λακτάντιος, Θεῖες Εἰσηγήσεις

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα στὸ Νέο Πλανόδιον, θὰ παρουσιαστοῦν χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Ἔρχομαι τώρα στὶς ἰδιαίτερες θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν Ῥωμαίων, μιὰ ποὺ γιὰ τὶς οἰκουμενικὲς μίλησα. Ἡ τροφὸς τοῦ Ῥωμύλου, ἡ λύκαινα[1],τιμήθηκε ὡς θεά. Καὶ θὰ τὸ ἀνεχόμουν ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ζῷο τοῦ ὁποίου τὴν μορφὴ φέρει. 2 Ὁ Λίβιος βεβαιώνει πὼς πρόκειται γι’ ἀπεικόνισι τῆς Λαρεντίνας[2] καὶ βέβαια ὄχι τοῦ σώματός της, ἀλλὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου καὶ τοῦ χαρακτῆρα της. Ὑπῆρξε δὲ σύζυγος τοῦ Φαυστύλου κι ἐξ αἰτίας τῆς ἔναντι εὐτελοῦς ἀντιτίμου κοινῆς χρήσεως τοῦ κορμιοῦ της ἀποκλήθηκε ἀνάμεσα στοὺς βοσκοὺς λύκαινα, τοὐτέστιν ἐταίρα. Ἐξ οὗ μέχρι καὶ σήμερα τὸ πορνεῖο ἀποκαλεῖται λουπάναρ[3]. 3 Προφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι ἀκολούθησαν στὴν ἐξεικόνισί της τὸ παράδειγμα τῶν Ἀθηναίων. Σ’ αὐτούς, ὅταν κάποια ἐταίρα ὀνόματι Λέαινα σκότωσε ἕναν τύραννο[4], ἐπειδὴ ἦταν ἀθέμιτο νὰ στηθῇ ἄγαλμα ἐταίρας σὲ ναό, τοποθέτησαν τ’ ὁμοίωμα τοῦ ζῴου τ’ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔφερε. 4 Ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔφτιαξαν τὸ μνημεῖο ἀπὸ τ’ ὄνομα παρομοίως κι αὐτοὶ τὸ ἔφτιαξαν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐπίσης στ’ ὄνομά της ἀφιερώθηκε μία ἑορτὴ καὶ καθιερώθηκαν τὰ Λαρεντινάλια[5]. 5 Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἐταίρα ποὺ λατρεύουν οἱ Ῥωμαῖοι, ἀλλ’ἐπίσης καὶ ἡ Φαῦλα[6] γιὰ τὴν ὁποία ὁ Βέρριος[7] γράφει πὼς ὑπῆρξε ἐταίρα τοῦ Ἡρακλῆ. Ἐπιτέλους, πόσο σπουδαία ἀξίζει νὰ θεωρηθῇ μιὰ τέτοια ἀθανασία ποὺ ἀκόμη καὶ πόρνες τὴν κατακτοῦν; 6 Ἡ Φλώρα, ἀφοῦ ἀποκόμισε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, ὥρισε τὸν λαὸ κληρονόμο της κι ἄφησε ἕνα συγκεκριμένο χρηματικὸ ποσό, ἀπὸ τὸν ἐτήσιο τόκο τοῦ ὁποίου θὰ ἑορτάζονταν τὰ γενέθλιά της μὲ τὴν παρουσίασι θεαμάτων ποὺ τ’ ἀποκαλοῦν Φλωράλια. 7 Ἐπειδὴ αὐτὸ φαινόταν σκανδαλῶδες στὴν Σύγκλητο ἀποφασίστηκε ν’ ἀντληθῇ ὁ μῦθος της ἀπὸ τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα ὥστε νὰ προσδοθῇ στὴν ντροπιαστικὴ ὑπόθεσι κάποια ἀξιοπρέπεια. Μυθολόγησαν ὅτι εἶναι ἡ θεὰ ποὺ προστατεύει τ’ ἄνθη κι ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξευμενίζουν ὥστε οἱ καλλιέργειες μὲ δένδρα ἢ κλήματα ν’ ἀνθίζουν καλὰ καὶ παραγωγικά. 8 Τὸ ἴδιο πρόσχημα ἀκολουθῶντας στὸ Ἡμερολόγιο[8] ὁ ποιητὴς[9] διηγήθηκε πὼς ὑπῆρξε μιὰ ὄχι ἄσημη νύμφη ποὺ εἶχε τ’ ὄνομα Χλωρίδα[10] κι ὅτι ὅταν παντρεύτηκε τὸν Ζέφυρο δέχθηκε δίκην προικὸς ἀπὸ τὸν σύζυγό της τὸ ἑξῆς δῶρο: νὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθέων. 9 Αὐτὰ λέγονται ἀσφαλῶς εὐσχήμως, ἀλλὰ εἶναι ἄσχημο κι ἐπαίσχυντο νὰ πιστεύωνται. Κι οὔτε πρέπει, ἐφ’ὅσον ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξαπατώμεθα ἀπὸ τέτοιου εἴδους προσχήματα. 10 Ἑορτάζονται δὲ τὰ ἐν λόγῳ θεάματα μὲ πᾶσα ἐλευθεριότητα κατὰ πῶς ταιριάζει στὴν μνήμη μιᾶς πόρνης. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθεριότητα στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ χυδαιότητα ξεχειλίζει ἄφθονη, ἐπιπλέον, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ πλήθους, πετοῦν τὰ ῤοῦχα τους οἱ ἐταῖρες, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ῤόλο μιμάδων κι ἀπασχολοῦνται μὲ πρόστυχα κουνήματα μπροστὰ στὸν κόσμο μέχρι τὰ λάγνα βλέμματα νὰ μπουχτίσουν. (περισσότερα…)

