χριστιανική θεολογία

Λακτάντιος, «Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νά ’χουν τ’ ἀγάλματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ 

Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νἄχουν τ’ ἀγάλματα ὅταν ἦταν στὴν εὐχέρεια ἑνὸς ἀνθρώπου εἴτε νὰ φτιαχτοῦν ὡς κάτι ἄλλο εἴτε καὶ νὰ μὴ φτιαχτοῦν καθόλου; Γι’ αὐτὸ στὸν Ὁράτιο[1] ὁ Πρίαπος μιλᾷ ὡς ἑξῆς;

Μίας συκιᾶς ἤμουν κορμός, κούτσουρο ἤμουν, ὅμως
ὁ μάστορας τὸν Πρίαπο ἢ κάθισμα νὰ φτιάξῃ
σκεφτόταν· κι ἔφτιαξε θεό, καὶ νά ’μαι, ἰδοὺ ὁ τρόμος
τῶν πετεινῶν καὶ τῶν κλεφτῶν. . . [2]

2 Μὲ τέτοιον φύλακα ποιός νὰ μὴν εἶναι ἀσφαλής; Οἱ κλέφτες ἄλλωστε εἶναι τόσο χαζοὶ ὥστε νὰ φοβοῦνται τὴν στῦσι τοῦ Πρίαπου ὅταν ἀκόμη καὶ τὰ πουλιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι θὰ τὰ διώξῃ μακρυὰ ὁ φόβος τοῦ δρεπανιοῦ του ἢ τοῦ κλωναριοῦ του[3], κάθονται, φτιάχνουν φωλιές, κουτσουλᾶνε σ’ ἀγάλματα φτιαγμένα ἀριστοτεχνικά, δηλαδὴ πανομοιότυπα μ’ ἀνθρώπους. 3 Κι ἐνῷ ὁ Φλάκκος, ὡς ὁ ποιητὴς τοῦ σατυρικοῦ[4] ποιήματος, ἐνέπαιξε τὴν ἀνθρώπινη ἀνοησία, ὅσοι μαστορεύουν αὐτὰ τ’ ἀγάλματα νομίζουν ὅτι κάνουν κάτι σοβαρό. 4 Καὶ τέλος, ὁ μεγαλύτερος ποιητής, ἄνθρωπος κατὰ τ’ ἄλλα συνετός,  μόνο στὸ ζήτημα τοῦτο ἀνοηταίνει μὲ τρόπο ποὺ δὲν προσιδιάζει σὲ ποιητή, ἀλλὰ σὲ κἀμμιὰ γριά, ὅταν ἀκόμη καὶ σ’ ἐκεῖνα τὰ βιβλία του, τὰ πιὸ καλοδουλεμένα, προστάζῃ νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς:

Γιὰ κλέφτες καὶ πετούμενα φρουρὸς μ’ ἕνα δρεπάνι
τοῦ Ἑλλήσποντου ὁ ἄρχοντας, ὁ Πρίαπος, σοῦ κάνει. [5]

5 Λατρεύουν λοιπὸν πράγματα θνητὰ ποὖναι φτιαγμένα ἀπὸ θνητούς· πράγματα δηλαδὴ ποὺ μποροῦν νὰ σπάσουν, νὰ καοῦν, νὰ καταστραφοῦν. Γιὰ παράδειγμα συχνὰ συνηθίζουν νὰ κομματιάζωνται ὅταν τὰ κτήρια καταρρέουν λόγῳ παλαιότητας καὶ γίνονται στάχτη ὅταν τ’ ἀφανίσῃ ἡ φωτιὰ καὶ σὲ πλεῖστες τῶν περιπτώσεων καταλήγουν λεία τῶν κλεφτῶν ἐκτὸς ἂν τὰ βοηθήσῃ τὸ μεγάλο τους  μέγεθος ἢ τὰ φυλάσσῃ προσεκτικὴ φρουρά. 6 Τί τρέλα λοιπὸν νὰ φοβᾶσαι αὐτὰ ποὺ γιὰ τὰ ἴδια ὑπάρχει φόβος γκρεμίσματος, πυρκαϊᾶς ἢ κλοπῆς! Τί ματαιότητα νὰ ἐλπίζῃς σὲ κάποια προστασία ἀπ’ αὐτὰ ποὺ δὲν μποροῦν μόνα τους οὔτε τὸν ἑαυτό τους νὰ προστατεύσουν! Τί παραλογισμὸς νὰ προστρέχῃς στὴν σκέπη αὐτῶν ποὺ ὅταν βεβηλώνωνται μένουν ἀνεκδίκητα ἐκτὸς ἂν ἐκδικηθοῦν γιὰ λογαριασμό τους οἱ λάτρεις τους!

