Βιργινία Γαλανοπούλου: Ο εκκεντρικός Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς

joseph-brodsky_1

~ . ~

[ Το δεύτερο από τα δύο μέρη του αφιερώματός μας στον Μπρόντσκι και τη Μεγάλη Ελεγεία στον Τζων Ντον. Η πλήρης μετάφραση του ποιήματος από την Ειρήνη Παπαθανασίου ε δ ώ .]

~ . ~

της ΒΙΡΓΙΝΙΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Δεν είναι η γλώσσα όργανο του ποιητή
αλλ’ ο ποιητής όργανο της γλώσσας!
Ι. Α. ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

«Το φαινόμενο Μπρόντσκι είναι ένας γρίφος για τη δική μας νοοτροπία, ένα ερωτηματικό για τη λογοτεχνική μας παράδοση. Ως ποιητής διαμορφώθηκε μέσα απ’ τη ρωσσική γλώσσα, όμως η ποίησή του δεν είναι ρωσσική ούτε ως προς το πνεύμα της ούτε ως προς την εκφορά του λόγου – έχει κάτι βιβλικό, ερημικό, προαιώνιο. Οι μακριές αλλ’ εύκαμπτες νοηματικές αλυσίδες προσδίδουν στα ποιήματά του μια χροιά αγγλική. Ο Μπρόντσκι αποδομεί το στίχο κι εκείνες τις ιδιότητές του που ανάγονται στον Πούσκιν και που για μας είναι θεμελιώδεις, καθώς η αρμονία ή η δυσαρμονία παράγεται στον “πυρήνα της Λέξης”, μέσ’ από τη μαγεία του ήχου της, χάρη στην ύπαρξή της».[1]

Οι σκέψεις αυτές απηχούν την άποψη που έχουν για το έργο του Μπρόντσκι πολλοί Ρώσσοι κριτικοί λογοτεχνίας αλλά και απλοί αναγνώστες, τόσο τη σοβιετική περίοδο όσο και κατά τις πρόσφατες δεκαετίες. Προκειμένου να δώσουμε μιαν εξήγηση για το θαυμασμό, την έκπληξη ή την αμηχανία που προκαλούν οι στίχοι του μεγάλου Ρώσσου ποιητή (ο οποίος το 1977 πήρε την αμερικανική υπηκοότητα) στους συμπατριώτες του αλλά και στο διεθνές αναγνωστικό κοινό, θα επιχειρήσουμε ν’ ανιχνεύσουμε τις λογοτεχνικές του καταβολές λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες του βίου του. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον προβάλλει ως ιδανικό σημείο αναφοράς, μιας και το συγκεκριμένο ποίημα σηματοδοτεί μια στροφή στην καλλιτεχνική δημιουργία του Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς και συγκεντρώνει πολλά απ’ τα χαρακτηριστικά που απαντούν και στη μετέπειτα πορεία του.

akhmatova

Η Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον γράφεται στις αρχές του 1963, όταν ο εικοσιτριάχρονος Μπρόντσκι γνωρίζει ελάχιστα το έργο του Άγγλου μεταφυσικού ποιητή – μερικά μόνο σκόρπια «απόσπασματα από κηρύγματα και στίχους που περιλαμβάνονται σε κάποιες ανθολογίες».[2] Την εποχή αυτή, η κυριαρχία του Νικίτα Χρουσώφ στο κόμμα οδεύει προς το τέλος της, ενώ στην πολιτιστική ζωή της απέραντης Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζεται η γενιά του ’60. Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς έχει παρατήσει το σχολείο κι έχει κάνει διάφορες δουλειές –φρεζαδόρος, βοηθός νεκροτομείου, εργάτης σε γεωλογικές έρευνες–, έχει συναντήσει την Α. Α. Αχμάτοβα αλλά και τη ζωγράφο Μαριάννα Μπασμάνοβα, που την ερωτεύεται και της αφιερώνει αρκετά ποιήματά του· έχει επίσης επισκεφτεί τα γραφεία της Κα-Γκε-Μπέ, όπου, τούτη τη φορά, μένει μόνο για δυο μερόνυχτα. Μέσα σ’ όλα αυτά, έχει προλάβει να πάρει μιαν ιδέα απ’ το έργο του Τζων Ντον – πώς όμως έγινε αυτό;

«Έμαθα γι’ αυτόν λίγο πολύ τυχαία, όπως οι περισσότεροι, χάρη στο μότο του μυθιστορήματος Για ποιον χτυπά η καμπάνα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά νόμιζα ότι πρόκειται για τη μετάφραση κάποιου ποιήματος, γι’ αυτό και προσπάθησα να βρω μια ποιητική συλλογή του Ντον. Μάταια. Αργότερα κατάλαβα ότι είναι απόσπασμα από ένα κήρυγμά του. Μ’ άλλα λόγια, τον Ντον τον πρωτογνώρισα, τρόπον τινά, όπως και οι σύγχρονοί του Άγγλοι – γιατί, στην εποχή του, ήταν περισσότερο γνωστός ως ιεροκήρυκας παρά ως ποιητής. Έχει ενδιαφέρον το πώς έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο μ’ αυτό το απόσπασμα. Για καιρό έψαχνα σε διάφορες ανθολογίες. Το ’64, όταν μου έριξαν πέντε χρόνια, με συνέλαβαν και με πήγαν στην περιφέρεια Αρχάγγελσκ, η Λίντιγια Κορνέγιεβνα Τσουκόφσκαγια μου έστειλε για τα γενέθλιά μου –παίρνοντάς την προφανώς απ’ τη βιβλιοθήκη του πατέρα της– μια έκδοση της Modern Library με έργα του Ντον. Τότε διάβασα για πρώτη φορά όλα τα ποιήματά του – τα διάβασα προσεκτικά».[3] (περισσότερα…)

Μάρη Θεοδοσοπούλου, In Memoriam

Καταγραφή

 

Προσωπικά με είχε περιλάβει δυο τουλάχιστον φορές, μ’ εκείνη την οξεία και λοξή ειρωνεία της. Όταν πρωτοβγήκε το δοκίμιό μου για τον Καβάφη (το κύριο μέρος του, στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας το 2003), είχε επικρίνει το θράσος του 35χρονου τότε που νόμιζε ότι τα ξέρει όλα. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε πια το βιβλίο, για μια στιγμή, μου «εφάν’ εις τούτο ευμενής». Αναγνώριζε πλέον ότι το γραφτό μου «θέτει ουσιώδη θέ­ματα προς συζήτηση επί του καβαφικού με­γέθους, τα οποία δεν αντιμετωπί­ζονται πρόχει­ρα ή αποφθεγ­μα­τι­κά.»

Παραθέτω τη φράση, όχι γιατί με αφορά, αλλά γιατί είναι το ύφος της par excellence. Ο ανυποψίαστος ας προσέξει τη δίκοπη φράση «δεν αντιμετωπίζονται πρόχειρα». Στο βιβλίο μου επιτυγχάνεται αυτό; Ή μήπως o λόγος εδώ είναι γενικός, ευχετικός: «δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται έτσι»;… Πολλές φορές αναρωτήθηκα, σε συμπέρασμα δεν κατέληξα ωστόσο.

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είχε πει γι’ αυτήν ότι τα κριτικά της κείμενα υπονοούν περισσότερα απ’ όσα δηλώνουν. Και είναι αλήθεια: ο ασκημένος μόνο αναγνώστης της έπιανε πίσω από την πυκνή διατύπωση τους υπαινιγμούς. Μέσο εκφραστικό δικό της ήταν πάντα η συγκρατημένη απόφανση, το understatement, οι επιφυλάξεις. Οπαδός από ταμπεραμέντο της ευθυγλωσσίας, ενίοτε και της κραυγαλέας, άργησα να καταλάβω ότι το συγκράτημα αυτό, στα κατάλληλα χέρια, μπορεί να κρύβει μέσα του το ίδιο πάθος, τον ίδιο έρωτα για τη λογοτεχνία όσο και οι αμεσότερες φωνές, που εγώ προτιμούσα. Τα δικά της χέρια ήταν τέτοια.

Στην περιώνυμη εφημερίδα, όπου είχε για ένα διάστημα μόνιμη στήλη, δεν ρίζωσε. Οι φήμες επιμένουν ότι μεγαλοεκδότης, που είχε δει συγγραφέα του να κακοπαθαίνει από την πέννα της, απείλησε τον υπεύθυνο του ενθέτου εκεί, ότι θα του κόψει μαχαίρι τις διαφημίσεις. Και προκειμένου να περισωθούν οι διαφημίσεις, κόπηκε εκείνη… Από μια πλευρά, ευτυχώς. Στην μικρή και απόκεντρη «Εποχή», όπου κρατούσε για χρόνια τη σελίδα του βιβλίου, είχε τουλάχιστον το ελεύθερο να ασχοληθεί με έργα και θέματα που την ενδιέφεραν περισσότερο, που την αφορούσαν προσωπικά.

Μου είχαν πει ότι υπήρξε φυσικός ή μαθηματικός πολυτάλαντη. Ότι στα νιάτα της ήταν συνεργάτις του μεγάλου Πριγκόζιν στο Βέλγιο και ότι είχε εμπρός της καριέρα λαμπρή, που την εγκατέλειψε για να επιστρέψει στα πάτρια και τη γλώσσα. Μεταδίδω την πληροφορία με κάθε επιφύλαξη. Η μνήμη παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια. Άλλωστε ουδέποτε τη συνάντησα για να ‘χω την ευκαιρία να την επαληθεύσω. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο, η ιστορία αυτή μου μοιάζει να ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα του ανθρώπου που υπήρξε.

Βιβλία δικά της βγήκαν ελάχιστα. Τα «Εποχικά», για την νεώτερη πεζογραφία μας, κι ένα μικρό, για τον αγαπημένο της Παπαδιαμάντη. Τα καλύτερά της, αυτά της τελευταίας 15ετίας, παραμένουν εκδοτικώς αφανή, θησαυρισμένα μόνο στο ιστολόγιό της. Τώρα μαθαίνουμε ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσουν άλλα. Και ότι η Μάρη Θεοδοσοπούλου, ήδη από τις 9 του Αυγούστου, είναι νεκρή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

«Λουλούδια της ερήμου»: Από την Κίσαμο Κρήτης, με Παλαμά, για όλο τον κόσμο

59a503dbcdb0f27217e7d344394798cd

της Ελένης Γεωργακάκη*

Σας καλωσορίζουμε απόψε στην εκδήλωσή μας που γίνεται στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ ποίησης και τεχνών «Κραυγή γυναικών» που υψώνεται από τη Λατινική Αμερική, απ’ όπου ξεκίνησε, και φτάνει σε όλες τις γωνιές του κόσμου, προκειμένου να καταπολεμηθεί –και με τη βοήθεια της ποίησης και της τέχνης– κάθε μορφής βία και διάκριση εναντίον των γυναικών απανταχού της γης. Ο Σύλλογός μας, σε συνεργασία με την Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπο του Φεστιβάλ στην Ελλάδα, ένωσε τη φωνή του με όλες τις άλλες για πρώτη φορά πέρυσι, μιλώντας για την ενδο-οικογενειακή βία και όχι μόνο.

Φέτος, το θέμα του Φεστιβάλ είναι τα «Λουλούδια της ερήμου» κι είναι αφιερωμένο στις γυναίκες του αραβικού και, ευρύτερα, του μουσουλμανικού κόσμου. Μας προτρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στις γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας, θέμα τραγικά επίκαιρο στις μέρες μας, με τους χιλιάδες πρόσφυγες να φτάνουν στα νησιά μας κυρίως από μουσουλμανικές χώρες, πρωτίστως από την σπαρασσόμενη –για 6ο χρόνο– Συρία, αλλά και από το Αφγανιστάν, το Ιράκ και όχι μόνο. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων είναι παιδιά και γυναίκες που φτάνουν μόνες στη χώρα μας, ελπίζοντας σε ένα νέο ξεκίνημα στη γη της Επαγγελίας που γι’ αυτούς είναι η Ευρώπη. Από τις πατρίδες τους τις ξεριζώνει ο πόλεμος, η τρομοκρατία, η φρίκη, η καταστροφή, ο θάνατος, αλλά και η φτώχεια, η πείνα και η ανέχεια. Οι γυναίκες πρόσφυγες, συχνά έγκυοι ή μητέρες πολλών παιδιών, έχουν περάσει «μια διπλή Οδύσσεια» για να φτάσουν ώς εδώ, αφού, πέρα από τις ταλαιπωρίες και τις αντίξοες συνθήκες της μετακίνησης, κινδυνεύουν συχνότατα να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης και εμπορίας, τόσο από αδίστακτους διακινητές, όσο και από συνταξιδιώτες τους. Σπάνια σπάνε τη σιωπή τους για να το καταγγείλουν, η κουλτούρα τους όπως θα δούμε δεν τους το επιτρέπει, είναι όμως δυνατές και αποφασισμένες να σταθούν στα πόδια τους.

Από την 1η Διακήρυξη για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, μέχρι το 1979 που υπογράφτηκε η Σύμβαση για την εξάλειψη κάθε είδους διακρίσεων εις βάρος των γυναικών με νομική δέσμευση για τις χώρες που θα την αποδέχονταν, έγιναν πολλές προσπάθειες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, 186 χώρες είχαν υπογράψει μέχρι το 2010, συμφωνώντας στη νομική κατοχύρωση και διαφύλαξη των δικαιωμάτων των γυναικών, γεγονός υψίστης σημασίας. Εντούτοις, ακόμη και σε αυτές τις χώρες, ακόμη και στις πιο ‘ανεπτυγμένες’ της Ευρώπης, οι διακρίσεις στην πράξη συνεχίζονται, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο. Στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή σε εκείνες που δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, οι άμεσες (στέρηση δικαιώματος μόρφωσης, ψήφου, ιδιοκτησίας κλπ.) ή έμμεσες διακρίσεις είναι πολύ περισσότερες και πολύ εντονότερες.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των διάφορων μουσουλμανικών χωρών ως προς την αντιμετώπιση της γυναίκας. Για παράδειγμα, στο Ιράκ όλο και περισσότερες γυναίκες αποκτούν ενεργό ρόλο στη κυβέρνηση. Στο Κουβέιτ σχετικά πρόσφατα έγιναν οι πρώτες βουλευτικές εκλογές, όπου για πρώτη φορά συμμετείχαν και οι γυναίκες ως ψηφοφόροι και υποψήφιες. Αντίθετα, στη Σαουδική Αραβία –το θεωρούμενο λίκνο του Ισλάμ– οι γυναίκες όχι μόνο δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, αλλά ούτε καν το ‘προνόμιο’ να οδηγούν οχήματα. Παρόλο που κάποιες γυναίκες έφτασαν στα ύπατα πολιτικά αξιώματα στη χώρα τους, όπως η Πακιστανή Μπεναζίρ Μπούτο, συνιστούν μάλλον εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα πως στο μουσουλμανικό κι αραβικό κόσμο ο δρόμος για την ίση αντιμετώπιση ανδρών και γυναικών, σε όλα τα επίπεδα (οικογενειακή, πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή), είναι ακόμη πολύ μακρύς.

Το χαρακτηριστικό είναι ότι μετά την αποικιοποίηση, σε πολλές μουσουλμανικές χώρες έπνευσε άνεμος ελευθερίας, αλλά όχι και για την πλειοψηφία των γυναικών που έμενε κατά κανόνα στο σπίτι, μακριά από τα κοινά, υπακούοντας σε κοινωνίες ανδροκρατούμενες και οικογένειες πατριαρχικές, χωρίς –συχνά– πρόσβαση στη μόρφωση. Και είναι χαρακτηριστικό πως ολοένα περισσότερα κράτη και κοινότητες επικαλούνται το δικαίωμα στα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, προσδίδοντας σε παλιές μισογυνικές παραδόσεις τη νομιμοποίηση που χρειάζονται.

Επειδή όμως το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» πάει χέρι-χέρι με τη λογοτεχνία, η οποία έρχεται με το δικό της, μοναδικό τρόπο να καταγγείλει τα ανείπωτα, ας σταθούμε στο ποίημα της τιμώμενης φέτος ποιήτριας του Φεστιβάλ, Ζέφης Δαράκη:

Στεκόμουν στην άκρη του δωματίου
με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο
και επειδή μου απαγόρευαν τα ερωτήματα
μου απευθύνανε
αυστηρές απαντήσεις

που σαν διαταγές σκοτείνιαζαν το σώμα –
μου λέγανε,
θα ζήσεις μόνο με το φως του διαδρόμου

Νοσταλγώ τα ρούχα μου στο φεγγαρόφωτο…
Τι γύρευα στα ερημικά ανοίγματα
έξω από ξεριζωμένα καλώδια τηλεφώνων
να κρέμονται κραυγές στη δύναμη του αέρα
να κοκκαλώνουν την ανάμνηση
σε παρελάσεις φαντασμάτων

Με τιμώρησαν για να αλλάξω πεπρωμένο

Ποιο όμως πεπρωμένο επιφυλάσσεται για εκατομμύρια γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες, κυρίως της Αφρικής, όταν στο όνομα κάποιου βάρβαρου εθίμου συνεχίζεται η κλειτοριδεκτομή και ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων; Για πολλούς αυτό θεωρείται πρακτική που βοηθά το κορίτσι να ενηλικιωθεί και να παντρευτεί γιατί έτσι προστατεύεται η ‘αγνότητά’ του μέχρι το γάμο. Αυτή η ‘επέμβαση’ που πραγματοποιείται από απλούς ανθρώπους, χωρίς ιατρική καθοδήγηση και φαρμακευτική αγωγή, είναι απάνθρωπη και επικίνδυνη, όχι μόνο για την ψυχική και σωματική υγεία των κοριτσιών, αλλά και για την ίδια τη ζωή τους. Στοιχεία του ΟΗΕ αποκαλύπτουν ότι 200 εκατομμύρια κορίτσια σε 30 χώρες του κόσμου έχουν υποστεί αυτόν τον ακρωτηριασμό, με 1η τη Σομαλία, όπου το ποσοστό ανέρχεται στο εφιαλτικό 98%. Μετά από έντονες διεθνείς πιέσεις, η κυβέρνηση της Σομαλίας σκέφτεται να απαγορεύσει αυτή την πρακτική.

Η 1η που έσπασε τη σιωπή της και κατήγγειλε αυτό το βάρβαρο έθιμο ήταν η Σομαλή Γουόρις Ντίρι, τέλη της δεκαετίας του 1990. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο με τίτλο «Το λουλούδι της ερήμου» (αυτό σημαίνει το Γουόρις), διηγείται πώς και γιατί έφυγε από την οικογένειά της. Επιβίωσε διασχίζοντας μόνη την έρημο, και με χίλια βάσανα έφτασε στο Λονδίνο, όπου γνώρισε το δυτικό τρόπο ζωής κι έγινε τελικά μοντέλο. Αξιοποιώντας την επωνυμία της, κατήγγειλε το βάρβαρο έθιμο, ακόμη και από το βήμα του ΟΗΕ. Το σχετικό απόσπασμα από την ομώνυμη ταινία:

Εδώ οφείλουμε να προσθέσουμε πως δεν είναι λίγοι οι ηγέτες του Ισλάμ που είναι αντίθετοι με την πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων, ισχυριζόμενοι πως δεν σχετίζεται με τη θρησκεία τους.

Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι ο λόγος που έκανε τη δεκατριάχρονη τότε Γουόρις να εγκαταλείψει την οικογένειά της, δηλαδή ο σχεδιαζόμενος γάμος της μ’ έναν ηλικιωμένο, λόγω φτώχειας, είναι πολύ διαδεδομένη συνήθεια σε κάποιες μουσουλμανικές χώρες όπως το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, η Νιγηρία, το Κονγκό, το Ιράκ και κυρίως η Υεμένη, όπου η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να ορίσει ως κατώτατο όριο γάμου για τα κορίτσια τα 18 χρόνια.

Τα στοιχεία που δίνει πάλι ο ΟΗΕ είναι αποκαλυπτικά για τις συνέπειες των αναγκαστικών γάμων ανήλικων κοριτσιών στις χώρες της Ν. Ασίας και της Αφρικής για την υγεία τους, αλλά και τις αυξημένες πιθανότητές τους να πέσουν θύματα βίας, κακοποίησης και να προσβληθούν από τον ιό του AIDS. Αυτά τα κορίτσια εγκαταλείπουν πρόωρα και βίαια τα σπίτια, το σχολείο και την παιδικότητά τους και υφίστανται τρομακτικές σωματικές και ψυχικές κακώσεις που προκαλούν μόνιμα ψυχικά τραύματα.

Είναι εξαιρετικά σπάνιες, όμως υπάρχουν περιπτώσεις κοριτσιών που αντιστέκονται, όπως εκείνη της Νοζούντ Άλι από μια ισλαμική επαρχία της Υεμένης, την οποία πάντρεψαν στα δέκα της χρόνια και η οποία κακοποιήθηκε άγρια από το ‘σύζυγό’ της. Κατέφυγε στην οικογένειά της, όπου όμως δεν βρήκε προστασία, καθώς οι γονείς της δεσμεύονταν από το συμβόλαιο ‘τιμής’ με το γαμπρό. Το κορίτσι βρήκε το κουράγιο να παρουσιαστεί μόνο του μπροστά στο δικαστή και να ζητήσει διαζύγιο. Σήμερα παρακολουθεί ξανά μαθήματα στο σχολείο και ονειρεύεται να γίνει δικηγόρος, εμπνευσμένη από τη δική της δικηγόρο (και πρότυπό της πλέον) Σέντα.

Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν και επηρεάζονται από το νομικό πλαίσιο μιας χώρας, αλλά και από το εθιμικό δίκαιο και τη νοοτροπία των ανθρώπων. Στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, αξίες, πεποιθήσεις, συνήθειες και παραδόσεις περνούν από γενιά σε γενιά κι επιβάλλονται με πειθώ, ασφυκτικές πιέσεις ή ακόμη και τη χρήση βίας. Έτσι, επιτρέπουν ή ανέχονται απάνθρωπες συμπεριφορές εις βάρος –εν προκειμένω– των γυναικών, όπως τη θανάτωση δια λιθοβολισμού, τα εγκλήματα τιμής, τους ομαδικούς βιασμούς, τον ξυλοδαρμό, την εξώθηση στην πορνεία ή τη βίαιη διακοπή της κύησης θηλυκών εμβρύων.

Οι περισσότερες γυναίκες που υφίστανται τέτοιων ειδών κακοποίηση δεν την καταγγέλλουν, υπακούοντας στο νόμο σιωπής που ισχύει κατά κανόνα σε αυτές τις κοινωνίες, από φόβο ή/και αδυναμία. Λίγες είναι εκείνες που μίλησαν, καταθέτοντας συγκλονιστικές μαρτυρίες. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε δύο περιπτώσεις, των οποίων οι εμπειρίες αποτυπώθηκαν σε βιβλία που προκάλεσαν μάλιστα παγκόσμια αίσθηση.

Η πρώτη αφορά την Αμερικανίδα Μπέτι Λάβερ Μαχμουντί, η οποία επισκέφτηκε το 1984 (και για λίγες μέρες όπως νόμιζε) μαζί με την τετράχρονη κόρη της και τον Ιρανό σύζυγό της, γιατρό σπουδαγμένο στην Αμερική, την οικογένειά του στην Τεχεράνη, όπου είχαν επικρατήσει οι Ισλαμιστές. Εκεί, βρέθηκε αιχμάλωτη από τον ίδιο, όντας υποχρεωμένη να αποδεχτεί έναν τρόπο ζωής και μια τάξη πραγμάτων εντελώς διαφορετικά απ’ όσα γνώριζε ώς τότε. Ο άνδρας της, από υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας, μεταλλάχτηκε σε βίαιο τύραννο, ενώ εκείνη δεν είχε καμία ελευθερία και κανένα δικαίωμα επιλογής ή προστασίας του παιδιού της. Σε μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τους Ιρακινούς στη διάρκεια του Ιρανο-ιρακινού πολέμου, όπου –όπως καταγγέλλει– και οι δύο χώρες εξοπλίζονταν –η μία επισήμως και η άλλη κρυφά– από την Αμερική, σε ένα κλίμα θρησκευτικού φανατισμού, μισαλλοδοξίας, προκατάληψης, προπαγάνδας και απόλυτης κυριαρχίας του άνδρα, έψαχνε απεγνωσμένα για βοήθεια. Παρά την ασφυκτική παρακολούθηση από τον άντρα της και την οικογένειά του και μετά από αμέτρητες δυσκολίες και την πάροδο χρόνων, κατόρθωσε να διαφύγει μαζί με την κόρη της, περνώντας με Κούρδους διακινητές παράνομα στην Τουρκία. Έκτοτε, η γυναίκα αυτή αφιέρωσε τη ζωή της στη συγκέντρωση ανάλογων μαρτυριών για την ενημέρωση κι ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Το βιβλίο της, που μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη, φέρει τον τίτλο «Ποτέ χωρίς την κόρη μου».

Η δεύτερη περίπτωση αφορά την Πακιστανή μεγαλοαστή Τεχμίνα Ντουρανί, η οποία στα εικοσιένα χρόνια της ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Μουσταφά Χαρ, έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς στη χώρα του. Επί δεκατέσσερα χρόνια φαίνονταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που απέκτησε μάλιστα και πέντε παιδιά. Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη. Όπως κατήγγειλε η Τεχμίνα αργότερα, η ζωή της ήταν μια κόλαση, καθώς ο άντρας της τη χτυπούσε, την ταπείνωνε και την απατούσε με μία από τις αδερφές της. Όταν ζήτησε διαζύγιο, εκείνος αρνήθηκε να της το δώσει, τονίζοντας πως χωρίς εκείνον δεν θα ήταν τίποτε, δεν θα είχε τίποτε, δεν θα την υπολόγιζε και δεν θα τη σεβόταν κανείς –σύμφωνα με τα στερεότυπα για τις διαζευγμένες γυναίκες–, ενώ θα έχανε και την επιμέλεια των παιδιών. Εκείνη βρήκε τη δύναμη και έγραψε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καταγγέλλοντας την κακομεταχείριση των γυναικών από τος άντρες τους στο μουσουλμανικό κόσμο. Το βιβλίο προκάλεσε σοκ για την τόλμη και την αλήθεια του και, παρά τις αρνητικές κριτικές στο Πακιστάν, κανείς δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτό. Με πολύ αγώνα, κατόρθωσε μάλιστα να κερδίσει και την επιμέλεια των παιδιών.

Η Νικαραγουανή ποιήτρια, ακτιβίστρια και μητέρα τεσσάρων παιδιών, Τζοκόντα Μπέλλι, δίνει ποιητικά τις συμβουλές της σε κάθε γυναίκα για να ’ναι δυνατή: (Συμβουλές για μια γυναίκα δυνατή, μτφρ: Έλενα Σταγκουράκη)

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
προστατέψου απ’ τις αρπάγες που θελήσουν
την καρδιά σου να σπαράξουν.
Αυτές φορούνε μάσκες απ’ όλα αυτής της γης τα καρναβάλια—
σε ενοχές μεταμφιέζονται, κατηγορίες, ευκαιρίες, στο αντίτιμο που πρέπει τάχα να
[πληρώσεις.
Την ψυχή σου την ταράζουν – εισβάλλουν σαν ατσάλινο τρυπάνι με το βλέμμα ή τους θρήνους τους
ώς τα βάθη ώς το μάγμα της ουσίας σου
όχι απ’ τη φωτιά σου για να φωτιστούν
παρά το πάθος για να σβήσουν
τη σοφία της φαντασίας σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
να ξέρεις πρέπει πως ο αέρας που σε θρέφει
ακάρεα μεταφέρει και παράσιτα,
έντομα μικρούτσικα που ψάχνουν μες στο αίμα να φωλιάσουν
και να τραφούν απ’ ό,τι μέσα σου είναι στέρεο και μεγάλο.

Την συμπόνια σου μην χάνεις – μα τρέμε αυτό που θα θελήσει
τη λέξη να σου στερήσει και το είναι σου να κρύψει,
αυτό που επιδιώκει να σε αμβλύνει
υποσχόμενο επίγεια βασίλεια
σε αντάλλαγμα ενός χαμόγελου συγκατάβασης.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
για τη μάχη προετοιμάσου:
μάθε μόνη σου ν’ αρκείσαι,
στο σκοτάδι να κοιμάσαι δίχως φως και δίχως φόβο,
σωσίβια να μη δέχεσαι σαν μαίνεται η καταιγίδα,
και στο ρεύμα κόντρα να κολυμπάς.

Εκπαιδεύσου στο συλλογισμό και τις ασκήσεις της διανοίας
διάβαζε, αγάπα τον εαυτό σου, και οχύρωσε το κάστρο σου
περίβαλέ το με τάφρους βαθειές
μα κράτησε πλατιά, παραθύρια και πύλες.

Απαραίτητο, φιλίες αληθινές να καλλιεργείς
ώστε εκείνοι που είναι δίπλα σου και σ’ αγαπούν να ξέρουνε ποια είσαι,
ώστε κύκλος από εστίες να γίνεις που στο κέντρο θ’ ανάβουνε της κάμαράς σου,
φουφού να καίει πάντα και τη θέρμη να διατηρεί των ονείρων σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
με λέξεις προφυλάξου και με δέντρα
και στο νου σου να φέρνεις τις γυναίκες απ’ τα παλιά.

Φρόντισε να μάθουν πως είσαι πεδίο μαγνητικό
που πάνω του γρυλίζοντας θα ταξιδεύουν καρφιά σκουριασμένα
και η θανάσιμη οξείδωση των ναυαγίων όλων.
Προστάτεψε, μα πρώτα προστατέψου.
Κράτα αποστάσεις.
Οικοδόμησε και φρόντισε τον εαυτό σου.
Αποθησαύριζε τη δύναμή σου
υπερασπίσου την,
κάνε το για σένα.
Σου το ζητώ εξ ονόματος ημών όλων.

Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της νεαρής Πακιστανής, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η οποία αγωνίζεται σταθερά κι ανυποχώρητα για το δικαίωμα των κοριτσιών της χώρας της στη μόρφωση, κάτι που το καθεστώς των Ταλιμπάν έχει απαγορεύσει. Το 2012 η Γιουσαφζάι δέχτηκε δολοφονική επίθεση με μια σφαίρα στο κεφάλι, επέζησε όμως και συνεχίζει τον αγώνα της. Μάλιστα το Δεκέμβριο 2014 τιμήθηκε, από κοινού με τον Ινδό Καϊλα Σατιάρτι, με το Νόμπελ Ειρήνης.

Πράγματι, το πόσο επιτακτική ανάγκη συνιστά η παροχή (ποιοτικής) εκπαίδευσης σε παιδιά και ενήλικες, αποτυπώνεται σε στοιχεία του ΟΗΕ και της UNICEF. Από τα 776 εκατομμύρια αναλφάβητων ενηλίκων, τα 2/3 είναι γυναίκες! Ειδικότερα στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, οι περισσότερες γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Από τα 250 εκατομμύρια ανεκπαίδευτα παιδιά στον κόσμο, τα περισσότερα είναι κορίτσια. Το ίδιο ισχύει και στις μουσουλμανικές χώρες, όπου τα κορίτσια, λόγω των πρόωρων γάμων, της παιδικής εργασίας και άλλων αντιλήψεων, εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο. Αν τα κορίτσια δεν μορφωθούν, η θέση της γυναίκας στο μουσουλμανικό κόσμο δεν μπορεί να βελτιωθεί· αντιθέτως θα διαιωνίζεται η παθητική στάση, η σιωπή, η περιθωριοποίηση. Σύμφωνα με την παροιμία, εκπαιδεύοντας ένα αγόρι, εκπαιδεύεις ένα αγόρι, εκπαιδεύοντας όμως ένα κορίτσι, εκπαιδεύεις μια ολόκληρη γενιά. Ο Κωστής Παλαμάς επεσήμανε σοφά στις αρχές του περασμένου αιώνα τις προϋποθέσεις χειραφέτησης για τις ίδιες τις γυναίκες:

Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις
για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις

το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι
στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε,
και του παλιού καιρού τα παραμύθια,
κι ας ειν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε.

Α! τα μεστά καμαρωτά σου στήθια
βραχνάς τα πνίγει, πνίχ’ τον, πολεμίστρα
για την Αγάπη και για την Αλήθεια.

Πάντα μαζί σου κ’ η Ομορφιά η μεθύστρα.

Τα χρόνια πέρασαν και στο θέμα της ισότητας των δύο φύλων έχουν γίνει αλλού περισσότερα βήματα και αλλού λιγότερα. Ωστόσο, σε μια εποχή σαν τη σημερινή, οπότε η πολύπλευρη κρίση ισοπεδώνει και τους άντρες και τις γυναίκες, καταδικάζοντάς τους σε φτώχεια, ανεργία, ξεριζωμό κι αναξιοπρέπεια, ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο. Για να γκρεμιστούν τα στερεότυπα που διαιωνίζουν τις διακρίσεις, και τα δύο φύλα οφείλουν να δείξουν αμοιβαίο σεβασμό και να αναγνωρίσουν την ισοτιμία τους, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη. Απόψε ρίξαμε λίγο φως σ’ ένα κόσμο που μοιάζει άλλοτε κοντινός κι άλλοτε μακρινός, σε ένα κόσμο με σοβαρά προβλήματα. Με τη δική μας φωνή λέμε απλά πως σε κανένα άνθρωπο, για κανένα λόγο και στο όνομα καμίας πίστης δεν μπορεί να αμφισβητείται το δικαίωμά του να αναγνωρίζεται ως Άνθρωπος.

*Κείμενο που εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών», στο Δημαρχείο Κισάμου, στις 20.03.2016. Στην εκδήλωση συμμετείχαν και οι: Μάντυ Βαρουχάκη, Ελένη Γεωργακάκη, Ινώ Γεωργακάκη, Κωστής Κυριτσάκης, Χάρης Μπατάκης και Γεωργία Τυράκη. Επιμέλεια ήχου και συντονισμός προτζέκτορα: Βίκυ Πέτσκου.

