Λακτάντιος, Θεῖες Εἰσηγήσεις

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα στὸ Νέο Πλανόδιον, θὰ παρουσιαστοῦν χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ ἀπαρτίζουν τὸ ἔργο.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Ἔρχομαι τώρα στὶς ἰδιαίτερες θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν Ῥωμαίων, μιὰ ποὺ γιὰ τὶς οἰκουμενικὲς μίλησα. Ἡ τροφὸς τοῦ Ῥωμύλου, ἡ λύκαινα[1],τιμήθηκε ὡς θεά. Καὶ θὰ τὸ ἀνεχόμουν ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ζῷο τοῦ ὁποίου τὴν μορφὴ φέρει. 2 Ὁ Λίβιος βεβαιώνει πὼς πρόκειται γι’ ἀπεικόνισι τῆς Λαρεντίνας[2] καὶ βέβαια ὄχι τοῦ σώματός της, ἀλλὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου καὶ τοῦ χαρακτῆρα της. Ὑπῆρξε δὲ σύζυγος τοῦ Φαυστύλου κι ἐξ αἰτίας τῆς ἔναντι εὐτελοῦς ἀντιτίμου κοινῆς χρήσεως τοῦ κορμιοῦ της ἀποκλήθηκε ἀνάμεσα στοὺς βοσκοὺς λύκαινα, τοὐτέστιν ἐταίρα. Ἐξ οὗ μέχρι καὶ σήμερα τὸ πορνεῖο ἀποκαλεῖται λουπάναρ[3]. 3 Προφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι ἀκολούθησαν στὴν ἐξεικόνισί της τὸ παράδειγμα τῶν Ἀθηναίων. Σ’ αὐτούς, ὅταν κάποια ἐταίρα ὀνόματι Λέαινα σκότωσε ἕναν τύραννο[4], ἐπειδὴ ἦταν ἀθέμιτο νὰ στηθῇ ἄγαλμα ἐταίρας σὲ ναό, τοποθέτησαν τ’ ὁμοίωμα τοῦ ζῴου τ’ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔφερε. 4 Ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔφτιαξαν τὸ μνημεῖο ἀπὸ τ’ ὄνομα παρομοίως κι αὐτοὶ τὸ ἔφτιαξαν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐπίσης στ’ ὄνομά της ἀφιερώθηκε μία ἑορτὴ καὶ καθιερώθηκαν τὰ Λαρεντινάλια[5]. 5 Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἐταίρα ποὺ λατρεύουν οἱ Ῥωμαῖοι, ἀλλ’ἐπίσης καὶ ἡ Φαῦλα[6] γιὰ τὴν ὁποία ὁ Βέρριος[7] γράφει πὼς ὑπῆρξε ἐταίρα τοῦ Ἡρακλῆ. Ἐπιτέλους, πόσο σπουδαία ἀξίζει νὰ θεωρηθῇ μιὰ τέτοια ἀθανασία ποὺ ἀκόμη καὶ πόρνες τὴν κατακτοῦν; 6 Ἡ Φλώρα, ἀφοῦ ἀποκόμισε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, ὥρισε τὸν λαὸ κληρονόμο της κι ἄφησε ἕνα συγκεκριμένο χρηματικὸ ποσό, ἀπὸ τὸν ἐτήσιο τόκο τοῦ ὁποίου θὰ ἑορτάζονταν τὰ γενέθλιά της μὲ τὴν παρουσίασι θεαμάτων ποὺ τ’ ἀποκαλοῦν Φλωράλια. 7 Ἐπειδὴ αὐτὸ φαινόταν σκανδαλῶδες στὴν Σύγκλητο ἀποφασίστηκε ν’ ἀντληθῇ ὁ μῦθος της ἀπὸ τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα ὥστε νὰ προσδοθῇ στὴν ντροπιαστικὴ ὑπόθεσι κάποια ἀξιοπρέπεια. Μυθολόγησαν ὅτι εἶναι ἡ θεὰ ποὺ προστατεύει τ’ ἄνθη κι ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξευμενίζουν ὥστε οἱ καλλιέργειες μὲ δένδρα ἢ κλήματα ν’ ἀνθίζουν καλὰ καὶ παραγωγικά. 8 Τὸ ἴδιο πρόσχημα ἀκολουθῶντας στὸ Ἡμερολόγιο[8] ὁ ποιητὴς[9] διηγήθηκε πὼς ὑπῆρξε μιὰ ὄχι ἄσημη νύμφη ποὺ εἶχε τ’ ὄνομα Χλωρίδα[10] κι ὅτι ὅταν παντρεύτηκε τὸν Ζέφυρο δέχθηκε δίκην προικὸς ἀπὸ τὸν σύζυγό της τὸ ἑξῆς δῶρο: νὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθέων. 9 Αὐτὰ λέγονται ἀσφαλῶς εὐσχήμως, ἀλλὰ εἶναι ἄσχημο κι ἐπαίσχυντο νὰ πιστεύωνται. Κι οὔτε πρέπει, ἐφ’ὅσον ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξαπατώμεθα ἀπὸ τέτοιου εἴδους προσχήματα. 10 Ἑορτάζονται δὲ τὰ ἐν λόγῳ θεάματα μὲ πᾶσα ἐλευθεριότητα κατὰ πῶς ταιριάζει στὴν μνήμη μιᾶς πόρνης. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθεριότητα στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ χυδαιότητα ξεχειλίζει ἄφθονη, ἐπιπλέον, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ πλήθους, πετοῦν τὰ ῤοῦχα τους οἱ ἐταῖρες, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ῤόλο μιμάδων κι ἀπασχολοῦνται μὲ πρόστυχα κουνήματα μπροστὰ στὸν κόσμο μέχρι τὰ λάγνα βλέμματα νὰ μπουχτίσουν.