7  Ποῦ βρίσκεται λοιπὸν ἡ ἀλήθεια; Ἐκεῖ ὅπου κἀμμιὰ βία δὲν μπορεῖ ν’ ἀσκηθῇ κατὰ τῆς λατρείας, ἐκεῖ ὅπου τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μπορῇ νὰ βεβηλωθῇ, ἐκεῖ ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ διαπραχθῇ ἱεροσυλία[6]. Ὁτιδήποτε δὲ ὑποπίπτει στὴν ὅρασι καὶ στὴν ἁφή, αὐτὸ ἀναμφίβολα ὡς εὔφθαρτο, εἶναι ξένο πρὸς κάθε ἔννοια ἀθανασίας. 8 Μάταια λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι λατρεύουν καὶ τιμοῦν τοὺς θεοὺς μὲ χρυσό, ἐλεφαντόδοντο καὶ πετράδια, λὲς καὶ θὰ μποροῦσαν πραγματικὰ ν’ ἀντλήσουν οἱ ἐν λόγῳ θεοὶ εὐχαρίστησι ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα. 9 Ποιά ἡ χρησιμότητα τῶν πολύτιμων προσφορῶν σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν αἰσθάνονται τίποτε ἢ σ’ αὐτοὺς ποὖναι νεκροί; Ὅπως θάβουν στὴν γῆ τὰ σώματα τῶν νεκρῶν ἀφοῦ τ’ ἀλείψουν μ’ ἀκριβὰ ἀρώματα καὶ τὰ περιτυλίξουν μ’ ἐνδύματα, μὲ τὴν ἴδια λογικὴ τιμοῦν θεοὺς ποὺ οὔτε ἐνόσῳ κατασκευάζονται τὸ ἀντιλαμβάνονται οὔτε ἐνόσῳ λατρεύονται τὸ γνωρίζουν. Δὲν ἀπέκτησαν δὰ κι ἀντίληψι μὲ τὴν ἀφιέρωσί τους![7] 10 Ὁ Πέρσιος[8] δὲν συμφωνοῦσε νὰ εἰσφέρωνται στοὺς ναοὺς χρυσᾶ ἀγγεῖα θεωρῶντας περιττὸ νὰ ὑπάρχῃ κι αὐτὸ ἀνάμεσα στὶς θρησκευτικὲς πρακτικὲς, καθὼς δὲν εἶναι κάτι ποὺ προάγει τὴν ἁγιότητα, ἀλλὰ τὴν ἀπληστία. 11 Διότι εἶναι προτιμώτερο γιὰ τὸν Θεό, ἂν τὸν λατρεύῃς σωστά, νὰ προσφέρῃς ὡς δωρεὰ (περισσότερα…)

Μποναβεντούρα, Οδοιπορικό του Νου μες στον Θεό [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Όντας το πιο προσωπικό έργο του συγγραφέα του, το «Οδοιπορικό» συνιστά συγχρόνως την κορωνίδα της φραγκισκανικής μυστικής γραμματείας και ένα από τα πιο ρηξικέλευθα κείμενα της σχολαστικής μεταφυσικής. Ο αναγνώστης παραπέμπεται στην εισαγωγή η οποία παρέχεται στη δημοσίευση του A΄ Μέρους του έργου.