Σημάδια παρακμής στην λογοτέχνια

DECAY

~~~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Το φαινόμενο της παρακμής όταν ερμηνεύεται σε «ειδικότερη» βάση, για παράδειγμα στα λογοτεχνικά πράγματα, παρουσιάζει πάντοτε ή κατά κανόνα κάποια ευκόλως ανιχνεύσιμα στοιχεία, βάσει των οποίων επιχειρείται ανά τις εποχές –και στο βαθμό που ένα τέτοιο φαινόμενο καθίσταται πλέον μη αγνοήσιμα αισθητό– μια ποιοτική καταμέτρησή του. Τα κριτήρια σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι δύο ειδών: θεωρητικά (από την άποψη μιας θεωρίας της τέχνης) και ιστορικά-ιστοριογραφικά.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, τουτέστιν τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μας, δύο είναι οι κύριες παράμετροι εφαρμογής των ιστορικών κριτηρίων: η κοινωνική-οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα μας εδώ και χρόνια αλλά και το –ίσως μοναδικό– νεοελληνικό φαινόμενο διεξαγωγής μιας «πνευματικής» ζωής πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικώς, μέσα από το διαδίκτυο και μάλιστα μέσα από τα προφίλ ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης!

Για λόγους προσληπτικής ευχρηστίας από τον αναγνώστη, θα επιχειρήσουμε να απαριθμήσουμε εν είδει καταλόγου, μερικές τέτοιες ενδείξεις παρακμής, οι οποίες λαμβανόμενες εν συνόλω δεν μπορεί παρά να άγονται σε μια κατάδειξη του παρακμιακού φαινόμενου. Πρόκειται, όπως ελέχθη, για «μερικές» ενδείξεις, πράγμα που σημαίνει πως υπάρχουν και άλλες (αρκετές ακόμα). Εδώ παρατίθενται από καθαρά δειγματοληπτική άποψη οι κάτωθι.

1. Πρώτο απ’όλα, ως γενικευμένο γνώρισμα λογοτεχνικής παρακμής ανά τους αιώνες, το ολοένα και περισσότερο χοντροκομμένο της μορφής στο όνομα μιας φαιδρώς εξιδανικευμένης ή μυστικοποιημένης απλότητας. Πληθαίνουν τα κείμενα ατελούς ή ανύπαρκτης προκατεργασίας που παρουσιάζονται στον έντυπο και τον διαδικτυακό κόσμο.

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Όπως προελέχθη, η «ποιούσα την ανάγκην φιλοτιμίαν» μυστικοποίηση ή λατρεία της «απλότητας». Σύμφωνα με αυτήν την μάλλον φυγόπονη και δίχως παιδεία θεώρηση, το απλό και το πολύπλοκο είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους πράγματα και ως εκ τούτου το απλό προτιμάται, έστω και αν το απλοϊκό ή απλοποιημένο παρερμηνεύεται από τους παρακμίες ως εάν ήταν πράγματι απλό και προβάλλεται ως τέτοιο.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Ολοένα και περισσότεροι θεωρούν περιττή μια βαθύτερη θεωρητική ενάσχοληση με τα λογοτεχνικά πράγματα, αποφεύγουν μια συστηματικότερη μελέτη κρισίμων περιόδων στην ιστορία της λογοτεχνίας ή εν γένει του ανθρωπίνου πνεύματος και εμπιστεύονται περισσότερο τον «εσωτερικό» κόσμο τους (όχι ότι αυτό είναι λάθος, μονόπλευρα όμως παρμένο είναι τραγικό… η λογοτεχνία θέλει δουλειά).

Αυτοσχεδιασμός και προχειρότητα λοιπόν στην θέση της υποδομής, με αποτέλεσμα οι «εμπνεύσεις» να περιτριγυρίζουν χιλιοαναμασημένα και «πολυτραγουδισμένα» μοτίβα, μη διακτινιζόμενα σε τίποτε περαιτέρω του εαυτού τους.

Ως αποτέλεσμα η μορφή καθίσταται πιο χοντροκομμένη, η εκφραστική έχει τα χάλια της καθώς οι «γωνίες» του γραπτού λόγου αμβλύνονται σε βαθμό τέτοιο ώστε να δύναται να ακολουθήσει την πνευματική φτώχεια του παρακμία, η θεματολογία είναι η πλέον «βασική» και χιλιοχρησιμοποιημένη, αλλά και άλλα συναφή γνωρίσματα.

Αντιμετώπιση: Είναι καλό –και σε πείσμα μιας κατ’ εξοχήν αντιθεωρητικής χώρας και νοοτροπίας που τους περιβάλλει– οι λογοτέχνες να ασχολούνται τόσον με την θεωρία γενικότερα όσον και ειδικότερα με την θεωρία της λογοτεχνίας. Επειδή, προτού επιχειρήσεις να αρθρώσεις λόγο για κάτι, θα πρέπει να είσαι ενήμερος (όσον το δυνατόν) περί του τι είπαν και έγραψαν πολλοί άνθρωποι πριν από σένα, ώστε να μην επαναλάβεις τα ίδια και μάλιστα σε πτωχότερη μορφή! Η τέχνη, αντίθετα με την θεώρηση της παρακμής –που τείνει να προσημειώσει με θετική σήμανση κάθε έκπτωση δεν είναι μίμηση ούτε «συνέχεια», αλλά νέα δημιουργία, ρήξη και ασυνέχεια!

Περαιτέρω, η εξιδανίκευση της «απλότητας», τόσον διαδεδομένη στην χώρα μας λόγω της ρωμέικης συνήθειας να αναπαράγονται ακρίτως διάφορα βολικά σλόγκαν και συνθηματάκια που εξυπηρετούν την πνευματική οκνηρία και την πρόχειρη έμπνευση, η εξιδανίκευση της απλότητας λοιπόν, είναι τόσον σαθρή όσον και επικίνδυνη εξ αιτίας των αναποφεύκτων παραλόγων συνεπειών της. Για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, αρκεί να σκεφθούμε ότι ένας ανθρώπινος οργανισμός για παράδειγμα, είναι κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο και σε καμμία περίπτωση δεν παραπέμπει στην ιδέα της “απλότητας”. Η ζωή για να υπάρξει και να λειτουργήσει χρειάζεται μια “πολύπλοκη” ανάπτυξη ή επέκταση. Αν αυτό λοιπόν ισχύει για τον άνθρωπο, πόσον περισσότερο θα έπρεπε να ισχύει για ό,τι ο ίδιος παράγει, και εν προκειμένω παράγει λογοτεχνικά!

Όμως αυτό που πρέπει να επισημανθεί εδώ κατά πρώτιστη και καίρια σημασία είναι το εξής: Το απλό δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με το εύληπτο! Όπως και το πολύπλοκο δεν είναι κατ’ ανάγκην δύσληπτο. Τέτοιου είδους χοντροκομμένα μυθεύματα γίνονται δημοφιλή της μιας ευκαιριακής χρήσεως σε καιρούς παρακμής αλλά και γενικότερα σε χώρες στις οποίες εξιδανικεύεται η στασιμότητα και η οπισθοδρόμηση στο όνομα του “απλού”!

Για να το αντιληφθούμε αυτό καλύτερα ας δούμε λίγο την φράση: «ο θεός είναι άπειρος». Δεν υπάρχει κάτι πιο απλό ως σκέψη, έκφραση και διατύπωση από αυτό. Πόσον όμως εύληπτο θα το θεωρούσατε; Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η απλότητα πάση θυσία (ακόμα και της λογικής ή της πραγματικής ανάγκης), αλλά η λειτουργική, αιτιολογημένη απλότητα όποτε η περίσταση το απαιτεί, γιατί σε μιαν άλλη περίσταση μονάχα το πολύπλοκο φέρει τα πράγματα εις πέρας.

2. Η αντικατάσταση της λογοτεχνικής κριτικής προοδευτικώς και σε εκτεταμένη βάση από το ατεκμηρίωτο μπινελίκι, το μεθυσμένο μουρμουρητό που επιχειρεί να δυσφημίσει πλαγίως, τις πρόχειρες «στο πόδι» γνώμες, τις ξεδιάντροπες διαφημίσεις που πλασάρονται ως «θετικές κριτικές», τα άναρχα μουγκρητά αγνώστου ανθρωπολογικής συστάσεως κλπ. κλπ.

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Απολύτως καμμία εμφανιζόμενη δικαιολογία, «επίσημη» τουλάχιστον. Με παραδειγματικά ρωμέικο θρασύ τρόπο επιχειρείται κάποτε ή συχνά να περάσουν όλα τα άνω αναφερόμενα καταρρακώματα ως «κριτική». Ενίοτε και με την συνδρομή μιας κακώς εννοουμένης διασυμπεριφοροπαρλατορικής «καλλιτεχνικότητας» που «πουλάει τρέλα» ενώ στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από ανειρμικότητα, ασυναρτησία ενώ στις χειρότερες περιπτώσεις λασπογραφία και bullying σε ψευδολογοτεχνίζουσα προφάνεια.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Όπως μπορεί ευκόλως να διαπιστωθεί στα κοινωνικά μέσα, αλλά και εν γένει στο ελληνικό διαδίκτυο, η πραγματική λογοτεχνική κριτική τείνει να καταστεί πλέον ανύπαρκτο είδος. Πράγμα τρομαχτικά επικίνδυνο για τις νεώτερες γενιές που μορφώνονται λογοτεχνικώς κυρίως από το διαδίκτυο και δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη η οποιαδήποτε απόπειρα χειραγώγησής τους από επιτήδειους, απατεώνες και λασπογράφους όταν αυτοί οι τελευταίοι επιχειρούν να παρουσιάσουν ως πράγματα «φυσικά» την δια βοής επικρότηση ή τον χλευασμό από κάποια «στημένη» μικροπαρέα ή μικροόχλο.

Περαιτέρω, αρνητικότερη ίσως συνέπεια αποτελεί η μετατόπιση από την “ad judicium” στην “ad hominem” κρίση (ή παράκρουση), πράγμα το οποίο και συνιστά ένα από τα πλέον βασικά και επίμονα στην εμφάνιση γνωρίσματα παρακμής στην ανθρώπινη Ιστορία!

Ιδιαίτερα μάλιστα, αν αναλογιστεί κάποιος, ότι σε κοινωνίες όπως η νεοελληνική που επί δεκαετίες «διαπαιδαγωγείται» –σε σημαντικό βαθμό– με bullying, νταηλίκι αλλά και τον ευφημισμό της αισχρής λάσπης ως «ε εντάξει είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω, δεν χάλασε ο κόσμος», τι τερατογραφήματα γελοιότητας και ψυχανωμαλίας, λοιπόν, μπορεί να γεννήσει το διαιωνίως παρακμιακό σημάδι σφετερισμού του argumentum ad judicium από το argumentum ad hominem! Είναι μήπως τυχαίο που στις συνθήκες της σημερινής παρακμής, και σε ένα όχι εύκολα αγνοήσιμο ποσοστό, το ελληνικό λογοτεχνικό (και παραλογοτεχνικό) διαδίκτυο θυμίζει βόθρο;

Φυσικά, και σε καιρούς ακμής το “ad hominem” στην λογοτεχνία δεν εξαφανίζεται, αλλά εκεί αποκτά την σωστή θέση του και την κρίσιμη ποιότητά του. Η κρίση επί του ανθρώπου ως λογοτέχνη, συμφώνως με τα έργα τέχνης του αλλά και με τις δημόσιες πράξεις που πιθανώς συνόδευσαν αυτά, ανήκει συνήθως σε πιο ώριμες χώρες και κοινωνίες και σε κάθε περίπτωση στις επερχόμενες γενεές που μπορούν να δουν με ψυχραιμία και με πιο αντικειμενικό μάτι εκεί που τα πάθη και τα μίση (τρελά και υπερχρονίσαντα συνήθως στο ρωμέικο) αποτυγχάνουν να δουν στο εκάστοτε παρόν.

Αντιμετώπιση: Σε αυτές τις γελοίες περιπτώσεις που δυστυχώς πληθαίνουν στο διαδίκτυο, και σε συνθήκες αμέριμνης παρακμής, η αντιμετώπιση είναι μόνο μία: Στα σκουπίδια.

Κείμενο, μουρμουρητό ή μουγκρητό που καμώνεται την κρίση, προσφέροντας αυθαιρεσία, μη παραδειγματογραφία, ανειρμικότητα και αναιτιατές συνδέσεις, ενώ στις χειρότερες πλην υπαρκτές περιπτώσεις μην όντας κάτι περισσότερο από υβρεομπινελικοστάσιο (χωρίς συνήθως να κατονομάζει τίποτα από φόβο ενοχής και συνεπειών) απορρίπτεται χωρίς πολλά πολλά. Ο βόθρος στην Ελλάδα έχει φρακάρει πλέον. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια για επέκτασή του.

3. Η ξεδιάντροπη αναπαραγωγή «υφών» κάποιων σημαντικών ποιητών, φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως στο διαδίκτυο όπου το κοινό δεν είναι αμιγώς λογοτεχνικό και πολλές φορές η αναγνωστική πρόσληψη της παρουσιαζομένης λογοτεχνίας κάθε άλλο παρά με λογοτεχνικό τρόπο γίνεται, ενώ, παραλλήλως, η στοιχειώδης σοβαρότητα δεν εμφανίζεται ως προϋπόθεση για την συναναστροφή με τα λογοτεχνικά πράγματα!

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Ψευδοθεωρητικισμοί και χιλιομασημένα κλισέ για κάτι τόσον αυταπόδεικτο άμα τη εμφανίσει: το γεγονός δηλαδή ότι πολλοί ποιητές του διαδικτύου μιμούνται έως αισχρής εξαντλήσεως τις καβαφικές ή σεφερικές μανιέρες, ενώ οι πιο «διαμαρτυρόμενοι» πιθηκίζουν ασύστολα στις γραφές τους την «πληθυντική» μανιέρα του Ginsberg. (Π.χ.: Αγόρια που κλαίνε με αναφιλητά στους στρατούς! γέροι που κλαψουρίζουν στα πάρκα!… Διαμερίσματα ρομπότ! Αόρατα προάστια! Σκελετωμένα θησαυροφυλάκια! – κλπ. κλπ., στην Ελλάδα η μίμηση του συγκεκριμένου γινσπεργείου ύφους –που έχει τις καταβολές του φυσικά στον Ουίτμαν– δημιούργησε επί δεκαετίες θύματα και θύματα που πίστεψαν ότι απλά «γαυγίζοντας» θα γίνουν ποιητές με μια «επαναστατική» χροιά μάλιστα, γεμίζοντας χαρτιά και χαρτιά με παροξυσμούς σαλεμένων ή νοσηρών φαντασιογραφιών επί ανθρωπίνων τύπων οι οποίοι, αντίθετα με ό,τι επαγγέλλεται μια κοινωνικώς διαμαρτυρόμενη ποίηση, υπήρχαν κατά κανόνα μόνον στο κεφάλι των γινσπεργειοπαθών ποιητών και όχι στην πραγματικότητα).

Παρ’ όλ’ αυτά όμως, σου λέει ο άλλος, διαδίκτυο είναι, λέγε λέγε και ξελέγε, βρες και μια παρεούλα για κάνα λάικ και μπιζάρισμα, ρίξε και κάνα μπινελίκι στους σοβαρούς, κάπως θα την βγάλεις.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Πλήρης εκτροχιασμός και διαστροφή της αναγνωστικής συνείδησης όποτε συμβαίνει, γιατί το ρωμέικο πάντοτε αποπειράται να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, και να ακυρώσει ζηλοφθόνως όχι μόνο τα έγκυρα αλλά και αυτά τα επίκαιρα ή πιο σύγχρονα προς όφελος μιας εκάστοτε προτιμηθείσης παρελθοντολαγνείας.

Αντιμετώπιση: Η πραγματική κριτική που πρέπει κάποτε να εμφανιστεί και στο ελληνικό διαδίκτυο (πολύ λίγες οι θετικές εξαιρέσεις σήμερα).

Και όταν λέμε πραγματική κριτική, εννοούμε μονάχα: κατονομασία, ανάληψη ευθύνης, λογικά αιτιατές συνδέσεις στο κείμενο της κριτικής, επαρκής παραδειγματογραφία, αντιπαράθεση κειμένων όταν αυτή προκύπτει ως αναγκαία από τα προφραζόμενα, αναγωγή στην ιστορία της λογοτεχνίας, έκταση και ανάπτυξη των ιδεών και πάνω απ’ όλα: ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ (με αληθή και όχι με ψευδή στοιχεία ή παραπληροφορώντας).

Όλα τα άλλα δεν είναι παρά για τα σκουπίδια.

~ ~ ~

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

Λοξές ματιές: Κατά της δράσης

αξιον

~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τα φαινόμενα καταιγιστικής δράσης σε μια αφήγηση εγείρουν, αναπόφευκτα, σοβαρά ζητήματα αληθοφάνειας. Ακόμα χειρότερα: εντείνουν μια αίσθηση ματαιότητας των πραγμάτων και δείχνουν επιπολαιότητα του γράφοντος. Μετά από ένα σημείο είμαστε αναγκασμένοι να τα θεωρήσουμε εντελώς ανούσια.

Η ζωή, ακόμα και στις πιο πυκνές στιγμές της δεν είναι μόνο τρέξιμο, αδιάλειπτο αγκομαχητό και σφυροκόπημα, αλλά συντίθεται επίσης από παύσεις, ανάπαυλα, ακινησία, αναστοχασμό, κενά, διαλείμματα. Τείνουμε να πιστεύουμε το αντίθετο αλλά ακόμα και η πιο δεμένη αφήγηση παρουσιάζει ρωγμές υπό το βάρος της ανεξέλεγκτης δράσης. Σε ένα όνειρο μπορεί καμιά φορά να εμφανίζονται αλλεπάλληλα συμβάντα, εικόνες που διαδέχονται τάχιστα η μία την άλλη, κίνηση, ροή των πραγμάτων, αντικρουόμενες ενέργειες. Όχι όμως στην πραγματικότητα. Στην λογοτεχνία που είναι, κατά μία έννοια, συμφυρμός ονείρου και πραγματικότητας απαιτείται κάποιου άλλου είδους ισορροπία.

