ΝΠ3 | Δελτίο Τύπου

νπ3 - ταυτότητα

Κ υ κ λ ο φ ο ρ ε ί :

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, τχ. 3, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2015, σ. 264

«Από πού ζει το φιλελεύθερο κράτος;» ρωτούσε το 1964, ο Γερμανός φιλόσοφος του Δικαίου και συνταγματικός δικαστής Ερνστ-Βόλφγκανγκ Μπαικενφαίρντε. Έχοντας διαμέσου της εκκοσμίκευσης αποκοπεί από τις θρησκευτικές και πνευματικές του ρίζες, η ελευθερία που επαγγέλλεται στηρίζεται μήπως σε μια φυσική ηθική; Ή απλώς και μόνο εξαγοράζει τη νομιμοφροσύνη των πολιτών του εγγυούμενο την βιοτική τους ευδαιμονία;  Και τι γίνεται αν η εγγύηση αυτή καταπέσει; Χωρίς δικές του εγγενείς συνεκτικές δυνάμεις, «το φιλελεύθερο, δημοκρατικό και ἐκκοσμικευμένο κράτος ζει από προϋποθέσεις που αυτό το ίδιο δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί.»

Με αφετηρία την κλασσική μελέτη του Μπαικενφαίρντε, και τίτλο «Φιλελευθερισμός και Δύση – Τα όρια της ελευθερίας», το «Θέμα» του ΝΠ3 περιλαμβάνει κείμενα με τοποθετήσεις που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον διεθνή διάλογο για το παρόν και το μέλλον των φιλελεύθερων ιδεών. Τέτοια είναι προ πάντων η πολύκροτη πολεμική του Γερμανού πεζογράφου και δραματουργού Μπότο Στράους κατά των φιλελεύθερων διανοουμένων και της ηγεμονίας τους στη δημόσια σφαίρα. Αλλά και η διαπίστωση στην οποία καταλήγει ο διαπρεπής Σκώτος φιλόσοφος Άλασνταιρ ΜακΙντάυρ: «Το πρυτανεύον αγαθόν του φιλελευθερισμού δεν είναι τίποτε άλλο από τη αναπαραγωγή της φιλελεύθερης κοινωνικής και πολιτικής τάξης.» Ο Αμερικανός στοχαστής Μαρκ Λίλλα κάνοντας διάκριση μεταξύ φιλελευθερισμού και ελευθεριασμού, καταδεικνύει νηφάλια τα όρια της ύβρεως στα οποία οι ακραίες επιδιώξεις του τελευταίου προσκόπτουν, ενώ ο  επίσης Αμερικανός Ρίτσαρντ Ρόρτυ, αναζητώντας τον συνεκτικό δεσμό των ποικίλων ρευμάτων του φιλελευθερισμού σήμερα θέτει το ερώτημα των θεμελίων – μήπως αυτά πρέπει να αναζητηθούν όχι στην κοινότητα των απόψεων αλλά στη συμπόνια, στην συναισθηματική μετοχή στα πάθη του άλλου;

Το «Θέμα» του ΝΠ3 συμπληρώνουν συνεισφορές τεσσάρων Ελλήνων συγγραφέων. Ο Νικόλας Σεβαστάκης ανασκοπεί τη «ριζική κριτική» που δέχεται ο φιλελευθερισμός σήμερα και επισημαίνει τους κινδύνους και τις υπερβολές της, ιδίως υπό συνθήκες κρίσεως. Ο Κώστας Χατζηαντωνίου ανατρέχει στην ιστορία και το πολιτικό πρόγραμμα ενός εγχώριου «ελληνικού φιλελευθερισμού», διακριτού εννοιολογικά από τον Δυτικό. Ο Σωτήρης Μητραλέξης συζητά τις σχέσεις του φιλελευθερισμού με τον συντηρητισμό. Τέλος, στην εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη που μας παραχώρησε, ο Νίκος Δήμου, από τους συνεπέστερους προμάχους του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα, ανατρέχει στην προσωπική του διαδρομή και φωτίζει πλευρές της σκέψης του.

Ακόμη, στο ΝΠ3:

  • Μια εκτενής ανθολόγηση από τα σατιρικά ποιήματα του Γιάννη Μπελεσιώτη, του γνωστού και δημοφιλούς από το Διαδίκτυο «Στιχάκια». Ο Γιώργος Πινακούλας στο «Επίμετρο» μας συστήνει μια εντελώς ιδιαίτερη φωνή, έναν ευφυέστατο γελοιογράφο της πραγματικότητας και ανανεωτή της ελληνικής σάτιρας.
  • Ένα από τα πιο πρωτότυπα δοκίμια του Ούγκο φον Χόφμαννσταλ, ο «Διάλογος για τους χαρακτήρες στο δράμα και το μυθιστόρημα», όπου ο κύριος διαλεγόμενος δεν είναι άλλος από τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ.  
  • Ο Κώστας Κουτσουρέλης στον «Θρίαμβο της Κικής Δημουλά», ένα εφ’ όλης της ύλης δοκίμιο για την κορυφαία ποιήτρια, γράφει για το έργο της αλλά και για τις ενστάσεις που μερίδα της κριτικής επιμένει να προβάλλει εναντίον της.
  • Οι Γιάννης Καλιόρης, Φώτης Τερζάκης, Κώστας Δεσποινιάδης, Κωνσταντίνος Πουλής και Λεωνίδας Σταματελόπουλος αντιλέγουν πάνω στα ζητήματα του ολοκληρωτισμού και της τρομοκρατίας σε συνέχεια της συζήτησης που ξεκίνησαν οι δύο τελευταίοι και ο Νικόλας Σεβαστάκης στο προηγούμενο τεύχος.
  • Ο Παναγιώτης Αριστοτελίδης με αφετηρία του τη ζωή και τη λογοτεχνία πραγματεύεται δοκιμιακά τη «Μυθολογία του ξενοδοχείου».

Από τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, στο ΝΠ3 περιέχεται το διήγημα του Σπύρου Τζουβέλη «Το κινητό». Στις μόνιμες στήλες, ο Σπύρος Ν. Παππάς παρουσιάζει τρία άγνωστα μικροϊστορικά τεκμήρια από το ταραγμένο 1944· ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ και ο Ιγουασάκι Γιαταρό, καθένας με τον τρόπο του, σατιρογραφούν· ο Σωτήρης Γουνελάς με αφορμή το «Θέμα» του προηγούμενου τεύχους μας αναρωτιέται «Ανάθεμα στην ποίηση;»· ο Νίκος Γρυπονησιώτης ξαναδιαβάζει τον Ιούλιο Βερν σε παλιές μεταφράσεις· ο Γιώργος Βαρθαλίτης σ’ ένα φιλολογικό εύρημα που θα συζητηθεί φέρνει στο φως τις πηγές ενός γνωστού διηγήματος του Εμμ. Ροΐδη και ο ταξιδιογράφος Γιώργος Βέης περιηγείται την ινδική υποήπειρο.

Στη στήλη του θεάτρου η  Έλενα Σταγκουράκη αποτιμά το πρώτο έτος της θητείας της Μαριάννας Κάλμπαρη στο Θέατρο Τέχνης ενώ οι Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, π. Ευάγγελος Γκανάς, Ειρήνη Γιαννάκη, Νίκος Καλαποθάκος και Κωνσταντίνος Πουλής κρίνουν την πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή.

Τις μεταφράσεις του τεύχους υπογράφουν οι Γιώργος Βαρθαλίτης, Πέτρος Γιατζάκης, Μιχάλης Πάγκαλος, Ιωάννης Αβραμίδης, Έλενα Σταγκουράκη, Ευαγγελία Μουχρίτσα και Κατερίνα Φωτιάδου. Τα κοσμήματα είναι του Δημήτρη Γέρου.

neoplanodion@gmail.com
Κεντρική διάθεση: Σπύρος Μαρίνης και Σία Ο.Ε., Σόλωνος 76, 106 80 Αθήνα
τηλ. 210 3648170, 210 3648197, φαξ 210 3648033

ΝΠ3 | Κυκλοφόρησε !

Παραλάβαμε χθες το ΝΠ3! Ήδη ταχυδρομήθηκαν τα τεύχη για τους συνδρομητές μας. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, το περιοδικό θα κάνει από σήμερα την εμφάνισή του στους πάγκους των κεντρικών βιβλιοπωλείων των Αθηνών.

Γενική διάθεση:
Σπύρος Μαρίνης και Σία Ο.Ε.
Σόλωνος 76, 106 80 Αθήνα
τηλ. 210 3648170, 210 3648197
φαξ 210 3648033

ΝΠ3 εξώφυλλο

Δύο κείμενα γιὰ τὸν Γιῶργο Χαβουτσᾶ

                                                               *    *    *

Σωτήρης Γουνελᾶς

ΠΛΗΣΜΟΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Γιῶργος Χαβουτσᾶς,
Σημεῖο Πετρούπολης,
Πλανόδιον, 2011

Τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ Γιώργου Χαβουτσᾶ ποὺ διάβασα ἦταν στὴ Νέα Ἑστία γιὰ τὸν Γιοχάννες Μπομπρόφσκι καὶ τὸ βιβλίο του Ποιήματα (Ἁρμός, 2007) σὲ μετάφραση τοῦ φίλου ποιητῆ Δ. Γκότση. Μοῦ ἔκανε ἐξαιρετικὴ ἐντύπωση καὶ γύρευα νὰ βρῶ τί ἄλλο ἔχει γράψει. Μετὰ ἔπεσε στὰ χέρια μου τὸ βιβλίο του Ἡ φοινικιά, ἐκδομένο στὸν Γαβριηλίδη το 2005, ἑκατὸν εἴκοσι σελίδες ποιήματα, χωρισμένα σὲ ἑνότητες ποὺ οἱ τίτλοι τοὺς ξαφνιάζουν: «Οὐζμπεκιστάν», «Περσικὰ ποιήματα» κ.ἄ. Ὅπως καταλαβαίνετε βρισκόμαστε ἀλλοῦ, εἴμαστε ὁδοιπόροι τῶν καιρῶν καὶ τῶν τόπων ἂν ὄχι καὶ νομάδες, ἔστω κατὰ περιόδους, ἔστω περιστασιακὰ ἢ μέσα ἀπὸ ἕνα κρυμμένο ὑπαρξιακὸ βάθος ποὺ τὸ σκεπάζει ἡ βιοποριστική μας ἐνασχόληση στὸ Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν (διαβάζω στὸ αὐτὶ τοῦ βιβλίου)!

Ἤδη στὴ Φοινικιά ποὺ γίνεται σκέπη του, ἀφετηρία, σύμβολο, ἔρωτας μέσα ἀπὸ μία καρδιακὴ συνομιλία μὲ τὸ δέντρο, τὰ φύλλα του, τοὺς καρπούς του, τὸν κορμό του, φτάνει σχεδὸν νὰ ταυτιστεῖ ὡς ποιητὴς μὲ τὸ δέντρο, θυμίζοντας τὸν Σολωμὸ καὶ τὴν προτροπή του «ἀκολούθησε… τὴ διαδικασία τοῦ φυτοῦ». Ἄλλωστε, τὶς πρῶτες σελίδες τοῦ βιβλίου κοσμεῖ μιὰ ζωγραφιά, μᾶλλον τοῦ ἴδιου, μὲ δεσπόζουσα τὴ φοινικιὰ στὴ μέση καὶ πιὸ ’κεῖ τὸ κεφάλι μιᾶς καμήλας.

Τροπικὰ κλίματα, ἔρημος, στέπες, ἀπέραντες ἐκτάσεις σιωπῆς, καυτὸς ἥλιος καὶ κάπου ἐκεῖ ἡ φοινικιὰ μὲ τὴ δροσιά της, ὄαση καὶ πηγὴ χυμῶν, μοναχικότητα σὰν κι αὐτὴ ποὺ ἀποζητᾶ κάθε ποιητὴς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὰ περίκλειστα σχήματα τοῦ κόσμου, τῆς κοινωνίας, τῶν ἀνθρώπων, τῶν πραγμάτων.

Ἡ ποίηση τοῦ Χαβουτσᾶ σηματοδοτεῖ κάτι σὰν ὀδύσσεια, ταξίδια μακρινά, στάσεις, περισυλλογές, καταβυθίσεις μὲ μία σπάνια τρυφερότητα κάθε τόσο, θωπεῖες καὶ ἀγγίγματα, μὲ τὸν ἀέρα καὶ τὸ νερό, καὶ ἀνάμεσά τους νὰ ἀναδύεται ἕνας ἔρωτας ἁγνός, σχεδὸν παιδικὲς διεκδικήσεις διάφανες, τέχνη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀπὸ τῆς Ἀσίας τοὺς ἴσκιους καὶ τὶς σκιές, ἀπὸ τὸ «παιχνίδισμα τῆς σκιᾶς τῶν φύλλων πάνω στὸ ξύλο… λίγο πρὶν δύσει ὁ ἥλιος» (Φοινικιά, σ. 29). Ἀπὸ τοὺς στίχους του σηκώνεται μιὰ πλησμονὴ ὀμορφιᾶς, ποὺ τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ χῶρο, τὴν ἀναζητᾶ μέσα του, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἀποξενώνεται διανοητικά, θέλει νὰ μιλᾶ ἐν ὀνόματι τῆς κτίσης ποὺ τὸν περιβάλλει, θέλει νὰ μιλάει μαζί της, ὄχι νὰ τὴν ὑποκαθιστᾶ ἔστω μὲ αἰσθήματα ἢ ποιητικὲς εἰκόνες.

Στὴν τωρινή του δουλειὰ Σημεῖο Πετρούπολης, ἡ ποίησή του ἐντοπίζεται πιὸ συγκεκριμένα χωρὶς νὰ χάνεται ἡ ἐπαφὴ μὲ τὰ στοιχεῖα, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα, τὴ φωτιά, τὸ νερὸ μέσα σὲ μιὰ πόλη, καὶ μέσα ἀπὸ μιὰ πόλη, μιᾶς χώρας ἀχανοῦς ὅπως εἶναι ἡ Ρωσία. Μέσα σὲ δισέλιδα ἢ τρισέλιδα ποιήματα καταφέρνει «ἀνακράσεις» ποταμῶν καὶ χιόνων καὶ γεφυριῶν, πουλιῶν καὶ ζώων, ἀλλὰ καὶ πολυτίμων λίθων σὰν τὸν «λάπις λάζουλι» (λαζουρίτη λίθο) μιὰ πέτρα μ’ ἕνα βαθυκύανο μπλὲ ὅπου πάνω της ἔγραφαν οἱ Αἰγύπτιοι τὰ κείμενα ἀπὸ τὴ Βίβλο τῶν νεκρῶν καὶ ὁ Χαβουτσᾶς μᾶλλον τὴν ἀντίκρισε νὰ κοσμεῖ τοὺς κίονες στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Πετρούπολης. Νὰ μὴν παραλείψω ὡστόσο νὰ θυμίσω ὅτι ὑπάρχει καὶ ὁμώνυμο ποίημα τοῦ Γέητς.

Οἱ προμετωπίδες του σὲ ὁρισμένα ποιήματα παρμένες ἀπὸ στίχους Ρώσσων κυρίως ποιητῶν (Μάντελσταμ, Ἀχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Γκουμιλιώφ) δὲν ἔχουν μονάχα μιὰ συμβολικὴ σημασία, οὔτε ἀποτελοῦν μονάχα ὀδοδεῖχτες γιὰ νὰ παρακολουθήσει ὁ ἀναγνώστης τὴν ποιητικὴ ροή του ἢ νὰ διαβάσει τὴν ποιητική» του, ἀλλὰ σήματα συνοδοιπορίας, ἐπικλήσεις στὸ «πνεύμα» ἐκείνων, ἐνσωματώσεις τῆς «φωνής» τους στὴν ποίησή του, ἢ ἀκόμη καὶ διάθεση νὰ σμίξει ἡ δική του «φωνὴ» μὲ τὴ δική τους. Πιὸ χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Γκουμιλιὼφ (παντρεμένου μὲ τὴν Ἀχμάτοβα καὶ ἐκτελεσμένου τὸ 1921 χωρὶς δίκη) γιὰ τὸν ὁποῖο τιτλοφορεῖ ποίημα-ἀφιέρωση. Τὸ λέει: «Στὸν Νικολάι Γκουμιλιώφ». Τὸ ποίημα ἐκείνου «Περσικὴ μινιατούρα» φαίνεται νὰ τοὺς συνδέει. Ὁ Γκουμιλιὼφ στὴν προμετωπίδα ποὺ παραθέτει ὁ Χαβουτσᾶς ἐλπίζει ὅτι «ὁ Πλάστης θὰ μὲ κάνει περσικὴ μινιατούρα», ἀλλὰ πότε; «Ὅταν θὰ πάψω ἐπιτέλους / Νὰ παίζω τὸ κρυφτὸ μὲ τὸν κατσουφιασμένο θάνατο». Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ ποίημα ὁ Χάβουτσᾶς χτίζει τὸ δικό του, ζωγραφίζοντας τὴν οἰκειότητα καὶ τὴ συγγένεια ἀναμεταξύ τους, μετατρέποντας τὴν ὀμορφιὰ τῆς μινιατούρας σὲ ἀπόλυτη ἀπαίτηση, σὲ τελικὸ ἐπίτευγμα, σ’ ἕνα ταξίδι ἔξω ἀπὸ χῶρο καὶ χρόνο (μπορεῖ στὸ πλαίσιο μιᾶς περσικῆς μινιατούρας…), καθὼς ἀναζητᾶ «τὴν ἀδελφὴ ψυχή» σὲ ὑπερκόσμια διάσταση.