 ~.~

 ΜΠΟΝΑΒΕΝΤΟΥΡΑ ΝΤΑ ΜΠΑΝΙΟΡΕΤΖΙΟ

Οδοιπορικό του Νου μες στον Θεό

Κεφ. 3

Για την ενατένιση του Θεού μέσω της εικόνας του που χαράσσεται στις φυσικές μας δυνάμεις

1 .  Έτσι τα δύο σκαλοπάτια τα οποία περιγράφηκαν προηγουμένως, που μας οδηγούν μες στον Θεό μέσω των ιχνών του, δια των οποίων καταλάμπει σε όλη την πλάση, μας πήραν από το χέρι για να επανεισέλθουμε στον νου μας, εκεί όπου καταλάμπει η εικόνα του Θεού. Τώρα είμαστε ήδη στο τρίτο στάδιο, κατά το οποίο εισερχόμαστε στον ίδιο μας τον εαυτό, ωσάν να αφήνουμε πίσω μας την αυλή[1], και εισερχόμαστε στα άγια, το μπροστινό μέρος της Σκηνής· εδώ οφείλουμε να προσπαθήσουμε να δούμε τον Θεό μέσα από έναν καθρέφτη. Εδώ, σαν το φως της λυχνίας, το φως της αλήθειας καταλάμπει στο πρόσωπο του νου μας[2], αντανακλώντας την εικόνα της μακαριότατης Τριάδας.

Είσδυσε, λοιπόν, μέσα σου, και δες πόσο φλογερά ακριβαγαπά ο νους σου τον εαυτό του. Δεν θα μπορούσε να τον αγαπήσει αν δεν τον γνώριζε, και δεν θα μπορούσε να τον γνωρίσει αν δεν τον θυμόταν, αφού δεν αδράχνουμε τίποτα με τη νόηση εάν δεν είναι παρόν στη μνήμη μας. Από αυτό μπορείς να αντιληφθείς, όχι με το μάτι της σάρκας, μα με το μάτι της λογικής, ότι η ψυχή σου έχει μια τριπλή δύναμη. Στοχάσου τις ενέργειες και τις έξεις αυτών των τριών δυνάμεων, και θα μπορέσεις να δείς τον Θεό μέσα σου ωσάν σε μια εικόνα, βλέποντάς τον, ούτως ειπείν, θολά, μέσα από έναν καθρέφτη[3].

2 .  Ενέργεια της μνήμης είναι η διατήρηση και η αναπαράσταση, όχι μόνο πραγμάτων παρόντων, σωματικών και έγχρονων, αλλά και των διαδοχικών, των απλών και των αιώνιων. Η μνήμη διατηρεί εκείνα που έχουν προηγηθεί μέσω της ανάμνησης, εκείνα που είναι παρόντα μέσω της αφομοίωσης, και εκείνα που πρόκειται να γίνουν, μέσω της πρόβλεψης. Διατηρεί, επίσης, απλά πράγματα, όπως τις αρχές συνεχών και διακριτών μεγεθών, για παράδειγμα το σημείο, τη στιγμή και τη μονάδα, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να ανακαλέσουμε ή να εξετάσουμε εκείνα τα πράγματα που προέρχονται από αυτά. Διατηρεί όμως και τις αρχές και τα αξιώματα των επιστημών: τούτα είναι αιώνια και τα διατηρεί αιωνίως, αφού όσο εξασκούμε τη λογική μας, δεν είναι δυνατόν να τα λησμονήσουμε εντελώς. Άπαξ και τα ακούσουμε, τα εγκρίνουμε και συγκατατιθέμεθα σε αυτά όχι λες και τα ακούμε για πρώτη φορά, αλλά σαν να αναγνωρίζουμε κάτι που μας είναι έμφυτο και οικείο. Αυτό καθίσταται σαφές, αν προβάλετε σε κάποιον μια δήλωση όπως «για καθετί [αληθεύει] είτε η κατάφαση είτε η άρνηση»» ή «κάθε σύνολο είναι μεγαλύτερο από το μέρος» ή οποιοδήποτε άλλο αξίωμα που δεν αντιφάσκει προς «την απόδειξη που λαμβάνει χώρα εσωτερικά»[4]. (περισσότερα…)