Τι συνιστά δράση σε μια αφήγηση; Σίγουρα έχει να κάνει με την κίνηση των ηρώων, με την βούληση, με την πράξη τους. Κεντρίζει πάντα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αλλά πόσο μπορεί να το κρατήσει; Και τι αντίκτυπο έχει μέσα του; Είναι η δράση η μόνη κινητοποιός δύναμη μιας αφήγησης; Όχι αναγκαστικά. Η αφηγηματική μηχανή δεν ενεργοποιείται, άλλωστε, πάντοτε από βαθιά, εσωτερικά αίτια. Κάποιες φορές συμμορφώνεται απλώς με τις ίδιες της τις ανάγκες. Τι σημαίνει αυτό; Ο ήρωας μιας ιστορίας κάνει το τάδε ή το δείνα, αντιδρά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, προβαίνει σε μια πράξη, όχι γιατί κανοναρχείται από μια προσωπική επιθυμία, ανάγκη, ένα εσωτερικό κέλευσμα, αλλά επειδή η ιστορία στην οποία μετέχει το ζητά, το επιτάσσει και ακόμα το επιβάλλει. Τα παραδείγματα είναι άπειρα. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα περισσότερα ευπώλητα και θα διαπιστώσει του λόγου το αληθές. Παρ’ όλα αυτά το κακό συμβαίνει και σε ιστορίες με αξιώσεις. Όπου και να εντοπιστεί πάντως το πρόβλημα (δηλαδή η δράση για την δράση) δημιουργεί κραδασμούς και προκαλεί τριγμούς που θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρο το αφηγηματικό οικοδόμημα.

Μέσα στις συμπληγάδες των εξωτερικών γεγονότων που προωθούν την αφήγηση, ο αποχρών λόγος κάποιες φορές αποσυντίθεται, θρυμματίζεται, κονιορτοποιείται. Μπλεγμένη στην σπειροειδή τροχιά της αλλεπάλληλης δράσης η αφήγηση δεν καταφέρνει να ανασάνει. Η δράση από μόνη της δεν επαρκεί για να στήσει ένα στέρεο οικοδόμημα αφήγησης. Ας δούμε για παράδειγμα το γνωστό βιβλίο Κώδικας Ντα Βίντσι – ένα εμβληματικό παράδειγμα ραγδαίας όσο και αδιέξοδης δράσης. Η θερινή ραστώνη, που ευνοεί τόσο την πνευματική νωθρότητα, αμβλύνει τις αντιστάσεις μας και μας επιτρέπει να το πιάσουμε στα χέρια μας και να ασχοληθούμε για λίγο (έστω και τόσο όψιμα) μαζί του.

Η δράση στο εν λόγω βιβλίο μοιάζει με τον ουροβόρο όφι, το φίδι που τρώει την ουρά του, δεν αφήνει πολλά περιθώρια νοηματικής εξέλιξης, παρά δημιουργεί μια ασφυκτική αίσθηση κλειστότητας. Οι ήρωες περιφέρονται σαν ανδρείκελα από δράση σε δράση σε ένα σκηνικό που θυμίζει πάρα πολύ βιντεοπαιχνίδι. Μετά την εκατοστή σελίδα το μοτίβο γίνεται τόσο κουραστικό για τον αναγνώστη που μετά βίας κρατιέται και δεν πετάει το βιβλίο από το παράθυρο, με κίνδυνο, λόγω του ασύμμετρου όγκου του, να τραυματίσει κάποιον, τυχαίως διερχόμενο, περαστικό.

Η συμπαγής ιστορία εξυπηρετείται κάλλιστα από βαθείς χαρακτήρες, που έχουν ξεκάθαρα κίνητρα, συγκεκριμένες επιθυμίες και θέλω. Οι σπινθήρες της δράσης δημιουργούνται όταν η εκπλήρωση αυτών των “θέλω” αναστέλλεται εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων, εμποδίων, ενάντιας, αλλότριας βούλησης. Ο ήρωας καλείται να ξεπεράσει τα εμπόδια με βάση τις εσωτερικές του ποιότητες, τα προτερήματα του χαρακτήρα του, την ψυχική του δυναμική. Στον Κώδικα Ντα Βίντσι το πρωταγωνιστικό ζεύγος επιδίδεται σε μια σειρά (πραγματικά ατελείωτη) επίλυσης γρίφων που το οδηγεί από τη μία αποκάλυψη στην άλλη, ξηλώνοντας σιγά σιγά το πέπλο του μυστηρίου που καλύπτει την αφήγηση. Αμφότεροι όμως, ο σταρ καθηγητής του Χάρβαρντ (sic), Ρόμπερτ Λάνγκτον και η νεαρή, γοητευτική, κρυπτολόγος Νεβώ είναι χαρακτήρες ανιαρά μονοδιάστατοι. Ο συγγραφέας τούς προικίζει υποτίθεται με ιδιαίτερες αναλυτικές ικανότητες, ευφυΐα, ευρηματικότητα, πάθος και ζήλο. Αλλά μοιάζουν με δύο παιδιά που παίζουν το κυνήγι του χαμένου θησαυρού. Λύνουν με περισσή ευκολία έναν σωρό αινίγματα, και κάθε φορά το πανηγυρίζουν με ενθουσιασμό νηπίου. Η σκέψη τους φαίνεται αγκυροβολημένη στο λιμάνι του αυτονόητου.

Άλλη καταφανής ένδειξη τεχνικής ένδειας και συγγραφικής αδεξιότητας είναι, σε αυτό το βιβλίο, ένα φαιδρό πρωθύστερο σχήμα: πρώτα συμβαίνει κάτι στην ιστορία και κατόπιν ο παντογνώστης αφηγητής το εξηγεί. Αλλά δεν αφήνει αυτή την εξήγηση να διαφανεί μέσα από την εξέλιξη, τη ροή των πραγμάτων. Αντιθέτως βάζει κατά κανόνα τους ήρωες του να αποσαφηνίζουν λεκτικά τα καθέκαστα (όπως συνήθιζε να κάνει στα τηλεοπτικά του σενάρια ο Νίκος Φώσκολος) και ξεπερνάει με μαγικές λύσεις, με μικρούς από μηχανής θεούς τους αφηγηματικούς υφάλους.

Οι ασυνέπειες, τα πλημμελώς καλυμμένα νοηματικά χάσματα, οι αδικαιολόγητες τροπές, στεφανώνονται κατά τρόπο αναμενόμενο από αφηγηματικά τερτίπια και αναπόφευκτα κλισέ: ο προδότης, το μυστικό, η διαφυγή, το ανθρωποκυνηγητό. Το μεγάλο μυστικό που πυροδοτεί υποτίθεται το αναγνωστικό ενδιαφέρον και κορυφώνει την έξαψη, προδίδεται απελπιστικά εύκολα αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το ίδιο πράγμα ειπώθηκε – και με απείρως καλύτερο τρόπον από τον Καζαντζάκη, τον Σκορτσέζε, τον Σαραμάγκου κτλ. Δεν θα κάνω spoiler ποιο είναι αυτό το επτασφράγιστο μυστικό για να μην αποθαρρύνω τον φιλοκάματο (αλλά και μαζοχιστή) αναγνώστη που επιθυμεί, παρόλα αυτά να αναμετρηθεί με τις εξακόσιες τόσες σελίδες του Κώδικα Ντα Βίντσι.

Οι μόνες φορές που πατάει φρένο ο συγγραφέας είναι για να μας σκοτίσει με εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που μοιάζουν να έχουν συλλεχθεί από αμφιβόλου εγκυρότητας λήμματα της Wikipedia ή από βιβλία συνομωσιολογίας. Αν και είναι γνωστή μια τάση της αμερικάνικης πεζογραφίας να αναλώνεται σε ενδελεχή έρευνα πριν βουτηχθεί στα άγνωστα νερά της μυθοπλασίας, εδώ ακόμα και αυτό φαίνεται ελλιπές. Αλλά και η ίδια η έρευνα γύρω από το υλικό που πρόκειται να απαρτίσει την βασική θεματική του βιβλίου, μοιάζει καμιά φορά στα ευρωπαϊκά μάτια μας (sic), ως μια ανόητη αμερικάνικη πρακτική. Ο συγγραφέας καλό είναι να έχει εμπεδώσει το υλικό που επιχειρεί να τιθασεύσει, μέσα από διαβάσματα, εμπειρική γνώση, διαίσθηση και τριβή. Όχι να ενδιατρίβει σαν προπτυχιακός ή και μεταπτυχιακός φοιτητής σε αποδελτιώσεις, αποσπασματική μελέτη έργων, συλλογή πληροφοριών, πλάγια και σταυρωτή ανάγνωση. Όσον αφορά την έρευνα πριν την συγγραφή: δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τον Μπέρνχαρντ να προβαίνει σε έρευνα πριν το γράψιμο κάποιου βιβλίου του, ή τον Μπέκετ ή τον Καλβίνο ή τον Μοράβια. Προφανώς υπήρξαν όλοι τους κινητές βιβλιοθήκες. Και ασφαλώς είχαν εμπεδώσει όλοι τους πολύ καλά γνωσιακό υλικό πολύτιμο για τα βιβλία τους. Αλλά κάτι τέτοιο ήταν για αυτούς modus vivendi –είχε να κάνει συλλήβδην με την συγγραφή. (Τελευταία και πολλοί Έλληνες συγγραφείς που καταγίνονται κυρίως με το ιστορικό μυθιστόρημα, επιδίδονται προφανέστατα, σε έρευνες και μελέτες προ της διαδικασίας της συγγραφής, με φαιδρά συνήθως αποτελέσματα…).

Αρκετά όμως με αυτόν τον ογκόλιθο φλυαρίας και δραματικής αμετροέπειας. Κάποιες φορές για να ξεπλυθούμε από το μίασμα της φτηνής ανάγνωσης, οφείλουμε να προστρέξουμε στα αντίθετά της. Βέβαια εδώ θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δεν υπάρχει κάποια φανταστική διάκριση που χωρίζει τα μνημεία του λόγου σε έργα δράσης και έργα μη δράσης. Ένας τέτοιος διαχωρισμός θα ήταν αστόχαστος. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν λογοτεχνικές πλατφόρμες, αισθητικά ρεύματα και τάσεις που γύρισαν συνειδητά την πλάτη στην δράση ως αφηγηματικό εργαλείο και την υπονόμευσαν με υποδειγματικό τρόπο.

Ας ανατρέξουμε λοιπόν σε κάποιους από τους διαχρονικούς μέντορες της “αντι-δράσης” (της έλλειψης δράσης στην αφηγηματική ροή ή καλύτερα της άρνησης δράσης). Μια χαρακτηριστική ομάδα συγγραφέων που προέταξε τα στήθη της, συγκροτημένα και με μεγάλη επιδραστικότητα, σε όλον αυτόν τον συρφετό της δράσης ήταν οι εκφραστές του Θεάτρου του Παραλόγου. Γύρω στην δεκαετία του ’50 και του ’60 αυτοί οι συγγραφείς είπαν με τα έργα τους (συν τοις άλλοις και) ένα εκκωφαντικό στοπ σε όλη αυτή την μετακινούμενη και αδίκως ξοδεμένη ενέργεια. Βέβαια τα έργα τους δεν είναι σε καμία περίπτωση ακίνητα. Η γραμμικότητα εκεί αντικαθίσταται από την ελλειπτικότητα, την ατελή τροχιά, την χαοτική κίνηση. Την θέση της δομημένης αρχιτεκτονικής με την ευκλείδεια γεωμετρία της καταλαμβάνει μια τρελή χωροταξική αναρχία. Κάθε έννοια λογικής εξέλιξης αποδομείται. Είναι φυσικό σε ένα τέτοιο περιβάλλον, στο κβαντικό κουτί του θεάτρου του παραλόγου, να μην έχουμε σύσταση χαρακτήρων με την παραδοσιακή έννοια. Αντιθέτως εκεί κυριαρχούν τα ανδρείκελα, οι μαριονέτες του ανέμου που λικνίζονται στους ρυθμούς της τυχαιότητας. Επομένως υπάρχει πρόδηλη αναντιστοιχία ανάμεσα στα εσωτερικά κίνητρα του κάθε χαρακτήρα και στην εξωτερική έκφρασή τους – μια αναντιστιχία όμως που λαμβάνει, αναπόφευκτα, πολιτικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές διαστάσεις.

Πάνω σε αυτό το θέμα δεν χρειάζεται, ασφαλώς, να μακρηγορούμε. Για περισσότερες πληροφορίες ο καθένας μπορεί να ανατρέξει στα διαφωτιστικά βιβλία του Μάρτιν Έσλιν. Ίσως οφείλουμε να αναφερθούμε μόνο στον Μπέκετ (σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ζητήσω ταπεινά συγγνώμη από τον εύθικτο και ευαίσθητο αναγνώστη. Είναι παράταιρο σε ένα σημείωμα που αναφέρεται ο Νταν Μπράουν να παρεισφρέει ξαφνικά το βαρύγδουπο όνομα Σάμουελ Μπέκετ, ωστόσο η ψευδαίσθηση της οικειότητας που έχουμε με τους αγαπημένους μας συγγραφείς, μας δίνει καμιά φορά το δικαίωμα να τους συμπεριφερόμαστε ανάρμοστα). Ο Ιρλανδός συγγραφέας λοιπόν –πέρα από την αυτονόητη τομή που επιχείρησε στο λογοτεχνικό κατασκεύασμα εν γένει– διακρίνεται και για ένα ιδιότυπο χαρακτηριστικό του: το απαράμιλλο χιούμορ του. Η γραμμική δράση είναι κατά κανόνα σοβαροφανής, παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό της, αφού αναλώνεται σε επεξηγήσεις, αιτιάσεις και αποδεικτικούς συλλογισμούς. Το κείμενο στον Μπέκετ διασώζεται πάντα από το ίδιο του το χιούμορ. Το όλο ύφος του είναι συνυφασμένο με το ιδιότυπο, μαύρο και σαρδόνιο αυτό χιούμορ. Ο Μπέκετ παρωδεί την ίδια την ουσία της δράσης και κατ’ επέκταση την ίδια την ύπαρξη, μιας και η δράση, η κίνηση, ταυτίζεται πολύ συχνά με τη ζωή. Η στάση του υπαγορεύεται από γερή φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων. Έτσι σε κάποια έργα του δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα (βλ. το Ακατανόμαστος) ενώ σε άλλα η υποτυπώδης δράση καταμερίζεται σε τόσο μικρές και ανούσιες τομές συμβάντων που μέσα της κατακρημνίζεται κάθε έννοια νοηματικής συνοχής. Και αυτό φυσικά από μόνο του παράγει άλλους κύκλους νοήματος.

~  ~  ~

Το θέατρο του παραλόγου ως αισθητικό και ιδεολογικό κίνημα ήταν φυσικό να εκπνεύσει πολύ σύντομα. Άφησε όμως βαριά παρακαταθήκη στις επερχόμενες λογοτεχνικές γενιές. Πριν και μετά το εν λόγω κίνημα γίναν, ως γνωστόν, πολλές προσπάθειες εφαρμογής μιας άλλης λογοτεχνικής φόρμας που απέβλεπε στην ανατροπή των κατεστημένων δομών, τρόπων, ηθών. Μέσα σε αυτά αναθεωρήθηκε πολύ ουσιαστικά και το ζήτημα της δράσης, ως μέσου εξέλιξης του αφηγηματικού γίγνεσθαι. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο παρήχθη κάποτε αλεατορική λογοτεχνία (κατά το πρότυπο της αλεατορικής μουσικής –συνθέσεων δηλαδή που βασίζονται απολύτως στην τυχαιότητα) ίσως η ομάδα των Oulipo να έπαιξε κάποτε με αυτόν τον κανόνα – καθώς ο νόμος της τυχαιότητας είναι και αυτός ένας νόμος. Ή ίσως να προήλθαν ανάλογοι πειραματισμοί από λετριστές συγγραφείς. Δεν είναι πάντως δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί τέτοιου τύπου απόπειρες έφτασαν σε αναπόδραστα αφηγηματικά αδιέξοδα και σβήσανε άδοξα.

Ως αναγνώστες, ως φιλοθεάμον κοινό, ως ακροατήριο είμαστε βαθιά και αναπόδραστα αριστοτελικοί, εδώ και 3000 χρόνια περίπου. Επιθυμούμε αρχή, μέση και τέλος στις ιστορίες που παρακολουθούμε και διαβάζουμε. Θέλουμε έλεος και λύτρωση. Πολλές εξηγήσεις υπάρχουν για αυτό. Εγκεφαλικοί λόγοι (φυσιολογία του εγκεφάλου), τρόποι πρόσληψης της πραγματικότητας κ.ά. Οι κανόνες της αφήγησης που ταλανίζουν τόσο πολύ τους σεναριογράφους, λιγότερο τους θεατρικούς συγγραφείς και ακόμα λιγότερο (δυστυχώς) τους μυθιστοριογράφους, θεσπίστηκαν απο πολύ παλιά (Όμηρος, Τραγικοί, Αριστοτέλης). Και έκτοτε δεν έχουν πάψει να επιβάλλουν την εξουσία τους στα γραπτά μνημεία μας.

Η αλήθεια είναι ότι, κατά βάθος, δυσανασχετούμε με την παντελή απουσία δράσης. Αλλά και την καταιγιστική δράση την θεωρούμε δήγμα ρηχότητας, πνευματικής ένδειας και έλλειψη φιλοσοφικής συγκρότησης. Μπορεί να θεωρηθεί όλο αυτό και ως μέρος της τραγικότητας του σύγχρονου αναγνώστη: είμαστε αναγκασμένοι να επιθυμούμε δυο εκ διαμέτρου αντίθετα πράγματα. Η ισορροπία είναι αρκετά λεπτή. Αλλά τίθεται όντως κάποιο διακύβευμα; Ποιος ενδιαφέρεται για φλυαρίες και λογοτεχνικά φληναφήματα, όταν έχει να διαλέξει ανάμεσα σε αυτά και στα σαγηνευτικά δίχτυα της σφιχτοδεμένης πλοκής, όπου όλα γίνονται γρήγορα και κυριαρχεί το σασπένς; Στην ακριβώς αντίπερα όχθη βρίσκονται τα μυθιστορήματα, ανάμεσά τους και κλασικά, όπου δεν συμβαίνει τίποτα, επικρατεί μια ολύμπια ακινησία και απόλυτη έλλειψη εξωτερικής δράσης. Εκεί όμως υπάρχουν συχνά τα διαπιστευτήρια της λογοτεχνικής αρετής και της ποιοτικής ανάγνωσης. Κάποιες φορές επιλέγουμε μια από τις δυο κατηγορίες με γνώμονα την ιδιοσυγκρασία μας ή την εκάστοτε ψυχολογική και συναισθηματική μας κατάσταση.