Ἡ σχέση του μὲ τὸν Γκουμιλιὼφ φαίνεται ἔντονα σὲ ἕνα ἄλλο ποίημά του ‒δὲν ἔχει τίτλο, χωρίζεται σὲ τρία μέρη καὶ φέρει προμετωπίδα ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη‒ ὅπου δένει τοὺς στίχους του μὲ ἄλλο ποίημα ἐκείνου (τὸ ἔχει μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ ὁ Ε. Σοφρὰς (στὸ 1786 τχ. τῆς Νέας Ἑστίας, Φεβρουάριος 2006) μὲ τίτλο «Τρὰμ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο του», ἕνα ὄντως ἐκπληκτικὸ ποίημα). Σωστότερα, μέσα ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ στὸ τρὰμ ἐκείνου, φεύγει μαζί του σ’ ἕνα μεταφυσικὸ ταξίδι, σὲ μιὰ ἀναζήτηση, ὅπου πιὰ δὲν χωροῦν τὰ γήινα περιγράμματα, οὔτε ἐμποδίζουν, ἀλλὰ γίνονται τρόποι ἐξόδου, μιᾶς ἀνύψωσης ἂν ὄχι καὶ μιᾶς ἀνάληψης, λέξη μὲ τὴν ὁποία τελειώνει τὸ ποίημα.

Ἀπὸ τὸ τρισέλιδο ἄτιτλο ποίημα τῶν σ. 40-42 μεταφέρω τοὺς τελευταίους λαμπροὺς στίχους:

Ἀπὸ τὰ πλοῖα ποὺ θὰ περάσουν
δὲν ἔχω, μάνα, χρεία κανενός,
κανένα τους δὲν θὰ μὲ φέρει σὲ σένα,
ἀφοῦ στέκεσαι πλάι μου
τὸ χέρι μου κρατᾶς
τὴ λύπη μου λειαίνεις
μαζὶ τώρα ποὺ ἁρμόζουμε
τὸ ἐκμαγεῖο τῆς Πετρούπολης
στὸ πρόσωπο τῶν ἄστρων.

Παρ’ ὅλο ποὺ τὸ σμίξιμο τοῦ Νέβα μὲ τὸν Ὑμηττὸ δὲν τὸ βρίσκω καὶ τόσο ἐφικτὸ (βλ. «Ἐπιλογικό», σ. 50), ὁ Γιῶργος Χαβουτσᾶς ἀνοίγει νέο δρόμο στὴν ποίηση.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

                                                                *      *      *

Γιῶργος Κασσιτερίδης

ΠΟΙΗΣΗ ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΗ, ΜΑ ΟΧΙ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ

Janina Degutyte, Ποιήματα,
μετάφραση. Γιῶργος Χαβουτσᾶς,
Περισπωμένη, 2013

«Πῶς ἐπιλέγουμε ἕνα βιβλίο;» διερωτᾶται ὁ μεταφραστὴς στὸ ἐπίμετρο τῆς συλλογῆς τῆς Γιανινὰ Ντεκουτίτε. Καὶ ὑπῆρξε στ’ ἀλήθεια «τύχη ἀγαθή», ὅπως γράφει, πρῶτα ἀπ’ ὅλα γιὰ τὸν ἴδιο ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἑλληνόφωνο ἀναγνωστικὸ κοινό, ὅτι στὶς 31 Αὐγούστου τοῦ 2005 σ’ ἕνα βιβλιοπωλεῖο τοῦ Βίλνους ὁ Γιῶργος Χαβουτσᾶς διέκρινε τὴν αὐθεντικότητα τῆς φωνῆς αὐτῆς ποὺ ἀναδύεται ἀπευθείας ἀπὸ τὰ δάση τῆς Βαλτικῆς, καὶ ἀποφάσισε νὰ τὴ μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ χαρίζοντάς μας τὴν εὐκαιρία νὰ προσεγγίσουμε τὰ «ἐξουθενωμένα ἡλιοβασιλέματά».

Ὁ τόνος τοῦ λυρισμοῦ τῆς Γιανινὰ Ντεκουτίτε εἶναι χαμηλός. Ἡ ζωὴ τῆς Λιθουανῆς ποιήτριας συνέπεσε μὲ τὰ χρόνια τῆς σοβιετικῆς κατοχῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ βδελυροῦ καθεστῶτος ποὺ ἐπηρέασε τὴ ζωή της, ἡ ὁποία –ὅπως ἡ ἴδια τὴ χαρακτηρίζει στὴν αὐτοβιογραφία της– ἦταν μιὰ ἀλληλουχία ἀπωλειῶν καὶ στερήσεων.

Ὁ πατέρας της πέθανε τὸ 1942, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ναζιστικῆς κατοχῆς τῆς χώρας της. Τότε ἀναγκάστηκε νὰ ζήσει μὲ τὴν ἀλκοολικὴ μητέρα της, ὑφιστάμενη σωματικὴ καὶ πνευματικὴ βία ἀλλὰ καὶ δημιουργώντας μαζί της δεσμούς, ὡστόσο, ἀναπάντεχους. Βέβαια, ἐρανίσματα τῆς τραγικῆς ζωῆς τῆς ποιήτριας λάνθαναν ἤδη στὰ ποιήματά της πολὺ προτοῦ ἐκδοθεῖ ἡ αὐτοβιογραφία της. Ὅπως ὑπογραμμίζει καὶ ὁ Μπρόντσκι, «δεν ὑπάρχει πραγματικὴ ἀνάγκη νὰ δημιουργηθεῖ ἡ αὐτοβιογραφία ἑνὸς συγγραφέα καθὼς ἡ βιογραφία του διαφαίνεται στὰ παιχνιδίσματα τῆς γλώσσας του».

Ἡ ἁπλότητα τῆς γραφῆς της ἀποδεσμεύει τὰ νοήματά της χαρίζοντάς τους εὐθύτητα καὶ οἰκειότητα. Χτίζει μὲ τὰ ποιήματά της ἕνα σπίτι, ἕνα σπίτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἑνοποιηθεῖ μὲ τὴ φύση καὶ νὰ ἐξαϋλωθεῖ σὲ σύμβολο, στὴ φωνὴ μιᾶς χώρας ποὺ δὲν ἔχει φωνή:

τὸ σπίτι μου εἶναι ἀόρατο
τὸ σπίτι μου εἶναι ἀκαθόριστο.
Οἱ τοῖχοι του φτιαγμένοι ἀπὸ ἄνεμο καὶ πόθο.
Ἀπὸ λέξεις φτερουγίσματα πουλιῶν

Τὸ αἴσθημα τῆς λύπης ὑποβόσκει σὲ ὅλα της σχεδὸν τὰ ποιήματά της, μὰ δίχως ἀμλετισμούς. Σαφῶς, στὰ πλαίσια ποὺ ἔδρασε ἡ Ντεκουτίτε δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ μὴ λάβει ἡ τέχνη της κάποια πολιτικὴ διάσταση. Ἂν καὶ ἀναγκασμένη νὰ συμμορφωθεῖ στὸν «σοβιετικὸ ρεαλισμό» ποὺ προσπαθοῦσε νὰ δημιουργήσει περιχαρακώματα στὴν καλλιτεχνικὴ ἔκφραση, ἡ ἴδια κατάφερε μὲ τὴν αἰσωπική της γλώσσα καὶ μὲ τὸ πέπλο τοῦ ἀθώου νὰ καθρεπτίσει στοὺς στίχους της τὸν πόνο τῆς μητέρας ποὺ χάνει τὸν γιό της, τὸν πόθο τῆς κάθε Ἀντιγόνης νὰ θάψει τοὺς ἀδελφούς της, ἀσεβώντας στοὺς ἀνθρώπινους νόμους, ἀποβλέποντας ὅμως στοὺς οἰκουμενικοὺς ἠθικοὺς κανόνες.

Ἡ φωνὴ τῆς μητρικῆς ὀδύνης σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο μπορεῖ ἴσως νὰ παραλληλιστεῖ μὲ ἐκείνην τῆς Ἀχμάτοβα. Ὡστόσο, ἡ Ντεκουτίτε δὲν ἀντλεῖ πάντα ἀπὸ τὰ προσωπικά της βιώματα, ἀντιθέτως ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰ ποίηση τῶν ἀλλαγῶν καὶ τῶν μεταμορφώσεων, μὲ μιὰ ἔκφραστικὴ γλώσσα ποὺ παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ δέντρου, τοῦ πουλιοῦ, τῆς Ἀντιγόνης. Καίριο σημεῖο τῆς ποιητικῆς τῆς Ντεκουτίτε ἀποτελεῖ ἡ σχέση της μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο. Δὲν τοῦ προσδίδει ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ χαρακτηριστικά, ὅπως συνηθίζουν ἀρκετοὶ ποιητές. Ἀντιθέτως, φαίνεται νὰ μιλάει ἡ ἴδια τὴ γλώσσα τῶν δέντρων, νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὰ πουλιὰ καὶ νὰ ἀκούει τὰ σκιρτήματα τῶν φύλλων. Ἡ σημύδα, τὸ πεῦκο καὶ ἄλλα δέντρα τῆς λιθουανικῆς φύσης γίνονται ἐν τέλει στὸ ἔργο της σύμβολα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης· σύμβολα μὲ τὰ ὁποῖα καὶ ἡ ἴδια ταυτίζεται, καθὼς στὸ ἕλος τῆς λογοκρισίας καὶ τῆς σοβιετικῆς καταπίεσης κατάφερε νὰ σταθεῖ μόνη της, ὑψηλὴ καὶ ἀγέρωχη.

Ὅμως καὶ ὁ λαϊκὸς πολιτισμός –παραμύθια, παραδοσιακὰ μοτίβα καὶ μύθοι– διαπερνᾶ έξίσου τὰ ποιήματά της καὶ τοὺς προσδίδει μιὰ διάσταση οἰκουμενική. Οἱ στίχοι της δὲν ἀποτελοῦν προσωπικὲς ἐλεγεῖες, ἀλλὰ εἶναι ἀποστάγματα τοῦ πόνου ἑνὸς λαοῦ. Σταθερὰ ριζωμένη σ’ αὐτὸν τὸν λαϊκὸ πολιτισμὸ καὶ τὴ φύση, ἡ Γιανινὰ Ντεκουτίτε μᾶς δίνει μιὰ ποίηση χαμηλόφωνη, μὰ ὄχι τρεμάμενη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΣΣΙΤΕΡΙΔΗΣ

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς: Ποιήματα

Αγαθοκλής, φωτό 
φωτό Δ. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(μειδίαμα)

Ἦταν γραφτό, πολὺ πρὶν γεννηθῶ
πρὶν ματώσουν τὰ ϐιβλία
στὸ ψαλίδι τῶν χελιδονιῶν
μικραίνει ἡ μέρα ὁ ἥλιος μικραίνει
(ρόδα στὸ πέρασμά σου)
ϕύγαν πουλιὰ κοπάδια γνέθουν πιὰ
σ’ ἄλλη μηχανή, τὸν ϑρῆνο.
Ἐδῶ, ψήλωσε τὸ καλαμπόκι
καθένας χαράσσει νέα γραμμή· σὰ ϐόιδι.

Ἔτσι, εἰδώλιο λατρευτικό, ἀρχαῖο
μ’ ἕνα σερνάμενο καπίστρι εἶναι γραφτὸ
σ’ αὐτὸ τὸ χῶμα ποὺ μισῶ
—μύθος μακρυά σου— νὰ μείνω.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΒΡΑΔΥ

Φορές, ἔστεκε μὲ κρίνο μαραμένο γνωριμίας
στὴν πλατεία. Περίμενε νὰ σημάνει ἀκριβῶς νὰ πάει
καὶ πέντε καὶ δέκα κι ὅτι μόλις ἑτοιμάζονταν
νὰ στραφεῖ, νά την τρέχοντας ποὺ ὁρμᾶ σὰν πλημυρίδα
μὲ τὴ νύχτα στὰ μαλλιὰ συγγνώμη μὲς στὰ μάτια
νὰ πέφτει πάνω του καὶ νὰ γυρνᾶνε νὰ γυρνᾶνε
νὰ γυρνᾶνε ἐποχές, εἶναι μέρα εἶναι ἄνοιξη ἄνθισε
τὸ λουλούδι — ὁρίστε ποῦ ἤσουν· ἄργησες…


ΕΙΣ ΦΙΛΗΝ ΞΕΝΙΤΕΥΘΕΙΣΑΝ

Γυρίζω ἐδῶ ποὺ τόσο σὲ ὠνειρεύτηκα
νὰ ϐρῶ κάτι δικό σου…
Ἀπ. Μελαχρινὸς

Περνώντας στὰ μέρη σου, τὸν δρόμο
(ὄχι ἀπ’ τὴ δημοσιὰ ἀλλὰ τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο)
ποὺ χορτάριαζε κάθε καλοκαίρι
ϑὰ κοιτάξω νὰ σοῦ κόψω λίγα λουλούδια, μιὰ δραξιὰ
τριαντάφυλλο λεβάντα πικροδάφνη.
Θὰ τὰ σμίξω σὲ μπουκέτο μὲ λεπτὸ μίτο ἄνοιξης
μάρτη ἢ τὸν μαίανδρο ἀπ’ τὸν περίτεχνο κεκρύφαλό σου.
Μετὰ ϑὰ πῶ τὴν προσευχή, νὰ μυρίσεις πρῶτα-πρῶτα
καὶ λίγον οὐρανό, ξέρεις, μαζί της.

Θά ‘ναι ὅπως τότε ποὺ περίμενες στὴ στροφή.

Αὔριο, λοιπόν, σὰν περάσω ὅπου περνῶ κάθε πρωὶ
ϑὰ κοιτάξω νὰ σοῦ στείλω ὅ,τι ζητεῖς
ὑστερόγραφα στὰ γράμματά σου:
κάτι νὰ ϑυμίζει τὸν δρόμο, τὴ δημοσιά, ἐμένα.


ΠΕΡΙΜΕΝΕ

Περίμενε νὰ ὡριμάσει νὰ ὡριμάσει —
νὰ ὡριμάσει πρόσμενε ἕνα χέρι.
Ἔπεσε ἀπ’ τὸ ἀκρόκλωνο σάπισε
πρόσμενε τὸ χάδι στὸν ἥλιο
τώρα δὲν τὸν ἀγγίζει κανείς.

Περιμένει στὸ χῶμα, τὸ ϐράδυ.


ΛΟΞΑ ΣΕΝΑΡΙΑ
(καλὸς κἀγαθὸς)

Ἔφερε λοιπὸν στὸν νοῦ πολλὰ σενάρια.
Πὼς πήδαγε σὲ κτήριο νὰ σώσει ἕνα παιδὶ ϕλέγουσα λαμπάδα
πὼς προσφέρονταν γενναῖα γιὰ ἐκτέλεση-ληστείᾳ τραπέζης
πὼς ἔφευγε καλῶς τὸν πόλεμο ἀφήνοντάς της γράμμα

—τὰ συγχωρεῖ ὅλα!—

πὼς ἐξέπνεε Ἀριστόδημος λέοντας στερνὰ μαραθωνίου λόγια.
Καὶ ἡ κηδεία ἤτανε πάνδημος… Τρεῖς μέρες ἡ χώρα σὲ ἀργία.
Μεσίστιες σημαῖες χωρὶς πράξεις τὰ χρηματιστήρια
καὶ τὰ σχολεῖα, μαῦρες γιορτὲς καὶ ποιήματα.

Ἔτσι, μὲ σκηνογραφημένη ἔπαρση πὼς κάποιος ϑὰ ϑρηνεῖ
τὶς τελευταῖες του στιγμὲς ξάπλωνε
γιὰ νὰ ξυπνήσει ἄλλη μιὰ μέρα ἐλπίζοντας.

*  *  *

Ὁ Ἀριστόδημος ὑπῆρξε ἕνας ἀπ’ τοὺς 300 τῶν Θερμοπυλῶν, ὁ ὁποῖος
ὅμως γύρισε στὴν Σπάρτη λόγῳ τραυματισμοῦ, ὅπου καὶ περιφρονήθηκε
δεινῶς ἀπ’ τοὺς συμπολίτες του γιὰ τὴν μὴ συμμετοχή του στὴν μάχη.

* * *

ΑΙΣΘΗΣΗ

Γραμμὲς ἀνείπωτης ϑάλασσας γραμμὲς μεθυσμένης νύχτας

Φιλαπόδημα πουλιὰ σχέδια κεντήματος μὲ κρόσσια

Μαλλιὰ ἀνεμίζοντα, προβλήτα καὶ καράβι

Κοχύλια ἄδεια σπιτικὰ πρόσφυγες σ’ ἄλλα δάση

Γεράνια ἄσπρα καὶ μαβιὰ πυρκαϊὰ στὰ παραθύρια

Φωνὴ ψιλὴ τῆς λυγερῆς ἀσημόλευκα καὶ μήνη

Μνήμη γλυκὸ τοῦ κουταλιοῦ ἀσπροσένδοι καθρέφτες

Πλατανόφυλλη καρδιά — κόσκινο κῦμα!

Ἐ λ ε λ ε ῦ   Ἰ ῶ   Ὀ τ ο τ ο τ ο ὶ

Πρώτη ϐροχή, ϑέρος, ἀγριολούλουδο τῆς μοίρας.

* * *

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΤΙΑ

Ἐκεῖ ἐπὶ τῆς κλίνης
μία ματιὰ λίγο πρὶν ϕύγεις
ἦταν ἀρκετὴ νὰ σοῦ ϑυμίσει
πόσο ἐρωτευθήκατε, ἀγαπηθήκατε
ζήσατε τὴ ζωὴ
πόσο πονέσατε, δακρύσατε
γεράσατε μαζί.

Καὶ τὸ δάκρυ τῆς καρδιᾶς
ἀποστάλαμα γυμνὸ ἀντίο
ϕυσάει στερνὸ μιὰ στάλα τόση
νὰ σφαλίσει πῶς οἱ μνῆμες καὶ τὰ χρόνια
ἔφυγαν αἰώνια
— Ἅγιοι Παναγιὰ καὶ Θεέ μου! — ϕύλλα
ἀνέμου στὸν καιρό.

[ Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἄφεσις, http://www.dagathoklis.com ]

Διονύσιος Πλατανιάς: Ποίηση και αυτοέκφραση

1 (2)

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Ο Τ. Σ. Έλιοτ διετύπωσε κάποτε με ακρίβεια και εν είδει αφοριστικής διάγνωσης την ουσία της ποίησης, όταν έγραφε για τον ποιητικό νου ότι :

Μπορεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου να επενεργεί πάνω στην εμπειρία του ανθρώπου· αλλά όσο πιο τέλειος είναι ο καλλιτέχνης, τόσο περισσότερο θα διαχωρίζεται μέσα σε αυτόν ο άνθρωπος που αισθάνεται από τον νου που δημιουργεί· τόσο πιο τέλεια  ο νους θα αφομοιώνει και θα μετασχηματίζει τα πάθη που είναι το υλικό του.

The Sacred Wood:  Essays On Poetry and Criticism, 1921,  σ. 28 – Bartlebycom, 1999

Αυτή ακριβώς είναι η πλέον κρίσιμη ιδιότητα της ποίησης και ως τέτοια καθόλου αυτονόητη για νοοτροπίες όπως εν πολλοίς η πιο σύγχρονη νεοελληνική που καθορίζει αρκετούς ποιητές, όταν φαίνονται να  εγκατέχονται έντονα από το άγχος και την επιθυμία μιας κραυγαλέας ή επιδεικτικής έκφρασης των προσωπικών αισθημάτων και συναισθημάτων τους στο σώμα της γραπτής ποίησης, μη αντιλαμβανόμενοι πόσο αντι-αισθητικό είναι αυτό (ακόμα  και όταν υπάρχουν ψευδαισθήσεις  περί «καλόγουστου») και πόσος μάταιος κόπος διαστίχισης του πεζού λόγου σε ποίηση.

Επειδή τις περισσότερες φορές σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε κάτι άλλο από συσσώρευση ποσότητας πεζού λόγου σε στίχο, αντί μιαν αναγωγή του λόγου σε ποιότητα και ουσία στίχου.

Όμως πρόκειται σαφώς για άλλο είδος διάταξης του λεκτικού χρόνου. Η ποίηση από την φύση και λειτουργία της καταργεί τον χρόνο ενώ ο πεζός λόγος τον προϋποθέτει και δεν υπάρχει πιο «άτσαλη» ποίηση από εκείνη που τελείται «εν χρόνω»  χαμένη στην επιθυμία αναπαραγωγής συναισθημάτων που θα έπρεπε ήδη να έχουν μεταμορφωθεί σε «κάτι άλλο» μέσα από τις διαδικασίες της ποίησης.

Η αυτοέκφραση,τουτέστιν, η τάση εκδήλωσης ή επίδειξης των προσωπικών συναισθημάτων σε βάρος κάθε άλλης παραμέτρου του λόγου ή της γραφής, μπορεί να είναι μόνο έξη ή ανάγκη της ζωής, όχι όμως της ποίησης. Η ποίηση επιδιώκει την «απόσπαση» από τον κόσμο με σκοπό το όσο δυνατόν πλατύτερο ή και πανοραμικό βλέμμα επ’ αυτού, για τον λόγο ότι όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από κάτι, τόσο συνολικότερα μπορείς να το βλέπεις. Από αυτή την άποψη η ποίηση δεν είναι «αυτοέκφραση». Θα έλεγε δε κανείς, πως ούτε καν την εμπεριέχει  ή οφείλει κατ’ ανάγκην να την εμπεριέχει.

Επειδή ακριβώς η αυτοέκφραση στην ποίηση κατά κανόνα είναι καθημερινός λόγος ή λόγος που μην αποτολμώντας να είναι είτε αμιγώς ποιητικός είτε αμιγώς καθημερινός, τείνει προς τις αμηχανίες και των δυο. Η ποίηση από την άλλη αποστρέφεται ή αποφεύγει τον «ενστικτώδη», ανακλαστικό των περιστάσεων λόγο προς όφελος ενός  πιο οργανωμένου και μεταφορικού λόγου.

Ο κακός ή ρηχός ποιητής επιδιώκει μια «ενσωμάτωση» στα γεγονότα, γίνεται «ένα» με το αντικείμενο του, πάσχει, υποφέρει, αναγγέλλει  ή, ακόμα χειρότερα, «φωνάζει» τα συναισθήματά του στους στίχους του·  με λίγα λόγια γράφει σαν να προσπαθεί να προσελκύσει την συμπάθεια ή την αγάπη από αναγνωστικά μάτια. Aυτό είναι το μυστικό της αποτυχίας του: μπερδεύει διαδικασίες της ζωής με διαδικασίες της δημιουργίας του λόγου.

Όμως όταν η ποίηση εκλαμβάνεται ως ο ανακλαστικός δέκτης της ζωής, τότε όχι μόνο διαγιγνώσκεται εκείνη η βαρβαρότητα που χαρακτηρίζει κάθε κακή η παρακμιακή ποίηση, τουτέστιν η εξίσωση της ζωής  με την ποίηση, αλλά κυρίως, σε αυτή την περίπτωση προκαλεί έκπληξη η αδυναμία κατανόησης της ποίησης ως τέχνη στην πλέον ουσιώδη ιδιότητά της:   αν η ζωή μπορούσε να είναι πλήρως «αυθυπόστατο» και «αυτοερμηνευόμενο» φαινόμενο τότε όχι μόνον δεν θα χρειαζόταν την ποίηση αλλά και καμμία άλλη τέχνη. Από την άλλη, εκείνο για το οποίο η ζωή υπεραρκεί, δεν έχει νόημα η ποίηση να το αναπαράγει.

Η ποίηση έρχεται να πει κάτι «παραπάνω» από την ζωή, όχι να την αναπαράγει·  ούτε καν να την αντιστοιχίσει κατ’ ανάγκην με το υποκείμενο της γραφής. Κυρίως, δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με την έκφραση των προσωπικών συναισθημάτων· είναι πάνω απ’ όλα ένας τρόπος να κατανοούμε τον κόσμο και όχι να χαιρόμαστε ή να λυπόμαστε γι’ αυτόν (χωρίς φυσικά να αποκλείεται και αυτό, αλλά έχουν νόημα, στην ποίηση και στα πάντα οι προτεραιότητες ή ο «κεντρικός στόχος»).

Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Spinoza: «Προσπάθησα σκληρά να μην γελάω με τις πράξεις των ανθρώπων, ούτε να κλαίω με αυτές ούτε να τις μισώ, αλλά να τις καταλαβαίνω». (Ηθική, III)

Και αυτό δεν είναι μόνο δουλειά του φιλόσοφου αλλά και του ποιητή, ο καθένας από διαφορετική εποπτεία λόγου και διανοησιαρχική οπτική: Eκεί που η φιλοσοφία αναζητεί, εξάγει και αναστοχάζεται τα universalia από τους συλλογισμούς και τις θεωρητικές διαπιστώσεις της, η ποίηση επιχειρεί να διατυπώσει με μεταφορές την ουσία. Με λίγα λόγια είναι ένας τρόπος για να πειστούμε πως οι ιδιότητες των πραγμάτων δεν είναι συμπτωματικές αλλά ουσιαστικές, στο βαθμό που ποτέ δεν μπορούμε να δούμε την Ουσία άμεσα αλλά έμμεσα, μέσω της σκέψης (ποιητικής στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ποίηση τελείται εν συναισθηματικώ κενώ. Μια τέτοια χοντροκομμένη παρερμηνεία θα ήταν τυπική κάθε παρακμιακής σκέψης που αδυνατεί να ξεφύγει από τις απλοποιήσεις του «είτε-είτε». ‘Ολα τα παραπάνω  στην ουσία υπογραμμίζουν το εξής: ο καλός ποιητής δεν «αφήνει» το συναίσθημα στην ποίηση όπως το νοιώθει (η ζωή έτσι κι αλλιώς αρκεί γι’ αυτό). Κατορθώνει να το μετατρέπει σε κάτι άλλο.

Μπορούμε όμως να συνοψίσουμε την όλη διαφορά ανάμεσα στις δυο αντιλήψεις περί «προσωπικού» στην ποίηση επιγραμματικά ως εξής: ο πραγματικός ποιητής διακρίνεται από το έντονα προσωπικό ύφος  ή στυλ στην ποίησή του· ο κακός από τα προσωπικά «συναισθήματά» του και την σφοδρή επιθυμία έκθεσής τους ως έχουν ή όπως νομίζει ότι έχουν, στην ποίηση. Ο μεν πρώτος μετασχηματίζει την προσωπικότητά του σε αυτό που οφείλει: λογοτεχνία. Ο δε δεύτερος σε συναίσθημα (για την ακρίβεια: σε επίδειξη συναισθήματος)  που δεν έχει τίποτε περισσότερο να κάνει από το να διατυπώνεται απλά σε γραπτό στίχο, σε μια δουλειά έτσι κι αλλιώς για την οποία αρμοδιότερος είναι ο πεζός λόγος.

Είναι δύο διαφορετικοι χειρισμοί της «προσωπικότητας» σε κάθε περίπτωση· ο πρώτος «αποσπασμένα» (απομεμακρυσμένα) στυλιστικός, ο δε δεύτερος απονενοημένα αυτοεκφραστικός.

Ή όπως λέει ο  Έλιοτ:

Στην πραγματικότητα, ο κακός ποιητής είναι συνήθως μη συνειδητός εκεί που θα όφειλε να είναι συνειδητός, και συνειδητός εκεί που θα έπρεπε να είναι μη συνειδητός. Και τα δύο λάθη τείνουν να τον καθιστούν «προσωπικό».  Ποίηση δεν είναι να αφήνεται το συναίσθημα ελεύθερο, αλλά μια απόδραση από το συναίσθημα· δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά μια απόδραση από την προσωπικότητα. Όμως, ασφαλώς, μόνον εκείνοι που έχουν προσωπικότητα και συναισθήματα γνωρίζουν τι  σημαίνει να θέλεις να δραπετεύσεις από αυτά. (ό.π., σ. 30)

Και ξέρουν ακόμα τι σημαίνει να δραπετεύεις από τον Χρόνο, θα συμπλήρωνε κανείς σε αυτά τα λόγια του Τ. Σ. Έλιοτ. Γιατί ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μονάδα μέτρησης της Αχρονίας, αν θα μπορούσε κανείς να το διατυπώσει έτσι.  Εξ αυτού του δημιουργικού παραδόξου προκύπτει η στυλιστική «απόσπασή» του από τον κόσμο κατά την διάρκεια της γραφής, όπως επίσης και η συνάλληλη με αυτήν απογύμνωση του γεγονότος sub specie aeternitatis.

Και αν ερμηνεύσει σωστά κανείς τον Έλιοτ μακριά από χοντροκομμένες προσλήψεις, θα καταλάβει γιατί οι καλοί ποιητές μετασχηματίζουν την προσωπικότητά τους σε έντονα διακριτό «προσωπικό στυλ» ενώ ταυτόχρονα πραγματώνουν εν έργω ένα  όσο το δυνατόν πιο «αποπροσωποποιημένο βλέμμα» ακόμα και όταν «ομιλούν» σε πρώτο ενικό πρόσωπο.

Δεν έχει νόημα, έτσι κι αλλιώς, να δεις δυο φορές στον χρόνο το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο. Την δεύτερη φορά, θα πρέπει να το δεις «αλλιώς». Και η ποίηση αν μη τι άλλο μας επιτρέπει ένα πιο ώριμο, πιο ψύχραιμο βλέμμα επί των ανθρωπίνων, αρκεί φυσικά να υπάρχει και η ίδια ως δραστηριότητα ουσίας και όχι μόνο κατ’ όνομα.

ΝΠ3

Από το οπισθόφυλλο του ΝΠ3 που την άλλη εβδομάδα θα βρίσκεται στο τυπογραφείο. Εκτός αυτών, στο ίδιο τεύχος, κείμενα των Παναγιώτη Αριστοτελίδη, π. Ε. Γκανά, Σπύρου Τζουβέλη, Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, Νίκου Γρυπονησιώτη, Γιώργου Βέη, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Σωτήρη Γουνελά, Σπύρου Ν. Παππά, Ειρήνης Γιαννάκη, Ιγουασάκι Γιαταρό, Έλενας Σταγκουράκη και Νίκου Καλαποθάκου.

ΝΠ3 - τίτλοι

Αλέξανδρος Κορδάς: Για τις ποιητικές εκδηλώσεις

imagmicr

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Οι ποιητικές εκδηλώσεις των ημερών μας, οι οποίες συνοδεύονται και από μουσική, καταλήγουν κατά κανόνα σε μνημειώδεις αποτυχίες. Αυτό συμβαίνει γιατί τις περισσότερες φορές δεν έχει προηγηθεί καμία προετοιμασία, με αποτέλεσμα το μουσικό μέλος να μην συμβαδίζει με το ποιητικό και το μήνυμα να μη βρίσκει τελικά τον αποδέκτη του. Η ποίηση είναι μια τέχνη που αποσκοπεί στο να κεντρίσει τη σκέψη και το συναίσθημα του ακροατή της, απαιτεί λοιπόν την τέλεια συγκέντρωσή του ~ δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται το χαλί για οποιαδήποτε μουσική φράση, αλλά μάλλον το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει, η μουσική πρέπει να υποτάσσεται στην ποίηση, για να επιτευχθεί αυτό όμως απαιτείται κοπιώδης προεργασία, ειδάλλως είναι προτιμότερο να γίνεται μια απλή ανάγνωση του κειμένου χωρίς τη συνοδεία μουσικής. Οι ποιητικές εκδηλώσεις εν γένει, πάσχουν ακριβώς απ’ αυτό: αδιαφορούν εντελώς για το κοινό τους! Στοχεύουν ως επί το πλείστον στη ναρκισσιστική προβολή των συμμετεχόντων τους και στην ανταλλαγή κούφιων φιλοφρονήσεων μετά το πέρας της βραδιάς. Αν το κοινό ήταν πεπαιδευμένο θα γιουχάιζε άγρια αυτούς τους μασκαράδες, που τους κοροϊδεύουν μες τα μούτρα του, αντ’ αυτού τους χειροκροτεί επιτείνοντας με αυτό τον τρόπο την πνευματική τους εξαχρείωση. Όσοι έχουν παραβρεθεί σε αρκετές εκδηλώσεις αυτού του είδους θα έχουν διαπιστώσει ότι ανάμεσα στους απαγγέλοντες υπάρχει πάντα, τουλάχιστον μία βαριά ψυχιατρική περίπτωση, κι από κει και πέρα το πράγμα παρουσιάζει μια διακύμανση, η οποία όμως δεν φτάνει σχεδόν ποτέ στα όρια του φυσιολογικού. Ευτυχώς που υπάρχουν και λίγοι φωτισμένοι άνθρωποι που ανεβάζουν κάπως τον μέσο όρο με την αξιοπρεπή παρουσία τους, η κατανομή ωστόσο παραμένει ασύμμετρη. Λύση στο πρόβλημα αυτό θα μπορέσει να δοθεί όταν οι καλλιτέχνες αρχίσουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για το κοινό τους, για το πως θέλουν να το κάνουν να αισθανθεί με το έργο τους και την παρουσίασή του. Γιατί όπως εύστοχα σημειώνει και ο Άλαν Μουρ «το κοινό δεν ξέρει τι θέλει, αν ήξερε τι θέλει δεν θα ήταν το κοινό, θα ήταν ο καλλιτέχνης».

Μαρκ Τουέην: Η προσευχή του πολέμου

0424_-_second

του ΜΑΡΚ ΤΟΥΕΗΝ

Μετάφραση
Αχιλλέας Κατσαρός

Ήταν μια περίοδος μεγάλων πανηγυρισμών και συγκίνησης. Η χώρα είχε πάρει τα όπλα, ο πόλεμος είχε ξεκινήσει, σε κάθε στήθος έκαιγε η ιερή φλόγα του πατριωτισμού. Τα τύμπανα ηχούσαν, οι μπάντες παιάνιζαν, τα παιδικά πιστολάκια κροτάλιζαν, τα σφιχτοδεμένα βαρελότα σφύριζαν και πέταγαν σπίθες.

Σε κάθε χέρι, σε όλες τις στέγες και τα μπαλκόνια, που χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα, ένα δάσος από σημαίες ανέμιζαν και άστραφταν στον ήλιο. Κάθε μέρα οι νεαροί εθελοντές έκαναν παρέλαση στην πλατιά λεωφόρο, χαρούμενοι και όμορφοι με τις καινούριες τους στολές, οι πατεράδες και οι μητέρες και οι αδελφές και οι αγαπημένες, γεμάτοι περηφάνια ζητωκραύγαζαν με φωνές πνιγμένες από συγκίνηση και ευτυχία καθώς περνούσαν μπροστά τους. Κάθε βράδυ τα στοιβαγμένα ακροατήρια σε μαζικές συναθροίσεις άκουγαν, λαχανιασμένα, την πατριωτική ρητορεία που συγκινούσε και τα πιο άδυτα βάθη των ψυχών τους. Και διέκοπταν αυτή τη ρητορεία κατά σύντομα διαστήματα με κυκλώνες από χειροκροτήματα, ενώ πάνω στα μάγουλά τους έτρεχαν τα δάκρυα. Στις εκκλησίες οι πάστορες κήρυσσαν την αφοσίωση στη σημαία και στην πατρίδα και επικαλούνταν το Θεό των Μαχών, ικετεύοντας την παροχή της βοηθείας Του στον καλό μας αγώνα με χείμαρρους από φλογερή ευφράδεια για να συγκινηθεί κάθε ακροατής. Ήταν πραγματικά μια χαρούμενη και ευγενική στιγμή, και όσες άφρονες ψυχές τόλμησαν να αποδοκιμάσουν τον πόλεμο και να προβάλλουν αμφιβολίες για το ότι ήταν άδικος, αμέσως δέχτηκαν αυστηρή και οργισμένη προειδοποίηση ώστε για χάρη της προσωπικής τους ασφάλειας γρήγορα ζάρωσαν μακριά από τα βλέμματα του κόσμου και δεν προκάλεσαν ξανά με αυτόν τον τρόπο. Ήρθε το πρωί της Κυριακής. Την επόμενη μέρα τα τάγματα θα έφευγαν για το μέτωπο. Η εκκλησία ήταν γεμάτη. Οι εθελοντές ήταν εκεί, τα πρόσωπά τους ξαναμμένα από στρατιωτικά όνειρα. Οράματα της σταθερής προέλασης με αυξανόμενη ορμή, της χειμαρρώδους επίθεσης, των λαμπερών σπαθιών, της φυγής του εχθρού, του ορυμαγδού, της αναμενόμενης κάπνας, της άγριας καταδίωξης, της παράδοσης! Και μετά από τον πόλεμο, πίσω στην πατρίδα, ήρωες παρασημοφορημένοι, καλοδεχούμενοι, λατρεμένοι, βαφτισμένοι σε χρυσές θάλασσες δόξας!