Μποναβεντούρα, Οδοιπορικό του Νου μες στον Θεό [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το 1259, ο Μποναβεντούρα, έβδομος «γενικός διάκονος» των Μινοριτών αδελφών, επισκέφθηκε το όρος Βέρνα για να προσκυνήσει το μέρος όπου ο Φραγκίσκος της Ασίζης, 33 χρόνια πρωτύτερα, είχε βιώσει το σεραφεικό όραμα έπειτα από το οποίο δέχθηκε και έφερε τα στίγματα του εσταυρωμένου. Εμπνευσμένος από το όραμα (το εξαπτέρυγο Σεραφείμ δέσμιο στον σταυρό) και την ίδια την εμπειρία της εκστατικής θέασης στην οποία ανατάθηκε ο Φραγκίσκος, ο Μποναβεντούρα συνέλαβε την ιδέα να συγγράψει έναν οδηγό των έξι σταδίων απ’ τα οποία πρέπει να διέλθει ο ανθρώπινος νους για να φθάσει στην υπέρθετη θέαση του Θεού και, κατόπιν, στη μυστική, ειρηνική ένωση μαζί του. Στο έργο αυτό έδωσε τον τίτλο «Οδοιπορικό του νου μες στον Θεό» (Itinerarium mentis in Deum). Αποτελεί το πιο προσωπικό έργο του και συνάμα: την κορωνίδα της φραγκισκανικής μυστικής γραμματείας και ένα από τα πιο ρηξικέλευθα έργα σχολαστικής μεταφυσικής.

Ο Μποναβεντούρα ξεκινά από δύο βασικές παραδοχές της πλατωνικής παράδοσης: α) ότι η πρόσβαση στο θείο αποτελεί τη θεμιτή επιβράβευση μιας ανοδικής πορείας του «νου» την οποία κινητοποιεί η διαλεκτική και β) ότι στη Δημιουργία ο νους συναντά τα «ίχνη», το «αποτύπωμα» του Δημιουργού. Η πρώτη παραδοχή βαστάζει την ίδια τη βασική μεταφορά του έργου, με την απαραίτητη επισήμανση ότι ο Μποναβεντούρα δεν περιγράφει ποτέ το οδοιπορικό του ως μια πορεία «προς» (ad) τον Θεό, αλλά, πάντοτε, ως μια πορεία «μέσα» (in) στον Θεό. Τη δεύτερη καθοδηγητική πλατωνική ιδέα ο Μποναβεντούρα την προσαρμόζει στο αυγουστίνειο τρίπτυχο «έξω», «μέσα», «ύπερθεν», εντοπίζοντας, δηλαδή, τα ίχνη, την εικόνα και τις ομοιώσεις του Θεού και στις τρεις επικράτειες που οριοθετούν τον ανθρώπινο νου: τον εξωτερικό κόσμο, τον εσωτερικό κόσμο, και τον ίδιο τον Θεό.

Εντούτοις, και σε αυτό έγκειται η βασική πρωτοτυπία του «Οδοιπορικού», ο Μποναβεντούρα αναπτύσσει το τρίπτυχο αυτό σε τρία ζεύγη ενατενίσεων, ένα για κάθε επικράτεια, για αυτό και περιγράφει «έξι» στάδια της ανάβασης του νου μες στον Θεό. Τον διπλασιασμό σε κάθε τμήμα του τριπτύχου, τον σηματοδοτεί σταθερά με τις προθέσεις per (μέσω) και in (εντός, μέσα). Εκθέτοντας, λόγου χάρη, τον τρόπο θέασης του Θεού στον εξωτερικό κόσμο, ο Μποναβεντούρα εξηγεί ότι τούτη μπορεί να λάβει χώρα είτε «μέσω» των ιχνών του στον κόσμο, είτε «μέσα» σε αυτά. Ο πρώτος τρόπος είναι, για τον Μποναβεντούρα, κατώτερος. Οδηγεί σε μια έμμεση γνώση του Θεού. Είναι άλλο πράγμα να συνάγεις την ύπαρξη του Θεού «από» τα ίχνη των θείων ενεργειών στο σύμπαν, και είναι ολωσδιόλου υπέρτερο να είσαι σε θέση να δεις τον ίδιο τον Θεό «μέσα» στα δημιουργήματά του. Η ίδια λογική διέπει τη διαφοροποίηση των σταδίων ενατένισης όταν συζητιούνται ο εσωτερικός κόσμος (ο ίδιος ο νους) και το όνομα (η ουσία) του Θεού.