11  Τὸ ἄγαλμα τῆς Κλοακίνας[11] ποὺ βρέθηκε στὸν μεγάλο ὑπόνομο[12] τὸ ἀφιέρωσε ὁ Τάτιος[13] καὶ καθὼς ἀγνοοῦσε τίνος ἀπεικόνισι ἦταν τοῦ ἔδωσε τ’ ὄνομα ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ μέρος.  Ὁ Τύλλος Ὁστίλιος ἀπεικόνισε κι ἀπέδωσε λατρεία στὸν Φόβο καὶ τὴν Χλομάδα[14]. 12 Τι νὰ πῶ γι’αὐτὸ πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπαξίως εἶχε τοὺς θεούς του, ὅπως συνήθως εἶναι ἐπιθυμητό, πάντοτε παρόντες; Ἡ πρᾶξι αὐτὴ  διαφέρει ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Μάρκου Μαρκέλλου γιὰ τὴν θεοποίησι τῆς Τιμῆς καὶ τῆς Ἀρετῆς[15] μόνο ὡς πρὸς τὴν εὐπρέπεια τῶν ὀνομάτων, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν οὐσία της εἶναι ἴδια. 13 Μὲ τὴν ἴδια μωρία ἡ Σύκλητος συγκατέλεξε ἀνάμεσα στοὺς θεοὺς ἀκόμη καὶ τὸν Νοῦ, τὸν ὁποῖο βέβαια ἂν διέθετε δὲν θὰ υἱοθετοῦσε τέτοιες ἱεροπραξίες.

14  Ὁ Κικέρων λέει πὼς ἡ Ἑλλάδα υἱοθέτησε τὴν σπoυδαία καὶ τολμηρὴ ἰδέα νὰ ἀφιερώσῃ ἱερὰ ἀγάλματα Πόθων κι Ἐρώτων στὰ γυμνάσια[16]. Προφανῶς καλόπιανε τὸν Ἀττικὸ καὶ τὸν πείραζε ὡς ἄνθρωπο οἰκεῖο του[17]. 15 Διότι δὲν πρόκειτο γιὰ κάτι ποὺ πρέπει νὰ λέγεται σπουδαῖο, οὔτε κἂν ἰδέα, ἀλλ’ ἄσωτη κι ἀξιοθρήνητη φαυλότητα ἀναίσχυντων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ὤφειλαν νὰ διαπαιδαγωγοῦν τὰ παιδιά τους στὰ ἐνάρετα πράγματα, τὰ ἐξωθοῦσαν στὴν ἐπὶ τῆς νεολαίας ἀσέλγεια. Ἤθελαν νὰ λατρεύωνται ἀπὸ τὰ παιδιὰ οἱ θεοὶ τοῦ αἴσχους καὶ μάλιστα σ’ ἐκεῖνα τὰ στέκια ὅπου τὰ γυμνὰ κορμιά τους ἐκτίθενται στὰ βλέμματα τῶν διαφθορέων τους καὶ σ’ ἐκείνη τὴν ἡλικία πού, ἁπλοϊκὴ κι ἀπονήρευτη, μπορεῖ νὰ δελεαστῇ καὶ νὰ πέσῃ στὴν παγίδα προτοῦ προφυλαχθῇ. 16 Τί τὸ ἄξιον ἀπορίας ποὺ ὅλα τὰ αἴσχη ἐκπήγασαν ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἔθνος, στὸ ὁποῖο οἱ ἴδιες οἱ διαστροφὲς εἶναι καθαγιασμένες κι ὄχι μόνο δὲν ἀποφεύγονται, ἀλλά, τοὐναντίον, λατρεύονται κιόλας;  Καὶ γι’αὐτό, προσθέτει στὴν προηγούμενη σκέψι, σὰν νὰ ξεπερνᾷ δῆθεν τοὺς Ἕλληνες σὲ σωφροσύνη: «Ἔπρεπε ὅμως νὰ καθαγιάσουν τὶς ἀρετές, ὄχι τὶς διαστροφές». 17 Ἂν τὸ ἀποδεχθῇς αὐτό, ὦ Μάρκε Τύλλιε, δὲν βλέπεις ὅτι μαζὶ μὲ τὶς ἀρετὲς θὰ διεισδύσουν κι οἱ διαστροφές, ἀφοῦ τὰ κακὰ προσκολλῶνται στὰ καλὰ κι ἀσκοῦν μεγαλύτερη δύναμι στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων; Ἄν ἀπαγορεύῃς νὰ θεωρηθοῦν αὐτὰ ἱερά, ἴδια κι ἀπαράλλαχτη ἡ Ἑλλάδα θὰ σοῦ ἀπαντήσῃ ὅτι κάποιους θεοὺς τοὺς λατρεύει γιὰ νὰ τῆς κάνουν καλὸ καὶ κάποιους γιὰ νὰ μὴ τῆς κάνουν κακό. Αὐτὴ εἶναι ἀνέκαθεν ἡ δικαιολογία ὅσων ἀναγορεύουν σὲ θεοὺς τὰ κακά τους, ὅπως οἱ Ῥωμαῖοι τὴν Ἐρυσίβη[18] καὶ τὸν Πυρετό. 18 Ἂν λοιπὸν δὲν πρέπῃ νὰ θεοποιοῦνται οἱ διαστροφές, πρᾶγμα στὸ ὁποῖο εἶμαι σύμφωνος μαζί σου, οὔτε κι οἱ ἀρετὲς πρέπει. Γιατὶ οἱ ἴδιες δὲν ἔχουν αὐθύπαρκτη νόησι ἢ αἰσθήσεις κι οὔτε προορίζονται γιὰ νὰ ἐγκαθίστανται μέσα σὲ τοίχους ἢ σὲ πήλινους ναΐσκους, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιὰ καὶ νὰ περικλείωνται ἐντός μας ὥστε νὰ μὴ μένουν ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ νἆναι ψεύτικες. 