Πετράρχης, Η Ομιλία της Στέψης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο Πετράρχης (1304-1374) έτρεφε από την πρώιμη νεότητά του την επιθυμία να καταξιωθεί, και μάλιστα μέσω ενός επισήμου τελετουργικού στέψης, ως δεσπόζουσα μορφή των γραμμάτων. Την επιθυμία του ερέθισε η αναπάντεχη αναβίωση του εθίμου της απόδοσης δημοσίων τιμών σε επιφανείς ποιητές στις αρχές του 14ου αιώνα. Τούτη η αναβίωση βασίστηκε σε μια μάλλον ισχνή κατανόηση των διασωθεισών μαρτυριών για τους ποιητικούς αγώνες που τελούνταν κατά τη διάρκεια των Καπιτωλίων. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το ενδιαφέρον που προκάλεσε σε όλη την Ιταλία, το καθοριστικό έναυσμα δόθηκε με τη βράβευση του ποιητή Αλμπερτίνο Μουσάτο από τις πανεπιστημιακές και διοικητικές αρχές της Πάδοβας, το 1315. Είναι γνωστό πόσο πολύκροτη κατέστη λίγο αργότερα η ματαίωση της επιθυμίας του Δάντη να λάβει αντίστοιχη τιμή από την πόλη της Φλωρεντίας. Για τον νεαρό Πετράρχη δε, έναν πρόσθετο ενθουσιασμό στην προοπτική να στεφθεί με το δάφνινο στεφάνι, γεννούσε η ομοηχία του ποθητού τροπαίου (Laurea) με το αειθρύλητο αντικείμενο του έρωτά του, τη Laura.

Ο Πετράρχης κινήθηκε πετυχημένα ώστε να του προταθεί, το 1340, η απόδοση δημόσιας καταξίωσης. Τούτο αποτελεί από μόνο του ένα παράδοξο, αφού ο ίδιος ήταν τότε μόλις 35 ετών, και δεν είχε ακόμα δημοσιεύσει ούτε ένα έργο από αυτά που θα καθιστούσαν, πράγματι, το όνομά του αθάνατο. Την πρόσκληση την κατέστησε μάλλον εφικτή η αρχαιογνωσία του, και η ιδιότητά του ως πολλά υποσχόμενου ποιητή. Ο ίδιος αναφέρει ότι προσκλήσεις για στέψη έλαβε τόσο από την πόλη του Παρισιού, όσο και από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Με προφανή τη συμβολική διάσταση, προτίμησε η στέψη να γίνει, (περισσότερα…)

Πέτρος Ράμους, Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

ΠΕΤΡΟΣ ΡΑΜΟΥΣ

Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης

[ 2/2  ]

Ας επικεντρωθούμε τώρα στο κύρος και στη μέθοδο του Γαληνού και ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τη διδασκαλία ενός τόσο σημαντικού άνδρα. Διότι από όλους τους σχολιαστές του Αριστοτέλη για τους οποίους μίλησα στο πρώτο βιβλίο, κανείς δεν υπερέχει, κατά τη γνώμη μου, του Γαληνού. Του αρμόζουν ύψιστοι έπαινοι. Το πνεύμα του είναι μοναδικό. Η δε ευγλωττία του, παρόλο που φαντάζει νεανική και υπέρ το δέον ‘ασιατική’ και παρατραβηγμένη, για εκείνους, πάντως, που έχουν να διαθέσουν τον χρόνο, δεν αποδεικνύεται δυσάρεστη. Η ενδελέχειά του στη συγγραφή είναι μοναδική, μα, πάνω από όλα -και αυτό το τιμώ απεριόριστα- τη φιλοσοφική του στάση διακρίνει ένας πηγαίος και αχειραγώγητος ζήλος: προτάσσει τον σκοπό των πραγμάτων, διακρίνει μεταξύ της χρηστικότητας των τεχνών καθώς και της τελικής ευχαρίστησης και αλήθειας προς την οποία συντείνουν. Ακολουθώντας τη γραμμή μιας επιχειρηματολογίας, όχι μόνον θα συστήσει θερμά αυτό που βρίσκεται σε συμφωνία με την αρετή, μα, πιστός στην ίδια επιχειρηματολογία, θα ασκήσει δριμεία κριτική και σε ό,τι συνδέεται με μια ροπή προς το σφάλμα. Θέτει στο στόχαστρό του προηγούμενούς του φιλοσόφους που πίστεψαν προπετώς πολλές θεωρίες και φαντασιοκοπίες τις οποίες είχαν απλώς διαβάσει ή ακούσει. Τούτοι δεν μπήκαν στον κόπο να εξετάσουν εάν όσα διάβαζαν ή άκουγαν είναι αληθή, ούτε τα αντιπαρέβαλαν με κριτήρια της αλήθειας όπως η αίσθηση και η εμπειρία.