Η λειτουργία προχωρούσε. Διαβάστηκε ένα πολεμικό κεφάλαιο από την Παλαιά Διαθήκη. Είπαν την πρώτη προσευχή. Την ακολούθησε μια βροντή από το αρμόνιο που συντάραξε το κτίριο, και με μια ενστικτώδη κίνηση σηκώθηκε όλο το εκκλησίασμα, με απαστράπτοντα μάτια και παλλόμενες καρδιές, και αναφώνησε με ορμή εκείνη τη φοβερή παράκληση:

«Ω Θεέ, ο με κάθε τρόπο τρομερός! Εσύ που προστάζεις. Βροντή η σάλπιγγά σου και κεραυνός η ρομφαία σου».

Μετά ακολούθησε η «μεγάλη» προσευχή. Κανένας δεν μπορούσε να θυμηθεί από τα παλιά ανάλογη προσευχή με τόσο φλογερή παράκληση και τόσο συγκινητική και όμορφη γλώσσα. Η ουσία της ικεσίας της ήταν, ότι ένας φιλεύσπλαχνος και πανάγαθος Πατέρας πάντων ημών, θα προστατεύει τους αγνούς νεαρούς στρατιώτες μας και θα τους βοηθάει, θα τους παρηγορεί και θα τους ενθαρρύνει στο πατριωτικό τους έργο. Θα τους ευλογεί, θα τους προστατεύει την ημέρα της μάχης και την ώρα του κίνδυνου, θα τους κρατάει στο παντοδύναμο χέρι του, θα τους κάνει δυνατούς και θαρραλέους, αήττητους κατά την αιματηρή επίθεση. Θα τους βοηθήσει να συντρίψουν τον εχθρό, θα δώσει σε αυτούς και στη σημαία τους και στην πατρίδα τους αιώνια τιμή και δόξα. Ένας ηλικιωμένος ξένος μπήκε στην εκκλησία και με αργά και αθόρυβα βήματα προχώρησε στον κύριο διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στον ιερέα. Το υψηλό του σώμα ήταν ντυμένο με χιτώνα που έφτανε μέχρι τα πόδια του, το κεφάλι του ήταν ακάλυπτο, τα άσπρα του μαλλιά έφταναν μέχρι τους ώμους του σαν ένας αφρισμένος καταρράκτης, το ρυτιδωμένο του πρόσωπο ήταν αφύσικα χλωμό , τόσο χλωμό που έδειχνε σταχτί. Ενώ όλα τα μάτια τον παρακολουθούσαν με απορία, αυτός συνέχισε τη σιωπηλή πορεία του. Χωρίς να σταματήσει, ανέβηκε στον άμβωνα και στάθηκε δίπλα στον ιεροκήρυκα και έμεινε εκεί όρθιος, περιμένοντας. Με κλεισμένα τα βλέφαρα ο ιεροκήρυκας, χωρίς να έχει αντιληφθεί την παρουσία του ξένου, συνέχισε τη συγκινητική του προσευχή, την οποία και τέλειωσε με την φλογερή παράκληση:

«Ευλόγησε τα όπλα μας, δώσε μας τη νίκη, Ω Κύριε που είσαι ο Θεός μας, ο Πατέρας μας και ο Προστάτης της χώρας μας και της σημαίας μας!»

Ο ξένος τού άγγιξε τον βραχίονα, του έγνεψε να παραμερίσει, πράγμα που έκανε ξαφνιασμένος ο ιερωμένος και πήρε τη θέση του. Για μερικές στιγμές ερεύνησε το εκστατικό ακροατήριο με σοβαρά μάτια, μέσα στα οποία έκαιγε ένα παράξενο φως. Κατόπιν με μια βαθιά φωνή είπε:

«Έρχομαι από το Θρόνο, φέρνοντας μήνυμα από τον Παντοδύναμο Θεό!»

Τα λόγια αναστάτωσαν το εκκλησίασμα. Ο ξένος δεν έδωσε σημασία, αν και είχε καταλάβει την ταραχή.

«Εκείνος άκουσε την προσευχή του δούλου Του και ποιμένα σας, και θα την εκπληρώσει, εάν αυτή είναι η επιθυμία σας, αφού όμως πρώτα εγώ ο αγγελιοφόρος Του, σας έχω εξηγήσει τη σημασία της, την πλήρη σημασία της. Γιατί όπως πολλές από τις προσευχές των ανθρώπων, ζητάει κι αυτή περισσότερα από όσα έχει επίγνωση αυτός που την αρθρώνει, χωρίς να σταθεί και να σκεφτεί. Ο δούλος του Θεού και δικός σας δούλος ολοκλήρωσε την προσευχή του. Σταμάτησε όμως να σκεφτεί; Είναι μόνο μία προσευχή; Όχι, είναι δύο. Η μια εκφωνήθηκε, η άλλη όχι. Και οι δύο όμως έφθασαν στο αυτί Του, Αυτού του Οποίου ακούει όλες τις παρακλήσεις, αυτές που εκφωνήθηκαν και αυτές που δεν εκφωνήθηκαν. Στοχασθείτε το εξής και κρατήστε το στο νου σας. Εάν ικετεύσετε κάποια ευλογία για τον εαυτό σας, προσέξτε! Για να μην, χωρίς τη δική σας πρόθεση, επικαλείσθε συγχρόνως να πέσει κατάρα στο γείτονά σας. Εάν εσείς ζητάτε με την προσευχή σας την ευλογία της βροχής για τα σπαρτά σας, γιατί τη χρειάζονται, με αυτή σας την πράξη πιθανώς προσεύχεστε να πέσει κατάρα στα σπαρτά του γείτονά σας που ίσως δεν χρειάζονται τη βροχή και μπορεί να βλαφτούν από αυτήν. Ακούσατε την προσευχή του δούλου σας. Το μέρος που εκφωνήθηκε. Είμαι εντεταλμένος από το Θεό να εκφράσω με λόγια το άλλο της μέρος. Εκείνο το μέρος με το οποίο ο πάστορας σας, όπως και εσείς μέσα στις καρδιές σας, προσευχηθήκατε εν σιωπή μετά θέρμης. Και εν αγνοία και άνευ στοχασμού. Ο Θεός να δώσει να ήταν έτσι! Ακούσατε αυτές τις λέξεις:

‘Δώσε μας τη νίκη, Ω Κύριε που είσαι ο Θεός μας!’

Αυτό είναι αρκετό. Το όλο της εκφωνηθείσης προσευχής βρίσκεται συμπυκνωμένο σε αυτές τις φορτισμένες λέξεις. Περαιτέρω ανάπτυξη δεν είναι απαραίτητη. Όταν προσευχηθήκατε για τη νίκη, προσευχηθήκατε και για μη τις αναφερθείσες επιπτώσεις που συνοδεύουν τη νίκη. Πρέπει να την συνοδεύουν. Δεν μπορεί παρά να την συνοδεύουν. Στο ευήκοον πνεύμα του Θεού και Πατρός έφτασε επίσης και η μη εκφωνηθείσα προσευχή. Μου εδόθη εντολή από Αυτόν να την εκφράσω με λόγους. Ακούσατε!

«Ω Κύριε και Πάτερά μας, οι νεαροί μας πατριώτες, τα ινδάλματά μας, ξεκινάνε για τη μάχη. Είθε Εσύ να είσαι κοντά τους! Μετ’ αυτών, εν πνεύματι, ξεκινάμε και εμείς από την γλυκιά ειρήνη των προσφιλών μας εστιών για να συντρίψουμε τον εχθρό.

Ω Κύριε και Πάτερά μας, βοήθησέ μας να ξεσκίσουμε τους στρατιώτες του εχθρού σε αιματοβαμμένα κομμάτια με τις οβίδες μας.

Βοήθησέ μας να σκεπάσουμε τα χαμογελαστά τους λιβάδια με τις ωχρές μορφές των γεμάτων πατριωτισμό νεκρών τους.

Βοήθησέ μας να πνίξουμε τη βροντή των κανονιών με τα ουρλιαχτά των τραυματιών τους, καθώς θα σφαδάζουν από τον πόνο.

Βοήθησέ μας να ισοπεδώσουμε τα ταπεινά τους σπίτια με θύελλες από φωτιά.

Βοήθησέ μας να γεμίσουμε τις καρδιές των χαροκαμένων γυναικών, οι οποίες δε φταίνε σε τίποτα με μάταια θλίψη.

Βοήθησέ μας να τις πετάξουμε έξω, άστεγες να περιπλανώνται με τα μικρά παιδιά τους, χωρίς φίλους στους ερημότοπους της ρημαγμένης χώρας τους, μέσα σε κουρέλια να πεινούν και να διψούν, με κομματιασμένη την ψυχή τους, τσακισμένες από την οδύνη να Σε εκλιπαρούν να τους δώσεις το καταφύγιο του τάφου και Εσύ να τους αρνείσαι. Για το δικό μας χατίρι οι οποίοι Σε λατρεύουμε, Κύριε, γκρέμισε τις ελπίδες τους, γνωρίζανε τη ζωή τους, παράτεινε την πικρή τους πορεία, κάνε να βαρύνουν τα βήματά τους, πότισε το δρόμο τους με δάκρυα, βάψε το λευκό χιόνι με το αίμα από τα πληγωμένα ποδιά τους!

Το ζητάμε από Εσένα, με το πνεύμα της αγάπης, απ’ Αυτόν που είναι η Πηγή της Αγάπης, και ο Οποίος είναι το αιώνια πιστό καταφύγιο και ο φίλος όλων όσων είναι οικτρά βασανισμένοι και αποζητούν τη βοήθεια Του με ταπεινές και συντετριμμένες καρδιές. Αμήν.»

[Μετά από παύση] Εσείς προσευχηθήκατε να γίνει τούτο. Εάν ακόμη το επιθυμείτε, πέστε το! Ο αγγελιαφόρος του Ύψιστου αναμένει.»

Όλοι ήταν σίγουροι ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν τρελός, γιατί δεν υπήρχε νόημα σε αυτά που είπε.

–––––––––––––––––––––––

«Η προσευχή του πολέμου» μικρή ιστορία ή πεζό ποίημα του Μαρκ Τουέην, αποτελεί καυστικό κατηγορητήριο κατά του πολέμου, και ιδιαίτερα κατά του τυφλού πατριωτικού και θρησκευτικού ζήλου ως κίνητρα για τον πόλεμο. Το κείμενο έμεινε αδημοσίευτο από τον Μαρκ Τουέην ως τον θάνατό του, τον Απρίλιο του 1910. Δημοσιεύθηκε τελικά στην ανθολογία του 1923 Europe and Elsewhere. Το παρόν αντλήθηκε και μεταφράστηκε από το βιβλίο Peace, Love and Liberty του Tom Palmer, κεφ. 12, σελ. 132-135.

Ο Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς, καλύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο ως Μαρκ Τουέην, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά έργα του ξεχωρίζουν Οι περιπέτειες του Τομ Σώγιερ και Οι περιπέτειες του Χάκλμπερυ Φιν.

Δημήτρης Αγαθοκλής: Παθολογία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης

863_2

Παθολογία τής σύγχρονης ελληνικής
ποίησης ή κλαδεύοντας το ποιητικό όραμα

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

Όλοι οι αμέσως ή εμμέσως ασχολούμενοι με την ποίηση —ποιητές, κριτικοί αλλά και αναγνωστικό κοινό— ομολογούν λίγο ή πολύ την κρίση στην οποίαν βρίσκεται ο ελληνικός στίχος. Ως κύριος υπαίτιος δεικνύεται ο επονομαζόμενος ελεύθερος στίχος και η αποκλειστική χρήση του στην ποιητική έκφραση. Είναι όμως ακριβώς έτσι; Κι αν ναι, σε ποιό βαθμό;

ΟΡΘΩΣ, ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟ, έχει διαγνωσθεί από πάσαν κατεύθυνση ότι η ελληνική ποίηση βρίσκεται καθηλωμένη και πυρέσσουσα στην κλίνη τού ασθενούς, χωρίς την προοπτική ταχείας ανάνηψης αφού, δυστυχώς, κανένα σημείο βελτίωσης δεν διαγράφεται στον κοντινό ή έστω μακρινό ορίζοντα. Κύριο σύμπτωμα τής (ανίατης;) αυτής κατάστασης αποτελεί ο «ποιητικός ντιλετταντισμός»1 τού εσμού των ποιητών που πολλαπλασιάζονται γεωμετρικώς και ξεπηδούν σαν τις κεφαλές τής Λερναίας  Ύδρας, και η ελαφρότητα με την οποίαν αυτοί —αλλά και αρκετοί οι οποίοι ασχολούνται με την συγγραφή εν γένει στην χώρα μας— αντιμετωπίζουν την ελληνική ποίηση, μεταφέροντας το παιχνίδι από το γήπεδο των Μουσών σε αυτό των Χόμπυ2. Ως αίτιο τούτης τής συμπεριφοράς, πέρα από την γενική διαπίστωση τής ιδιάζουσας σύγχυσης των αξιών που είναι πράγματι ορατή σήμερα σε πολλούς τομείς τού δημόσιου βίου, έχει επισημανθεί η αθρόα και αλόγιστη χρήση τού ελεύθερου στίχου και ο σχεδόν παντελής εξοστρακισμός τού έμμετρου από τις πέννες των επίδοξων νέων συγγραφέων3. Σκοπός μας εδώ δεν είναι να αποκρούσουμε αυτήν την άποψη – η οποία μάς  βρίσκει εν πολλοίς συμφώνους. Θεωρούμε όμως άδικο ο ελεύθερος στίχος (ανισοσύλλαβος στην πραγματικότητα) να φέρει την αποκλειστικότητα για το κατρακύλισμα τού ποιητικού μας λόγου. Το κύριο ζητούμενο για μας είναι να καταλάβουμε πώς η ποίηση σήμερα, ως μέσον έκφρασης, προσλαμβάνεται από τους ποιητές. Άπαξ και ορισθεί αυτό καλώς η προβληματική τίθεται σε νέα βάση. Είναι βέβαια γεγονός πως γι’ αυτήν την οπτική έχει βοηθήσει ο ελεύθερος στίχος – όχι όμως για να την καλλιεργήσει στην αντίληψη τού ποιητή αλλά για να την αναπαραγάγει, αφού πρώτα αυτός την έχει ενστερνιστεί.

Αντί να εισέλθουμε στα εγκεφαλικά άδυτα τού δημιουργού και να ξεδιπλώσουμε σαν λευκοσέντονο τις ποιητικές συνάψεις των νευρώνων του, θα προχωρήσουμε το εγχείρημά μας κάνοντας κάτι πιο απλό: θα κοιτάξουμε να δούμε τί λένε τα έργα του4, προσπαθώντας να εντοπίσουμε και να καταγράψουμε τα κύρια χαρακτηριστικά τής σύγχρονης ελληνικής ποίησης —η οποία αληθώς χρησιμοποιεί τον ελεύθερο στίχο κυρίως—, και μελετώντας την παθολογία της να εξηγήσουμε γιατί ο ποιητής τού σήμερα είναι «χομπίστας» κι έχει υποβιβάσει τον λόγον σε τέτοιο βαθμό. Αριθμός ουκ εστί για το μέγεθος των δημοσιευθέντων σε περιοδικά ποιημάτων αλλά και εκδοθέντων ποιητικών συλλογών κατ’ έτος στον τόπο μας (ο στατιστικός πληθυσμός μας)· σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να καθίσταται σχεδόν αδύνατη η στενή παρακολούθηση τής ποιητικής αυτής παραγωγής. Για το εγχείρημά μας όμως οποιοδήποτε τυχαίο υποσύνολο, χωρίς παραμέτρους ή περιο-ρισμούς σε ηλικία, φύλο κτλ. (το στατιστικό μας δείγμα) είναι ικανό να μάς οδηγήσει στις διαπιστώσεις που ακολουθούν.

ΟΠΩΣ ΚΑΘΕ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ (εικαστικό ή μη) έτσι και η ποίηση στηρίζεται σε δύο πόδες: στην μορφή (ή φόρμα) και στο περιεχόμενο. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι που ορίζουν το ποίημα και τα οποία ο δημιουργός οφείλει να χειρίζεται με μαεστρία ώστε να υπάρξει ισορροπία·  σαν ακροβάτης που βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί. Ο τελικός σκοπός βεβαίως είναι το περιεχόμενο, η ουσία τού έργου τέχνης. Το μέσον είναι η μορφή. Είναι αδύνατον να επιτευχθεί περιεχόμενο χωρίς μορφή ή για να το πούμε διαφορετικά: ένα «γερό» ποίημα θα έχει σίγουρα και μια «γερή» μορφή να το υποστηρίζει. Η μορφή όμως από μόνη της –τα «ποιητικά θεμέλια» θα λέγαμε– δεν αποτελεί και ικανή συνθήκη για ουσιαστικό περιεχόμενο (υποτυπώδες, ίσως). Και φυσικά ο ελεύθερος στίχος δεν αποκλείει την μορφή ούτε όμως ο έμμετρος στίχος την υποστηρίζει πλήρως εξ ορισμού· διότι η φόρμα είναι τόσο εξωτερικό όσο και εσωτερικό στοιχείο. Καλά ποιήματα μάς έχουν χαρίσει και οι δύο κατηγορίες όπως και κακά.