19 Κι ἔτσι περιγελῶ ἐκεῖνον τὸν περίφημο νόμο σου ποὺ θεσπίζεις μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἀλλὰ γιὰ ἐκεῖνα ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων παραχωρεῖται στὸν ἄνθρωπο ἡ ἄνοδος στὸν οὐρανό: τὸν Nοῦ, τὴν Ἀνδρεία, τὴν Εὐσέβεια, τὴν Πίστι, καὶ γιὰ τὴν ἐξύμνησι αὐτῶν, νὰ ὑπάρχουν ναοί»[19]. Μ’ αὐτὰ δὲν γίνεται νὰ ξεχωρίσουν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο! 20 Διότι ἂν εἶναι ἄξια λατρείας, ἀναγκαστικὰ εἶναι τέτοια ἀκριβῶς μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἄν πάλι βρίσκωνται ἐκτὸς τοῦ ἀνθρώπου ποιά ἡ ἀνάγκη νὰ λατρεύῃς αὐτὰ ποὺ δὲν ἔχεις; Διότι πρέπει νὰ λατρεύεται ἡ ἀρετή, ὄχι ἡ ἀπεικόνισι τῆς ἀρετῆς. Καὶ πρέπει νὰ λατρεύεται ὄχι μὲ κάποια θυσία οὔτε μὲ θυμίαμα ἢ μ’ ἐπίσημη δέησι, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν βούλησι καὶ τὴν προαίρεσι. 21 Γιατί τί ἄλλο σημαίνει νὰ λατρεύῃς τὴν ἀρετὴ παρὰ νὰ τὴν περικλείῃς στὴν ψυχή σου καὶ νὰ τὴν διατηρῇς; Πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐπιτυγχάνει κανεὶς ὅσο πιὸ γρήγορα ἀρχίσῃ νὰ τὸ ἐπιθυμῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη λατρεία τῆς ἀρετῆς, διότι θρησκευτικὴ λατρεία καὶ τιμὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιφυλάσσεται κἀμμία ἄλλη, παρὰ μόνο γιὰ τὸν μοναδικὸ Θεό. 22 Ποιά λοιπὸν ἡ χρεία, ὦ σοφώτατε ἄνδρα, νὰ καταλαμβάνουμε μὲ περιττὰ οἰκοδομήματα χώρους ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ διατεθοῦν γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀνάγκες; Γιατί νὰ θεσπίζουμε ἱερατεῖο ποὺ θὰ λατρεύῃ μάταια κι ἀναίσθητα πράγματα; Γιατί νὰ προσφέρουμε σφάγια; Γιατί νὰ δαπανοῦμε τέτοια ποσὰ εἴτε γιὰ νὰ κατασκευάζουμε εἴτε γιὰ νὰ λατρεύουμε ἀπεικονίσεις;  23 Ἑδραιότερος κι ἀφθαρτότερος ναὸς εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά: αὐτὴ εἶναι προτιμώτερο νὰ διακοσμῆται, αὐτὴ νὰ πληροῦται μὲ τὴν ἀληθινὴ θεία δύναμι. 24 Τὶς ψεύτικες αὐτὲς θεοποιήσεις τὶς ἀκολουθεῖ κάτι ἀναπόφευκτο: ὅσοι λατρεύουν τὶς ἀρετὲς μ’αὐτὸν τὸν τρόπο, τουτἔστιν ὅσοι κυνηγοῦν σκιὲς καὶ ἀπεικονίσεις ἀρετῶν, αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὰ ἀληθῆ δὲν μποροῦν νὰ τὰ ἀποκτήσουν. 25 Ἔτσι σὲ κανέναν δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀρετὴ ὅταν παντοῦ ἐξουσιάζουν τὰ πάθη, κἀμμία ἐμπιστοσύνη ὅταν ὁ καθένας ἁρπάζῃ τὰ πάντα γιὰ τὸν ἑαυτό του, κἀμμία αἴσθησι σεβασμοῦ ὅταν ἡ πλεονεξία δὲν ἀφήνῃ ἀπ’ ἔξω οὔτε τοὺς συγγενεῖς οὔτε τοὺς γονεῖς κι ἡ ἀπληστία ἐπελαύνει μὲ τὸ μαχαίρι καὶ τὸ δηλητήριο, κἀμμία εἰρήνη, κἀμμία ὁμόνοια ὅταν οἱ πόλεμοι μαίνωνται δημοσίως κι ἀκόμη καὶ ἰδιωτικῶς οἱ ἔχθρες φουντώνουν μέχρι αἱματοχυσίας, κἀμμία ἁγνότητα ὅταν αποχαλινωμένες οἱ ὁρμὲς μολύνουν κάθε φῦλο καὶ κάθε μέλος τοῦ σώματος· 26 κι ὅμως, οἱ ἄνθρωποι δὲν παύουν νὰ προσφέρουν λατρεία σ’ αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ ξεφύγουν καὶ μισοῦν. Λατρεύουν προσφέροντας λιβάνι μὲ τ’ ἀκροδάχτυλά τους αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ εὐλαβοῦνται μὲ τὴν ἐσώτατη ὕπαρξί τους: πλάνη ποὺ προέρχεται ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν ἄγνοια τοῦ πρωταρχικοῦ καὶ ὑψίστου ἀγαθοῦ.