Ωστόσο, παρόλο που υπήρξε τόσο σημαντικός φιλόσοφος σε τόσα πράγματα, πρέπει να εξετάσουμε τι δίδαξε ο Γαληνός ως προς τη μέθοδο. Διότι κάνει ενίοτε λόγο για μέθοδο, άλλοτε για θεωρία -όπως ο Σιμπλίκιος- και άλλοτε για διδασκαλία σχετικά με την τάξη. Ας επικεντρωθούμε στην ουσία και όχι στην ορολογία που χρησιμοποιεί. Πιστεύω, λοιπόν, ότι, από τη στιγμή που βρει κανείς την ύλη μιας ολόκληρης τέχνης -τους ορισμούς, τους κανόνες, τις διαιρέσεις της-, έχουν δε αποκρυσταλλωθεί όλες οι βασικές παραδοχές και έχει κριθεί ποια ακριβώς είναι η ύλη αυτής της τέχνης, η επιστημονική και έντεχνη διάταξη αυτής της ύλης μπορεί να επιτευχθεί με έναν και μόνον τρόπο: ξεκινώντας από εκείνα που είναι πρότερα και γνωριμότερα κατά τη φύση. Με την άδειά σου, εγώ αυτό το αποκαλώ ‘μέθοδο’. Εάν τώρα εσύ, θεωρώντας ότι ως προς τον όρο ‘μέθοδος’ αλλά και ως προς τον ορισμό του, επιθυμείς να παρουσιάσεις τον Γαληνό ως αντίπαλό μου, τονίζοντας ότι τούτος εισήγαγε ποικίλους τρόπους διάταξης μιας τέχνης, εγώ ξεκάθαρα το αρνούμαι. Για να αποφύγουμε όμως μια διαφωνία που θα στρέφεται απλώς γύρω από τον όρο, θεωρώντας ότι ο Γαληνός μπορεί να εννοούσε κάτι διαφορετικό από αυτό που εννοούμε εμείς, επίτρεψέ μου να προσδιορίσω το θεμέλιο της αντιπαράθεσης. Εσύ επικαλείσαι την αυθεντία του Γαληνού· εγώ θα επικεντρωθώ στη βάση της διαφωνίας.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς, κατά τη γνώμη σου, ορίζει ο Γαληνός τι είναι ‘μέθοδος’: «εγώ ισχυρίζομαι», λέει, «ότι θα είσαι σε θέση να βρεις την αλήθεια των υπό διερεύνηση πραγμάτων εάν πρώτα αναγνωρίσεις την αρχή του δρόμου που οδηγεί σε αυτήν· γιατί αν χάσεις την αρχή, θα περιπέσεις σε πολλά λογικά σφάλματα. Με τα ίδια δε κριτήρια με τα οποία βρήκες την αρχή, θα βρεις το δεύτερο και το τρίτο έρεισμα, καθώς και όλα όσα έπονται»[1]. Τη μέθοδο που εξηγώ εδώ, φαίνεται, λοιπόν, να περιέγραψε ο Γαληνός στο ξεκίνημα του ένατου βιβλίου του Περί των Ιπποκράτους και Πλάτωνος δογμάτων. Ο ίδιος ορισμός επαναλαμβάνεται λίγο αργότερα στο ίδιο βιβλίο, εκεί όπου αναφέρεται η παρατήρηση του Ιπποκράτη πως για να κατανοηθεί τι χαρακτηρίζει το πρόσωπο ενός ανθρώπου που νοσεί, πρέπει αυτό να αντιπαραβληθεί με το πρόσωπο ενός ανθρώπου υγιούς. Σημειώνει, λοιπόν, ο Γαληνός: (περισσότερα…)

Πέτρος Ράμους, Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Για να κατανοήσει κανείς την ιδεοϊστορική σπουδαιότητα της επεξεργασίας της έννοιας της μεθόδου από τον Πέτρο Ράμους (1515-1572) πρέπει να παραμερίσει πρώτα τον δημοφιλή εκείνο μύθο που θέλει τον Ντεκάρτ να εγκαινιάζει τάχα μία νέα εποχή στη φιλοσοφία πραγματευόμενος πρώτος και διεξοδικά την έννοια αυτή. Ο όρος μέθοδος εισάγεται στη φιλοσοφία ήδη από τον Πλάτωνα και συνδέεται πρωτίστως με τη θεμελίωση της διαλεκτικής· απαντά δε έκτοτε ευρέως τόσο στη φιλοσοφική παράδοση όσο και σε άλλες επιστήμες, έως τη βαθιά ύστερη αρχαιότητα. Ο όρος σήμαινε, όπως σε κάποιο βαθμό και σήμερα, τον «έντεχνο», δηλαδή τον συστηματικό, εγνωσμένο, έλλογο τρόπο προσέγγισης ενός ζητήματος (ή ενός συνόλου ζητημάτων), καθώς επίσης και τη σύνοψη ή τη βράχυνση των διαφόρων δρόμων ή οδηγιών για τη διαπίστωση του αληθούς και την άφιξη στον ποθητό γνωστικό προορισμό. Πολύ πιο σπάνια σηματοδοτούσε τον τρόπο οργάνωσης ενός ολόκληρου κλάδου του επιστητού. Η συζήτηση περί μεθόδου κορυφώνεται στον Γαληνό (129-περ.216), ο οποίος χρησιμοποιεί τον όρο πάνω από πεντακόσιες φορές, ενώ απασχολεί έντονα και όλους σχεδόν τους συγγραφείς της φιλοσοφικής σχολιαστικής παράδοσης. Στη Δύση, πρώτος ο Βοήθιος εισκομίζει τον όρο methodus, έναν όρο ο οποίος, παρόλο που δεν υιοθετείται στις μεσαιωνικές λατινικές μεταφράσεις του Αριστοτέλη, αξιοποιείται ευρέως στη σχολαστική γραμματεία.