Ας ξεκινήσουμε με την μορφή. Πράγματι, κύριο γνώρισμα σχεδόν όλων των ποιημάτων που γράφονται σήμερα είναι ότι χρησιμοποιούν τον ελεύθερο στίχο· που σημαίνει ανισο-σύλλαβη παράταξη γραμμών, απουσία (τακτικών) στροφών και συνήθως απουσία ομοιοκαταληξίας. Πρόκειται δηλαδή για ανισοσύλλαβο, ανομοιοκατάληκτο και άστροφο στίχο (που καταχρηστικά καλούμε «ελεύθερο»), όχι όμως και άρρυθμο κατ’ ανάγκη. Η σχέση ρυθμού και μέτρου δεν είναι σχέση ισοδυναμίας. Αλλά και η σχέση συνεπαγωγής δεν είναι πάντοτε «ισχυρή» (δηλ. το μέτρο συνεπάγεται ρυθμό όχι όμως αναγκαστικά «καλό» ρυθμό). Αυτά έχουν ήδη αναλυθεί σε βάθος από έγκριτους μελετητές και δεν θα μάς απασχολήσουν εδώ. Για την περίπτωσή μας, αυτό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι στα σημερινά ποιητικά κείμενα, δυστυχώς, ο ελεύθερος στίχος υποβαθμίζεται από τρία επί πλέον στοιχεία τα οποία, είτε όλα μαζί είτε μεμονωμένα, υποσκάπτουν την δυναμική του και δεν τον αφήνουν να επιτελέσει τον ρόλο του, αφού τού αφαιρούν το εργαλείο πλάσεως τής φόρμας. Αυτά είναι: η απουσία σημείων στίξεως, η βραχύτητα των στίχων, η βραχύτητα των ποιημάτων.

Εάν μελετήσουμε τον ελεύθερο στίχο των μεγάλων μας ποιητών που τον υπηρέτησαν (Σεφέρης, Ρίτσος, Παπατζώνης κτλ.) παρατηρούμε ότι ο στίχος τους εν γένει απλώνεται σε πολλές συλλαβές, αρκετές φορές άνω των 15 που μπορεί κανείς να διαβάσει απνευστί (με μια εισπνοή δηλαδή — βλέπε παραδοσιακό 15σύλλαβο), όμως με κατάλληλες τομές  ώστε τελικά να καθίσταται εφικτό. Αντιθέτως, θα λέγαμε, ο σύγχρονος ελεύθερος στίχος προσομοιάζει περισσότερο στον στίχο τού Σαχτούρη (σαχτούρειος στίχος)· σύντομος και κοφτός χωρίς πολλούς διασκελισμούς. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και η απουσία σημείων στίξεως. Ο δημιουργός πλέον δεν θεωρεί σημαντικό για την αρτιότητα τού έργου του τα κόμματα, τις τελείες, τις άνω τελείες, τις παύλες (ενωτικές, μεσαίες, διαλόγου κτλ.), τις παρενθέσεις, τα κεφαλαία ή μικρά γράμματα κοκ. Που σημαίνει ότι δεν το θεωρεί βασικό στοιχείο για την ορθή απαγγελία των στίχων, μιας και οι στίχοι πρέπει (και) να μπορούν να απαγγέλλονται. Αρκεί να αναφέρουμε την γνωστή περίπτωση μελοποίησης τής ΑΡΝΗΣΗΣ τού Σεφέρη, όπου η άνω τελεία στον στίχο «πήραμε την ζωή μας· λάθος» δεν αποδόθηκε σωστά κατά την εκτέλεση, κάνοντας τον ποιητή έξω φρενών. Σε όλα τα παραπάνω έγκειται η αποδόμηση τού εσωτερικού ρυθμού τού ελεύθερου στίχου· η χαλάρωση των θεμελιωδών εσωτερικών του συνεπειών5. Ο στίχος πλέον καθίσταται βαρύς, δεν μπορεί να ξεδιπλωθεί ώστε να αναπτύξει τα νοήματα για τα οποία έχει επιλεγεί με αποτέλεσμα να μετατρέπεται από «ελεύθερο» στίχο σε «άμορφο» στίχο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να διακρίνει πλέον τον ποιητή πίσω από έναν στίχο· διότι όλοι οι στίχοι, ως άμορφοι, είναι ίδιοι – χωρίς ταυτότητα! Την βραχύτητα των στίχων έρχεται να συμπληρώσει και η βραχύτητα τού όλου ποιήματος. Σίγουρα, το ποίημα δεν είναι φιλοσοφική πραγματεία ούτε έχει σκοπό να αναλύει κοινωνικοπολιτικά θέματα εις βάθος, ώστε να απλώνεται σε εκατοντάδες γραμμές (υπάρχει και αυτό το είδος αλλά ανήκει σε άλλη κατηγορία). Δεν μπορεί όμως και από την άλλη να αποτελεί τηλεγράφημα ή διαφημιστικό σποτ ολίγων γραμμών που τις περισσότερες φορές ελαχιστοποιείται σε μία «ευφυολογική» ατάκα· μπορεί να είναι επιτυχημένο, δεν αντιλέγουμε, δεν θα χαρακτηρίζεται όμως ως ποίημα. Και για να υπερβάλουμε λίγο· το ποίημα είναι ένας ζων οργανισμός! Κι ως τέτοιος χρειάζεται τον χώρο του για να αναπνεύσει και να αναπτύξει τα κύρια μέρη του: την αρχή, το μέσο και το τέλος. Και εδώ ακριβώς αγγίζουμε την παθολογία τού περιεχομένου.

ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ των ποιητών σήμερα έγκειται στο ότι δεν έχουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, ένα «ποιητικό όραμα» το οποίο να μεταφέρουν στο χαρτί. Ίσως αυτή η έκφραση να ακούγεται βαρύγδουπη, πομπώδης ή ακόμα και ρομαντική χωρίς καμμία ουσία, θα πουν μερικοί. Αυτό που εννοούμε, για να επαναδιατυπώσουμε και να μην παρεξηγηθούμε, είναι ότι ο δημιουργός πρέπει να έχει έναν «αντικειμενικό σκοπό» κατά την δημιουργία τού (επί μέρους εν αρχή, συνολικού κατόπιν) έργου του. Το κάθε ποίημά του πρέπει κάπου να οδηγεί, να έχει έναν τελικό προορισμό. Ένας κύριος κορμός πρέπει να συνέχει το έργο, οι στίχοι τού ποιήματος να διαπνέονται από μία κεντρική ιδέα6. Αυτό προηγείται τής μορφής, έχει να κάνει με την διανοητική σύλληψη τού έργου (και κάθε καλλιτεχνικού έργου) και δεν επηρεάζεται πρωτογενώς από τον ελεύθερο ή μη στίχο. Για  να απλουστεύσουμε έτι περισσότερο, θεωρούμε πως κάθε ποίημα πρέπει να απαντάει σε τρία ερωτήματα, τα οποία να έχει θέσει και ο δημιουργός, κάποια στιγμή, στον εαυτό του. Αυτά είναι: τί, τίς, τίνι τρόπω;

Στο παρόν κείμενο υποστηρίζουμε ότι η αστοχία των σημερινών ποιητών να αρθρώσουν ποιητικό λόγο δεν έγκειται μόνον στην μονομερή απάντηση τού τρίτου ερωτήματος «τίνι τρόπω», όπου σχεδόν άπαντες απαντούν με την ελλειμματική τής «μορφής» όπως την αναλύσαμε παραπάνω, αλλά και με την αδυναμία να δώσουν μια πειστική απάντηση μέσα από τα γραφόμενά τους στο πρώτο ερώτημα, που είναι και η καρδιά τού περιεχομένου: «τί» δηλαδή «για ποιό πράγμα». Ας τα δούμε λίγο αυτά.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΡΕΠΕΙ να πει μια ιστορία. Αυτό περιμένει ο αναγνώστης και αυτό οφείλει να πράξει ο ίδιος. Ποιητής δεν είναι αυτός που εμπνέεται αλλά αυτός που εμπνέει7. Το πόσο «καλά» θα μιλήσει ο ποιητής για το θέμα που τον απασχολεί θα δείξει και τον βαθμό στον οποίον έχει κάνει κτήμα του το «ποιητικό όραμά» του ώστε, κατόπιν, να λάβει και την θέση που τού αναλογεί μεταξύ των ομοτέχνων του. Βέβαια, όλα αυτά έχουν επισημανθεί τόσες και τόσες φορές· απ’ τον ορισμό τού Αριστοτέλη για την «τραγωδία», την συνέμπτωσι έπους και πάθους απ’ τον Λογγίνο, την σχέση ύπαρξης-αντίληψης και αντίληψης-έκφρασης από τον Σέλλεϋ, τον συντονισμό ευαισθησίας και ποιητικού ρήματος απ’ τον Σεφέρη 8  κοκ. Όπως και να το πούμε, το ζητούμενο παραμένει: πως απαιτείται μία σπονδυλική στήλη που να κρατάει το ποίημα όρθιο. Αυτό έχει ξεχαστεί σήμερα ή σκοπίμως παραγκωνισθεί ως πλεονάζον (ίσως και να αποτελεί μία «αρνητική συνεισφορά» τού υπερρεαλισμού). Και ο ελεύθερος στίχος, εν αγνοία του, διατηρεί αυτήν την άρνηση/λήθη στην αντίληψη των ποιητών. Δεν υποστηρίζουμε βέβαια ότι συνεκτικός κορμός εμφανίζεται μόνον στα ποιήματα που είναι πλήρως κατανοητά στην νοηματική τους πρόσληψη. Κάθε άλλο. Διαβάζοντας για παράδειγμα το ποίημα τού Τάκη Παπατζώνη «Το απροσδόκητο θέμα»9, ενώ έχουμε την αίσθηση ενός συγκροτημένου ποιήματος με τόσο έντονες εικόνες και περιγραφές, αν μάς ρώταγαν ποιό είναι το κύριο θέμα που πραγματεύεται ο ποιητής, θα δυσκολευόμασταν να απαντήσουμε· ίσως και να λέγαμε ότι το θέμα είναι ακριβώς η απουσία θέματος! Όπως και να είναι, εν προκειμένω, ο ποιητής δείχνει φανερά ότι κατέχει το ποιητικό του όραμα, το οποίο μετέφερε στο χαρτί υπό μία συγκεκριμένη (εσωτερική και εξωτερική) φόρμα.

Άλλο παράδειγμα. Όταν ο αρχαίος τραγωδός στην ΑΝΤΙΓΟΝΗ γράφει το περίφημο: «Ἔρως ἀνίκατε μάχαν / Ἔρως, ὅς ἐν κτήμασι πίπτεις, / ὅς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις» κτλ., και κατόπιν παίρνει την σκυτάλη ο Robert Burns, το 1794, για να πει με απλότητα: “O my Luve’s like a red, red rose / That’s newly sprung in June”, και μετά η Κική Δημουλά στην ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ της μάς αιφνιδιάζει με το «Μέρες ούτε ξέρω πόσες / έχει να χτυπήσει το τηλέφωνο. / Το κινητό σου αίσθημα φραγή», όλοι αυτοί οι ποιητές μιλάνε λίγο-πολύ για το ίδιο πράγμα αλλά ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο κορμός τού ποιήματος όμως είναι εκεί, ορατός για όσους θέλουν να τον δουν, μόνο που ο κάθε ποιητής τον έχει αναπτύξει διαφορετικά· σαν ένας κορμός πόας ή δένδρου που ο κάθε κηπουρός-τεχνίτης ποιητής περιποιείται διαφορετικά, δίνοντάς του με μικρές και προσεκτικές ψαλιδιές την μορφή που ο αυτός αισθάνεται να ταιριάζει στο ίδιο το ποίημα-δένδρο (κλαδεύοντας το ποιητικό όραμα). Κι έτσι σιγά-σιγά, ανεπαισθήτως θα λέγαμε, ο ποιητής αφήνει, αλλά δεν εγκαταλείπει, το πρώτο ερώτημα τού «τί» για να προχωρήσει στο δεύτερο και τρίτο – τα οποία σχετίζονται αρχικά με την μορφή και τα οποία θα μπορούσαν, χωρίς βλάβη τής γενικότητας, να συγχωνευτούν σε ένα ερώτημα.

ΦΑΝΕΡΑ ΤΟ «ΤΙΣ» έχει να κάνει με το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί στην ποιητική ιστορία. Καθόλου αμελητέα ποσότητα· αλλάζοντας το πρόσωπο αλλάζει πλήρως το ποίημα! Μιλάει ο ποιητής ή κάποιος άλλος σε πρώτο πρόσωπο («Τώρα, μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ’ το λοιμό…», Μ. Αναγνωστάκης)· είναι το αόριστο γ’ ενικό ή  γ’ πληθυντικό («Αυτός, που, ακούγοντας το βήμα των συντρόφων του / να ξεμακραίνει πάνω στα χαλίκια…», Γ. Ρίτσος) · είναι το ουδέτερο αλλά όχι αποστασιοποιημένο α’ πληθυντικό («Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε…», Γ. Σεφέρης) · ή το αρκετά πιο απαιτητικό β’ ενικό («Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη…» , Κ. Καβάφης); Φυσικά, το θέμα τού προσώπου είναι κι αυτό σύνθετο και δεν εξαντλείται στα παραδείγματα που δώσαμε. Κρατάμε όμως τις επιφυλάξεις μας  για το κατά πόσον εγκύπτουν σε αυτήν την σημαντική παράμετρο οι νέοι ποιητές. Αξίζει κανείς να πειραματιστεί αλλάζοντας την οπτική τού «ήρωα» σε ένα ποίημα. Τα αποτελέσματα μπορεί να καταστούν πολύ διαφωτιστικά για την σχέση μορφής-περιεχομένου. Αλλά όπως είπαμε, το θέμα τού προσώπου μπορεί κάλλιστα να ενταχθεί ως υποερώτημα στο κεντρικό πρόβλημα τού «τίνι τρόπω».

Στο τρίτο αυτό ερώτημα, ακροβατούμε για άλλη μια φορά μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Τα όρια είναι συγκεχυμένα σαν να έχει διαχυθεί ομηρική αχλύς επί τού ποιητικού πεδίου. Και αυτό, διότι το ερώτημα «τίνι τρόπω» έχει δύο διαβαθμίσεις, δύο σκαλοπάτια. Το πρώτο έχει να κάνει με την εξωτερική φόρμα· πολύ απλά, αν ο ποιητής θα επιλέξει έμμετρο ή ελεύθερο στίχο – όπου έχουμε και την αρχή τής παρεξηγήσεως. Η επιλογή εννοείται συνεχίζει στις υποκατηγορίες τού κάθε είδους (με τον ελεύθερο να είναι περισσότερο πλαστικός στις επιλογές) αλλά δεν χρειάζεται να πάμε τόσο βαθειά. Σε δεύτερο επίπεδο είναι η εσωτερική φόρμα. Το πώς θα προσεγγίσει το θέμα του ο ποιητής, τί λεξιλόγιο θα χρησιμοποιήσει, πώς θα αρμόσει τις λέξεις και τα νοήματα μεταξύ τους, όλα όσα τέλος πάντων θα προσδώσουν  στον καλλιτέχνη το προσωπικό του ύφος. Και για να είμαστε πιο συνεπείς με τον τίτλο τού άρθρου: πώς ο ποιητής θα κλαδέψει το ποιητικό του όραμα.

ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΚΟΠΙΜΟ εδώ για την ανάλυσή μας να δώσουμε κάποιο παράδειγμα. Ας παραθέσουμε λοιπόν δύο ποιήματα, για να δούμε ακριβώς την διαφορά στην εσωτερική/εξωτερική μορφή (το κλάδεμα) ενός θέματος (ποιητικού οράματος) το οποίο, ας μας επιτραπεί η απλούστευση, εν προκειμένω μοιάζει να είναι συγγενές στους δύο ποιητές που ακολουθούν: η απώλεια ενός ανθρώπου, στρατιώτη ή μη· ο βίαιος θάνατος. Το πρώτο ποίημα είναι τού Μανόλη Αναγνωστάκη από την συλλογή ΕΠΟΧΕΣ (1945) και το δεύτερο τού Robert Lee Frost από την συλλογή MOUNTAIN INTERVAL (1920). Ακολουθούν τα ποιήματα10.

Χάρης 1944

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ’ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Μια μέρα μάς σφύριξε κάποιος στ’ αυτί: «Πέθανε ο Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θά ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά τής καινούριας ζωής μας
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει
…Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μάς ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μάς δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

Range-Finding

The battle rent a cobweb diamond-strung
And cut a flower beside a ground bird’s nest
Before it stained a single human breast.
The stricken flower bent double and so hung.
And still the bird revisited her young.
A butterfly its fall had dispossessed
A moment sought in air his flower of rest,
Then lightly stooped to it and fluttering clung.

On the bare upland pasture there had spread
O’ernight ‘twixt mullein stalks a wheel of thread
And straining cables wet with silver dew.
A sudden passing bullet shook it dry.
The indwelling spider ran to greet the fly,
But finding nothing, sullenly withdrew.