27 Ὅταν ἡ ‘Ρώμη καταλήφθηκε ἀπὸ τοὺς Γαλάτες[20] πολιωρκημένοι στὸ Καπιτώλιο οἱ Ῥωμαῖοι, ἀφοῦ ἔφτιαξαν χορδὲς τόξων ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τῶν γυναικῶν, ἀφιέρωσαν ναὸ στὴν Φαλακρὴ Ἀφροδίτη[21].        28 Δὲν καταλαβαίνουν λοιπὸν ἀπὸ τ’ ὅτι ἀκριβῶς μὲ κάτι τέτοιες ἀσυναρτησίες τὶς ῤεζιλεύουν, πόσο ἀνόητες εἶναι οἱ θρησκευτικές τους δοξασίες; 29 Ἴσως εἶχαν διδαχθῆ ἀπὸ τοὺς Λακεδαιμονίους νὰ πλάθουν τοὺς θεούς τους ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις. Ὅταν ἐκεῖνοι πολιωρκοῦσαν τοὺς Μεσσηνίους κι οἱ τελευταῖοι ἔκαναν κρυφὰ ἔξοδο ξεγελῶντας τοὺς πολιορκητὲς κι ἔτρεξαν νὰ λεηλατήσουν τὴν Λακεδαίμονα τράπηκαν σὲ φυγὴ κι ἐκδιώθηκαν ἀπὸ τὶς Σπαρτάτισσες. 30 Μόλις ὅμως οἱ Λακεδαιμόνιοι πληροφορήθηκαν τὰ τεχνάσματα τῶν ἐχθρῶν τους ἄρχισαν νὰ τοὺς καταδιώκουν. Οἱ ὡπλισμένες γυναῖκες προήλασαν περαιτέρω ἐναντίον τους. Ὅταν διέκριναν ὅτι οἱ ἄντρες τους προετοιμάζονται γιὰ μάχη, ἐπειδὴ νόμιζαν ὅτι πρόκειται γιὰ τοὺς Μεσσήνιους, γύμνωσαν τὰ σώματά τους· 31 ἀλλὰ ἐκεῖνοι, μόλις ἀναγνώρισαν τὶς γυναῖκες τους, ξαναμμένοι ἀπὸ ἐπιθυμία στὴν θέα τους, ἔσμιξαν μ’ αὐτὲς ἔτσι ὅπως ἦταν ὥπλισμένοι, κάπως ἀνάκατα. Δὲν εὐκαιροῦσαν δὰ νὰ τὶς ξεχωρίσουν![22] 32 (Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ νέοι ποὺ εἶχαν ἀποσταλῆ ἀπὸ τὸν ἴδιο λαὸ στὸ παρελθόν, ἔσμιξαν μὲ παρθένες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες γεννήθηκαν οἱ Παρθενίαι[23]). Εἰς ἀνάμνησιν αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἀφιέρωσαν ναὸ κι ἄγαλμα στὴν Ὡπλισμένη Ἀφροδίτη[24] · μολονότι προῆλθε ἀπὸ αἰτία αἰσχρή, ἐν τούτοις ἡ καθιέρωσι τῆς Ὡπλισμένης Ἀφροδίτης φαντάζει ἀξιοπρεπέστερη ἀπ’ αὐτὴν τῆς Φαλακρῆς. 33 Κατὰ τὴν ἴδια ἐποχὴ ἀνατέθηκε βωμὸς στὸν Δία Ἀρτοποιό, διότι συμβούλευσε καθ’ ὕπνον τοὺς Ῥωμαίους νὰ φτιάξουν ψωμὶ ἀπ’ ὅλο τὸ σιτάρι ποὺ εἶχαν καὶ νὰ τὸ ῤίξουν στὸ στρατόπεδο τοῦ ἐχθροῦ. Μόλις θὰ γινόταν αὐτὸ θὰ λυνόταν ἡ πολιορκία καθὼς οἱ Γαλάτες θὰ ἔχαναν τὴν ἐλπίδα πὼς μποροῦσαν νὰ καταβάλουν τοὺς Ῥωμαίους μὲ λιμό[25]. 34 Τί γελοιοποίησι τῆς θρησκείας εἶναι αὐτή! Γιὰ ποιό πρᾶγμα θὰ μποροῦσα, ἂν ἤμουν ὑποστηρικτής της,  νὰ παραπονεθῶ τόσο, ὅσο γιὰ τ’ ὅτι ἡ δύναμι τῶν θεῶν ἔχει ξεπέσει σὲ τέτοια περιφρόνησι, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς περίγελως μέσῳ τῶν πιὸ ποταπῶν ὀνομάτων;  Ποιός νὰ μὴ περιγελάσῃ τὴν θεὰ Φοῦρνο, ἢ ἀκόμη χειρότερα τ’ ὅτι μορφωμένοι ἄνθρωποι ἀσχολοῦνται μὲ τὸν ἑορτασμὸ τῶν Φορνακαλίων;[26] 35 Ποιός μπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὸ γέλιο του ὅταν