Αναφέραμε ήδη ότι ο όρος συνδέθηκε πρωτίστως με την τέχνη της διαλεκτικής. Στο πρώτο βιβλίο των Τοπικών ο Αριστοτέλης γράφει χαρακτηριστικά: «τοῦτο δ’ ἴδιον ἢ μάλιστα οἰκεῖον τῆς διαλεκτικῆς ἐστιν· ἐξεταστικὴ γὰρ οὖσα πρὸς τὰς ἁπασῶν τῶν μεθόδων ἀρχὰς ὁδὸν ἔχει»[1]. Στη μέση και ύστερη σχολαστική περίοδο, η διαλεκτική (ως Λογική) θεωρείται, πράγματι, η «τέχνη των τεχνών» (ars artium), η «επιστήμη των επιστημών» (scientia scientiarum), καθώς μπορεί να αξιοποιηθεί για να εξετάσει τις βάσεις των «μεθόδων» όλων των υπολοίπων επιστημών. Στον μεσαιωνικό νου, βέβαια, το πρόσημο παραμένει αυτονόητα αριστοτελικό, και οποιαδήποτε συζήτηση περί μεθόδου δεν αξιοποιείται σθεναρά προς χάριν μιας διακριτής ή σημαίνουσας ανακατεύθυνσης της θεμελίωσης ή του περιεχομένου της φιλοσοφικής σκέψης. Όταν, όμως, οι ανθρωπιστές του 15ου αιώνα, με πρωτεργάτη τον Λορέντσο Βάλλα (περ. 1407-1457), ρίχνονται στη μάχη της αναβάθμισης της ρητορικής σε κορωνίδα των τεχνών, και παρόλο που αποφεύγουν αρχικά ως σχολαστικό και εξεζητημένο τον όρο methodus, επεκτείνουν αποφασιστικά το περικείμενο της σχετικής συζήτησης ως εξής: για να αποκαθηλωθεί η διαλεκτική, πρέπει να αποδειχθεί ότι η ρητορική παρέχει μια ασφαλέστερη βάση θεμελίωσης των τεχνών από την αντίπαλό της. Με άλλα λόγια, η ρητορική πρέπει να αναδειχθεί σε τελική εγγυήτρια για τον εξής απλό λόγο: εκείνη κομίζει ακριβώς αυτό που κατά βάθος απαιτείται, δηλαδή, μια ανεκζήτητη, ταχυβάδιστη, ορθή πορεία (processus, via, ratio) αρτίωσης και διδασκαλίας των τεχνών. Τη σπερματική ιδέα του Βάλλα αναπτύσσουν ο Ρούντολφ Αγκρίκολα (1444-1485) και ο Γιοχάννες Στουρμ (1507-1589), με το έργο των οποίων είναι εμφανώς εξοικειωμένος και ο Πέτρος Ράμους (1515-1572). Περί το 1540 δε, το ζήτημα της μεθόδου (ο ορισμός της, η σπουδαιότητά της, ο αποδεκτός αριθμός έγκυρων «μεθόδων», η ακριβής λειτουργία που μια μέθοδος επιτελεί κ.ά.) έχει ήδη ανασκαλευτεί αισθητά ανά την Ευρώπη, εξέλιξη η οποία συνδέεται επίσης με την εκδοτική και πνευματική δραστηριότητα της εποχής -ενδεικτικά και μόνον: διάχυση του πλατωνισμού, εμφάνιση του προτεσταντισμού, επανεξέταση των θεμελίων της παιδαγωγικής, δημοτικότητα της αντισχολαστικής διαλεκτικής γραμματείας, εκδόσεις του γαληνικού corpus,  εκδόσεις της ελληνικής σχολιαστικής παράδοσης κ.ά.

(περισσότερα…)

Σάββατο 24.5. | Εκδήλωση-Συζήτηση του Νέου Πλανόδιου

*

Tο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

σας προσκαλεί σε εκδήλωση-συζήτηση αφιερωμένη στις ανθολογικές-αρχαιογνωστικές στήλες της ηλεκτρονικής του έκδοσης (planodion.gr)

το Σάββατο, 24 Μαΐου 2025, 12:00
στο Alsos Lounge Café
Ευελπίδων και Μουστοξύδη – Πλατεία Πρωτομαγιάς
(μεταξύ Πεδίου Άρεως και Δικαστηρίων)

Συζητούν:

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
επιμελητής της στήλης «Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη», πρώτης συστηματικής ποιητικής ανθολόγησης της χιλιετούς Ρωμαίων Βασιλείας

ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
επιμελητής της στήλης «Δοκιμές», όπου μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά κλασικά έργα της λατινικής και λατινογενούς γραμματείας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ
επιμελητής της στήλης «Γραφές της πέτρας», όπου παρουσιάζονται και σχολιάζονται ιστορικές βυζαντινές επιγραφές άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Συντονίζει ο διευθυντής του ΝΠ
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*

*

Ο θρήνος της Μαρίας

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Η δημοτικότητα του Θρήνου της Μαρίας (Planctus Mariae) μαρτυρείται από μια εξαιρετικά πλούσια χειρόγραφη, εκδοτική και μεταφραστική παράδοση. Πέρα από τα εκατοντάδες χειρόγραφα του έργου τα οποία διασώζονται σε ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες, το κείμενο γνώρισε τουλάχιστον 29 εκδόσεις από το 1467 έως το 1568. Ταυτόχρονα, κατά τον 14ο και 15ο αιώνα εμφανίζονται πολλές μεταφράσεις του, και μάλιστα σε πολλές γλώσσες: τα Αγγλικά, τα Αγγλονορμανδικά, τα Γαλλικά, τα Ολλανδικά, τα Ιταλικά και τα Οξιτανικά. Επιπροσθέτως, εκτενή τμήματα του έργου παραφράστηκαν ή μεταφέρθηκαν αυτούσια σε πολυάριθμα κείμενα της ευρύτερης «γραμματείας του Πάθους», όχι μόνον στα λατινικά, μα και στην καθομιλουμένη. Με άλλα λόγια, ο Θρήνος στάθηκε ένα από τα δημοφιλέστερα κείμενα του ύστερου Μεσαίωνα, κι η δημοτικότητά του συνεχίστηκε αμείωτη κατά την Αναγέννηση.

Ο τίτλος του έργου παραδίδεται σε διάφορες παραλλαγές ενώ, κατά μια σύμβαση συνήθη στη χριστιανική γραμματεία, η σύνταξή του αποδόθηκε ψευδώς σε συγγραφείς μεγαλύτερου κύρους. Ως δημιουργός του φερόταν κατεξοχήν ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ, μα το κείμενο αποδόθηκε επίσης στον Άνσελμο, ακόμα και στον Αυγουστίνο. Περί τα μέσα του 20ου αιώνα ταυτοποιήθηκε με βεβαιότητα ο πραγματικός συντάκτης. Πρόκειται για τον Ογέριο (†1214), αββά της κιστερκιανής μονής του Λοκέντιο, το ίδιο το όνομα του οποίου επίσης παραδίδεται σε διάφορες παραλλαγές: Ogerius, Oglerius, Oglerus και Occlesius. Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα των Ομιλιών προς Έπαινο της Αγίας Θεοτόκου.