Δεν θα προβούμε σε συγκριτική ανάλυση των δύο ποιημάτων, δεν τα παραθέσαμε γι’ αυτόν τον λόγο. Σκοπός είναι να δούμε πώς οι ποιητές «κλάδεψαν» το ποιητικό τους όραμα ο καθένας· πώς απάντησαν στο κύριο ερώτημα τού περιεχομένου, το «τί», και πώς το υπηρέτησαν απαντώντας κατόπιν (ή ταυτοχρόνως) στο «τίνι τρόπω». Η αντίθεση είναι πολύ χαρακτηριστική, με τους ποιητές να εστιάζουν σε διαφορετικό σημείο έκαστος, για να μάς πουν στην πραγματικότητα ότι ξεκίνησε να λέει κι ο Όμηρος στο Π τής Ιλιάδος· τον άδικο χαμό τού γενναίου Πατρόκλου που πίπτει στην δίνη ενός κρυόεντος πολέμου, «τηλόθι πάτρης»· απλά, με άλλον τρόπο. Παραπάνω από φανερή είναι και η επιλογή τού ελεύθερου στίχου από τον Αναγνωστάκη και τού έμμετρου στίχου, υπό μορφήν πέντε ιαμβικών ποδών σονέτου, από τον Frost. Και αυτό που είναι ενδιαφέρον και αποκαλύπτεται στον προσεκτικό αναγνώστη, είναι η διαπίστωση ότι τελικώς η μορφή, υπό την καθοδήγηση πάντοτε μιας ακονισμένης στην ποιητική κονίστρα πέννας, καθίσταται και αυτή περιεχόμενο! Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. «Στην ποίηση, μορφή και περιεχόμενο είναι το ίδιο πράγμα, γιατί όταν αλλάζει η μορφή αλλάζει και το περιεχόμενο», θα μάς πει ο Σεφέρης στις Δοκιμές του. Και η δική μας θέση σε τούτο το αξίωμα είναι η πεποίθηση ότι αυτή η αλληλεξάρτηση μορφής και περιεχομένου είναι εξ ορισμού κατά τι πιο έντονη, πιο ορατή, όταν ο στίχος είναι έμμετρος/ομοιοκατάληκτος απ’ ότι όταν είναι ελεύθερος. Όταν δε ο ελεύθερος στίχος καθίσταται «άμορφος» στίχος, όπως τον περιγράψαμε παραπάνω, τότε η δυναμική αυτής τής σχέσης διαρρηγνύεται σχεδόν ολοκληρωτικά! Και εκεί θεωρούμε πως βρίσκεται το κύριο σύμπτωμα τής παθολογικής ασθένειας που ταλανίζει την σημερινή μας ποίηση.

Μέχρι τώρα δηλαδή, υποστηρίξαμε ότι το πρώτο λάθος των νέων ποιητών είναι η απουσία «ποιητικού οράματος», ας πούμε «θέματος» για να το απλοποιήσουμε. Το δεύτερο λάθος που τελείται εκ μέρους των, είναι η επιλογή τού ελεύθερου (άμορφου) στίχου, ο οποίος εκ γενετής (ή εκ κατασκευής) δεν μπορεί να σώσει την κατάσταση και να προσδώσει περιεχόμενο στο ποίημα. Είναι η χειρότερη επιλογή μετά το πρώτο ατόπημα τής απουσίας «θέματος»· ο χειρότερος δυνατόν συνδυασμός. Ο έμμετρος στίχος, εδώ, θα μπορούσε να καταστεί θετικά καταλυτικός. Λόγω τής πολύ αυστηρής του μορφής, λόγω τής ενδεχόμενης ομοιοκαταληξίας; Ίσως· το θέμα είναι ότι ο επίδοξος ποιητής, παλεύοντας με το μέτρο/ρίμα και προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του(ς), τελικά θα έδινε περιεχόμενο στο ποίημά του, έστω ταπεινό ή παιδαριώδες· ακόμα και αν αυτό δεν προηγήθηκε, σε πρώτη φάση, τής δημιουργίας. Το ποίημα μπορεί να είναι κακό, πιθανώτατα όμως θα είναι ποίημα. Είναι πολύ πιο εύκολο να «φλυαρήσει» κανείς με τον ελεύθερο στίχο απ’ ότι με τον (ομοιοκατάληκτο) έμμετρο· με τον δε άμορφο ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό και παρ’ όλο που ο Σεφέρης γράφει στις Μέρες του ότι: «Αν όλοι οι ποιητές τού κόσμου δεν είχαν την άδεια να μεταχειριστούν παρά μια μόνη λέξη, την ίδια λέξη – οι καλοί ποιητές πάλι θά’ βρισκαν τρόπο να ξεχωρίσουν ο ένας τον άλλον και να κάνουν μ’ αυτή τη μοναδική λέξη διαφορετικά προσωπικά ποιήματα. (1946)», σήμερα δυστυχώς δεν μπορούμε να το υποστηρίξουμε αυτό για την μαζική ποιητική μας παραγωγή, αφού ο στίχος που χρησιμοποιείται είναι άμορφος και χωρίς περιεχόμενο. Και μία λέξη να έχεις κατά Σεφέρη, πρέπει να τής προσδώσεις περιεχόμενο για να ξεχωρίσει. Εάν είσαι καλός ποιητής.

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ άραγε, τί ποίηση θα έκανε ο Οδυσσέας Ελύτης εάν έγραφε αποκλειστικά στο παραδοσιακό ύφος ή ο Ρόμπερτ Φροστ, που προαναφέραμε, εάν ο στίχος του ήταν μόνον ελεύθερος; Ερωτήματα χωρίς απαντήσεις αλλά και χωρίς ουσία βέβαια. Σίγουρα όμως θα ήταν κάτι διαφορετικό, μιας και οι μορφολογικές επιλογές θα οδηγούσαν τους δημιουργούς σε άλλους ποιητικούς δρόμους. «Στερνός σκοπός τού ποιητή δεν είναι να περιγράφει τα πράγματα αλλά να τα δημιουργεί ονομάζοντάς τα», μάς υπαγορεύει το γνωστό ποιητικό θεώρημα τού Σεφέρη. Και αν πράγματι αυτός παραμένει ο σκοπός, τότε  τα δύο βέλη τής μορφής («κλαδευτήρι») και τού περιεχομένου («ποιητικό όραμα») αποτελούν αναγκαία εξάρτυση κάθε ποιητικής φαρέτρας. Όσο πιο αρμονικά συνεργάζονται αυτά τα δύο, τόσο πιο αρμονικός είναι και ο «ταυτισμός» τού ποιητή με τα πράγματα11. Όσο λιγότερο επιτυχής η ταύτιση, τόσο πιο έντονα τα συμπτώματα τής ασθενούσης ποίησης. Ομολογουμένως, σήμερα, η απουσία συντονισμού των δύο αυτών στοιχείων («ετεροφωνία» για να εισαγάγουμε ένα νέον όρο) είναι πάρα πολύ έντονη. Και το κύριο βάρος τής ευθύνης πέφτει στον ελεύθερο στίχο. Η θέση αυτή δεν είναι λανθασμένη· αντιθέτως, ενέχει μεγάλο μέρος τής αλήθειας. Τον βαθμό αυτό συμμετοχής ευθύνης προσπαθήσαμε να διερευνήσουμε στην παρούσα εργασία.

Επιχειρήσαμε δηλαδή, εντοπίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά τής σύγχρονης ελληνικής ποίησης, να αναλύσουμε την παθολογία της και να διαγνώσουμε την παθογένειά της διότι πέραν κάθε αμφιβολίας, η ελληνική ποίηση νοσεί. Η επικρατούσα άποψη ρίχνει το ανάθεμα στην αποκλειστική χρήση τού ελεύθερου στίχου, όπως αυτός λανθασμένα χρησιμοποιείται από τα ανειδίκευτα ποιητικά χέρια. Η θέση αυτή δεν αντικρούστηκε αλλά μάλλον ενισχύθηκε στο παρόν κείμενο με ένα επί πλέον δεδομένο. Ότι πίσω από αυτήν την προβληματική κρύβεται και ένα έτερο στοιχείο που έχει να κάνει εξ ίσου με το περιεχόμενο των ποιημάτων όσο και με την μορφή τους. Υποστηρίξαμε δηλαδή ότι ο πυρήνας τού «ντιλετταντισμού» όλως αυτών των hobby-ποιητών που κυκλοφορούν οφείλεται εν αρχή στην απουσία «ποιητικού οράματος» εκ μέρους των, και εν συνεχεία ή εν παραλλήλω, λόγω μη τριβής με τον έμμετρο/ομοιοκατάληκτο στίχο, στην επιλογή τού «κλαδευτικού εργαλείου» που καλείται ελεύθερος-άμορφος στίχος, προκειμένου να δώσουν μορφή στο ποιητικό τους όραμα – που δεν έχουν! Εάν αντιθέτως επιλεγόταν ο πρώτος, το πρόβλημα δεν θα ήταν τόσο οξυμένο, λόγω τής στενότερης σχέσης που έχει αυτός με το περιεχόμενο. Αλλά εάν οι νέοι ποιητές προτιμούσαν (και) το παραδοσιακό ύφος για να υπηρετήσουν την τέχνη τους, μάλλον θα ήταν πιο υποψιασμένοι και δεν θα κάναμε αυτήν την συζήτηση εξ αρχής.

Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν κομίζουμε γλαύκας εις Αθήνας. Στα θέματα αυτά έχουν αναφερθεί, στο κοντινό παρελθόν, εμβριθέστεροι μελετητές που έχουν κρούσει τον κώδωνα τού κινδύνου σχετικά με τις αδυναμίες τής ποιητικής έκφρασης στον τόπο μας12. Ας ελπίσουμε ότι δια τής επαναλήψεως (ως «μητέρα τής μαθήσεως») θα επιτευχθεί η εμπέδωση τού προβλήματος. Πάντοτε, σε τέτοιες περιπτώσεις, το πρώτο αποφασιστικό βήμα είναι η ομολογία τού πάσχοντος ότι πάσχει. Από κει και πέρα, η ίαση είναι θέμα χρόνου.

——————————

1, 2 Κώστας Κουτσουρέλης: Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπυ – Ντιλετταντισμού εγκώμιον
(εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 9/12/2012)

3 Ν. Βαγενάς: Η κρίση τού ποιητικού λόγου (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 14/01/2001)

4 «Ανάμεσα στους πολλούς τρόπους που υπάρχουν για να μελετούμε τους ποιητές, ο απλούστερος μού φαίνεται, είναι ο καλύτερος: να κοιτάζουμε τί μάς δείχνουν τα έργα τους. Και δεν είναι απίθανο πως μάς δείχνουν πράγματα που γυρεύαμε». (Γ. Σεφέρης – Ημερολόγιο, Μέρες)

5 Ν. Βαγενάς: Το εκφραστικό αδιέξοδο τής ποίησης (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 26/11/2000)

6 Επί τού θέματος, κατατοπιστικότατο το κείμενο τού Άρη Μπερλή: Ο διδακτισμός στην λογοτεχνία» (εκδ. Ύψιλον/βιβλία, σελ. 110)

7 “Le poète est celui qui inspire bien plus que celui qui est inspiré”. (Paul Elyard – L’ évidence
poétique, 1937, p. 515, éd. Pléiade, t. I)

8 Βλέπε «Η αναζήτηση μιας ποιητικής θεωρίας» από τον Νάσο Βαγενά (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/02/2000)

9 Τ. Παπατζώνης – Το απροσδόκητο θέμα (Ανθολογία ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ, 11η έκδ.  Τα Νέα Ελληνικά, σελ. 1007)

Σήμερα, ύστερ’ από τα τόσα σκολιά μονοπάτια,
τις τόσες περιδιάβασες, τα τόσα περιπλανήματα,
έρχεται στην επιφάνεια το μεγάλο, το απροσδόκητο θέμα!..
Δεν θέλω με τούτο να ισχυριστώ
πως δεν συνάντησα βιολέττα ώσαμε τώρα
ή πως δεν άνθισε μπροστά μου τριανταφυλλιά –
απ’ τις ολοκκόκινες εκείνες, με τα πελώρια, τα φλογώδη,
τ’ αρωματισμένα ρόδα τού Μαγιού – αλλα είναι εν τούτοις
απροσδόκητο, είναι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη,
που τού αντριεύει τους μυκηθμούς το λυώσιμο των χιονιών
στη μέση τής μεγάλης περιδιάβασης τής ζωής
ν’ αποκαλύφτεται εμπρός σου, κατά τα βουνά,
σε ύψος πολύ, ένα οροπέδιο τής αιθρίας!
Με θέα όλες τις λίμνες από κει πάνου –
ατάραχους δίσκους ασημένιους, με ατμούς προς το θεό
των δρυμών και τής ανοίξεως!.. Ένα οροπέδιο τής γαλήνης,
με την χλωρίδα των Άλπεων, με τα πλούτια
τού κήπου – ακόμα και τού θερμοκηπίου –
να διατρυπούν τα χιόνια• μια βλάστηση ολωσδιόλου
χρωμάτων τής ανάπαψης – εκείνα τα μαβιά
η εκείνα τα ωραία τα κίτρινα – με την απόλυτη προσφορά
τής βεβαιότητας πως τ’ άγγιξες πια το ύψος,
πως ψαύεις τον μεγάλον ουρανό!..

Κάτι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη… και όμως –
τί ασαφείς οι έννοιες, τί ατυχείς, τί μισερές οι παρομοιώσεις! –
αντίθετο αλλά και τρισόμοιο προς την ουσία τού καταρράχτη,
προς τον παιάνα τού καταρράχτη!.. Όσο για ορμή, όσο για βουή,
όσο για δύναμη πρώτου στοιχείου, όσο για λαμποκόπημα
στο ζέοντα ήλιο ή όσο για το άφρισμα τής δροσιάς,
το θέμα το απροσδόκητο που ανάβλυσε μεμιάς
είναι το θέμα τής ο υ σ ί α ς τού καταρράχτη!
Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..

10 Μανόλης Αναγνωστάκης – Τα Ποιήματα 1941-1971 (εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, σελ. 37)
Robert Lee Frost – Collected poems (HALCYON HOUSE, 1942, σελ. 159)

11 Γιώργος Σεφέρης – Μονόλογος πάνω στην ποίηση, Δοκιμές Α΄, Ίκαρος, 1974, σελ. 139

12 Για παράδειγμα, ήδη από το 2000 ο Νάσος Βαγενάς έχει αναφερθεί στην «προβληματική χρήση   τού διανοητικού νοήματος των λέξεων» και πως χρειαζόμαστε «μια νέα εμμετροποίηση τού ελεύθερου στίχου» (Ν. Βαγενάς: Η επαναμάγευση τού ποιητικού λόγου – εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/03/2001).

Γ. Ηλιόπουλος-Δ. Ελέας: Σχόλιο στον Στέλιο Ράμφο

Για το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, το σχετικό με τον Παναγιώτη Κονδύλη, που προδημοσιεύσαμε τον Μάιο, λάβαμε επιστολικώς και αναρτούμε το ακόλουθο κείμενο.  

* * *

Ο Ράμφος ως οικοδεσπότης και το χρέος της μεγαλοφυΐας

των ΓΙΩΡΓΟΥ Η. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΑ

Μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου του Στέλιου Ράμφου για τον Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), το οποίο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ΝΠ, ήταν σίγουρο ότι θα ακολουθούσε και επόμενη ανάγνωση μετά την πρώτη δυσάρεστη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη του Μαΐου, εξ άλλου, είχε ανέβει απότομα κι ο υδράργυρος… Ο ίδιος ο Ράμφος μιλώντας για τον Κονδύλη, καταφέρνει αρίστως να μιλάει για έναν σημαίνοντα εκλιπόντα, καταφέρνοντας συνάμα να πνίγεται μέσα στην θάλασσα του κονδυλικού έργου ή, αν δεν συμβαίνει αυτό (ανθρώπινο είναι να κάνουμε λάθος), τότε ο Ράμφος μιλάει για τον Κονδύλη, όπως μιλάει ο θείος αναφερόμενος στον ξεροκέφαλο ανιψιό του.

Η Τίνα Μανδηλαρά που σαφώς ένιωσε την ίδια έκπληξη, έγραψε σε ένα κοινωνικό δίκτυο την 6η Μαΐου του 2015: «Να μην έχεις καταλάβει λέξη από Κονδύλη και να θες να ασκείς και κριτική. Ας μαζέψει κάποιος τον Ράμφο επιτέλους!!». Είναι, ασφαλώς, υπερβολή να ισχυριστεί κανείς κυριολεκτώντας ότι ο Στέλιος Ράμφος «δεν έχει καταλάβει ούτε μία λέξη». Στη διάρκεια της υπερτριακονταετούς γνωριμίας και σχέσης τους δεν μπορεί, κάτι θα έπιασε. Το πρόβλημα δεν είναι η αφομοιωτική ικανότητα του «φίλου Στέλιου» (για τον Κονδύλη είναι βέβαιο ότι η όποια προσωπική φιλία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «φιλτέρα της αληθείας»). Το πρόβλημα είναι ότι στη μονομερή κατανόηση του κονδυλικού έργου (στο εσωτερικό του οποίου ο Ράμφος εντοπίζει, με σχετική ευστοχία, αντινομίες και όρια) ο ίδιος δεν έχει να αντιτάξει παρά μόνο κάποιες δογματικές τοποθετήσεις, προβληματικές, αν μη τι άλλο, εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκφέρονται. Το θεμελιώδες πρόβλημα της επιφανειακής κριτικής του στον Κονδύλη, από την άλλη, έγκειται στην αδυναμία του να εντοπίσει τη δύναμη του κονδυλικού έργου ακόμη και στα σημεία – κατά μείζονα λόγο, ίσως, σ’ αυτά – όπου εμφαίνονται αδυναμίες. Και τούτο διότι ο Κονδύλης, δεν πρέπει να λησμονούμε, ήταν κατ’ εξοχήν ένας στοχαστής που δεν δίστασε να αναμετρηθεί με ερωτήματα κρίσιμα και οριακά για κάθε στοχαστική προσέγγιση ερωτημάτων της πρακτικής, κυρίως, φιλοσοφίας.