ἀκούῃ γιὰ Μουγκὴ θεά;[27] Λένε πὼς εἶναι αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὁποία γεννήθηκαν οἱ Λάρητες καὶ τὴν ἴδια τὴν ὀνομάζουν Λάρα ἢ Λαρούντα. Τί μπορεῖ νὰ προσφέρη στὸν λάτρι αὐτὴ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσῃ;   36 Λατρεύεται κι ἡ Κάκα[28], ποὺ ἀποκάλυψε στὸν Ἡρακλῆ τὴν κλοπὴ τῶν βοδιῶν, ἐπιτυγχάνοντας τὴν θέωσι ἐπειδὴ πρόδωσε τὸν ἀδελφό της. Κι ἡ Κούνινα[29], ποὺ φυλάει τὰ νήπια στὶς κούνιες τους καὶ διώχνει τὸ κακὸ μάτι. Κι ὁ Στερκοῦτος[30], ποὺ πρῶτος εἰσηγήθηκε τὴν μέθοδο λιπάνσεως τῶν ἀγρῶν μὲ κοπριά. Κι ὁ Τουτῖνος[31], ποὺ στὴν ἀγκάλη του κάθονται σεμνότυφα οἱ μελλόνυμφες γιὰ νὰ θεωρηθῇ  ὅτι πρῶτος ὁ θεὸς ἔδρεψε τὴν παρθενία τους. Καὶ χιλιάδες ἄλλα φρικιά, ὥστε νὰ ἰσχυριζώμαστε πὼς ὅσοι τὰ ἀποδέχονται ὡς ἄξια λατρείας εἶναι πιὸ ἀνόητοι κι ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους, οἱ ὁποῖοι προσκυνοῦν κάτι τερατόμορφα καὶ γελοῖα εἴδωλα. 37 Κι αὐτὰ τοὐλάχιστον διαθέτουν κάποια μορφή. Γι’αὐτοὺς ὅμως ποὺ λατρεύουν ἕναν ἄμορφο κι ἀκατέργαστο λίθο ποὺ ἔχει τ’ ὄνομα Τέρμινος[32] τί νὰ πῶ; Λέγεται πὼς πρόκειται γι’αὐτὸν τὸν λίθο ποὺ κατάπιε ὁ Κρόνος ἀντὶ τοῦ Δία. Δὲν τοῦ ἀποδίδεται δὰ κι ἄδικα τιμή! 38 Διότι ὅταν ὁ Ταρκύνιος ἤθελε νὰ οἰκοδομήσῃ τὸ Καπιτώλιο[33] καὶ στὸν τόπο ἐκεῖνο ὑπῆρχαν πολλῶν θεῶν βωμοί, ζήτησε νὰ μάθῃ μὲ οἰωνοσκοπία ἂν θὰ παραχωροῦσαν τὴν θέσι τους στὸν Δία. Κι ἐνῷ οἱ ἄλλοι τὴν παραχώρησαν μόνο ὁ Τέρμινος παρέμεινε ἀμετακίνητος[34]. Γι’ αὐτὸ κι ὁ ποιητὴς τὸν ἀποκαλεῖ

Τοῦ Καπιτώλιου βράχο ἀκλόνητο [35].

39 Κι ἐπιτέλους, ἀπ’αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς πόσο μεγάλος ἀποδεικνύεται ὁ Δίας, ἔναντι τοῦ ὁποίου δὲν ὑποχώρησε μιὰ πέτρα; – ἴσως μὲ τὴν αὐτοπεποίθησι πὼς τὸν εἶχε διασώσει ἀπὸ τὸν καταπιόνα τοῦ πατέρα του! 40 Κι ὅταν κατασκευάστηκε τελοσπάντων τὸ Καπιτώλιο ἄφησαν ἕνα ἄνοιγμα στὴν στέγη του πάνω ἀπὸ τὸν Τέρμινο, ὥστε, μιᾶς καὶ δὲν εἶχε παραχωρήσει τὴν θέσι του, ν’ ἀπολαμβάνῃ τὸν ἀνοιχτὸ οὐρανό: κάτι ποὺ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἀπολάμβαναν οἱ ἴδιοι, ποὺ πίστεψαν ὅτι τὸ ἀπολαμβάνῃ μιὰ πέτρα. 41 Καὶ τελοῦνται ἐπίσημες δεήσεις σ’αὐτὴν ὡς θεὸ φύλακα τῶν συνόρων, ποὺ δὲν εἶναι μόνο λίθος, ἀλλὰ κάποιες φορὲς καὶ κούτσουρο. 42 Τί νὰ πῶ γι’αὐτοὺς ποὺ λατρεύουν τέτοια πράγματα ἐκτὸς ἀπὸ τ’ ὅτι μᾶλλον οἱ ἴδιοι εἶναι στοῦρνοι καὶ κούτσουρα;

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Εἶναι εὐρέως γνωστὸς ὁ μῦθος σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο μιὰ λύκαινα θήλασε τοὺς δίδυμους Ῥέμο καὶ Ῥωμύλο.