Κάποιος θα πει ότι ο ίδιος ο λόγος με τις κινήσεις του, τις μεταβολές του, τις ανωφέρειες και τις κατωφέρειές του, τις εντάσεις, τα ποικίλματα, τις αποχρώσεις, το fortissimo και το pianissimo, δεν αποτελεί απλώς πεδίο δράσης, αλλά συνιστά δράση. Αρκετά ρομαντική άποψη με κάποια ψήγματα αληθείας. Πάντως αν δούμε τον λόγο ως δράση, ξεπερνάμε μεμιάς το δίλημμα που αναφέραμε παραπάνω και εισερχόμαστε στον μαγευτικό κόσμο της αφήγησης με μια αναγνωστική αθωότητα που υπόσχεται μεγάλες συγκινήσεις.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Δύο φίλοι

 ΓΕΩΡΓΉ ΒΙΒΛΊΟ.  ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Την 24η Ιουλίου 1974 ο Γιώργος Σεφέρης δεν πρόφτασε να τη ζήσει. Είχε προηγηθεί ο θάνατός του, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Όμως στον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η συμμετοχή του υπήρξε διαρκής, πολύπλευρη και αταλάντευτη. Το αργότερο από το 1969, όπως σημειώνει ο βιογράφος του, ο Σεφέρης «βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο κάθε λογοτεχνικής διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος.»

Απ’ τα ποικίλα επεισόδια αυτής της συμμετοχής, γνωστά στο ευρύτερο κοινό είναι μόλις δύο: η περίφημη δήλωση του ποιητή στο ΒΒC στις 28.3.1969, που βρήκε παγκόσμια απήχηση, και η συμβολή του στη συλλογική αντιστασιακή έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα τον Ιούλιο του 1970. Δεν είναι όμως τα μόνα. Όπως δεν είναι ευρέως γνωστός, ο ρόλος που διαδραμάτισε όλη αυτή την περίοδο στο πλευρό του Σεφέρη ο, έμπιστος φίλος του, Στρατής Τσίρκας.

Ήδη από το 1967 ο Σεφέρης είχε πάρει τη διπλή απόφαση: Να μείνει στην Ελλάδα («Μού λένε να φύγω; Να πάω πού; Δεν μπορώ άλλο την προσφυγιά. Εδώ θα μείνω με τους ανθρώπους που μιλούν τη γλώσσα μου, σ’ αυτό το τοπίο που δεν μπορώ πια να τ’ αποχωριστώ.»)· και να σιωπήσει εκδοτικά («Έπειτα από τα καμώματα της 21ης του Απρίλη, πήρα την απόφαση να μην τυπώνω πια στην Ελλάδα όσο βασιλεύει η λογοκρισία»).

Ειδικά αυτή η τελευταία απόφαση του Σεφέρη δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Γεωργής στο πρόσφατο, εξαίρετο, βιβλίο του Η συνάντηση Στρατή Τσίρκα – Γιώργου Σεφέρη. Μια φιλία που βράδυνε (Καστανιώτης, 2016, όθεν και όλα τα εδώ παραθέματα), η εθελούσια αποχή του Σεφέρη από την εκδοτική δραστηριότητα «φαίνεται ότι έγινε γνωστή μέσω του Τσίρκα σ’ έναν ευρύ κύκλο Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Η πατρότητα της ιδέας για σιωπή των συγγραφέων φαίνεται όμως ότι ανήκει στον Τσίρκα».

Στο ιστορικό της πολυκύμαντης σχέσης αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, που με τεκμηριωμένο όσο και τερπνό τρόπο φιλοτεχνεί, ο Γεωργής μας δείχνει πώς ο Τσίρκας με τις συγκινητικές φροντίδες του σταθερά ενθαρρύνει και παρακινεί τον πρεσβύτερο φίλο του, τον οποίο τόσο αγαπούσε και θαύμαζε, στις δημόσιες τοποθετήσεις του εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Και να σκεφτεί κανείς, ότι η σχέση των δύο ανδρών είχε ξεκινήσει τριάντα χρόνια πριν, επί Κατοχής, με μια δημόσια αντιπαράθεση!

tsirkas002Έτσι, στις 18.12.1970, Σεφέρης και Τσίρκας και συνολικά 28 συγγραφείς και καλλιτέχνες από όλο το πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά ώς την αριστερά, πράγμα ώς τότε πρωτοφανές (ανάμεσά τους οι Ρίτσος, Θεοδωράκης, Σινόπουλος, Χάκκας, Βαλτινός, Κουμάντος, Συνοδινού, Σαμαράκης κ.ά.) συνυπογράφουν τηλεγράφημα συμπαράστασης προς τους Καταλανούς διανοουμένους και καλλιτέχνες (μεταξύ τους οι ζωγράφοι Μιρό και Τάπιες, η συγγραφέας Ματούτε κ.ά.) που σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς το φρανκικό καθεστώς είχαν εγκλειστεί συμβολικά στο ιστορικό Αβαείο του Μονσεράτ.

Στις 23.3.1971, και με αφορμή την συμπλήρωση των 150 ετών της Επανάστασης, οι δύο φίλοι και άλλοι 131 συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, και πάλι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, συνυπογράφουν διακήρυξη για τον «αληθινό χαρακτήρα» και το «ιδεολογικό περιεχόμενο» του Ξεσηκωμού: «Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του».

Τέλος, στις 9.7.1971, ο Γιώργος Σεφέρης σε κείμενό του στον Figaro Literraire για την εκατοστή επέτειο των γενεθλίων του Μαρσέλ Προυστ κλείνει την αναφορά του στον Γάλλο μυθιστοριογράφο καταγγέλλοντας τη φυλάκιση του μεταφραστή του στην Ελλάδα, Παύλου Ζάννα, από το απριλιανό καθεστώς. Και αυτό το κείμενο, ο ποιητής το είχε συζητήσει προηγουμένως με τον φίλο του. Όπως θυμάται ο ίδιος ο Τσίρκας στο κείμενο με το οποίο τον Σεπτέμβρη του 1971 αποχαιρέτησε από τις στήλες του Βήματος τον Σεφέρη:

Πρώτη του Ιούλη, δειλινό, είκοσι περίπου μέρες πριν να μπει στον Ευαγγελισμό. Απ’ το γραφείο του περάσαμε στην πλακόστρωτη αυλή που τη χωρίζει μια μεγάλη τζαμωτή πόρτα, τις πιο πολλές φορές κλειστή, όταν δούλευε. Καθίσαμε γύρω από το χαμηλό τραπέζι, εκείνος με τη ράχη στη δύση κι εγώ κάπως αντικριστά του. Σχολίαζε αργά ένα κείμενό του στα γαλλικά για τα εκατό χρόνια του Μαρσέλ Προυστ […]

Χαμήλωσα και πάλι τα μάτια στο κείμενο. Τώρα μιλούσε για το μεταφραστή του «Αναζητώντας», το φίλο του και φίλο μου, τον αγαπημένο μας και φυλακισμένο Παύλο Ζάννα. «Για κοίτα», έλεγα μέσα μου, «το κείμενο για τον Προυστ το έγραψε μόνο και μόνο για να θυμίσει στον κόσμο τη μοίρα του Παύλου. Αυτή η σκέψη, αυτή η αγωνία για τους φυλακισμένους, δεν τον αφήνει, του σκάβει τη ζωή».

Έγραψα ήδη, ξετυλίγοντας το συναρπαστικό νήμα της εξιστόρησης του Γ. Γεωργή για τη σχέση των δύο ανδρών, ότι η φιλία του Γιώργου Σεφέρη και του Στρατή Τσίρκα είχε ξεκινήσει απρόοπτα: με μια δημόσια αντιδικία. Τον Μάιο του 1942, σε σημείωμά του σε περιοδικό της Αλεξάνδρειας, ο Τσίρκας παρουσιάζει την έκδοση των καλβικών Ωδών, που είχε μόλις κυκλοφορήσει στην Αίγυπτο, σχολιάζοντας επικριτικά το εισαγωγικό κείμενο του Σεφέρη. seferiΕίναι η εποχή, θυμίζω, μεσούντος του Πολέμου, όπου ο διπλωμάτης Γεώργιος Σεφεριάδης, ακολουθεί την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στις περιπέτειές της, περιπλανώμενος προσωπικά μεταξύ Κρήτης, Καΐρου, Αλεξάνδρειας, Πρετόριας και Ιεροσολύμων. Εκεί άλλωστε, στην Ιερουσαλήμ, όπου και οι δυο τους είχαν καταφύγει προσωρινά εμπρός στον κίνδυνο του προελαύνοντος Ρόμελ, αναφέρει ο Τσίρκας ότι είδε τυχαία τον Σέφερη για πρώτη φορά («είχε έρθει με τη γυναίκα του και έβγαινε απ’ το ελληνικό προξενείο»).

Οι ενστάσεις του Τσίρκα για τη σεφερική ανάγνωση του Κάλβου είναι τόσο πολιτικές όσο και αισθητικές· έχουν τις καταβολές τους στη χρόνια ήδη τότε διαμάχη μεταξύ στρατευμένης και καθαρής ποίησης, και ως τέτοιες διατηρούν την επικαιρότητά τους ώς σήμερα. «Ο πρόλογος» του Σεφέρη, αναγνωρίζει ο Καϊρινός συγγραφέας, ταγμένος ήδη από τότε στους κόλπους της μάχιμης αριστεράς, ασφαλώς

αποτελεί πολύτιμη συμβολή στη μελέτη του έργου του Κάλβου από αισθητικής και γλωσσικής απόψεως και θα είναι εντρύφημα για τους, δυστυχώς, ευάριθμους καλβολάτρες. Η γνώμη μας όμως, είναι πως η εκλογή της μελέτης αυτής από τους εκδότες για να παρουσιασθεί μια έκδοση που έχει χαρακτήρα λαϊκό, δεν ήταν πετυχημένη. Ούτε συμβιβάζεται με το σκοπό που βάλανε στον εαυτό τους οι Νεοαλεξανδρινοί: Να γνωρίσουν δηλ. πλατύτερα «το ιδανικό που εμψυχώνει την Ελλάδα στην ηρωϊκή της θυσία που ήταν και ιδανικό του Κάλβου.» Για τα ιδανικά του Κάλβου δεν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος στον πρόλογο. Τίποτα για το καθαρά διανοητικό του πάθιασμα για τη λευτεριά, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική αρετή, την Ελλάδα…

Με αυτό το κριτήριο, συνεχίζει ο Τσίρκας,

η μελέτη του κ. Σεφέρη μοιάζει μάλλον με βαθυστόχαστη προσπάθεια να δικαιολογήσει στα μάτια των οπαδών της «άδολης ποίησης» μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ίδιος, τη διγλωσσία και την πατριωτική ποίηση του Κάλβου […]

Σαν εισαγωγή σ’ ένα έργο όπου ακούγεται ο Ωκεανός να μουγκρίζει μ’ όλη του την υδάτινη έξαρση, όπου νιώθεις το Χρόνο που

Περιτρέχει την θάλασσαν
Και την γην όλην

να σ’ αγγίζει με τα κοκκαλιάρικά του δάχτυλα, όπου σε καψαλίζει η λάβα όλων των ευγενών μετάλλων που λιώνουν κάτω από την αξεδίψαστη διανοητική φλόγα του αδιάλλαχτου ιδεαλιστή, μας δίνει ένα χαμηλόφωνο μονόλογο αισθητικού ταχυδακτυλουργού σε βραχμάνικο χρυσελεφάντινο ναΐσκο.

Και μόνο η τελευταία αυτή φράση, φράση βγαλμένη από πέννα θα ’λεγε κανείς ήδη σπουδαίου και κατασταλαγμένου παρά τη νεότητά του κριτικού (ο Τσίρκας δεν έχει κλείσει όταν γράφεται τα 31 του χρόνια), αρκεί νομίζω για Γιώργος Γεωργήςνα εξηγήσει την έντονη δυσφορία που προκάλεσε στον -έντεκα χρόνια μεγαλύτερό του- Σεφέρη το κείμενό του. Από την αλληλογραφία του με τους Αλεξανδρινούς φίλους του Παναγιωτόπουλο και Μαλάνο, μαθαίνουμε ότι για ένα διάστημα ερωτοτρόπησε με την ιδέα να απαντήσει προσωπικά στον Τσίρκα, για τον οποίο ζητεί μάλιστα από τον δεύτερο διά του πρώτου πληροφορίες («Ρώτησε τον Τίμο ποιος είναι αυτός ο τύπος και αν αξίζει να τον περιλάβω.»)

Στο τέλος, όπως σημειώνει ο Γεωργής, «θα επιλέξει την προσωρινή αποσιώπηση του θέματος». Θα επανέλθει σ’ αυτό, έναν χρόνο μετά, εμμέσως και παρεμπιπτόντως, στην πολύκροτη ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στο «Ριάλτο» της Αλεξάνδρειας στις 6 Μαΐου 1943. Και έχοντας τον ίδιο τον Τσίρκα στο ακροατήριο να τον ακούει…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Λάμπρος Λαρέλης: Vita poetica

 

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι μπουρδολόγοι σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθές.

~ ~ ~

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΚΔΟΤΙΣΚΟ

Ιούδας; Όχι δα! Φτωχομαλάκας…
Σιγανοπαπαδιά σιελοφόρα
που ’κανε τη ρομαντικιά ώς την ώρα
να σπιτωθεί κι αυτός μες στην Παράγκα.

(Πια τρώει ενός σκατόγερου τα φράγκα
στίχους σωρό τυπώνοντας της πλάκας.)

~ ~ ~

ΣΕ ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟ ΞΕΜΩΡΑΜΕΝΟ

Τι νόμισες, τα πλήθη θα σ’ υμνήσουν;
Α, τούβλο, κοκκορόμυαλος θα ήσουν!
Τα πλήθη απαξιούν και να σε φτύσουν.

~ ~ ~

ΣΕ ΠΡΩΗΝ ΤΙΜΗΤΗ, ΣΦΟΓΓΟΚΩΛΑΡΙΟ ΤΩΡΑ

Τσιρίζοντας στα ογδόντα ντεσιμπέλ
κατήγγελλες σινάφια και καρτέλ
κι έκανες κρότο μες στη σαστιμάρα.
Μα γρήγορα σε βούβανε η Βαβέλ·
στον σβέρκο που τον είχες για Νομπέλ,
πια τώρα πέφτει σύννεφο η σφαλιάρα.

~ ~ ~

ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΠΑΡΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

Ο θάνατός Σου – τι θεόσταλτη ευκαιρία!
Ας μη σε χώνευα, είχαμε κοινούς εχθρούς:
υμνώντας του Έργου σου την τόση σημασία,
μαζί μ’ εκείνο θα τους θάψω κι αυτουνούς.

~ ~ ~

ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ

Ο Σκέρτσος και ο σιορ Λειρής κι ο Ξέβρας
από της μέρας το έμπας ώσμε το έβγας
ομάδι ομώσασι βιβλία να βγάνου.
Αμόλα ο Σκέρτσος στη σελίδα απάνου
τσιρλιά και πόρδους ᾽πο τ᾽ αντερικά του,
βάθος να δώση κι ύφος στ᾽ Άπαντά του.
Με μια πιρούνα ο σιορ Λειρής τσιμπούσε
το έργατο που κει μπρος του βουρβουρούσε
κι αλάτιζέ το για να νοστιμέψη.
Μα δεν πετύχαινε ποτές τη γέψη
και στράφι πήγαινε η δουλειά του η τόση.
«Γιάντα καθυστεράς ;» του κάνει ο Ξέβρας
πούτανε κι αυτουνού του να τυπώση.
Και του αποκρίθηκε ο πρεσσάς με σέβας :
«Μια μέση και μια γλώσσα ειμ᾽ ο καημένος
κι απ᾽ τα χρειαζούμενα αποστερεμένος.
Ζωή να πης κι αυτή του χαμαιτύπη !
Όσο κι αν γλείφω, πάντα κάτι λείπει . . .
Παχύς ο Σκέρτσος, κι έχει πάτο αφράτο,
μα εδώ ᾽χω ανάγκη πράμα πιο ξυγγάτο.
Κώλον φαρδύ κι ακένωτον ακόμα
στα ξώφυλλά μου για να δώση χρώμα.
Α δε βαστώ, ζόρια βαριά μου επέσα.
Βούηθα και συ, μπρε Ξέβρα ! Χέσε μέσα . . . »

~ ~ ~

ΚΑΚΟΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Eίχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΦΕΡΕΣΙΑΔΗΣ

Απείτις του γυρίσανε τη ράχη οι κριτικοί,
του Ποιητού πολύ του κακοφάνη·
και στο σινάφι έβγαλε φετφά
μ’ ανάθεμα βαρύ και κατηγόριες.

Πως οι γραφιάδες πράξαν αλαφρόμυαλα,
και την εμπιστοσύνη του προδώσαν·
πως δόλια εσούρθηκαν χαμαίς και του δαγκάσαν
τα χέρια τα ευεργετικά που τους χαϊδεύαν,
αντίς να τρέξουνε ευλαβώς να τα φιλήσουν·
πως άλλος πιο φριχτά δεν έφταιξε, μα ατός του,
που σκέφτηκε ο λωλός έτοιους ανήξερους,
για το Έργο του, που έχει πλοκάμια τόσα,
να στέρξει, να καταδεχτεί να τους ρωτήξει.

― ’Σύχασε, Ποιητά, στο χέρι σου είναι
κι άλλη φορά δεν τους ματαρωτάς.
Ή τις ορμήνειες αρχινάς ώς να αποκάμουνε
και το πολύ το ψου ψου ψου στ’ αυτί,
ώσπου σκασμένοι από το ινάτι σου στο τέλος,
σεβαστικά πια να σου γράψουν τά που θες.

~ ~ ~

ΕΙΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΝ

Ο Καίσαρ, άγριος θύτης η Ιστορία,
στη Μοίρα του έκλινε μπροστά το γόνυ,
ο Αλέξανδρος εχάθη στην Ασία
κι ο Διγενής πάντα λυγάει στ’ Αλώνι.

Οι φαραώ κοιμούνται στη Σαχάρα,
άμμος ψιλή τούς κήδεψεν η Λήθη,
τους κάιζερ θέρισε πικρή η Κατάρα
κι οι σάχηδες ξεπέσαν, μείναν μύθοι.

Πλην όμως, κι αν παρήκμασεν η Ρώμη,
το Τείχος πια κι αν έχει καταρρεύσει,
η Πόλις η ίδια κι αν εάλω ακόμη –
ασήμαντα όλα μοιάζουν, δίχως γεύση !

Εμπρός στης Γλώσσας τον κρυφό Μεσσία
που δίνει στα ποιήματά σου Ουσία.

Κίμων Καλαμάρας: Η παρακμή της Ρώμης

shado

Αγαπητέ Γιώργο και αγαπητή Καίτη

Τα χρόνια που οι Ρωμαίοι ήταν κυρίαρχοι του κόσμου, ένας από τους πιο υψηλούς ηθικούς κανόνες της κοινωνίας αυτής ήταν η φιλία. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Πύριλλος, έμεινε γνωστός για τα υδραγωγεία και τα λουτρά που χρηματοδότησε στις δυτικές συνοικίες, από τα προάστια μέχρι και τις παρυφές της Ρώμης. Όμως η ιστορία, καθώς τον μνημονεύει κυρίως για τα δημόσια αυτά έργα, τον αδικεί.