Στο κείμενό του ο κύριος Ράμφος προσπαθεί να πλέξει τις λέξεις – και οι λέξεις είναι καλό να πλέκονται όταν παράγεται κρυστάλλινο νόημα και όχι νόημα που είναι είτε διφορούμενο μέσα στην ομίχλη, είτε νόημα απαξιωτικό για τον Κονδύλη. Ο Ράμφος καταφέρνει και εξισώνει τον εαυτό του με τον Κονδύλη. Έτσι απλώνονται σαν τραχανάς μέσα στο κείμενο διάφορες «χαριτωμένες και παροδικές αστοχίες». Ο Κορνήλιος Καστοριάδης λέει ρητώς σε ένα κείμενό του «το να σκέφτομαι δεν σημαίνει οικοδομώ Παρθενώνες», ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν κάνει λόγο για «κουταμάρες με τη σέσουλα» που είναι καλές για να περνάει η ώρα και μόνο, αλλά και ο ίδιος ο Κονδύλης διαπιστώνοντας απουσία εργασιακού ήθους στο χώρο του πνεύματος μίλησε για τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακισμού και της ημιμάθειας». Έτσι είναι λυπηρό, μα από την άλλη φυσιολογικό κι αναμενόμενο, που στην πνευματική δημοσιότητα της Ελλάδας δεσπόζουν ρητορεύουσες και δημοσιοσχεσίτικες ασημαντότητες. Δεσπόζουν οι μίμοι, οι ψυχικά κλονισμένοι γελωτοποιοί και οι νοσοκόμοι τρελοκομείου που δηλώνουν διανοούμενοι.

Μια σημαντική ιδιοφυΐα – όπως υπήρξε ο Κονδύλης, με τη συγκρότηση του αναλυτικού και του στρατηγικού νου που είχε – δεν μπορεί να είναι σε κατάσταση ταραχής, όπως διεπίστωσε ο Ράμφος ως οικοδεσπότης. Θυμίζουμε πως ήδη είχε γράψει και εκδώσει το opus Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αλλά και την επιμελημένη ελληνόγλωσση έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου με το περίφημο επίμετρο υπό τον τίτλο: «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Μήπως ταραχή ένιωθε ο οικοδεσπότης; Μήπως διάβασε, κατά λάθος, την ψυχική του κατάσταση εκείνη την ημέρα στο πρόσωπο του φιλοξενούμενου Κονδύλη; Ας μην ξεχνάμε πως ο ίδιος ο Σίγκμουντ Φρόυντ, όταν συναντούσε τον κύριο ανταγωνιστή του Καρλ Γιουνγκ, κάνα δυο φορές έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε μπροστά του.

Ο Ράμφος ακόμη και στα πιο στοχαστικά του κείμενα μπορεί να διαβαστεί ως ποιητής και ως συγγραφέας, αλλά μέχρι εκεί. Η ερμηνευτική του ελληνισμού μέσα στην σύνολη εργασία του δεν στερείται γραπτού πολυτονικού όγκου, αλλά στερείται πραγματικής ουσίας ή και πρωτοτυπίας. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα το πώς ο ίδιος αναγιγνώσκει τον εαυτό του. Το κάνει άραγε από καιρού εις καιρόν; Εμείς πάντως ακολουθούμε μια ανάγνωση στο έργο του Ράμφου, και σεβόμαστε την προσπαθειά του, αλλά σαφώς βλέπουμε ότι τα πνευματικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ή υπαινίσσεται, υπολείπονται κατά πολύ των εργαλείων που έριξε στη μάχη των ιδεών ο Κονδύλης. Και με βάση τα εργαλεία αυτά, της παλαίστρας του κληρονομημένου λόγου δηλαδή (που ο Καντ τα σφυρηλατούσε κάθε πρωί για δεκαετίες, με πυξίδα το λατινικό μότο Sapere aude πριν τις διαλέξεις που έδινε στο Πανεπιστήμιο του Königsberg) δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε να σταθεί το όποιο έργο του Στέλιου Ράμφου δίπλα στο αξιόλογο και ρηξικέλευθο έργο του Κονδύλη. Το να τα βάλουμε και εμείς, δίπλα-δίπλα, είναι ένα αστείο ατόπημα που θα ισοδυναμούσε με το να αγοράζαμε εισιτήριο πρώτης θέσης στον Τιτανικό. Δεν το κάνουμε και είναι καιρός να σκεφτούν σοβαρά επί του θέματος όσοι είναι ακόλουθοι του Ράμφου ή και συνομιλητές του ακόμη, για ένα μικρό ποσοστό φήμης ποτισμένης με θλιβερή ματαιότητα στις όχθες του Ρουβίκωνα.

Ο Ράμφος «διαδηλώνει» πως έχει ακολουθήσει τον μονήρη βίο του στοχαστή, ως ακόλουθο προνόμιο κρατάει σφιχτά για τον εαυτό του την «πνευματική διάσταση του νοήματος». Ο Κονδύλης από τη μεριά του έπραττε ουσιαστικά το ίδιο και δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να το διαλαλήσει στο πανελλήνιο. Όσο ζούσε ο Κονδύλης, δεν υπήρχε καλά-καλά ούτε δημοσιευμένη φωτογραφία του και ο Κονδύλης για να γίνει Κονδύλης «έφτυσε αίμα», προπαντός στη Γερμανία όπου και έλαμψε. Ο Ράμφος, εν αντιθέσει, επιζητεί την εν Αθήναις δημοσιότητα και καλά θα κάνει να συνεχίσει τις διαλέξεις του και να συνεχίσει να εναγκαλίζεται και να θωπεύει τη βυζαντινή σκέψη και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αφού, αν μη τι άλλο, η ζεστή αγκαλιά τους είναι σαν παρηγοριά. Μακάρι αυτή η αυστηρή πορεία του «πιστού» Ράμφου να ήταν πραγματικά στοχαστική και ανατρεπτική και όχι μια πορεία που καταλήγει στην εκκλησιαστική πεπατημένη. Διότι, δυστυχώς, είναι αμφίβολο αν μέσα από την όποια δογματική ορθοδοξία μπορούν να εξασφαλιστούν τα νοητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για μια ουσιαστική ανάγνωση και εις βάθος κατανόηση του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη: πρόκειται για το έργο ενός στοχαστή που δίνει αυθεντικό νόημα στη λέξη ιδιοφυΐα. Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας, ο Κονδύλης έχει ανάγκη από υπεράσπιση, καθώς το έργο του είναι αφ’ εαυτού δυσπρόσιτο, αγγλιστί «a tough nut to crack» και μπορεί εύκολα να πέφτει θύμα κακομεταχείρισης.

Οι υπογράφοντες χαιρετούμε και ασπαζόμαστε την παρέα του Κονδύλη στον «Κάτω Κόσμο» και με δέος «φανταζόμαστε» τις διαλεκτικές του αναζητήσεις με στοχαστές σημαντικού διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως: Θουκυδίδη, Μακιαβέλλι, Χέγκελ, Κλαούζεβιτς, Μαρξ, Βέμπερ και άλλους. Τα πράγματα στον «Πάνω Κόσμο», και δη τον ελληνικό και πνευματικό, είναι τα ίδια όπως τα άφησε, αν δεν είναι ήδη και χειρότερα, καθώς κυριαρχούνται από τις εναλλαγές και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις εμπαθείς κριτικές και τις άκριτες εξυμνήσεις («λιβανωτούς»): Διότι όσο απορριπτέα είναι η ανεύθυνη και αδόκιμη κριτική, το ίδιο απορριπτέο είναι και το «λιβάνισμα» που, αφρόνως, με τη μορφή «παρασιτικού σχολιασμού» και «ύπουλης αυθεντίας», εκδηλώνεται ενίοτε στη δική του μνήμη και στο όνομά του. Το όνομά του, πάντως, θα παραμένει ορισμός αυτού που πραγματικά οφείλει να είναι το χρέος της μεγαλοφυΐας: το χρέος ενός homo universalis, ενός κριτικού στοχαστή και πρωτότυπου διανοουμένου στην Ευρώπη και τον άτακτο κόσμο του σήμερα με τα οικονομικά, τα γεωπολιτικά, τα οικολογικά του προβλήματα και, προπαντός, τα προβλήματα στο ψυχικό απόθεμα των ανθρώπων και στην πνευματική συγκρότησή τους.

Αλέξανδρος Κορδάς: Στον ορίζοντα της τήξης

557630_4114779500877_2021037900_n

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Πριν δύο χρόνια κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λυκόφως η Τήξη του Ερέβους, ένα βιβλίο ποίησης, το πρώτο που μας δίνει ο ποιητής Χρήστος Κατρούτσος. Αρχικά λοιπόν, μιλούμε για μια προσπάθεια, άλλοτε επιτυχημένη, άλλοτε λιγότερο επιτυχημένη, αλλά πάντως για μια προσπάθεια που αξίζει της προσοχής μας. Ένα πρώτο ερώτημα τίθεται ήδη εδώ, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας; Το ερώτημα αυτό είναι οδηγητικό, κι έτσι θα καταπιαστούμε μαζί του κατά το μήκος του κειμένου, με σκοπό να το διαλευκάνουμε, αν όχι να το απαντήσουμε.

Ο τίτλος ενός βιβλίου είναι κάτι απ’ το οποίο οι άνθρωποι συνηθίζουν να πιάνονται με σκοπό να πάρουν μια πρώτη ιδέα γι’ αυτό, μια πρώτη γεύση, όπως λέμε. Ο τίτλος του βιβλίου που συζητούμε μοιάζει, απ’ αυτή τη ματιά, σκοτεινός: τι θα πει δηλαδή «τήξη του Ερέβους»; Ανατρέχοντας στη θεωρία, θυμίζω στον εαυτό μου, και σ’ εσάς, ότι τήξη είναι μια φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα στέρεο υλικό μετατρέπεται σε υγρό. Αυτή η διευκρίνηση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα αφού αυτό το οποίο τήκεται είναι το Έρεβος, μια οντότητα κατ’ εξοχήν ποιητική. Ο Ησίοδος, που θα πρέπει πάντοτε να παίρνουμε τη γνώμη του σε τέτοια ζητήματα μας βεβαιώνει ότι το Έρεβος προήλθε από το σμίξιμο του Χάους και της Γαίας και έχει αδελφή του τη Νύχτα. Περιμένουμε λοιπόν ότι μ’ ένα τέτοιο συγγενολόι, το Έρεβος θα πρέπει να ’ναι κάτι αρκετά συγκεχυμένο, κάτι τι, ας πούμε, το άμορφο. Όμως το άμορφο, γινόμενο ρευστό, αποκτά μορφή, είναι πλέον κάτι. Διαβάζοντας την Τήξη του Ερέβους, ένας χείμαρρος λέξεων, πολλές φορές δυσνόητων, μας παρασύρει στις περιδινήσεις του, έτσι που δυσκολευόμαστε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα για το τι ακριβώς συμβαίνει.

Στο σημείο αυτό, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πάρουμε μια απόσταση, και να σταθούμε κριτικά. Να πούμε τι δεν μας αρέσει, κι αφού ταχτοποιήσουμε λίγο αυτό, ίσως να μπορέσουμε ν’ ανακαλύψουμε και τι μας αρέσει, μένοντας έτσι πιστοί στο οδηγητικό μας ερώτημα, που σας υπενθυμίζω ότι ήταν, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας. Ξεδιπλώνεται λοιπόν, μπροστά μας μια σειρά από προβλήματα, που μας εμποδίζουν να τοποθετήσουμε το βιβλίο στο σωστό του ράφι μέσα στη βιβλιοθήκη του μυαλού μας. Μια πρώτη παρατήρηση, που θα έκανε ένας προσεχτικός αναγνώστης, είναι ότι το βιβλίο δεν έχει υποστεί επιμέλεια: θαυμαστικά και αποσιωπητικά είναι διάσπαρτα παντού, αρκετά ποιήματα είναι μεγαλύτερα απ’ όσο θα έπρεπε, ενώ συχνά βλέπουμε λέξεις βαρύγδουπες και ακατάλληλους συνδυασμούς λέξεων. Όλο αυτό το σκηνικό μας προκαλεί μια κάποια δυσφορία, έτσι που λέμε, τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Περί τίνος πρόκειται; Την εικόνα αυτή επιδεινώνουν κάποια αφηρημένα, αντιποιητικά σχήματα, και κάποιοι ρηχοί συναισθηματισμοί.

Αυτό το πρώτο βραχυκύκλωμα θα πρέπει κανείς να το υπερβεί – δεν είναι υποχρεωτικό βέβαια, μπορεί να πει: εγώ θέλω ένα κείμενο που δεν θα πέφτει λέξη, που κάθε κόμμα θα είναι στη θέση του. Αν κάνουμε όμως ένα βήμα πέρα από τη λογική αυτού που σέρνεται πίσω από κόμματα, θα δούμε κάποιον που προσπαθεί εναγωνίως να φτιάξει την ιδιόλεκτο του, παλεύοντας με το χαρτί. Διότι το χαρτί παρουσιάζει την τάση να θέλει να παραμείνει χαρτί• με όμοιο τρόπο, το ποίημα θέλει να παραμείνει στο χαρτί. Το ποίημα θέλει; πόσο συχνά οι λέξεις μας ξεγελούν; Το ποίημα δεν θέλει, είναι, για την ακρίβεια είναι στο χαρτί. Εκείνος που θέλει είναι ο ποιητής, και αυτό που θέλει είναι να κατοικεί και να κατοικείται από τη γλώσσα, δηλαδή να διαλέγεται: «γιατί μπορεί και μια τελεία/ για να γλυτώσει αφορισμούς που την πληγώνουν/ να κυλιστεί σε καταφύγιο διαλόγου», απόσπασμα από το ποίημα «Σαν άκουσες σημεία των καιρών», όπου γίνεται ένας εύστοχος συγκερασμός ποίησης και σημειωτικής. Ενώ σε επόμενη σελίδα ο ποιητής παλεύοντας ανάμεσα στις παύλες ενός διαλόγου, θα μας πει: «κι ας ζω μες στα χαμηλοτάβανα,/ μα τώρα, έτοιμος να συνθλιβώ,/ μοιάζει η οροφή να χαμηλώνει,/ η μία παύλα να συμπίπτει με την άλλη/ -Ρε μήπως και μονολογώ;/ Μίλα μου κι όρθιος πάλι να σταθώ, πες μου μια Καλημέρα» («Καταφύγιο διαλόγου»). Αυτή η αγωνία για διάλογο, που είναι ακριβώς τόσο μεγάλη όσο η έλλειψή του, μεγαλώνει διαρκώς, καθώς φυσά και ρήμα συναιρείται (…) «σα λόγος συρρικνώνεται μες σε καιρούς πολυγλωσσίας,/ καιρούς που οι ανάσες είναι μετρημένες/ και δεν αποθησαύρισα ούτε μια φυσαλίδα οξυγόνου./ Λίγο κρυμμένο άνεμο που είχα τον παρέδωσα/ σ’ ένα φιλί να παρασύρει τα λόγια τα ξερά/ στα στεγνωμένα μας πνευμόνια/ και μοιάζουμε μπαλόνια άδεια πια/ καθώς απέδρασε το παιδικό μας όνειρο στο μύθο».

Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα «Μέδουσες και αχινοί», μας θυμίζει αυτή την αρχαϊκή εικόνα της Βαβυλωνίας των γλωσσών, για την οποία μας μιλάει η Βίβλος. Αυτό το αρχέγονο πρόβλημα συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, έχει παγιοποιηθεί, σχεδόν συστηματοποιηθεί στους δυο αιώνες μαζοποιήσης, ανάμεσα στους οποίους έλαχε να βρεθούμε. «Σ’ αυτή την πυρκαγιά/ Αιώνες τρεις χιλιάδες έλιωσαν/ από σπινθήρα λόγου ξύλινου/ στη νύχτα των κρυστάλλινων ελάτων./ Ρωτώ: τη στάχτη αυτή ποιος θα την κάνει σαπούνι της αηδίας, και παρακάτω: Τι πνιγεροί καιροί/ σα Μέλλον γέμει ενοχών/ και άμποτη κατοπινά με τρικυμία των ενόχων» (από το ποίημα «Στα έλατα δακρύων»). Εδώ ο Κατρούτσος βάζει κυριολεκτικά σ’ ένα τσουβάλι όλες τις πληγές του 20ου αιώνα, τις εκκαθαρίσεις των Ναζί, την προπαγάνδα, τη δική τους και των υπολοίπων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που τα ονόματα τους ηχούν σαν συμπυκνώσεις στο χώρο του κακού. Το ερώτημα που απηχεί στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι εκείνο του Hölderlin, που μετά τον Celan είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε: προς τι να είσαι ποιητής σε σκοτεινούς καιρούς; Δόξα τω Θεώ το ερώτημα απαντάται από μόνο του, στο βαθμό που συνεχίζεται να γράφεται ποίηση. Αλλά ακριβώς σε αυτό συνίσταται η πάλη του ποιητή με το χαρτί, διότι η συνείδηση του ανθρώπου δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι το ποίημα θα παραμείνει ένα αξεδιάλυτο υπόλειμμα λόγου εγγεγραμμένο στο χαρτί κι ως εκ τούτου δεν θα έχει καμία δύναμη μπροστά στη φρίκη που έρχεται από τα έξω.

Αυτό που προτείνει μετ’ επιτάσεως ο Κατρούτσος, τόσο στην Τήξη του Ερέβους, όσο και στα θεωρητικά κείμενα που την ακολούθησαν, είναι μια προσπάθεια διάσωσης της ετερότητας. Πρόταση που δεν την εισηγείται βέβαια ο ίδιος, αλλά που είναι πόρισμα των συζητήσεων που προέκυψαν στην Ευρώπη στα μεταπολεμικά χρόνια, και που στην πατρίδα μας ήρθε μέσα απ’ τα γραπτά των λεγόμενων νεο-ορθοδόξων. Αυτή η σχολή σκέψης έχει επηρεάσει αρκετά το φίλο μας, τόσο, ώστε τόπους τόπους βλέπουμε να υιοθετεί την προβληματική της. Το ζητούμενο είναι, να βρεθεί μια έξοδος από το εγώ στο Άλλο, όπου Άλλο εννοούμε, οτιδήποτε πέραν του εγώ, χωρίς όμως ν’ ακυρώνεται η προσωπική ετερότητα.