Για τον μεσαιωνικό μοναστικό νου, ιδίως της ώριμης και ύστερης περιόδου, η αφήγηση του Πάθους στα ευαγγέλια φάνταζε κοντολογιογραμμένη. Αναπτύχθηκε μια ευρύτατη λατρευτική γραμματεία αφηγηματικής, θεατρικής ή ποιητικής ανάπτυξης και παρατεταμένου στοχασμού επί των επεισοδίων του Πάθους η οποία, με όχημα τον ευσεβή συναισθηματισμό, επέτρεπε την πληρέστερη δυνατή ταύτιση και ένωση με τον Πάσχοντα. Προς το τέλος του 12ου αιώνα, διαμορφώνεται και μια διακριτή λογοτεχνική παράδοση που εστιάζει στη συμ–πάσχουσα Μαρία. Ο Θρήνος του Ογέριου δίνει αποφασιστική ώθηση στην παράδοση αυτή.

Στο κείμενο αναπτύσσεται ένας ιδιότυπος διάλογος μεταξύ του στοχαζόμενου και της ίδιας της Μαρίας, με την τελευταία να καλείται να περιγράψει τον πόνο και τον θρήνο που την κυρίευσαν στο διάστημα από την σταύρωση του Ιησού έως και την ταφή του (το διαλογικό σχήμα δεν τηρείται έως τέλους, και το κείμενο καταλήγει σε τριτοπρόσωπη αφήγηση). Ο Θρήνος εντυπωσιάζει με την παραστατικότητα και τη δραματική του υπερβολή. Αντί για μια Μαρία εχέθυμη, ο Ογέριος περιγράφει μια μητέρα της οποίας ο θρήνος εξωθείται στα άκρα, λαμβάνει δε ξεκάθαρα ερωτικά χαρακτηριστικά – σε ένα σημείο, μάλιστα, ο συγγραφέας διερωτάται για (και υπερασπίζεται, ασφαλώς, την) ευσέβεια του θρήνου της. Εξυφαίνεται η εικόνα μιας Μαρίας σχεδόν υστερικής, που θέλει να οδηγηθεί στον θάνατο μαζί με τον αγαπημένο της, γίνεται κατακόκκινη καθώς φιλά το χώμα που ποτίζεται με το αίμα του, ακριβοποθεί και διεκδικεί μέχρις εσχάτων το σώμα του. Η μητέρα πενθεί με τρόπο που οδηγεί τον περίγυρό της να λυπάται περισσότερο για εκείνη, παρά για τον θάνατο του Χριστού.

(περισσότερα…)

Πολιτσιάνο, Επιστολή προς τον Μπαρτολομέο Σκάλα

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Από τον Μάιο έως τον Δεκέμβριο του 1479, ο Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής επέτρεψε στον ευνοούμενό του Άντζελο Πολιτσιάνο, εικοσιπεντάχρονο τότε, να διαμείνει στην προσωρινά άδεια Βίλα των Μεδίκων στο Φιέζολε. Κατά πάσα πιθανότητα τον Ιούνιο, ο Πολιτσιάνο ολοκλήρωσε εκεί την εμβληματική λατινική μετάφραση του Εγχειριδίου του Επίκτητου. Αν και είχε ήδη προηγηθεί η μετάφραση του Εγχειριδίου από τον Περόττι το 1450, η τελευταία πρέπει να διανεμήθηκε σε πολύ στενό κύκλο, είναι δε πολύ πιθανόν ο Πολιτσιάνο να την αγνοούσε. Άμεση γνώση της μετάφρασης του Πολιτσιάνο έλαβε ο Μπαρτολομέο Σκάλα, Καγκελάριος της Φλωρεντίας. Απευθυνόμενος στον Πολιτσιάνο, ο Σκάλα άσκησε κριτική στα «ασαφή», «ανεδαφικά» και «ψευδή» στωικά παραγγέλματα που αναπτύσσει στο Εγχειρίδιον ο Επίκτητος. Την κριτική του Σκάλα τη γνωρίζουμε σήμερα μόνον μέσα από τις αναφορές που κάνει ο ίδιος ο Πολιτσιάνο στη διάσημη απαντητική επιστολή του, η οποία υπογράφεται την 1η Αυγούστου. Για την υπεράσπιση του Επίκτητου απέναντι στον Σκάλα, ο Πολιτσιάνο αντλεί έμπνευση από το έργο του Σιμπλίκιου Εξήγησις εις το του Επικτήτου Εγχειρίδιον. Ακολουθώντας τον Σιμπλίκιο, προσφέρει μια συγκρητιστική, πλατωνίζουσα ερμηνεία των παραγγελμάτων του Επίκτητου, θεωρώντας ότι ο στωικός φιλόσοφος αντιλαμβάνεται το σώμα ως «εργαλείο» της ψυχής, κατά το υπόδειγμα του ‘πλατωνικού’ Αλκιβιάδη.

Ο Πολιτσιάνο θεωρούσε την επιστολογραφία υψηλή λογοτεχνική δραστηριότητα, θέτοντας απαιτήσεις ευγλωττίας που ξεπερνούσαν εκείνες των συγχρόνων του. Δεν είναι τυχαίο ότι, επί δύο αιώνες, οι συλλογές των επιστολών του γνώρισαν πολυάριθμες εκδόσεις σε όλη την Ευρώπη. Ο Έρασμος, χαρακτηριστικά, θεωρούσε την επιστολογραφία του Πολιτσιάνο ανώτερη κάθε άλλου συγγραφέα των νεότερων χρόνων. Στην επιστολή αυτή προς τον Σκάλα, ο Πολιτσιάνο υιοθετεί ένα ύφος κομψής εμφατικότητας, απαντώντας εύστοχα και ευσύνοπτα στις αιτιάσεις του Καγκελάριου.