Από τα επιμέρους οφέλη για την υγιεινή των κατοίκων της ιδιαίτερης αυτής περιοχής, περάσαμε στην ολική αναβάθμισή τους. Οι άνδρες άρχισαν να συχνάζουν εκεί αναζητώντας παρέες με νόημα, άρχισαν να κοινωνικοποιούνται και να τους απασχολούν τα τρέχοντα ζητήματα, να καλλιεργούν καθημερινά τις φιλοσοφικές τους ανησυχίες και να προτιμούν μια καλή πολιτική συζήτηση σε μια φιλική ατμόσφαιρα, από τις μέχρι πρότινος άσκοπες συνήθειές τους, που περιορίζονταν στην κατανάλωση φθηνού οίνου. Οι γυναίκες διατηρούσαν πλέον καθαρό το σπίτι, που τώρα είχε μεταμορφωθεί σε ένα ευτυχές καταφύγιο, σε ένα πραγματικό κάστρο, σε μια ερωτική φωλιά. Τα λουτρά και το τρεχούμενο νερό, έφεραν την καθαριότητα στην σωματική υγιεινή και την διαύγεια στην ηθική ζωή.

Οι ευχάριστοι κύκλοι συζητήσεων, που αρχικά δέχτηκαν δριμεία κριτική περί της χρησιμότητάς τους, γρήγορα μετατράπηκαν σε φιλοσοφικούς κύκλους. Η πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Πύριλλου, που πολύ ορθώς είχε σκεφτεί πως, για να αλλάξει ο άνθρωπός θα πρέπει πρώτα να αλλάξει η πόλη, απέδιδε τους πρώτους της καρπούς. Οι άξεστοι πολίτες που μέχρι χθες πέταγαν πέτρες στον αέρα, περιμένοντας μάταια τον χρόνο να κυλήσει, έγιναν οι διανοούμενοι, υπαρξιακοί της διπλανής πόρτας. Οι οικογενειακές σχέσεις άρχισαν να ομαλοποιούνται και η ευτυχία άρχισε να φωλιάζει σε κάθε εστία, πάνω σε κάθε πλακόστρωτο δρομάκι. Έτσι, οι υποβαθμισμένες δυτικές συνοικίες της Ρώμης, άρχισαν σιγά σιγά να αναπνέουν τον καθαρό αέρα του δυτικού πολιτισμού, αναρριχώμενες την σκάλα της πνευματικής δόξας.

Από αυτές τις συνοικίες βγήκε ο μεγάλος θεωρητικός της οικονομίας Μπερτολδίνος, ή ο ζωγράφος αμφορέων και ναών, Σκάντζιος. Εκεί έζησε ο ποιητής Τίμων ο Αναξαμένης και εκεί διέπλασε συνειδήσεις, ο μεγάλος διδάσκαλος των παίδων Παπάριους. Και ω! η υπέροχη στιγμή, που όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνδρες συναντήθηκαν κάποτε, όπως λέει η ιστορία, τυχαία, σε ένα πνιγμένο από τους υδρατμούς δημόσιο λουτρό, με τ’ αχαμνά τους να στάζουν ιδρώτα και καθώς τσούγκριζαν τα aqua vitae ανάμεσα από ατέλειωτες φιλοσοφικές διαμάχες περί στηθών και οπισθίων των γυναικών, η φλόγα μιας όμορφης και αγνής φιλίας άναψε… φλόγα που έμελε να κρατήσει μια ζωή και να μας ανταμείψει με τα γνωστά αριστουργήματα της τέχνης, με τα σύγχρονα φιλοσοφικά πίτουρα με τα οποία και εξετράφη η δυτική σκέψη περί μακροοικονομίας και παιδείας αντιστοίχως. Είναι η φιλία λοιπόν… βεβαίως τα λουτρά και τα υδραγωγεία του Πύριλλου, αλλά κυρίως η φιλία, καθώς αυτή εμπεριέχει το στοιχείο του έρωτα, της αγάπης, της δημιουργίας. Είναι η φιλία που ύψωσε τον ρωμαϊκό πολιτισμό, πάνω από τα όρη και τις ταραχώδεις θάλασσες της Μεσογείου, θέλοντας να κάνει τον άνθρωπο να αγγίξει τα σύννεφα, κάτι από την θεϊκή φτέρνα του Δία.

Αγαπητέ Γιώργο, είσαι ο μοναδικός φίλος που γνωρίζω μια ζωή σχεδόν, από το δημοτικό μέχρι σήμερα… πάνε 30 έτη, manus in mano, bona fide και cum laude. Έκατσα λοιπόν ώρα πολλή και συλλογίστηκα. Έπειτα, έμεινα για διαστήματα χωρίς να πιέζω τον εαυτό μου να βρει μια απάντηση. Και μετά, με καθαρό μυαλό ξανάπιανα να συλλογίζομαι την φιλία μας. Την βδομάδα που πέρασε, σκέφτηκα εις βάθος, και τελικά, κατόρθωσα να δω απευθείας στην ψυχή σου·… μια για πάντα! Κάτω από την σκόνη των ετών και των συναισθημάτων, ξεδιάλυνα μια μεγάλη καρδιά, μια απέραντη μεγαλοψυχία. Έτσι κατέληξα πως, η μεγαλοψυχία σου απαντά στην ερώτηση, γιατί εσύ και η Καίτη δεν έχετε ποτέ σας ενοχληθεί -είτε στο παρελθόν, είτε ακόμη και πιο πρόσφατα- με το ότι η κοινή μας φίλη Μαίρη, από καιρού εις καιρόν, αρέσκεται να μας κατηγορεί. Πότε εσάς τους δύο στους φίλους σας, πότε την Ναταλί και μένα σε σας, κ.ο.κ. Για κανέναν απολύτως λόγο. H Μαίρη, την οποία είχα την καλή διάθεση να συστήσω στην όμορφη παρέα μας. Ακριβώς δεκαεπτά έτη πριν. Λοιπόν Γιώργο, στέκομαι ακίνητος σαν μπροστά από ακέφαλο ρωμαϊκό γλυπτό στην Αρχαία Αγορά και πραγματικά θαυμάζω την μεγαλοψυχία σου αυτή.

Η καημένη η Μαίρη… Τις προάλλες την είδα στην γειτονιά να ταΐζει γύρω στις 38 γάτες, έξω από κάποια εγκαταλελειμμένη κατοικία και συνειδητοποίησα πως, δεν έχει άλλους φίλους εκτός από τους δικούς σου και την πρώην σύζυγό μου. Έτσι, αφού το σκέφτηκα όπως σας είπα, πραγματικά σας συγχαίρω για την μεγαλοψυχία σας να καλέσετε στον γάμο, όχι μόνο την Μαίρη αλλά και την Καλλιόπη, την οποία και είχα κάποτε παρατήσει, εις τα κρύα κάποιου λουτρού.

Στο ίδιο πνεύμα, προσπαθώντας να γίνω καλύτερος άνθρωπος… σας στέλνω μια λίστα με ονόματα από γυναίκες με τις οποίες σχετιζόμουν, ώστε να τις καλέσετε και αυτές στον γάμο σας. Και γιατί όχι; Στο τέλος ίσως πιάσουν φιλία με την Μαίρη έτσι ώστε, όλες μαζί, να μας κατηγορούν a cappella.

Με αληθινή αγάπη,

Νίκος

Υ.Γ.  Πήρα πρωτοβουλία και μίλησα με την πρώην συζυγό σου. Θα φλεγόμουν από τα ίδια δάκρυα χαράς, θα κατακλυζόμουν από το ίδιο αίσθημα μεγαλοψυχίας που ραίνει και την δικιά σου καρδιά φίλε μου, αν αποφάσιζες να δεχτείς και την Ολυμπία στον περίλαμπρό σου γάμο.

Τάσος Αναστασίου: Μόνη της στην καφετέρια

 

0000000000000000000000000000000000000000000000000000000

 

1

Καθώς έτρεχε να τον προλάβει, δεν πρόσεξε και βρέθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου· μια μοτοσικλέτα πέρασε σχίζοντας τα νερά κι αμέσως το παντελόνι της γέμισε λασπωμένες στάλες. Έφταιγε η βιασύνη της, ο ανόητος ενθουσιασμός της. Λίγα μέτρα πιο κάτω, απότομα, λες κι εκεί ακριβώς κοβόταν η επιφάνεια εργασίας του σύννεφου, η βροχή σταμάτησε. Τον είχε αντικρίσει απ’ το ταμείο του Λινοξυλάκη: καμπουριασμένος, κοιτάζοντας γύρω του, βαδίζοντας γρήγορα. Πάντα του έπρεπε να κινείται, δεν άντεχε λεπτό ήσυχος. Εδώ κοντά ήταν άλλοτε το φοιτητικό δωμάτιο της Δέσποινας. Στις άδειές του, φαντάρος, έμενε μαζί της· κόκκινος από τον ήλιο, κοκαλιάρης, το χιούμορ του κυνικό, άρρωστο, σαν να έλεγε: κοιτάτε με, ανοιχτή πληγή. Δεν φαινόταν πουθενά. Καλύτερα. Γιατί αλλιώς, πετώντας κάτω τις σακούλες της με τα ψώνια, θα έπεφτε στην αγκαλιά του –και τότε θα την κοιτούσε με το ψυχρό αδιαπέραστο ύφος του. Το βλέμμα της συνάντησε τη Φορτέτσα κι αμέσως βιάστηκε να ψάξει άλλο σημείο προσανατολισμού: Τέσσερις Μάρτυρες. Καλύτερα. Ίσως πάλι να του φερόταν τυπικά, κάνοντάς τον να χλομιάσει από κακία. Ήξερε τη δύναμή της πάνω του. Ήξερε και τη δικιά του δύναμη –την ικανότητά του να την σπρώχνει, να την ρίχνει προς τα πίσω. Για ποιο λόγο είχε έρθει; Δεν μπορούσε να βασίζεται στον εαυτό της, ήταν ικανή και να τον φιλήσει –για να τον τρομάξει, να τον αναγκάσει να ξεντυθεί ψυχραιμία και νευρικότητα. Τόσο βραδύνους, δεν θα το εκμεταλλευόταν, όπως εκείνο το βράδυ που του είχε τείνει χείρα παροδικής επανασύνδεσης, καθισμένη δίπλα του, περιμένοντας κέρασμα –μήνυμα που άλλοι θα το αποκρυπτογραφούσαν στο δευτερόλεπτο. Ή μήπως δεν ήταν αυτός;

      The stars we are, the stars will be / just you and me: το τραγούδι πλημμύρισε το μυαλό της μαζί με τον ήλιο που πρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Ο Αργύρης, σαν ντι- τζέι λιώνοντας τον ίδιο δίσκο ξανά και ξανά, το είχε μολύνει. Το άκουγες και θυμόσουν: βόλτες, χορούς, εκδρομές. Και το αντίθετο: πέρναγες έξω απ’ το Εδέμ, τα παράθυρά του σκοτεινά, τα τραπεζάκια του έρημα, και η μελωδία ορμούσε καταπάνω σου, φθινοπωρινή μπόρα κατακαλόκαιρο. Εικόνες γέλιου, συγκίνησης, νόστος παραδείσιας εφηβείας, ανανεωμένος πόθος ζωής. Απίστευτο: η αντίθεση με το παρόν της. Μοναξιά, μοναξιά, με τα δώδεκα σπαθιά. Οι δουλειές της κάθε μέρας, συγκρούσεις, καυγάδες. Απόμακρος θόρυβος τα πλήκτρα του υπολογιστή. Το αφηρημένο, μπουχτισμένο ύφος του. Τι κούραση, Θεέ μου. Είχε ξεχάσει πώς είναι να περπατάς. Απότομα σταμάτησε, οι σακούλες παραλίγο πέφτοντας απ’ τα χέρια της. Της έλειπε η αγκαλιά του, το βλέμμα του. Φοβόταν ότι στο σπίτι τους θα της άνοιγε την πόρτα ο Αργύρης και ανυπομονούσε να διαλύσει τον παραλογισμό της σκέψης της. Τι φρίκη. Και βέβαια δεν ήταν αυτός. Φτάνει. Φύγετε. Όχι άλλες νοσταλγίες, αναστατώσεις. Βρικόλακες, μακριά!

2

Αχτένιστος, με βρώμικα ρούχα, έντονο λαχάνιασμα, κουτσός. Το κεφάλι του γέρνοντας, σαν να προσπαθούσε να ξύσει το μάγουλό του στον ώμο του. Όπως εκείνος ο κουρελιάρης στο χωριό της, που περνώντας δίπλα σου σε ρωτούσε: «Πότε καπάκ’, πότε καπάκ’;»

      Συγκράτησε το βήμα της κι η εκκωφαντική ασχήμια του χάθηκε πίσω απ’ τη Λόντζα.

      Ένιωσε τα μάτια της να μισοκλείνουν. Ανάλαφρο παιχνίδισμα φωτός. Το χωριό της, παρά την εικόνα του τρελού, ανοιξιάτικο. Ήλιε του Μάρτη, Βαπτιστή και Πρόδρομε. Κοίταξε αριστερά της: σ’ ένα τραπέζι δυο φοιτητές έπαιζαν τάβλι· σ’ ένα άλλο, γεμάτο φραπέδες, πέντε μαθήτριες συζητούσαν· οι καφέ αφροί στα ποτήρια τους κατάξεροι, τα καλαμάκια λοξά πάνω στο κολλώδες στόμιο.

      Οι φοιτητές –κοντοκουρεμένοι, καλοντυμένοι– σταμάτησαν το τάβλι και της έριξαν μια ματιά: γάτα που με το ηλεκτρικό της άγγιγμα στο πόδι του τραπεζιού τάραξε την αυτοσυγκέντρωσή τους. Φοιτητές; Ναι. Αγύμναστο σώμα.

      Το οξύθυμο και ειρωνικό ύφος του μπάρμαν –το λερωμένο της παντελόνι;– την απώθησε και δεν μπήκε μέσα. Κάθισε κοντά στην πόρτα, κάτω απ’ την τέντα, κοκκινίζοντας στη σκέψη της Ιεράς Συμμαχίας γύρω της, νιώθοντας ότι, έτσι όπως ήταν μόνη, χωρίς τον Αποστόλη, παρέβαινε θέσφατα. Ο σερβιτόρος πλησίασε, το βλέμμα του θαμπό απ’ την αντηλιά, τα χείλη του μια ενιαία επιφάνεια, κολλημένα. Παράγγειλε με ξαφνική άνεση καφέ φίλτρο κι έβαλε τις σακούλες κάτω απ’ το τραπεζάκι.

      Οι άντρες της παρέας έφταιγαν. Ο Πολύκαρπος με τις απιστίες του. Ο Αργύρης με το πείσμα του. Ο Μίχας με τον κυνισμό του. Ήδη από τότε έπρεπε να τους κρατά σε απόσταση. Φύγετε. Μακριά!

      Ο σερβιτόρος έφερε τον καφέ, το νερό, σιωπηλός, τα μάτια του κοιτώντας πλάγια, στα χείλη του απομεινάρι χασμουρητού.

      Θυμήθηκε κάποτε που δούλευε για ένα διάστημα στο Εδέμ: πίσω απ’ την μπάρα πλένοντας ποτήρια, βάζοντας ποτά, σερβίροντας ξηρούς καρπούς, ο Πολύκαρπος στην άλλη άκρη γελώντας μεγαλόφωνα. Παρόλο που απέφευγε να τον κοιτάζει, η παρουσία του την συνόδευε αδιάκοπα, καθώς έκανε τη δουλειά της. Μικρό ανατρίχιασμα στα μπράτσα και τους ώμους, απολαυστικό αίσθημα πληγωμένης αξιοπρέπειας. Ένα βράδυ ο Πολύκαρπος είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με μια κακάσχημη και η Ειρήνη τον κορόιδευε από μέσα της: Έτσι προσπαθείς να μ’ εκνευρίσεις, κακομοίρη; Πετώντας τα ποτήρια που κρατούσε, πήρε απ’ τον πάγκο ένα μαχαίρι και τον πλησίασε φωνάζοντας «Θα σε σκοτώσω!». Κάποιος την τράβηξε από κοντά του, ήδη χαλαρή, ξεθυμασμένη.

      Έφερε το φλιτζάνι στο στόμα περιμένοντας μια στυφάδα που δεν θ’ απογοήτευε τη γλώσσα της. Μαύρος καφές καυτός. Σαν νύχτα που σβήνει, θα χάσει τη μαύρη αχνάδα του, θα μεταμορφωθεί, χλιαρή επίπεδη επιφάνεια. Και τότε θα καθρεφτίσει, κάτω απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρά της, το πάνω μέρος του προσώπου της, θαμπό. Μια παρηγοριά όμως θα βαραίνει τη γλώσσα της –η στυφάδα που κανείς δεν μπορεί να την ακυρώσει.

      «Μην κάνεις έτσι», την είχε καθησυχάσει ο Αργύρης. «Δεν είπαμε και να σε παντρευτώ». «Εννοείται», του είχε απαντήσει, τρομάζοντας και μόνο στην αναφορά της λέξης. Όπως αν πεις διαζύγιο, ακόμα και στ’ αστεία, διάβηκες σύνορα. Ή σαν η όλη φράση να χρησιμοποιούνταν ευφημιστικά.

      Στον γάμο της Μέλπως: σταυρώνοντας τα χέρια του δεν κουνήθηκε στο άγγιγμά της, δεν μίλησε. Άραγε της κρατούσε κακία; Ή προσποιούνταν τον άνετο, μέσος όρος τελείως; Ο Πολύκαρπος, όταν παλιότερα τύχαινε να την συναντήσει, δεν φοβόταν να είναι εκδηλωτικός, να την κολακέψει («Γεια σου, Ρηνούλα! Τι ομορφιές είναι αυτές;») ή να την κατακρίνει («Εσύ φταις για όλα!»), νόμιμος δικαιούχος, παρά τα όσα είχαν συμβεί, της φιλίας, της μνησικακίας. Δεν στεκόταν ακίνητος, αρκούμενος να την παρατηρεί, σαν γάτος σε φοβισμένη εγρήγορση.

      Η κοπέλα του έδειχνε οξύθυμη, καταπιεστική. Όμορφη; Έπρεπε να τον είχε συμβουλέψει: Ξανασκέψου το. Έπρεπε κι ας της έλεγε: Και σένα τι σε νοιάζει; Αν δεν είχε μεσολαβήσει το θέατρο του Αλέξανδρου.

      Θυμήθηκε: ο μπάρμαν ήταν τότε μαθητής στο Τεχνικό Λύκειο και συνήθιζε να κοροϊδεύει τον Αργύρη· το ακούρευτο μαλλί και το πολύχρωμο πουκάμισό του τραβούσαν την προσοχή. Διασχίζοντας το προαύλιο του Τεχνικού τα πόδια του πεδικλώνονταν στο σπρωγμένο απ’ τα σφυρίγματα βάδην του.

      Ναι, γάτος. Μεγαλόσωμος, ό,τι πρέπει για τις παιδικές συμμορίες, μαγνήτης πετροβολημάτων. Μέσα στο σπίτι παρατηρητής, μεθυσμένος απ’ τη νύστα, μισανοίγοντας τα μάτια, ξανακλείνοντάς τα, ευπροσήγορος υποδοχέας χαδιών.

3

Σοβαρός, ενθουσιώδης. Κάποιος που δεν κάνει ερωτήσεις, σίγουρος για τον εαυτό του. Πουθενά δεν πήγαινε μόνη της, χωρίς τη συνοδεία του, στο εστιατόριο, στον κινηματογράφο. Ζητούσε τη βοήθειά του για οτιδήποτε, για ένα μάθημα που προετοίμαζε, για ένα διαγώνισμα που σχεδίαζε. Πρόθυμα έσκυβε από πάνω της, χωρίς να βαριέται.

      Σκιά του;

      Υπηρέτης της;

      Ενώ ο Αργύρης: μπορούσε να σε συναντήσει μετά από χρόνια που είχατε να ιδωθείτε και να σου πει: Γεια, τι γίνεται;, λες και χθες ήσασταν μαζί. Τότε, στα ραντεβού τους την αντίκριζε να έρχεται, και το ύφος του παρέμενε ανέκφραστο, λες και δεν είχε αλλάξει τίποτε απ’ την προηγούμενη κατάστασή του, όταν περιμένοντάς την απευθυνόταν στους περαστικούς με αγαλμάτινο βλέμμα.