[2] Acca LarentiaLarentina, θρυλικὴ μορφὴ τῆς ῥωμαϊκῆς μυθολογίας ποὺ ἐτιμᾶτο ὡς θεά, σύζυγος τοῦ Φαυστύλου ἢ Φαιστίλου, τοῦ βοσκοῦ ποὺ βρῆκε τοὺς δίδυμους Ρέμο καὶ Ῥωμύλο, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκαταλειφθῆ γιὰ νὰ πεθάνουν μὲ διαταγὴ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἄλβας Λόνγκας, Ἀμούλιου. Ἡ Λαρεντίνα ἔγινε τροφὸς τῶν διδύμων (Τίτος Λίβιος 1,4, Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Ῥωμύλος, 4 όπου καὶ ἡ πληροφορία για το προσωνύμιο λύκαινα με την σημασία εταίρα για την οποία βλ. αμέσως παρακάτω).
[3] Lupa εἶναι στὰ λατινικὰ ἡ λύκαινα καὶ ἡ πόρνη, lupanar τὸ πορνεῖο.
[4] Σύμφωνα μὲ μιὰ μεταγενέστερη διήγησι, τελείως ἄγνωστη καὶ ἀμάρτυρη στὶς ἱστορικὲς πηγὲς τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς, ἡ Λέαινα ὑπῆρξε ἐρωμένη τοῦ τυραννοκτόνου Ἁρμοδίου ἢ τοῦ Ἀριστογείτονος, δολοφόνων τοῦ Ἀθηναίου πεισιστρατίδη, Ἱππάρχου (514 π.Χ.). Κατ’ αὐτὴν τὴν διήγησι ἡ Λέαινα συνελήφθη, βασανίστηκε καὶ τελικὰ θανατώθηκε χωρὶς νὰ πῇ λέξι ἔχοντας κόψει μὲ τὰ δόντια της τὴν ἴδια της τὴν γλῶσσα γιὰ νὰ μὴ μπορέσῃ νὰ δώσῃ καμμία πληροφορία. Ἔτσι οἱ Ἀθηναῖοι ἔστησαν πρὸς τιμήν της στὴν Ἀκρόπολι τὸ ἄγαλμα μιᾶς λέαινας χωρὶς γλῶσσα.  Βλ. Άθήναιος 13,70· Πλούταρχος, Περὶ Ἀδολεσχίας 8(505e)· Παυσανίας, Ἀττικά 23,2· Πολύαινος 8, 45,1.
[5] LarentaliaLarentinalia, ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τῆς Ἄκκας Λαρεντίας, βλ. Ὀβίδιος, Fasti 3,57, Varro, De lingua latina 6,23.
[6] Φαῦλα ἢ Φαῦνα,σύζυγος καὶ ἀδελφὴ τοῦ Φαύνου καὶ κόρη τοῦ Πίκου, βασιλιᾶ τοῦ Λατίου καὶ γιοῦ τοῦ Κρόνου. Κατ’ἄλλη παράδοσι ὑπῆρξε παλλακίδα τοῦ Ἡρακλῆ (βλ. παρακάτω).
[7] Μάρκος Βέρριος Φλάκκος (55 π.Χ. -20 μ.Χ.): ἀπελεύθερος λόγιος και δάσκαλος των θετῶν υἱῶν τοῦ Αὐγούστου. Ἀπὸ τὰ συγγράμματά του, ποὺ ἦταν ἀρκετὰ καὶ ἐπιμελημένα, ἀκέραιο δὲν σώζεται κανένα. Περίφημο ἦταν τὸ ἔργο του De verborum significatu, ἕνα εἶδος ἑρμηνευτικοῦ λεξικοῦ ὅπου θίγονταν διάφορα ἱστορικοφιλολογικὰ καὶ ἀρχαιολογικὰ ζητήματα. Τὸ ἔργο δὲν σώθηκε, ὡστόσο ὁ γραμματικὸς Σέξτος Πομπήιος Φῆστος πιθανώτατα τὸν 2ο μ.Χ. αἰῶνα παρασκεύασε μιὰ ἐπιτομή του, ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Παῦλος Διάκονος τὸν 8ο μ.Χ. αἰῶνα παρασκεύασε τὴν δική του ἐπιτομή, ἡ ὁποία σώζεται.
[8] Fasti (= Ἡμερολόγιο, ἑορτολόγιο): Ἔμμετρο ῥωμαϊκὸ ἡμερολόγιο τῶν 6 πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, ἡμιτελὲς ἔργο τοῦ μεγάλου Ῥωμαίου ποιητῆ Ποπλίου Ὀβιδίου Νάσωνος (43 π.Χ. -17 μ.Χ.).
[9] Ὀβίδιος, Fasti 5,195-212.
[10] Τὸ ἑλληνικὸ ἀντίστοιχο τῆς ῥωμαϊκῆς Φλώρας.
[11] CloacinaCluacina: Θεὰ μᾶλλον ἐτρουσκικῆς προελεύσεως ποὺ κατέληξε προσωνύμιο τῆς Ἀφροδίτης μὲ τὴν σημασία καθαρτική, ἐξαγνιστική. Βλ. Τίτος Λίβιος, 3,48· Πλίνιος, Naturalia Historia, 15,119, Τερυλλιανός, Adversus Marcionem 1,18,4.
[12] Τὴν περίφημη cloaca maxima.