~.~

ΠΟΛΙΤΣΙΑΝΟ

Επιστολή προς τον Μπαρτολομέο Σκάλα
σε υπεράσπιση του στωικού φιλοσόφου Επίκτητου [1]

Αγαπητέ μου Σκάλα, φαίνεται πως δεν αρκείσαι στο να εκτελείς τα καθήκοντα ενός γενναίου στρατιώτη και ενός ατρόμητου στρατηγού, αλλά, με τη χαρακτηριστική σου σχολαστικότητα, δεν επιτρέπεις και στους νεοσύλλεκτούς σου να μαραζώσουν στη σχόλη και την οκνηρία. Αντιθέτως, τους καλείς να εγκαταλείψουν τη σκιερή σκηνή για το σκονισμένο πεδίο, το ιδροκόπημα του πεδίου ασκήσεων και τα γυμνάσια, θεωρώντας ότι ολόκληρο το σώμα των στρατιωτών υπάγεται στη δική σου και μόνον δικαιοδοσία.

Από την πλευρά μου, πίστευα ότι είχα κάνει αρκετά μεταφράζοντας τον Επίκτητο από τα Ελληνικά. Αλλά τώρα με ξεσηκώνεις, σημαίνοντας τη σάλπιγγα για μάχη, να τον υπερασπιστώ κιόλας. Επομένως, όπως λέει ο Οράτιος,

σ’ αυτόν και κάθε άλλο πόλεμο πρόθυμα θα συγκρουστώ                                  
με μόνη ελπίδα την εύνοιά σου να κερδίσω[2]. (περισσότερα…)

Βοήθιος, Για την καθολική πίστη

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Από τις πέντε σύντομες θεολογικές πραγματείες (Opuscula sacra) του Βοήθιου που ο Διάκονος Ιωάννης (πιθανώς ο ίδιος Ιωάννης που ανήλθε στον παπικό θρόνο το 523) εξέδωσε ως σύνολο, η τέταρτη, εκείνη, δηλαδή, στην οποία αποδίδεται συχνά ο τίτλος «Για την καθολική πίστη» (De fide catholica), υπήρξε έως πρότινος η λιγότερο μελετημένη. Παρόλες τις ενστάσεις που εκφράστηκαν –και εκφράζονται αραιά ακόμα και σήμερα– για τη γνησιότητά της, την τελευταία παραδέχονται πια οι περισσότεροι ερευνητές. Από την αναψηλάφηση δε του έργου προκύπτουν διαρκώς νέα σημεία πρωτοτυπίας και ζωηρού θεολογικού ενδιαφέροντος.

Εικάζεται ότι είναι το παλαιότερο από τα opuscula sacra, γραμμένο κοντά στο 512. Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια σε ποιους απευθυνόταν –ενδεχομένως σε έναν στενό κύκλο μαθητών και φίλων–, πάντως το έργο αποτελεί μια διαυγή, εύγλωττη και υποδειγματικά αφαιρετική σύνοψη της καθολικής πίστης, και μάλιστα από δύο σκοπιές. Η πρώτη είναι εκείνη του περιεχομένου της. Στο έργο ο Βοήθιος συμπλέκει έντεχνα και διακριτικά την ιστορική αφήγηση με την εννοιολογική υποτύπωση του καθολικισμού. Όχι μόνον συνοψίζει τη δομή και τα βασικά επεισόδια της θείας οικονομίας, αλλά φροντίζει να τα αναπλάσει με την επιβοήθεια μιας επάλληλης –και σχεδόν αθόρυβα φιλοσοφικής– εξήγησης που έχει πάντοτε νεοπλατωνικό (αυγουστίνειο) πρόσημο. Η δεύτερη σκοπιά είναι εκείνη του προσδιορισμού των κριτηρίων θεμελίωσης της ίδιας της καθολικής πίστης. Ο Βοήθιος αποσαφηνίζει τα ερείσματά της (αυθεντία της Γραφής, πατερική-οικουμενική διδασκαλία και γεωγραφική διασπορά), για να καταδείξει την ανωτερότητα της διδασκαλίας της καθολικής εκκλησίας και για να οριοθετήσει τις αιρετικές παραδοχές.

 ~.~

ΒΟΗΘΙΟΣ

   Για  την  καθολική  πίστη [1]

Τη χριστιανική πίστη διαχέει η αυθεντία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ωστόσο, αν και η Παλαιά Διαθήκη περιλάμβανε στα κείμενά της αναφορές του ίδιου του ονόματος του Χριστού και προεξήγγελλε την έλευση εκείνου που πιστεύουμε ότι γεννήθηκε από την Παρθένο, είναι φανερό ότι η εξάπλωση της πίστης στα πέρατα του κόσμου χρονολογείται από τη θαυματουργή παρουσία του ίδιου μας του Σωτήρα και ύστερα.

Τώρα, αυτή η θρησκεία μας που ονομάζεται χριστιανική και καθολική, θεμελιώνεται κυρίως στις ακόλουθες παραδοχές: προ πάντων των αιώνων, δηλαδή πριν πλαστεί ο κόσμος, και, έτσι, πριν υπάρξουν όλα εκείνα στα οποία μπορεί να αποδοθεί η ιδιότητα του χρόνου, υπήρχε η θεϊκή ουσία του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, κατά τρόπο τέτοιο ώστε να αποκαλείται ο Πατήρ ‘θεός’, ο Υιός ‘θεός’ και το Άγιο Πνεύμα ‘θεός’, χωρίς να αποτελούν τρεις θεούς αλλά έναν. (περισσότερα…)

Μποναβεντούρα, Οδοιπορικό του Νου μες στον Θεό [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Όντας το πιο προσωπικό έργο του συγγραφέα του, το «Οδοιπορικό» συνιστά συγχρόνως την κορωνίδα της φραγκισκανικής μυστικής γραμματείας και ένα από τα πιο ρηξικέλευθα κείμενα της σχολαστικής μεταφυσικής. Ο αναγνώστης παραπέμπεται στην εισαγωγή η οποία παρέχεται στη δημοσίευση του A΄ Μέρους του έργου.