Έχοντας περάσει από αυτά τα στάδια, ο νους είναι πια έτοιμος για την τελική υπέρβασή του μες στον Θεό. Τούτη επιτυγχάνεται με τη σίγαση και την κατάργηση των ίδιων των νοητικών δυνάμεων και με την έξαρση του συναισθήματος: του μυστικού έρωτα προς τον Θεό.

Το ΝΠ δημοσιεύει το «Οδοιπορικό» σε δύο συναπτές αναρτήσεις: τη σημερινή της Μ. Πέμπτης και την αυριανή της Μ. Παρασκευής.

 ~.~

 ΜΠΟΝΑΒΕΝΤΟΥΡΑ ΝΤΑ ΜΠΑΝΙΟΡΕΤΖΙΟ

Οδοιπορικό του Νου μες στον Θεό  [1]

Πρόλογος

1 .  Στην αρχή[2], σε εκείνη την πρώτη αρχή από την οποία απορρέει κάθε φώτιση, τον Πατέρα των φώτων από τον οποίο προέρχεται κάθε χάρισμα αγαθό και κάθε τέλειο δώρημα[3], στον αιώνιο, λοιπόν, Πατέρα, απευθύνω δέηση μέσω του Υιού Του, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με τη μεσιτεία της υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, μητέρας του ίδιου του Θεού και Κυρίου μας Ιησού Χριστού, καθώς και του μακάριου Φραγκίσκου, πατέρα και οδηγού μας: να φωτίσει τα μάτια[4] του νου μας και να οδηγήσει τα βήματά μας στο μονοπάτι της ειρήνης[5] Του που υπερβαίνει κάθε κατανόηση[6]. Τούτην ακριβώς την ειρήνη ανήγγειλε και επιδαψίλευσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός[7]. Και αυτό το κήρυγμα επανέλαβε ο πατέρας μας Φραγκίσκος[8], ο οποίος ξεκινούσε και κατέληγε κάθε κήρυγμά του με ένα μήνυμα ειρήνης, και σε κάθε του χαιρετισμό απηύθυνε ευχή ειρήνης, και σε κάθε θέαση ακριβοποθούσε την εκστατική ειρήνη, ωσάν να ήταν πολίτης εκείνης της Ιερουσαλήμ για την οποία μιλά ο άνθρωπος εκείνος της ειρήνης που ήταν ειρηνικός και με όσους μισούν την ειρήνη[9]: ‘Να εύχεστε αυτά που φέρνουν την ειρήνη στην Ιερουσαλήμ[10]. Γνώριζε, βέβαια, ότι, τον θρόνο του Σολομώντα τον στέριωνε η ειρήνη, αφού έχει γραφτεί: Στην ειρήνη φτιάχτηκε η πατρίδα του, και η στέγη του είναι στη Σιών[11]. (περισσότερα…)

Δεύτερες τετραετίες


*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στην ιστορία, τη λογοτεχνία, την προσωπική ζωή του καθενός αφθονούν: κάθε σελίδα μια προδοσία, κάθε κεφάλαιο μια συνωμοσία. Όμως υπάρχει πολύς, πάμπολυς κόσμος εκεί έξω που σε κάθε προσπάθεια της σκέψης να πάει λίγο πιο κάτω από την επιπολή (λέξη που σημαίνει επιφάνεια, εξ ου και το «επιπόλαιος», ρηχός, αβαθής) σου απαντά με αγανάκτηση: «συνωμοσιολογίες!» Και οι επαγγελματίες της αφέλειας ή της προπαγάνδας που κάνουν καριέρα ως «αντισυνωμοσιολόγοι», ως «ειδήμονες», ως «fact checkers», ως «διαφωτιστές» και δεν συμμαζεύεται, είναι λεγεώνα.