[13] Τίτος Τάτιος: βασιλιᾶς τῶν Σαβίνων ποὺ ξεκίνησε πόλεμο ἐναντίον τῶν Ῥωμαίων μετὰ τὴν ἁρπαγὴ τῶν Σαβίνων γυναικῶν καὶ κατόπιν συμφιλιώθηκε μὲ τοὺς Ῥωμαίους καὶ συμβασίλευσε μὲ τὸν Ῥωμύλο γιὰ λίγα χρόνια ἕως ὅτου δολοφονήθηκε (Στράβων 5,3,1-7· Τίτος Λίβιος 1,10-14, Διονύσιος Ἁλικαρνασσεὺς 2,36-52). Μὲ τὴν ἀφιέρωσι ἐννοεῖται ἡ τοποθέτησί του σὲ ναὸ μὲ σκοπὸ τὴν λατρεία του.
[14] Τύλλος Ὁστίλιος: Ὁ κατἀ τὴν παράδοσι τρίτος βασιλιᾶς τῆς Ῥώμης. Κατά τὸν Τίτο Λίβιο (1,27,7) ἀνήγειρε ναοὺς στὸν Φόβο καὶ στὴν Χλομάδα ὅταν οἱ ἐχθροὶ φοβισμένοι ἐγκατέλειψαν τὸ πεδίο τῆς μάχης. Ἡ Χλομάδα (Pallor) εἶναι στὰ λατινικὰ γένους ἀρσενικοῦ καὶ ὡς προσωποποίησί της πρέπει νὰ φανταστοῦμε ἕνα θεὸ ἀρσενικό. Ἐννοεῖται πὼς πρόκειτια γιὰ τὴν χλομάδα ποὺ προκαλεῖ ὁ φόβος.
[15] Τὸ 234 π.Χ. μετὰ τὴν νίκη του ἐναντίον τῶν Λιγύρων ὁ περίφημος πολιτικὸς καὶ στρατιωτικὸς Κόιντος Φάβιος Μάξιμος ὁ Μελλητὴς ἀφιέρωσε ναὸ στὴν Τιμή. Ἀργότερα, ὁ ἐπίσης στρατιωτικὸς καὶ πολιτικὸς Μάρκος Κλαύδιος Μάρκελλος, μετὰ τὴν νίκη του ἐπὶ τῶν Κελτῶν στὴν μάχη τοῦ Κλαστιδίου τὸ 222 π.Χ., ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάκτησι τῶν Συρακουσῶν τὸ 212 π.Χ. ὡρκίστηκε νὰ ἀφιερώσῃ ναὸ στὴν Τιμὴ καὶ στὴν Ἀρετή. Ἐπιχείρησε νὰ ἀφιερώσῃ ἐκ νέου τὸν ναὸ ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ Φάβιος Μάξιμος, ἀλλὰ ἐμποδίστηκε ἀπὸ τὸ κολλέγιο τῶν ποντιφίκων, μὲ τὸ σκεπτικὸ πὼς ὁ σηκὸς ἑνὸς ναοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἀφιερωθῇ σὲ δύο θεότητες. Ἔτσι προσέθεσε δεύτερο σηκὸ καθιστῶντας τὸν ναὸ διπλό. Ἡ νέα ἀφιέρωσι τελέστηκε ἀπὸ τὸν γιό του, ἐπίσης Μάρκο Κλαύδιο Μάρκελλο, τὸ 205 π.Χ. (Βλ.Κικέρων, De Natura Deorum 2,61· Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Μάρκελλος, 28,1· Τίτος Λίβιος 25,40,1-3· 27,25,7-10· 29,11,13· Βαλέριος Μάξιμος 1,1,8).
[16] Ἡ φράσι αὐτή, ἀντλημένη ἀπὸ τὸν Λακτάντιο, προστίθεται ἀπὸ κάποιους ἐκδότες στὸ De legibus 2,28 (στὸν ἐν λόγῳ διάλογο συνομιλοῦν ὁ Κικέρων, ὁ ἀδελφός του, Κόιντος, κι ὁ Ἀττικός).
[17] Ὁ Ἀττικὸς λάτρευε τὴν ἀρχαία Ἀθήνα καὶ τὸν πολιτισμό της. Ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴν πόλι καὶ ἀπέκτησε μὲ δική του βούλησι τὸ προσωνύμιο Ἀττικός. Ἐξ οὗ καὶ τὰ περὶ καλοπιάσματος γιὰ τὸν ἔπαινο τοῦ Κικέρωνα πρὸς τὴν πρακτικὴ τῆς κλασσικῆς Ἀθήνας.
[18] Παράσιτο τοῦ σίτου.
[19] Κικέρων, De legibus 2,19.
[20] Τὸ 390 π.Χ. ἡ Γαλατικὴ φυλὴ τῶν Σηνώνων μὲ ἀρχηγὸ τὸν Βρέννο καταλαμβάνει προσωρινὰ τὴν Ῥώμη πλὴν τοῦ Καπιτωλίου. (Τίτος Λίβιος 5,34-49· Διόδωρος Σικελιώτης 14,113-117· Πολύβιος 2,18· Δίων Ἁλικαρνασσεὺς 13,6,1).
[21] Tὸ περιστατικὸ ἀναφέρεται σὲ συγγραφεῖς τῆς ὄψιμης περιόδου: στὸ σχόλιο τοῦ Σερβίου στὸν στίχο τῆς Αἰνειάδος 1,720 καὶ στὴν Augusta Historia, Duo Maximi, 33,1. Παραδίδεται καὶ μιὰ διαφορετικὴ ἐξήγησι γιὰ τὴν λατρεία τῆς Φαλακρῆς Ἀφροδίτης ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ὑπαρξι ἑνὸς άνδρόγυνου ἀγάλματος καὶ μιᾶς νόσου ποὺ κατέστησε τὶς γυναῖκες φαλακρές (Σούδα, λ. Ἀφροδίτη).