 ~.~

 ΜΠΟΝΑΒΕΝΤΟΥΡΑ ΝΤΑ ΜΠΑΝΙΟΡΕΤΖΙΟ

Οδοιπορικό του Νου μες στον Θεό

Κεφ. 3

Για την ενατένιση του Θεού μέσω της εικόνας του που χαράσσεται στις φυσικές μας δυνάμεις

1 .  Έτσι τα δύο σκαλοπάτια τα οποία περιγράφηκαν προηγουμένως, που μας οδηγούν μες στον Θεό μέσω των ιχνών του, δια των οποίων καταλάμπει σε όλη την πλάση, μας πήραν από το χέρι για να επανεισέλθουμε στον νου μας, εκεί όπου καταλάμπει η εικόνα του Θεού. Τώρα είμαστε ήδη στο τρίτο στάδιο, κατά το οποίο εισερχόμαστε στον ίδιο μας τον εαυτό, ωσάν να αφήνουμε πίσω μας την αυλή[1], και εισερχόμαστε στα άγια, το μπροστινό μέρος της Σκηνής· εδώ οφείλουμε να προσπαθήσουμε να δούμε τον Θεό μέσα από έναν καθρέφτη. Εδώ, σαν το φως της λυχνίας, το φως της αλήθειας καταλάμπει στο πρόσωπο του νου μας[2], αντανακλώντας την εικόνα της μακαριότατης Τριάδας.

Είσδυσε, λοιπόν, μέσα σου, και δες πόσο φλογερά ακριβαγαπά ο νους σου τον εαυτό του. Δεν θα μπορούσε να τον αγαπήσει αν δεν τον γνώριζε, και δεν θα μπορούσε να τον γνωρίσει αν δεν τον θυμόταν, αφού δεν αδράχνουμε τίποτα με τη νόηση εάν δεν είναι παρόν στη μνήμη μας. Από αυτό μπορείς να αντιληφθείς, όχι με το μάτι της σάρκας, μα με το μάτι της λογικής, ότι η ψυχή σου έχει μια τριπλή δύναμη. Στοχάσου τις ενέργειες και τις έξεις αυτών των τριών δυνάμεων, και θα μπορέσεις να δείς τον Θεό μέσα σου ωσάν σε μια εικόνα, βλέποντάς τον, ούτως ειπείν, θολά, μέσα από έναν καθρέφτη[3].

2 .  Ενέργεια της μνήμης είναι η διατήρηση και η αναπαράσταση, όχι μόνο πραγμάτων παρόντων, σωματικών και έγχρονων, αλλά και των διαδοχικών, των απλών και των αιώνιων. Η μνήμη διατηρεί εκείνα που έχουν προηγηθεί μέσω της ανάμνησης, εκείνα που είναι παρόντα μέσω της αφομοίωσης, και εκείνα που πρόκειται να γίνουν, μέσω της πρόβλεψης. Διατηρεί, επίσης, απλά πράγματα, όπως τις αρχές συνεχών και διακριτών μεγεθών, για παράδειγμα το σημείο, τη στιγμή και τη μονάδα, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να ανακαλέσουμε ή να εξετάσουμε εκείνα τα πράγματα που προέρχονται από αυτά. Διατηρεί όμως και τις αρχές και τα αξιώματα των επιστημών: τούτα είναι αιώνια και τα διατηρεί αιωνίως, αφού όσο εξασκούμε τη λογική μας, δεν είναι δυνατόν να τα λησμονήσουμε εντελώς. Άπαξ και τα ακούσουμε, τα εγκρίνουμε και συγκατατιθέμεθα σε αυτά όχι λες και τα ακούμε για πρώτη φορά, αλλά σαν να αναγνωρίζουμε κάτι που μας είναι έμφυτο και οικείο. Αυτό καθίσταται σαφές, αν προβάλετε σε κάποιον μια δήλωση όπως «για καθετί [αληθεύει] είτε η κατάφαση είτε η άρνηση»» ή «κάθε σύνολο είναι μεγαλύτερο από το μέρος» ή οποιοδήποτε άλλο αξίωμα που δεν αντιφάσκει προς «την απόδειξη που λαμβάνει χώρα εσωτερικά»[4]. (περισσότερα…)

Μποναβεντούρα, Οδοιπορικό του Νου μες στον Θεό [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το 1259, ο Μποναβεντούρα, έβδομος «γενικός διάκονος» των Μινοριτών αδελφών, επισκέφθηκε το όρος Βέρνα για να προσκυνήσει το μέρος όπου ο Φραγκίσκος της Ασίζης, 33 χρόνια πρωτύτερα, είχε βιώσει το σεραφεικό όραμα έπειτα από το οποίο δέχθηκε και έφερε τα στίγματα του εσταυρωμένου. Εμπνευσμένος από το όραμα (το εξαπτέρυγο Σεραφείμ δέσμιο στον σταυρό) και την ίδια την εμπειρία της εκστατικής θέασης στην οποία ανατάθηκε ο Φραγκίσκος, ο Μποναβεντούρα συνέλαβε την ιδέα να συγγράψει έναν οδηγό των έξι σταδίων απ’ τα οποία πρέπει να διέλθει ο ανθρώπινος νους για να φθάσει στην υπέρθετη θέαση του Θεού και, κατόπιν, στη μυστική, ειρηνική ένωση μαζί του. Στο έργο αυτό έδωσε τον τίτλο «Οδοιπορικό του νου μες στον Θεό» (Itinerarium mentis in Deum). Αποτελεί το πιο προσωπικό έργο του και συνάμα: την κορωνίδα της φραγκισκανικής μυστικής γραμματείας και ένα από τα πιο ρηξικέλευθα έργα σχολαστικής μεταφυσικής.