      Νά τος πάλι. Ξύνοντας το αυτί του στον ώμο του.

      «Πότε καπάκι;» έλεγε ο άλλος στο χωριό. Εννοώντας: πότε θα έρθει κι εσένα η ώρα σου να βάλεις καπάκι; Δηλαδή: να μπεις στο φέρετρο.

      Η ύπαρξη τέτοιας δυστυχίας πώς να μη σε κάνει να οργίζεσαι με τη φύση; Όχι με τη φύση. Με αυτούς που την λατρεύουν. Ή πώς να μη θες ν’ αφιερωθείς στους βασανισμένους, μαλακώνοντας την πίκρα τους, την πίκρα σου, προσπαθώντας να κρύψεις λίγη απ’ την ασχήμια γύρω σου;

      Ο τρελός πλησίασε, απέστρεψε το πρόσωπό του για να μη φανεί ότι την κοίταζε, τα χείλη του ανοιγμένα, το χαχάνισμά του ανάκουστο, και μπήκε μέσα.

      Παρηγορήσου. Τα προβλήματά σου ανάξια λόγου.

      Ν’ αδιαφορεί για τους γονείς του. Να μη μιλά στο τηλέφωνο με τη θεία, τον θείο της. Να μη θέλει στο σπίτι επισκέπτες.

      Και τώρα τελευταία: να μην της απαντάει αμέσως. «Πώς σου φαίνεται αυτό το θέμα για έκθεση;» Ούτε που γύρισε να την κοιτάξει, απορροφημένος.

      Όταν χώρισε από τον Πολύκαρπο, έλεγε μέσα της, ξεγελώντας επίτηδες τον εαυτό της, ότι ένιωθε νεκρή. Τη στιγμή που τον πρόδιδε στη σκέψη της με τον Αποστόλη, την πρόδωσε κι αυτός με την Ιωάννα. Χώρισαν αλλά φοβόταν να ολοκληρώσει την προδοσία της. Ο Αργύρης την έβγαλε απ’ τον φόβο, την ανάγκασε να κάνει ένα ακόμη βήμα. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα, μέθη μαζί με χαιρεκακία μαζί με τύψεις. Όταν ο Αποστόλης πήγε για λίγο στην Αθήνα, τον πρόδωσε με τον Πολύκαρπο που, απρόσμενα, φαινόταν να έχει βυθιστεί στην απόγνωση.

      Κι έπειτα: η καθημερινότητα. Σιγά-σιγά, διακριτική, ξέροντας ότι δεν θα συναντούσε αντίσταση, χωρίς να βιάζεται.

      Όπως ένας αλκοολικός που γιατρεύτηκε: φαντάσου· κάποτε, αν δεν έπινε, τα χέρια του έτρεμαν, δυσκολευόταν ν’ ανάψει τσιγάρο. Και τώρα έχει αόριστη μόνο ανάμνηση από εκείνες τις ώρες. Τα χέρια μου έτρεμαν, το λέει αλλά δεν το θυμάται, δεν μπορεί να δει τον εαυτό του αυτοκαταστροφικό, η αναπαράσταση του παρελθόντος επίπεδη, άχρωμη.

      Του είχε πει: «Τώρα πραγματικά νιώθω ελεύθερη». Δεν του είχε πει: Τώρα νιώθω πως ξεπέρασα τον Πολύκαρπο. Κι ο Αργύρης, ενώ διάβαζε ποίηση, ενώ ήξερε από υπαινιγμούς, δεν είχε το σθένος να καταλάβει. Και το «πραγματικά», το πιο φθαρμένο των επιρρημάτων, γι’ αυτό το είχε χρησιμοποιήσει: για να δώσει επιφανειακό χαρακτήρα στα λεγόμενά της και ν’ απομακρύνει την υποψία ενθουσιασμού.

      Όταν τον επισκέφτηκε στο σπίτι του στην Ηλιούπολη και ήρθε η ώρα να φύγει, αντί να την γυρίσει με το αυτοκίνητο της μητέρας του, την συνόδεψε να βρει ταξί. Περπατούσαν, περπατούσαν, ερημιά, με κάθε του βήμα όλο και κοντύτερα στη γελοιοποίηση. Λίγο μετά τον χωρισμό τους της χτύπησε την πόρτα της ξημερώματα. Τον άφησε να ξαπλώσει, έτσι όπως ήταν, με τα ρούχα του, δίπλα της. Δεν την άγγιξε, άναψε μόνο τσιγάρο –κακόγουστη διαμαρτυρία. Και το χειρότερο: τον καταλάβαινε, τον δικαιολογούσε. Την επόμενη μέρα, τρομαγμένη, θυμωμένη, πήρε το αεροπλάνο για την Αθήνα. Όταν μετά από μια εβδομάδα επέστρεψε, τον βρήκε λιγότερο ενοχλητικό: δεν της απηύθυνε τον λόγο, την απέφευγε, τα χέρια του τρέμοντας απ’ την προσπάθεια γι’ αξιοπρέπεια.

      Ο Αποστόλης όλες εκείνες τις μέρες: διστακτικός. Ήθελε, της είπε αργότερα, να σεβαστεί τον χωρισμό της απ’ τον Πολύκαρπο. Δεν ήθελε να την ταράξει. Ανυποψίαστος. Αλλά ίσως της το έλεγε έτσι, για να της δώσει αξία, να της κρύψει ότι τραβήχτηκε προς το μέρος της όχι από μόνος του, όχι από ατόφιο ενδιαφέρον, αλλά επειδή πρώτα είχε διακρίνει τον πόθο στο βλέμμα της.

4

Κοίταξε πίσω της: στεκόταν αντικρίζοντας την μπάρα, το αυτί του κολλημένο στον ώμο του.

      Άραγε τι την αναστάτωνε; Η εμφάνιση του Αργύρη; Η πρωτόφαντη αποδέσμευσή της απ’ το προστατευτικό τείχος του Αποστόλη; Ο εξοδούχος ήλιος;

      Πενταόρια: άγγιγμα ζέστης, ανάλαφρο παιχνίδισμα φωτός έπειτα από μέρες συννεφιάς και κρύου. Έκπληκτη άκουσε τον εαυτό της, καθώς προχωρούσαν στον λόφο: «Ήλιε του Μάρτη, Βαπτιστή και Πρόδρομε». «Τι λες;» την ρώτησε η Μέλπω. Δεν της απάντησε γιατί πίστευε ότι θα ζήλευε· η Μέλπω, καθόλου περίεργη για τις σκέψεις των άλλων, δεν επέμεινε· βλέποντας τον ενθουσιασμό της γέλασε κι αυτή.

      Άγγιγμα από λεπτά δάχτυλα, χωρίς παρανυχίδες άγχους: γιατί να μην είναι εφικτό, γιατί πάντα κάτι να το χαλάει;

      Το στριγκό κέφι του Πολύκαρπου: μάσκα μπαλαφάρας στην οποία, έτσι και δεν ανταποκρινόσουν, μεταμορφωνόταν σε ακατεύναστο μούτρωμα.

      Το παράφορο πείσμα του Αργύρη: σαν κάποιος να την κρατούσε κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, κακόγουστη πατητή.

      Τώρα με τον Αποστόλη: αλλεπάλληλοι θρόμβοι στο αίμα, μπλόκαραν την κυκλοφορία, εκβράζονταν σε αδιόρατους πόνους, το μούδιασμα της απομάκρυνσης.

      – Ντα ίντα θες; Φράγκα;

      Το βλέμμα της στράφηκε πάλι πίσω. Ο τρελός χαχάνιζε μπροστά στον μπάρμαν και τον σερβιτόρο κουνώντας το κεφάλι καταφατικά και χτυπώντας ένα σιγανό παλαμάκι με τα χέρια του.

      – Και πόσα; ρώτησε ο μπάρμαν, το ύφος του αφ’ υψηλού χαζοχαρούμενο.

      Η Ειρήνη ήπιε μια γουλιά καφέ. Για χάρη της είχε έρθει, ποιος ξέρει από ποια ελπίδα κινημένος. Πώς υπέφερε τότε, μεθούσε, κυλιόταν στον δρόμο, κάπνιζε ασταμάτητα.

      Οξύτονος ήχος, μεταλλική αναπήδηση πάνω σε κυριακάτικο δίσκο. Κατρακύλισμα διαρκείας, εκνευριστικό σαν τικ.

      Ο τρελός απομακρύνθηκε απ’ την μπάρα κι έσκυψε στο πάτωμα. Σηκώθηκε κρατώντας ένα νόμισμα, και, γυρνώντας στην μπάρα, το ακούμπησε πάνω στον πάγκο.

      Ο σερβιτόρος πήρε το νόμισμα και, γελώντας πονηρά, το πέταξε στο πάτωμα. Καθώς ο τρελός πήγαινε να το μαζέψει, σερβιτόρος και μπάρμαν κοιτάχτηκαν ανασηκώνοντας τα φρύδια τους.

      Η καθημερινότητα: τα ιδιαίτερα, να πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι, μαθητές παράξενοι, δύσκολοι. Πέρυσι ένας πατέρας την είχε διώξει, γιατί η κόρη του δεν πρόσεχε στο μάθημα, συνεχώς την διέκοπτε με αστειάκια.

      Ο μπάρμαν πέταξε πάλι το νόμισμα στο πάτωμα. Χαμογελώντας ανόητα, καθόλου πικραμένα, ούτε καν με απορία, σαν να είχε ήδη ξεχάσει, ο τρελός το μάζεψε πάλι και το έδωσε πίσω. Ο σερβιτόρος το πέταξε στο πάτωμα.

      Η Ειρήνη κοίταξε γύρω της. Οι φοιτητές έπαιζαν τάβλι ανταλλάσσοντας ήρεμα πειράγματα, οι μαθήτριες  μιλούσαν όλες μαζί καπνίζοντας.

      Ο μπάρμαν και ο σερβιτόρος συνέχισαν το παιχνίδι τους, οι κινήσεις τους αργές, ήρεμες, μια συνηθισμένη απασχόληση, σχεδόν δεν την παίρνεις είδηση, όπως το κομπολόι.

      Ο τρελός μάζευε το νόμισμα, οι άλλοι δυο το ξαναπετούσαν, ο τρελός πήγαινε να το μαζέψει. Ανούσια επανάληψη που γέμιζε το οπτικό της πεδίο. Φύγε, άκουσε μια φωνή μέσα της.

      Όμως δεν μπορεί, κάποτε θα βαριόντουσαν. Το χοροπηδηχτό ντιντίνισμα του νομίσματος ξανακούστηκε. Φύγε. Τόση αθλιότητα.

      Σηκώθηκε παίρνοντας μαζί της το ποτήρι με το νερό και στάθηκε στην είσοδο της καφετέριας.

      – Σταματήστε αμέσως, αλλιώς θα σας το πετάξω!

      –  Ίντα ’γινε; είπε απορημένος και σαν τρομαγμένος απ’ τα σάλια της κραυγής της ο σερβιτόρος.

      – Αν δεν σταματήσετε, θα σας το πετάξω! ούρλιαξε η Ειρήνη.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Απόσπασμα από μυθιστόρημα που βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης.

 

 

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Δ. Ν. Μαρωνίτης (1929-2016)

μαρων

*

Στη μνήμη του Δημήτρη Μαρωνίτη (22 Απριλίου 1929 – 12 Ιουλίου 2016), η μαθήτριά του, ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου, σε μια εκ βαθέων προσωπογραφία του δασκάλου.

 ~ ~ ~

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ

                                              Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιος ξέρει από τι κήπους…
Γιάννης Σκαρίμπας

Γυρίζω πίσω, πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια. Τίτλος μαθήματος: Ομηρικό έπος (3 διδακτικές μονάδες), Οδύσσεια : «Αλκίνου απόλογοι». Κωδικός μαθήματος: ΑΕΦ 102. Διδάσκων: Δ. Μαρωνίτης. Εαρινό εξάμηνο 1989. Μέρα και ώρα διδασκαλίας: Τρίτη 11-2. Αίθουσα διδασκαλίας: 101 νέου κτηρίου.

Τότε, στα υποχρεωτικά μαθήματα  του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, υπήρχε ακόμη η δυνατότητα να επιλέγει ο φοιτητής τον διδάσκοντα και την παράδοση της αρεσκείας του, εφόσον στον ίδιο κωδικό, του έπους στην προκειμένη περίπτωση, η Οδύσσεια είτε προσφερόταν σε δύο εκδοχές από δύο διαφορετικούς δασκάλους(π.χ. «Αλκίνου απόλογοι» και «Γυναικείες μορφές») είτε συνυπήρχε, ενδεικτικά και πάλι, με τις ραψωδίες Ζ και Ι της Ιλιάδας. Μπορούσες δηλαδή να διαλέξεις τον διδάσκοντα που επιθυμούσες χωρίς το πρώτο γράμμα του επιθέτου σου να λειτουργεί δεσμευτικά. Τώρα πια, νομίζω, οι διδάσκοντες του ίδιου γνωστικού αντικειμένου μοιράζονται αλφαβητικά τους φοιτητές, οπότε οι τελευταίοι «σύρονται» αναγκαστικά από το αρχικό κεφαλαίο του επωνύμου τους. Γιατί επιμένω σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες του κανονισμού; Επειδή έχει σημασία για μένα να πω ότι η παρακολούθηση του μαθήματος του Δ. Μαρωνίτη δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ένα τυχαίο γεγονός στη φοιτητική μου ζωή. Έπεσα κατευθείαν πάνω του. Κι αυτή η ελεύθερη βούληση με οδήγησε ολοταχώς στο τυχερό μου.

Τι γνώριζα μέχρι τότε για τον διδάσκοντα; Φήμες. Ότι αξίζει να τον έχεις καθηγητή και πως αυτό ταυτόχρονα σου κοστίζει. Εκείνος ξέρει, όμως πρέπει κι εσύ να μπορείς. Απαιτείται προσήλωση στο πρόσωπό του γιατί από ένα σημείο και μετά η παθιασμένη «ομιλούσα κεφαλή» είναι η ίδια το μάθημα ακριβώς. Δεν χαρίζεται σε κανέναν. Κάποτε εντοπίζει την αδυναμία σου και τη φέρνει σταθερά απέναντί σου. Φυσικά, στο τέλος του εξαμήνου, οι εξετάσεις στο μάθημά του δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο των εξετάσεων. Επαναλαμβάνω ότι οι παραπάνω φήμες αφορούσαν τη διδασκαλική του ιδιότητα αποκλειστικά. Γιατί ως συγγραφέα και επιφυλλιδογράφο τον γνώριζα ήδη από τα μαθητικά μου χρόνια. Στο πανεπιστήμιο μάλιστα είχα προλάβει να τον συμβουλευτώ βιβλιογραφικά για θέματα σχετικά με μαθήματα της νεοελληνικής μου ειδίκευσης – π.χ. όταν «διδάχτηκα» Μίλτο Σαχτούρη. Έτσι, η επιθυμία να συναντηθώ μαζί του στην αίθουσα έκρυβε κάτι από τη λαχτάρα της αναμέτρησης με ό,τι κατά βάθος φοβόμουν: αυτό που ίσως πάθαινα εξαιτίας του συγχρωτισμού μαζί του και εκείνο που ίσως δεν κατάφερνα να μάθω στη διάρκεια της διδασκαλίας του.

Θυμάμαι ότι στο τέλος του πρώτου μαθήματος ένιωσα υπερβολικά πιεσμένη. Αργότερα κατάλαβα ότι η πίεση προήλθε από την αγωνία μου να είμαι ολόκληρη εκεί, παρούσα, ενώ αυτό απλώς συνέβαινε. Μια περιττή επίταση από μέρους μου. Εκείνη την άνοιξη του 1989 ο Δημήτρης Μαρωνίτης  άνοιξε την πόρτα της  αίθουσας  101 και αμφιβάλλω αν την έκλεισε ποτέ οριστικά πίσω του. Μπήκε μέσα φορώντας ένα λινό μπεζ παντελόνι και μια σκούρα βυσσινιά μπλούζα. Χώρεσε όλο το ακροατήριο σε μια ματιά, την ίδια στιγμή που ο καθένας χωριστά μπαίναμε αγαπησιάρικα στο μάτι του. Διάβασε: «Ἀλκίνοος δέ μιν οἶος ἀμειβόμενος προσέειπεν» και συνέχισε χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρη ποιος δάνειζε εφεξής τη φωνή του σε ποιον.

Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια έρχονται στο νου μου σχεδόν φωτογραφικά  τα φερσίματα και οι χειρονομίες του, η στάση του σώματος, τα ξεσπάσματα, οι ενδυματολογικές του προτιμήσεις. Τον θυμάμαι να ανεβαίνει από τα αριστερά της έδρας και τη μεριά των παραθύρων προς τις πίσω σειρές των εδράνων και να συνεχίζει περιμετρικά τη βόλτα του εναποθέτοντας τις κουβέντες του πάνω στο βλέμμα κάθε φοιτήτριας και φοιτητή. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης ήθελε να τον ακούς αντικρίζοντάς τον κατάματα. Και επέμενε να σου μιλάει με τα μάτια. Τότε έλεγα πως είναι θέμα γοήτρου. Αναπόφευκτα οι φοιτητές ασκούνταν στο να κρατούν σημειώσεις χωρίς ο ίδιος να τους αντιλαμβάνεται, προς το μέσον δε του εξαμήνου χωρίς να το αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι, γεγονός που συνιστούσε από κοινού μια λαμπρή κατάκτηση διδασκομένων και διδάσκοντος αντίστοιχα. Το κεφάλι  που πιανόταν επ’ αυτοφώρω  να σκύβει πάνω από πυκνογραμμένες σημειώσεις επρόκειτο πάραυτα να κλονιστεί με λόγια του τύπου «υπόσχομαι κάθε σειρά από αυτές που με τόσο ζήλο γεμίσατε, να σας είναι παντελώς άχρηστη στις εξετάσεις». Αλλά μόνο τώρα καταλαβαίνω πως χρεωνόταν τη διάθεση για καταγραφή ως προσωπική του αποτυχία. Τα λεγόμενα του δασκάλου μπορούσαν να απειληθούν μόνο από τη γραπτή τους επαναδιατύπωση και ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν επρόκειτο να ανεχθεί την παραμικρή παρεμβολή ανάμεσα στην κερδισμένη ευηκοΐα των φοιτητών και τη δική του μαχητική προφορικότητα. (περισσότερα…)

Σελάνα Γραίκα: Η φεγγαροντυμένη, πεζή

womthon

Θα πρέπει ο κόσμος κάποτε να παραδεχτεί πως για να
λάβει σώμα η ψυχή είναι απαραίτητη μια κάποια υγρασία.
Δάκρυα ή ιδρώτα νομίζω, δεν έχει σημασία.
Κι η φεγγαροντυμένη που αναφέρει ο Ποιητής, μόνο τότε,
θα πάρει την ικανοποίηση που της ανήκει.

Θα πρέπει ο κόσμος – κι αυτοί ειδικά που χτυπούν
καμπάνες μιας κηδείας στο ξωκλήσι του όρμου, να
καταλάβει πως ήταν ορθαγορίσκος εκείνη η γυναίκα,