Γυρνώντας πάλι απ’ τη δουλειά

μετά το μεροκάματο της άνεργής μου σκέψης,
κλειδιά να ψάχνω που συνέλεγα,
για σπίτι, τ’ αυτοκίνητο, της αγωνίας το ερμάρι.
Τις οδοντώσεις όλες είχα μάθει
μη φτιάξω ένα κλειδί που όλα να τ’ ανοίγει,
το ναι μου ξεκλειδώνοντας,
γιατί το όχι μου ακούστηκε
με σθένος στις καρδιές του ξημερώματος
από λαρύγγι που διαλάμπει πόνος και σιωπή,
μήπως και προσληφθώ σαν έσχατος
στην τήξη του ερέβους.

Το ποίημα αυτό, που το θεωρώ το καλύτερο της συλλογής, μας παρουσιάζει κάτι συγκεκριμένο, έναν άνθρωπο άνεργο, που γυρίζει στο σπίτι του νωρίς το πρωί. Το τι έχει προηγηθεί δεν το ξέρουμε, όπως δεν ξέρουμε και το τι έπεται. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο άνθρωπος αυτός επιστρέφει στο σπίτι του χωρίς να έχει το νου του την εργασία του, ακριβώς επειδή δεν έχει εργασία. Τη στιγμή που γυρίζει το κλειδί της πόρτας, ζυγίζει μέσα του το βάρος της υπαρξιακής αγωνίας. Αυτό που αποφασίζει είναι να σταθεί με ελπίδα μπροστά στο κενό που τον ζυγώνει. Η εναγώνια κραυγή του γίνεται ακουστή απ’ όλες τις καρδιές του ξημερώματος, όλους τους ανθρώπους δηλαδή που όμοια μ’ εκείνον, ζυγίζουν την αγωνία μέσα τους, μόνο και μόνο για να την υπερβούν. Ένα βίωμα μυστικό, που απλώνεται σε κύκλους γύρω από τον άνθρωπο που το εκφράζει, τον άνθρωπο που τυχαίνει να είναι ποιητής. Κι αυτό είναι διπλή ατυχία για κάποιον που θέλει να είναι συνεπής, αφού θα πρέπει διαρκώς να παλεύει ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Την πάλη αυτή ο Χρήστος Κατρούτσος την πραγματεύεται και στο ποίημα «Μετέωρη γραφή»:

Επέστρεψα στη Γη καθώς η σκέψη βάρυνε
και γυμνητεύοντας σε κόσμο πιο πυκνό,
η μνήμη εξερράΓη του άγνωστου πλανήτη,
βρισκόμενος μετέωρα κομμάτια πια να ψυθιρίζουνε
χωρίς βαρύτητα καμιά πατρίδα.
Βαρύτητα δεν έχεις σαν κυνηγάς το όνειρο
και ύπνο βιάζεις στη διαδρομή ως άγρυπνος
σα μάζευες ξερόκλαδα στου άστρου σου τη θράκα
μη σβήσουν προσμονές που σιγοκαίγανε.
Στη διαδρομή που όρθιος πρέπει να σταθείς
ξεχνάς το εισιτήριο να χτυπήσεις,
στην τράπεζα που την αγνή σου πρόθεση τοκίζει
ξεχνάς τη στάση, κοιτάζοντας με τα μισόκλειστα σου μάτια
ημιλιπόθυμα τα κτήρια όπου έσυραν σαν άχρηστο ερμάρι,
ονειροπόλων δώματα, ψηφίδες ουρανού αφήνοντας και πάλι.

Ζούμε σ’ έναν αιώνα όπου τα όνειρα των επίγειων παραδείσων βαδίζουν πίσω μας, καμιά πατρίδα δεν φαίνεται να έχει βαρύτητα. Οι τράπεζες μάς δεσμεύουν τα όνειρα που χτίσαμε σε μια εποχή ευμάρειας. Μέσα απ’ τους τάφους τους ορισμένοι ψελλίζουν ευχολόγια, άλλοι υπόσχονται να μας φέρουν πίσω αυτά που απωλέσθηκαν, δημοκόποι αισχροί, στηρίζονται σε μια ελπίδα στερημένη από αλήθεια, δηλαδή ακριβώς σ’ ένα ψέμα. Χρέος του ποιητή σ’ ένα τέτοιο κόσμο είναι να γυμνητεύει, όπως ο γέρο-Ηράκλειτος, να γυρίζει ανάμεσα στα παιδιά, να θίγει τα κακώς κείμενα, κρατώντας στη φουχτίτσα του τα ψήγματα των ουρανών, που διέσωσε απ’ την κρίση. Χρέος του ποιητή είναι ν’ ανέχεται τις πτώσεις ώστε μετά πιο δυνατός να μιλά για τ’ άρρητα ρήματα της πραγματικής ελπίδας που βρίσκεται στο πέραν: «Κι ας σκοντάψει τ’ όνειρο/ στην ξηρασία που ’σπειρε η πείρα./ Ας πέσω να ματώσω αγκώνες, γόνατα/ σαν το οδηγώ αφού, γνωρίζω πια,/ παιδί μπορεί και πτήση να φυλά/ και πτώση να ανέχεται…» («Ν’ ανεχτείς την πτώση»).

Νομίζω ότι είναι πλέον εμφανές ότι το έργο για το οποίο μιλούμε, πέρα από τα όποια ελαττώματα και τις αστοχίες του, έχει ένα σπάνιο πλεονέκτημα, εγείρει το ερωτάν. Διότι ο ρόλος του ποιητή, όπως και του φιλοσόφου δεν είναι απλώς να ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από εικόνες, αλλά ν’ ανασκαλεύει ερωτήματα. Κι ο ρόλος αυτός έχει πρωτεύουσα κοινωνική σημασία, εφόσον διεγείρει το υποκείμενο ν’ αναστοχαστεί θέσεις και στάσεις που αποδέχεται άκριτα. Αν αντίθετα ο ποιητής ή ο φιλόσοφος τροφοδοτεί με το έργο του τις αγκυλώσεις του υποκειμένου, το εγκαταλείπει έρμαιο στο υπαρξιακό του τέλμα. Στο βαθμό λοιπόν που ο ποιητής δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις, συνεργεί σε αυτό που αποκαλούμε Τήξη του Ερέβους, διάλυση της σκοτεινιάς που τυλίγει το υποκείμενο. Τη δική του μερίδα αυτού του εγχειρήματος ο Χρήστος Κατρούτσος φαίνεται διατεθειμένος να την αναλάβει. Την Τήξη του Ερέβους ακολούθησαν οι δημοσιεύσεις μερικών λεπτοδουλεμένων ποιημάτων και δοκιμίων με έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Το corpus αυτό συνιστά τον ορίζοντα της Τήξης, την ελπίδα ότι μέσα απ’ όλα αυτά κάτι θ’ αναδυθεί.

Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον Χρήστο Κατρούτσο

Έντυπη:

Ποίηση, Μανδραγόρας, τεύχος 51,
Κουκούτσι, τεύχος 10

Ηλεκτρονική:

Ποίηση, Ανυπέρβλητο, Μαστίγιο και Μάστιγα, το παιδί της στείρας:
http://poema.gr/poem.php?id=545

Η μοναξιά μου έλος, Οι πιγκουίνοι, Ευλογία αφασίας:
http://frear.gr/?p=4595

Δοκίμιο, Φιλοσοφία και Τέχνη στη γραμμική αντίληψη:
http://poema.gr/dokimio.php?id=388&pid=

Το Πολυτεχνείο Ψυχορραγεί: http://frear.gr/?p=8854

Η δόμηση του χώρου (δομή στο χώρο και διάπλαση του ανθρώπινου χαρακτήρα στην προνεωτερική εποχή): http://www.antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1/5079-%CE%B7-%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1.html

Κριτική, «Σταγόνες από αγκάθι και κεντρί», σημείωμα της Άγγελας Γαβρίλη για το βιβλίο:
http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1388_2041

Στην Τήξη του Ερέβους, σημείωμα του Μανώλη Σιμιτσάκη:
https://www.goodreads.com/review/show/891229348

THXH_EREVOUS_EXO-500x500

«Αγρίμια κι αγριμάκια μου»

1902052_1382480022021073_1610780076_n

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

“SEXUS”
του Θεοδόση Βολκώφ
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
2015

«Σαν τον Λύκο να διψάω πάντα το αίμα/ κι απ’ τα στήθη σου που γδέρνω να το πίνω»: Οι δύο πρώτοι στίχοι της πιο πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Βολκώφ δεν αφορούν μόνο τον έρωτα απέναντι σε ένα ποιητικό Εσύ. Στην πραγματικότητα συνιστούν επίκληση στην ίδια την Ποίηση και τη Ζωή, μια επίκληση γεμάτη πάθος και άσβεστη δίψα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη συλλογή.

Μετά την απολαυστικά κωμική και καυστική, αλλά και μαστορικά δουλεμένη συλλογή σονέτων με τις ιστορίες του Pietro Aretino εν έτει 2013, την οποία η κριτική επιδεικτικά αγνόησε, ο Βολκώφ ανακτά το οικείο του ποιητικό πρόσωπο, σοβαρό και στιβαρό, για να γράψει για τον Έρωτα: έναν έρωτα πιστό ή άπιστο, σταθερό ή πρόσκαιρο, πάντως έναν έρωτα σαρκικό, λάγνο και ακόρεστο. Εξού και ο τίτλος της συλλογής, δοσμένος στα λατινικά κατά την προσφιλή συνήθεια του ποιητή. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί ―/ πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο» ή αλλού «Αυτή που υποτάσσεται προστάζει,/ της λείας λεία αυτός που κυνηγά. (…)/ το σώμα το αντρίκειο πώς σπαράζει/ και της γυναίκας το κορμί πώς σπαρταρά…».

Ποιητικές συλλογές με θέμα τον έρωτα υπάρχουν πάμπολλες ―πώς αλλιώς, αφού ένα πολύ μεγάλο μέρος της ποίησης μιλά για τον έρωτα και το θάνατο, τα δύο βασικά θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο. Ούτε και η πρώτη φορά είναι που ο ίδιος ο Βολκώφ καταπιάνεται με το θέμα αυτό, το οποίο ο αναγνώστης του εντοπίζει τόσο στα πρωτόλεια Τραγούδια της ψυχής και της κόρης, όσο και στη μεταγενέστερη Missa Brevis. Επαναλαμβάνεται, λοιπόν, και κοινοτοπεί ο ποιητής; Κάθε άλλο. Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει αυτή τη συλλογή από άλλες, είναι η αρρενωπότητά της, ή αλλιώς, το γεγονός ότι περιλαμβάνει μια ποίηση ‘αρσενική’. Τόσο καιρό ακούμε για ‘γυναικεία ποίηση’, έναν όρο που χρησιμοποιείται υποτιμητικά, μην κατορθώνοντας να ορίσει το προφανές: τον διαφορετικό –ούτε ανώτερο ούτε όμως κατώτερο– τρόπο έκφρασης που εκπηγάζει από τον διαφορετικό τρόπο βίωσης της πραγματικότητας, λόγω των συγκεκριμένων βιολογικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών κάθε φύλου. Λέμε, λοιπόν, ότι η ποίηση του Βολκώφ στο Sexus είναι ‘αρσενική’, με την έννοια ότι είναι διαποτισμένη από ένα χαρακτηριστικό καθαρά ανδρικό, παρόλο που σήμερα κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι διαμαρτύρονται ότι έχει ατονήσει ή αναληφθεί έως και αυτό από τη γυναίκα. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι άλλο από τον άνδρα-κυνηγό, τον άνδρα-αρχηγό της αγέλης, κατ’ επέκταση ισχυρό και επικρατές αρσενικό, και άρα το αρσενικό με το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής και διαιώνησης του είδους. Ο Βολκώφ γράφει για τον άντρα με τους όρους –βιολογικούς και κοινωνικούς– άλλων θηλαστικών που βρίσκονται ψηλά στην τροφική αλυσίδα, όπως το λιοντάρι ή ο λύκος. Γι’ αυτό, ούτε και η επιλογή του συγκεκριμένου ζώου-alter ego του ποιητή στο πρώτο ποίημα της συλλογής –όπως και σε άλλα– είναι τυχαία. Ομοίως, οι στίχοι «σας έχω όλες με τον τρόπο μου αγαπήσει» ή «ο καθένας θέλει (…) όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί» παραπέμπουν στις αγέλες των λιονταριών όπου το επικρατές αρσενικό λιοντάρι έχει το δικαίωμα γονιμοποίησης όλων των θηλυκών.

Ένα δεύτερο στοιχείο που διακρίνει τη συγκεκριμένη συλλογή από άλλες του είδους και ενυπάρχει ως αντίποδας του ζωικού ενστίκτου που επισημάναμε, είναι η πίστη σε μια δύναμη ανώτερη. Αυτή η δύναμη δηλώνεται στις σελίδες του βιβλίου άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, εκφράζοντας τις έντονες υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητή. Ήδη στο τέταρτο ποίημα της συλλογής καταλήγει: «Απόψε ο Θεός είναι στα φύλλα». Για το άλμα ώς το «φύλο» με ένα «λ», η προσπάθεια που καλείται να καταβάλει ο αναγνώστης είναι αμελητέα. Έτσι, Θεός ονομάζεται συχνότατα και ο ίδιος ο φτερωτός θεός: «Αδέρφια μου στον Έρωτα, θα σας τ’ ομολογήσω/ αδέρφια μου, στον Έναν μας Θεό θα τ’ ορκιστώ». Πολύ παρακάτω μάλιστα, το ομολογεί ευθέως: «Έτσι θρησκεύομαι –ένορχος, καβάλα» ή «Στο σώμα σου, κτιστέ ναέ ναών, ποιος Άγγελος φιλά ποιον Σατανά και στων κτηνών που σμίγουν το Ωσαννά (…)/ ποιος φίλερως εκμαίνεται Θεός…».

Η προσέγγιση του έρωτα από τον Βολκώφ είναι ρεαλιστική, σχεδόν κατά το αρχαιοελληνικό πρότυπο, εξού και οι σχετικές νότες στους τίτλους «Εκτόρειος ίππος», «Αχιλλέας και Πάτροκλος» κλπ. Εδώ όμως δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη ρεαλιστική περιγραφή ερωτικών σκηνών, αλλά και στη ρεαλιστική –και κωμικά δοσμένη– αποτύπωση της κοινωνίας του 2015 στο τιτλοφορούμενο ποίημα «Γυναίκες άλλων»: «Θεέ μου, όχι πάλι αυτό» (…) «να κλέβεις έχεις κουραστεί γυναίκες άλλων». Ο ποιητής δεν αρκείται όμως σε ένα ποίημα, αντιθέτως προσθέτει εν είδει επιμέτρου χωριστή ενότητα με τίτλο «Τα μοιχικά», αποτελούμενη από δώδεκα σονέτα, δύο εκ των οποίων λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος της ενότητας και εμφανίζουν ίδια ανάπτυξη.

Ο στίχος στο Sexus πληροί τις προϋποθέσεις που ο ίδιος ο ποιητής έχει θέσει για την ποίησή του και οι οποίες είναι εμφανείς σε όλες του τις συλλογές. Πρόκειται για στίχο με ένταση και πάθος, με ένα ρωμαλέο σφρίγος που τον διαπερνά είτε περιγράφει την καταστροφή του κόσμου και τη δημιουργία του εξ αρχής (στο Γιουβενάλη) είτε αποδίδει την ηδονή και την πλήρωση της ερωτικής στιγμής (εδώ). Απαραγνώριστο στοιχείο του στίχου αυτού είναι το γεγονός ότι υπακούει στις φόρμες και τα μέτρα που υπαγορεύουν η παράδοση και οι χιλιετίες της λυρικής ποίησης: πάντα στίχος έμμετρος, σχεδόν πάντα ομοιοκατάληκτος, δομημένος συχνότατα σε σονέτα και παραλλαγές τους, αλλά και σε μπαλάντες και πλήθος άλλων μορφών. Τι λέει γι’ αυτό ο ποιητής στον αναγνώστη; «Κι αν θέλεις λόγια που ηχούν σαν πιο μοντέρνα/ πιο σύμφωνα με τους ρυθμούς της εποχής/ στην παραδίπλα σύρε την ταβέρνα/ όμως εδώ καθόλου μη σταθείς». Αφενός ο εκφραστικός Τρόπος, αφετέρου η ειλικρίνεια και η σοβαρότητα με τις οποίες ο Βολκώφ αντιμετωπίζει την ποίηση και το γεγονός της γραφής, μας παραπέμπουν στον Παλαμά. Για τη γέφυρα με το σήμερα φροντίζει εν προκειμένω η θεματολογία του, η οποία μπορεί μεν να είναι διαχρονική, αλλά στον τρόπο έκφρασής της και το εύρος που υπονοεί, συνιστά καθρέφτη της σημερινής πραγματικότητας. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να είναι χαρακτηριστικότερη η ύπαρξη των «Μοιχικών».

Με την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή του, ο Βολκώφ, αυτός ο κοσμοκαλόγερος που προτιμά την απομόνωση του γραφείου από τα λογοτεχνικά σαλόνια, αποδεικνύει έμπρακτα ότι συνιστά εξαιρετική περίπτωση και σε ένα άλλο επίπεδο, το πλέον ουσιώδες: είναι φορέας μιας ποίησης συνεπούς και ενιαίας και, προπάντων, είναι φορέας Ποίησης.

Αθήνα, 15 Ιουνίου 2015

sexussexus-2