Το γιατί συμβαίνει αυτό το εξηγεί καλά εκείνο το απόφθεγμα του Κονδύλη για τους μικροαστούς, που «η πίστη στην ύπαρξη και πρακτικότητα των γενικώς αποδεκτών κανόνων της ηθικής τούς παρέχει ένα αίσθημα πρόσθετης ασφάλειας». Για τον μέσο άνθρωπο, τον «Ανθρωπάκο» του Φάλλαντα, η πίστη ότι μερικά πράγματα δεν γίνονται, απλώς και μόνο επειδή εκείνος τα θεωρεί αδιανόητα, είναι μια παρηγοριά, μια ψευδαισθητική αυτοδιαβεβαίωση ότι ελέγχει τα ανεξέλεγκτα, ότι το πλαστικό τιμονάκι που κρατάει σφιχτά στις ιδρωμένες παλάμες του, είναι η Μοίρα του. Κι ότι αυτός είναι ο αυτεξούσιος οδηγητής της.

~.~

Οι δεύτερες τετραετίες μεταπολιτευτικά ταυτίστηκαν με δεινά μεγάλα για τον τόπο. Η δεύτερη τετραετία του Ανδρέα Παπανδρέου (1985-89) σημαδεύτηκε από το σκάνδαλο Κοσκωτά, το σύνθημα «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» και την εξευτελιστική φαρσοκωμωδία στο Ελληνικό, κατά την υποδοχή του σερνάμενου Αρχηγού μετά της ερωμένης. Η χώρα έκανε χρόνια να συνέλθει από το σοκ, οι θεσμοί έφτασαν στα όριά τους, την πολιτική αντιπαράθεση αντικατέστησαν οι πόζες της Μιμής και τα Ειδικά Δικαστήρια.

Η δεύτερη τετραετία Σημίτη (2000-2004) έμεινε στη συλλογική μνήμη συνδεδεμένη με τη δυσωδία της μίζας: Παπαντωνίου, Τσοχατζόπουλος, Τσουκάτος, Μαντέλης, Σήμενς και κομματικά ταμεία. Κάποια απ’ αυτά είχαν τις ρίζες τους ήδη στην πρώτη τετραετία, όπως και η αρπαχτή του αιώνα, το λεγόμενο «σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου», αλλά ήταν μόνο στη δεύτερη που έγιναν αντιληπτά. Ελάχιστοι από τους υπαιτίους τιμωρήθηκαν, και αυτοί συγκυριακά. Πάνω στην αναμπουμπούλα της χρεοκοπίας μας το 2010, χρησίμευσαν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για να τη βγάλουν καθαρή οι μεγάλοι ένοχοι.

Η δεύτερη τετραετία Καραμανλή ήταν… διετία: 2007-2009. Ξεκίνησε με έναν εκλογικό θρίαμβο παρότι η χώρα είχε γίνει αποκαΐδια το καλοκαίρι του ’07. Μερικοί νεοδημοκράτες είχαν καβαλήσει τόσο το καλάμι που δήλωναν δημοσίως ότι «σχεδιάζουν την τέταρτη τετραετία»! Την τρίτη την είχαν στο τσεπάκι πίστευαν. Ήταν όμως τόσο άθλια η διαχείριση των δημοσιοοικονομικών, τόσο γιγαντιαία η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος, ώστε με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Αμερική, ο Ηγέτης ψυλλιάστηκε τη θύελλα και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια διά των εκλογών. Και έπραξε σοφά, όπως αποδείχτηκε: η βόμβα έσκασε στα χέρια του διαδόχου του και τον σάρωσε – όπως όλους μας. (περισσότερα…)