Ο Μποναβεντούρα ξεκινά από δύο βασικές παραδοχές της πλατωνικής παράδοσης: α) ότι η πρόσβαση στο θείο αποτελεί τη θεμιτή επιβράβευση μιας ανοδικής πορείας του «νου» την οποία κινητοποιεί η διαλεκτική και β) ότι στη Δημιουργία ο νους συναντά τα «ίχνη», το «αποτύπωμα» του Δημιουργού. Η πρώτη παραδοχή βαστάζει την ίδια τη βασική μεταφορά του έργου, με την απαραίτητη επισήμανση ότι ο Μποναβεντούρα δεν περιγράφει ποτέ το οδοιπορικό του ως μια πορεία «προς» (ad) τον Θεό, αλλά, πάντοτε, ως μια πορεία «μέσα» (in) στον Θεό. Τη δεύτερη καθοδηγητική πλατωνική ιδέα ο Μποναβεντούρα την προσαρμόζει στο αυγουστίνειο τρίπτυχο «έξω», «μέσα», «ύπερθεν», εντοπίζοντας, δηλαδή, τα ίχνη, την εικόνα και τις ομοιώσεις του Θεού και στις τρεις επικράτειες που οριοθετούν τον ανθρώπινο νου: τον εξωτερικό κόσμο, τον εσωτερικό κόσμο, και τον ίδιο τον Θεό.

Εντούτοις, και σε αυτό έγκειται η βασική πρωτοτυπία του «Οδοιπορικού», ο Μποναβεντούρα αναπτύσσει το τρίπτυχο αυτό σε τρία ζεύγη ενατενίσεων, ένα για κάθε επικράτεια, για αυτό και περιγράφει «έξι» στάδια της ανάβασης του νου μες στον Θεό. Τον διπλασιασμό σε κάθε τμήμα του τριπτύχου, τον σηματοδοτεί σταθερά με τις προθέσεις per (μέσω) και in (εντός, μέσα). Εκθέτοντας, λόγου χάρη, τον τρόπο θέασης του Θεού στον εξωτερικό κόσμο, ο Μποναβεντούρα εξηγεί ότι τούτη μπορεί να λάβει χώρα είτε «μέσω» των ιχνών του στον κόσμο, είτε «μέσα» σε αυτά. Ο πρώτος τρόπος είναι, για τον Μποναβεντούρα, κατώτερος. Οδηγεί σε μια έμμεση γνώση του Θεού. Είναι άλλο πράγμα να συνάγεις την ύπαρξη του Θεού «από» τα ίχνη των θείων ενεργειών στο σύμπαν, και είναι ολωσδιόλου υπέρτερο να είσαι σε θέση να δεις τον ίδιο τον Θεό «μέσα» στα δημιουργήματά του. Η ίδια λογική διέπει τη διαφοροποίηση των σταδίων ενατένισης όταν συζητιούνται ο εσωτερικός κόσμος (ο ίδιος ο νους) και το όνομα (η ουσία) του Θεού.

Έχοντας περάσει από αυτά τα στάδια, ο νους είναι πια έτοιμος για την τελική υπέρβασή του μες στον Θεό. Τούτη επιτυγχάνεται με τη σίγαση και την κατάργηση των ίδιων των νοητικών δυνάμεων και με την έξαρση του συναισθήματος: του μυστικού έρωτα προς τον Θεό.

Το ΝΠ δημοσιεύει το «Οδοιπορικό» σε δύο συναπτές αναρτήσεις: τη σημερινή της Μ. Πέμπτης και την αυριανή της Μ. Παρασκευής.

 ~.~

 ΜΠΟΝΑΒΕΝΤΟΥΡΑ ΝΤΑ ΜΠΑΝΙΟΡΕΤΖΙΟ

Οδοιπορικό του Νου μες στον Θεό  [1]

Πρόλογος

1 .  Στην αρχή[2], σε εκείνη την πρώτη αρχή από την οποία απορρέει κάθε φώτιση, τον Πατέρα των φώτων από τον οποίο προέρχεται κάθε χάρισμα αγαθό και κάθε τέλειο δώρημα[3], στον αιώνιο, λοιπόν, Πατέρα, απευθύνω δέηση μέσω του Υιού Του, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με τη μεσιτεία της υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, μητέρας του ίδιου του Θεού και Κυρίου μας Ιησού Χριστού, καθώς και του μακάριου Φραγκίσκου, πατέρα και οδηγού μας: να φωτίσει τα μάτια[4] του νου μας και να οδηγήσει τα βήματά μας στο μονοπάτι της ειρήνης[5] Του που υπερβαίνει κάθε κατανόηση[6]. Τούτην ακριβώς την ειρήνη ανήγγειλε και επιδαψίλευσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός[7]. Και αυτό το κήρυγμα επανέλαβε ο πατέρας μας Φραγκίσκος[8], ο οποίος ξεκινούσε και κατέληγε κάθε κήρυγμά του με ένα μήνυμα ειρήνης, και σε κάθε του χαιρετισμό απηύθυνε ευχή ειρήνης, και σε κάθε θέαση ακριβοποθούσε την εκστατική ειρήνη, ωσάν να ήταν πολίτης εκείνης της Ιερουσαλήμ για την οποία μιλά ο άνθρωπος εκείνος της ειρήνης που ήταν ειρηνικός και με όσους μισούν την ειρήνη[9]: ‘Να εύχεστε αυτά που φέρνουν την ειρήνη στην Ιερουσαλήμ[10]. Γνώριζε, βέβαια, ότι, τον θρόνο του Σολομώντα τον στέριωνε η ειρήνη, αφού έχει γραφτεί: Στην ειρήνη φτιάχτηκε η πατρίδα του, και η στέγη του είναι στη Σιών[11]. (περισσότερα…)