[22] Ἄγνωστη ἡ πηγὴ τοῦ Λακταντίου γιὰ τὴν συγκεκριμένη ἀφήγησι.  Ὁ Ἰταλὸς λόγιος Λίλλιος Γρηγόριος Γυράλδος (1479-1552) στὸ ἔργο του Historiae Deorum Gentilium, Synt. 13 p. 542  τὴν ἐπαναλαμβάνει ἀποδίδοντάς την ῥητῶς στὸν Λακτάντιο. Βλ. καὶ Κοϊντιλιανὸ 2,4,26.
[23] Οἱ Παρθενίαι ἦταν τέκνα Λακεδαιμονίων ποὺ δὲν εἶχαν πολιτικὰ δικαιώματα καὶ ἀποτελοῦσαν ἀπειλὴ γιὰ τὸ πολίτευμα, μέχρι ποὺ ἐστάλησαν ὡς ἄποικοι καὶ ἵδρυσαν τὸν Τάραντα. Ὁ Στράβων ἀναφέρει δύο ἐκδοχὲς γιὰ τὴν προέλευσί τους καὶ ὁ Λακτάντιος, ποὺ πιθανώτατα ἀντλεῖ μέσῳ ἄλλης πηγῆς, ὑπονοεῖ ἐδῶ τὴν δεύτερη (Στράβων 6,3,2-3).
[24] Λατρεία τῆς Ὡπλισμένης Ἀφροδίτης μνημονεύει ὁ Παυσανίας ἐκτὸς τῆς Λακωνίας (Λακωνικὰ 15,10) καὶ τῶν Κυθήρων (Λακωνικὰ 23,1) στὴν Κόρινθο (Κορινθιακὰ 5,1).
[25] Βλ. Ὀβίδιος, Fasti 6,349 κ.ἑ. · Τίτος Λίβιος 5,48,4.
[26] Ἡ θεὰ ποὺ προστάτευε τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ κάψιμό του στὸν φοῦρνο καὶ ἡ ἀντίστοιχη ἑορτή της. Βλ. Ὀβίδιος, Fasti 2,525-32. Ἡ λέξι fornax (= φοῦρνος)  εἶναι στὰ λατινικὰ θηλυκοῦ γένους.
[27] MutaTacita Dea. Ταυτίζεται μὲ τὴν ναϊάδα τοῦ Τιβέρεως, Λάρα, τῆς ὁποίας τὴν γλῶσσα ἔκοψε ὁ Δίας ἐπειδὴ πρόδωσε στὴν Ἥρα μιὰ ἀπιστία του (Βλ. Όβίδιος, Fasti, 2,572-94). Οι Λάρητες, ποὺ ἀναφέρονται ἀμέσως μετά, ἦταν θεότητες ποὺ προστάτευαν τὸ σπίτι καὶ τὴν οίκογένεια. Κάθε σπίτι ὑποτίθεται πὼς εἶχε τὸν δικό του προστάτη – Λάρητα. Ὑπῆρχαν ὅμως καὶ Λάρητες ποὺ προστάτευαν τὰ σταυροδρόμια, τοὺς ὁδοιπόρους κ.ἄ.
[28] Ἀδελφὴ τοῦ Κάκου, τοῦ βοσκοῦ ποὺ ἔκλεψε ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ τὰ βόδια τοῦ Γηρυόνη.
[29] Βάρρων, στὸν Νόνιο Μάρκελλο, 167Μ.
[30] Τὸ ὄνομα ἀκούγεται στὰ λατινικὰ περίπου σὰν «Κόπρος».
[31] Φαλλικὸς θεός. Βλ. καὶ Ἀρνόβιος, Adversus nationes 4,7. Οἱ θεοὶ ποὺ ἀναφέρει ἔχουν σημαίνοντα ὀνόματα ἐτυμολογικῶς διάφανα στὸ λατινόφωνο κοινό: cuna εἶναι ἡ κούνια, stercus ἡ κοπριά και tutus ὁ ἀσφαλής.
[32] Θεὸς -προσωποποίησι τῶν ὁρίων μεταξὺ ἀκινήτων ἰδιοκτησιῶν. Ἡ λέξι terminus σήμαινε τὴν πέτρα ἢ τὸν λίθινο ἢ ξύλινο (ἐξ οὗ καὶ τὰ περὶ κούτσουρου παρακάτω) στῦλο ποὺ δήλωνε τὰ ὅρια μιᾶς ἰδιοκτησίας.  Βλ. Διονύσιος Ἁλικαρνασσεύς, 2,74,2-5.
[33] Πρόκειται γιὰ τὸν πέμπτο θρυλικὸ βασιλιᾶ τῆς Ῥώμης, Ταρκύνιο τὸν Πρεσβύτερο ἢ Πρῖσκο ποὺ κατὰ τὴν παράδοσι οἰκοδόμησε τὸν ναὸ τοῦ Δία στὸν Καπιτωλῖνο λόφο. (Βλ. Τίτος Λίβιος 1,38,7).
[34] Ὀβίδιος, Fasti 2, 639–84.
[35] Βεργίλιος, Aeneis 9,448.

*

*

*