με σάρκα από σαπουνάδα και κολυμπούσε γρήγορα
στο πλάι σα μεθυσμένη. Αλλιώς την θέλησε ο Ποιητής,
αλλά υποψιάζομαι πως η εμπειρία των θαλασσινών θα ήταν
απόλυτα χρήσιμη προς αναγνώριση της αλήθειας,
άλλωστε οι αρμενιστές είναι ονομαστοί αστροναύτες, απλά
καθυστερήσαν.

Η φεγγαροντυμένη, επομένως, δεν βούλιαξε, απλώς κολυμπά.
Κι οι ορθαγορίσκοι θεωρούνται ανέκαθεν κεριά, που φωτίζουν
τη μνήμη ναυαγών.

Κάποτε άκουσα, δεν έχει σημασία πού και πλέον δεν θυμάμαι,
πως οι κινήσεις των ζώων και του ανθρώπου συγκεκριμένα
δια της εναλλαγής των κινήσεων υμνολογούν τον θεό,
γι’ αυτό

θα πρέπει να εκτιμώνται περισσότερο τα μισοκατεστραμμένα
πρόσωπα από τα ακέραια των ανασκαφών, που τα στολίζουν
οι πολιτισμοί της ζωής και της ενότητας.
Ανασταίνουν τα νεκρά, εις βάρος της ψευδούς κατηγόριας
των συντριμμάτων αυτών και περί των υποθέσεών τους.
Εδώ θα πρέπει να ευχαριστήσω νομίζω τον κάποιο, που
είχε βρει παρά πέρα, σκάβοντας τον φτωχό του αγρό, λυχνάρι,
σημάδι τάφου προγονικού· και του νεκροταφείου.
Κι εμείς που βρεθήκαμε εδώ, για απασχόληση ως υπηρέτες
της μνήμης, άμισθοι, αδέλφια του πόνου,
επωμιστήκαμε έργο βαρύ, να ταυτίσουμε αυτή και τον θάνατο,
να ευθειάσουμε τις σπειροειδείς ευξελίξεις προς αναγέννηση
καθέτων γραμμών.

Ομολογούμε, έργο καθ’ όλα κοπιαστικό.
Αυτό που θέλω να πω, φαντάζομαι, είναι ότι έναν
Σεπτέμβρη μαλακό, κατά το τέλος του, συνάντησα
σ’ έναν περίπατό μου τoν σωσία εκείνου που είχα κηδέψει
προ αμνημονεύτων ετών.

Εδώ να σημειώσω πως το σύστημα της ζωής, μας εμπαίζει
ενδεχομένως κι άτσαλα «καθαρίζει¨ το νου
με τις θολές του εικόνες.

Και το λυχνάρι κρατώντας εκείνο, βρέθηκα να παρατηρώ
τις λεπτές αντικνημίδες και τις ηδονικές κλειδώσεις των γονάτων.
Φευ! πως ήταν το φως του λυχναριού μου που του
αλλοίωνε το πρόσωπο σχηματίζοντας στα μάτια εκείνου
δακρυδόχη και μια ορειχάλκινη βελόνα, αφήνοντάς μας
να μαντέψουμε όλη την απαισιοδοξία ενός μελλοντικού γίγνεσθαι.

Διότι αν αφεθώ ελεύθερη, αγαπητέ αδελφέ του πόνου,
θα σας τρομάξει η έκρηξις!

Τέλος πάντων, λέω να τραβήξω για το σπίτι σιγά-σιγά·
να ρίξω λίγο νερό στο αποτέτοιο μου, να πλύνω πόδια και λαιμό,
να ετοιμάσω τον καφέ μου – γλυκύ βραστό μετά μανίας,
να διασκεδάσω και ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο
στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού.

Ἡ ἀσκητική τῆς πολιτικῆς ὑποχρέωσης τοῦ πολίτη

 platstatue

*

Μὲ ἀφορμὴ τὸ ἀπόσπασμα 480 a-d τοῦ πλατωνικοῦ Γοργία

τοῦ ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~  ~  ~

Ἡ ἑλληνότροπη ἐκδοχή ὡς καθρεφτης

Ἡ ἀρχαία ἑλληνική ἐκδοχή τῆς ὑποχρέωσης, ὅπως τήν ἐμβρυουλκοῦμε ἀπό τόν πλατωνικό Γοργία, ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, διότι ἡ σύγχρονη νεοελληνική ματιά θά ἀναγνώριζε σέ αὐτή ὅ,τι σήμερα καλοῦμε διαβολή, προδοσία. Τό πλατωνικό κείμενο λειτουργεῖ σάν καθρέφτης αὐτογνωσίας, ὁ ὁποῖος μᾶς βοηθᾶ νά κοιταχτοῦμε στόν κλασσικό ἑαυτό μας. Μία τέτοια ἐνέργεια ἀπαιτεῖ θάρρος καί ἐσωτερική ἑτοιμότητα, ἀφοῦ στή θέα τοῦ εἰδώλου θά μᾶς ζητήσουμε αὐτοκριτική καί τελικά ἀλλαγή. Ὅ,τι ὅμως καθεφτίζεται στό κλασσικό ἐπενδύει στό μέλλον, ἄρα ἡ διαδικασία δέ γίνεται εἰς μάτην καί δέν σχετίζεται ἐπ΄οὐδενί μέ μία κοντόφθαλμη καί μικρόψυχη ἀρχαιολαγνεία.

Τό κείμενο

Τό πλατωνικό ἀπόσπασμα στό ὁποῖο θά ἀναφερθοῦμε εἶναι τό 480 a-d τοῦ διαλόγου Γοργίας. Ὁ Σωκράτης ἀπευθυνόμενος στόν Πῶλο παρατηρεῖ ὅτι ἡ διάπραξη μιᾶς ἀδικίας δέν πρέπει νά ἀποκρύπτεται καί νά μένει ἀτιμώρητη, ἀλλά αὐτός πού τήν διαπράττει ἤ αὐτός πού ἀντιλαμβάνεται κάποιον ἄλλον νά τήν διαπράττει, νά σπεύδει μέ τήν θέλησή του (ἑκόντα ἰέναι) στή δικαιοσύνη, ὅπως σέ γιατρό, πρός θεραπεία τοῦ κακοῦ τῆς πόλεως ἄλλά καί τῆς ψυχῆς. Ὁ Σωκράτης δηλαδή προτρέπει αὐτόν πού ἔχει ἀδικήσει ἤ κάποιον ἄλλο πού παρατηρεῖ νά ἀδικεῖ, ἀκόμα καί ἄν πρόκειται γιά συγγενῆ ἤ φίλο, μή ἀποκρύπτεσθαι ἀλλ΄ εἰς τό φανερόν ἄγειν τό ἀδίκημα, γιά νά δικαστεῖ (δῷ δίκην) καί νά θεραπευτεῖ (ὑγιής γένηται). Ἐπιμένει μάλιστα ὅτι ὁ ἄδικος ὀφείλει νά ἀναγκάζει τόν ἑαυτό του (ἀναγκάζειν τέ αὑτόν) καί τούς ἄλλους πού ἀδικοῦν νά μήν δειλιάζουν (καί τούς ἄλλους μή ἀποδειλιᾶν), ἀλλά νά τούς προσφέρει μέ σταθερή θέληση καί ἀνδρεία (ἀλλά παρέχειν μύσαντα εὖ καί ἀνδρείως) ἐνώπιον τοῦ νόμου, σάν σέ γιατρό πού χειρουργεῖ καί καυτηριάζει (ὥσπερ τέμνειν καί κάειν ἰατρῷ), ἐπιδιώκοντας τό καλό καί τό ὄμορφο (τό ἀγαθόν καί καλόν διώκοντα), ἀνεξάρτητα ἀπό τούς πόνους (μή ὑπολογοζομένου τό ἀλγεῖον).

Ἀπόπειρα  ἑρμηνείας

Ἡ νεοελληνική ματιά σίγουρα θα δυσκολευτεῖ νά διακρίνει τόν ἐνάρετο καί δίκαιο στήν παραπάνω περιγραφή τοῦ φιλοσόφου. Εἰδικά στή φράση μύσαντα εὖ καί ἀνδρείως, ἡ λέξη «ρουφιανά» ἤ προδοσία θά ἀπέδιδε γιά πολλούς νεοέλληνες καλύτερα τό περιεχόμενο μιᾶς τέτοιας πράξης. Μέ δεδομένο πάντα ὅτι τό κείμενο ἀναφέρεται σέ μία ἄλλη ἐποχή, σέ ἄλλο κοσμοείδωλο, ἡ δυναμική του δέν παύει νά εἶναι διαχρονική καί νά συμβάλλει τά μέγιστα στήν ἀποκρυστάλλωση πανανθρώπινων ἀξιῶν. Δέν συναντᾶμε στό λόγο τοῦ Σωκράτη σίγουρα τήν καντιανοῦ τύπου νεώτερη ἠθική συνείδηση, ἄν καί σ΄ αὐτή τήν περίπτωση ἡ ρίζα εἶναι πάλι ὁ Πλάτων μέ ἐνδιάμεσο σταθμό τή στωική φιλοσοφία, ἀλλά τή λογική διευθέτηση μιᾶς κατάστασης, ὄχι αὐτιστικά γιά χάρι τῆς ἴδιας τῆς λογικῆς, ἀλλά χάρι τῆς ἐσωτερικῆς ἰσορροπίας τοῦ ἀτόμου (ἵνα μή ἐγχρονισθέν τό νόσημα τῆς ἀδικίας ὕπουλον τήν ψυχήν ποιήσει καί ἀνίατον) καί τῆς κοινότητος. Τό λογικό ἔρεισμα τῆς αὐτοκριτικῆς τῆς ἀτομικῆς πράξης πού διδάσκει ὁ Σωκράτης, μετασχηματίζεται σέ δυναμικό φορέα ἔγνοιας καί φροντίδας τοῦ ἴδιου καί τῶν ἄλλων, μέ τό συναίσθημα νά ὑφίσταται καί νά αἰμοδοτεῖ τή ζωή, ἀλλά χωρίς νά κυριαρχεῖ…μή ὑπολογιζομένου τό ἀλγεῖον. Ὡς λογική ὑπαγόρευση, ἡ ὑποχρέωση ἀποκτᾶ καθολική ἰσχύ, καί γιά αὐτό καθῆκον ἀδιαπραγμάτευτο γιά ὅλες τίς εὐνομούμενες κοινωνίες. Ἡ σύσταση πρός αὐτόν πού θεραπεύει τό πρόβλημα εἶναι αὐστηρή και καλεῖ σέ ὑπέρβαση τοῦ θυμικοῦ, ὥστε νά μή θολώσει τό εὐγενές καί ἀνώτερο τῆς σκέψης. Δέν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ὁ Σωκράτης ἐπιδιώκει τήν λογική ἀφύπνιση τοῦ ἄδικου ἀνθρώπου, ξεκινώντας ἀπό τή σχέση μέ τόν ἑαυτό του καί μέ τούς οἰκείους του. Ὁ φιλόσοφος γνωρίζει, ὅτι ὁ ἑαυτός, οἱ φίλοι καί οἱ συγγενεῖς καθιστοῦν τόν πολίτη εὐάλωτο, διότι ὁ συσχετισμός μαζί τους, διά τοῦ θυμικοῦ ἀποκλειστικά καί μόνο, ἀφήνει τό λογικό μετέωρο καί καθιστᾶ τίς σχέσεις εὐόλισθες σέ ὑπαρξιακά ἀδιέξοδα. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι στό ἀπόσπασμα τοῦ Γοργία ἡ παραίνεση τοῦ Σωκράτη γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς δικαιοσύνης ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀνάγκη μεταστροφῆς τοῦ ἑαυτοῦ (ἀναγκάζειν τέ αὑτόν), καί ὕστερα συνεχίζει στούς ἄλλους, συν-πολίτες καί οἰκείους. Ὅποιος λοιπόν θά θελήσει μέ ὑπευθυνότητα καί ἀποφασιστικότητα νά ἐπαναφέρει κάποιον στήν τάξη (παρέχειν μύσαντα εὖ καί ἀνδρείως), ὀφείλει νά ξεκινήσει ἀπό τήν δική τοῦ ἀτομική ἀλλαγή, ἡ ὁποία ἔγκειται στήν αὐτο-κριτική του (αὐτόν πρῶτον ὄντα κατήγορον καί αὑτοῦ…), στήν αὐτογνωσία του. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ἡ παρατήρηση τοῦ Σωκράτη στόν Πῶλο γιά ἄμεση ἀποκατάσταση τῆς διακαιοσύνης ἀποκτᾶ παιδαγωγική καί ἠθική ἀξία, χωρίς νά ἐξαντλεῖται στήν τυπική τήρηση τοῦ νόμου. Ἔτσι, ἀκόμα καί ἄν δέν πρόκειται γιά ἠθική συνείδηση μέ τήν ἔννοια τῶν νέων χρόνων, εἶναι βέβαιο ὅτι ἀποτελεῖ πρωτόγνωρη γιά τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς ὁριοθέτηση ἐνεργειῶν τοῦ ἑαυτοῦ καί χάραξη ἠθικοῦ-ἐσωτερικοῦ πεδίου μιᾶς οἱονεί συνειδητότητας. Κατά κάποιο τρόπο, ἡ ἐσωτερικότητα ἐκβιάζεται ἀπό τήν παντοδυναμία τῆς λογικῆς ἐπέμβασης τοῦ ἀτόμου πρώτα στήν πολιτική συμπεριφορά τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὕστερα τῶν ἄλλων καί δή τῶν οἰκείων. Μέσα ὅμως ἀπό τόν μετασχηματιστή τῆς ἐσωτερικῆς διαδικασίας τοῦ αὐτοελέγχου, ἡ λογική ἐπέμβαση γιά τήν πολιτική τάξη γίνεται πολισμική ἀξία. Μήπως πρέπει καί ἐμεῖς ὡς νεοέλληνες νά ἀσκηθοῦμε στήν ἀπόκτηση τῆς ἐσωτερικῆς τάξης γιά νά κατανοήσουμε τήν πολιτική ὑποχρέωση ὡς ἀξία ἤ μᾶς φοβίζει ἀκόμα ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρέωσης καί ἄν ναι, γιά πιό λόγο;

Ἔχοντας πάντα κατά νοῦ τήν πλατωνική κίνηση-σύλληψη σχετικά μέ τήν δέουσα ἀντίδραση τοῦ πολίτη ἀπέναντι στό ἄδικο καί μέ δεδομένο τό διαφορετικό άνθρωπολογικό μοντέλο τοῦ ἀνθρώπου τῶν κλασσικῶν χρόνων, μποροῦμε νά προβληματιστοῦμε γιά τήν σύγχρονη Ἕλλάδα. Ἡ «ἀπόπειρα ἑρμηνείας» ὅμως πού προηγήθηκε διεύρυνε τό πεδίο τοῦ προβληματισμοῦ, γεγονός πού μᾶς ἀναγκάζει νά τό φωτίσουμε γιά νά συντονιστοῦμε μέ τήν ἐποχή μας. Ἄρα, ὅ,τι θά ἀκολουθήσει ἀποτελεῖ οὐσιαστικά προέκταση τῆς ἑρμηνείας μέ μιά φαινομενική ἀπομάκρυνση ἀπό τό κείμενο. Ἀπώτερος στόχος εἶναι νά κατανοήσουμε, ὅτι ὅσο ψάχνουμε καί ἐπιμένουμε νά βρίσκουμε, ὡς ἄτομα καί ὡς ἔθνη, ἐχθρούς ἔξω ἀπό ἐμᾶς θά βρισκόμαστε μόνιμα στίς ὑποσημειώσεις τῆς σύγχρονης ἱστορίας καί ἴσως ὄχι μέ τις καλύτερες ἀναφορές. Ἡ ἑλληνική σκέψη διέπρεψε ἐπειδή ἐκανε λόγο, στό βαθμό πού ἀνθρωπολογικά μποροῦσε, γιά τόν ἔλεγχο καί τήν ἐπιμέλεια τοῦ ἑαυτοῦ.

Μέ πεδίο προβληματισμοῦ τό σήμερα

Ἀπό τήν στιγμή πού ὡς πολίτες ἔχουμε διακρίνει τά πολιτικά δικαιώματα ἀπό τίς ὑποχρεώσεις, εἶναι κρίσιμο νά σταθοῦμε στό θέμα τῶν ὑποχρεώσεων. Δέν πρόκειται γιά ἀξιολογική προτίμηση ἤ διάκριση, ἀλλά γιά ἀγωνία ἐπένδυσης στό πεδίο πού προκρίνει τήν ἀτομική προσπάθεια, τήν στιγμή πού πανθομολογουμένως ὡς ἔθνος δυσκολευόμαστε βασανιστικά γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀπέναντι στό κράτος. Ὁ προβληματισμός δέν γεννήθηκε ἀπό τήν δυσκολία ἀποπληρώσεις τῶν χρεών – φόρων τῶν πολιτῶν τήν συγκεκριμένη δύσκολη οἰκονομική περίοδο στή χώρα μας, πού συνειρμικά θά μποροῦσε νά σκεφτεῖ κανείς, ἀλλά ἀπό τήν παρατήρηση μιᾶς γενικότερης ἐσωτερικής δυσκαμψίας σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τά πολιτικά μας καθήκοντα ἐν γένει. Ἡ προβληματική τῶν πολιτικῶν ὑποχρεώσεων μπορεῖ κάλλιστα νά λειτουργήσει ὡς καθρέφτης αὐτογνωσίας γιά μιά κοινωνία καί τά μέλη της. Κεντρικό ζήτημα σέ μία συζήτηση γιά τούς πολίτες καί τίς ὑποχρεώσεις τους εἶναι, ἤ θά ἔπρεπε νά εἶναι, ἡ ἐσωτερική ἐνεργοποίηση τοῦ πράττοντος, τοῦ ἀτόμου, μέ στόχο τόσο τήν δημιουργική καί ἀνατατική σχέση μέ τόν ἑαυτό του ὅσο καί τήν ἁρμονική συνύπαρξη μέ τούς ἄλλους σέ μία πολιτισμένη κοινωνία. Εἶναι σημαντικό νά γίνει κατανοητό, ὅτι κάθε κοινωνικό φαινόμενο, ὅπως εἶναι οἱ ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν, συνιστᾶ ἀποτέλεσμα ἐσωτερικῶν ζυμώσεων στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων ἤ διαφορετικά, τά γεγονότα πρέπει νά ἀνάγονται στά βιώματα καί στίς ἐσωτερικές πολιτισμικές ἐγγραφές τῶν πραττόντων προκειμένου νά κατανοηθοῦν ὡς κοινωνικό γεγονός. Ἡ σχέση τοῦ κάθ΄ ἑνός μέ τίς ὑποχρεώσεις του σέ μιά πολιτεία φανερώνει τήν ποιότητα σχέσης τοῦ πολίτη μέ τόν ἑαυτό του καί τό αἴσθημα εὐθύνης ἀπέναντι στόν ἄλλο.

Γιατί ὅμως εἶναι κρίσιμο νά ἐπιμείνουμε στίς ὑποχρεώσεις; Ἡ κρισιμότητα ἔγκειται στήν ἀποσαφήνιση τῆς διαστρεβλωμένης ἄποψης πού ἔχουμε σχετικά μέ τόν τρόπο προέλευσης τῶν ὑποχρεώσεων. Δέν θά  ἐπιδιώξουμε βέβαια ἱστορική ἀναδρομή ἀλλά προσπαθοῦμε νά προβληματιστοῦμε ἐπί τοῦ θέματος, μέ ἀφορμή τό παραπάνω ἀπόσπασμα ἀπό τόν Γοργία τοῦ Πλάτωνα. Προσεγγίζοντας τήν ἑλληνότροπη ἔννοια τῆς ὑποχρεώσης, ὅπως αὐτή διάφαίνεται στό πλατωνικό ἔργο, θά ἀντιληφθοῦμε πόσο ἄδικοι εἴμαστε μέ τόν ἐθνικό ἑαυτό μας, ἀλλά καί πόσο ἀπέχουμε ἀπό τά εὐγενῆ στοιχεῖα τῆς παράδοσής μας. Ἄδικοι, διότι τό καθῆκον γιά προσφορά καί προστασία τοῦ καθολικοῦ ὀνομάζεται νεοελληνικά «ρουφιανιά». Ἄν κάποιος δηλαδή κάνει λόγο γιά τίς ὑποχρεώσεις τοῦ πολίτη καί προτρέπει ἤ παρακινεῖ ἄλλους νά πράξουν τά δέοντα, θεωρεῖται αἰθεροβάμων, προδότης ἤ ἀκόμα καί ἐγκάθετος τοῦ κράτους. Ὁ λόγος τῆς γενικευμένης αὐτῆς παραδοξότητας ἔγκειται στή στάση μας ἀπέναντι στό κράτος. Ἡ σχέση μας μέ τό κράτος, τό γενικό, εἶναι ἐχθρική – συγκρουσιακή, γιατί ἀποκαλύπτει τήν ἀντι-κειμενοποίηση τοῦ λογικοῦ ἐλλείματος μας. Ἀφαιρώντας αὐθαίρετα τό λογικό καί ἠθικό πλαίσιο τῆς πολιτικῆς ὑποχρέωσης, εὔκολα οἱ χαρακτηρισμοί ἀντικαθιστοῦν τήν οὐσία, τό μερικό καί ἐπιφανειακό ἐκτοπίζει τό καθολικό καί οὐσιῶδες. Ὁ λόγος λοιπόν γίνεται γιά τό ἀτομικό κατόρθωμα στό συλλογικό ἐπίπεδο. Ἡ ἐνέργεια τῆς ὑποχρέωσης παράγεται στό βαθμό κατανόησης τῆς διαλεκτική τῶν δύο αὐτῶν πόλων, ἀτομικοῦ-συλλογικοῦ.

Ἡ ὑποχρέωση ὡς πολιτισμός

Πέρα καί πάνω ἀπό ὅλα πολιτισμός εἶναι ὅ,τι μᾶς παρέχει τήν δυνατότητα νά ὑπερβαίνουμε τήν ὑλική βαρύτητά μας. Ἡ δημιουργία τῆς πόλεως, τό θέατρο καί πάνω ἀπό ὅλα ἡ φιλοσοφία, καθιστοῦν τόν ἄνθρωπο ἱκανό νά στοχεύει πέραν τοῦ χρονικά στιγμαίου ἐνστίκτου του. Κάτι τέτοιο βέβαια σημαίνει προσπάθεια, μόχθο καί ἀναμέτρηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό πνεῦμα του, ἀνακάλυψη τῶν ὁρίων καί κατανόηση τῶν δυνατοτήτων του, ἐκλέπτυνση τῆς ψυχῆς ἤ μέ μία λέξη πολιτισμός. Πολιτισμός λοιπόν ἐπιπλέον εἶναι ὁ ἐκκεντρισμός τῆς ἀτομικῆς προσπάθειας στό συλλογικό ἐπίπεδο μέ ἀπώτερο στόχο τό εὖ ζῆν. Στό στοίχημα τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ ὅποια ἀτομική ἐνέργεια, διανοητική καί καλλιτεχνική, μορφώνεται λογικά προκειμένου νά διεκδικήσει καθολικότητα, νά ἀξιωθεῖ ὡς προσφορά σέ μία πρόταση ζωῆς ἐντός τῆς κοινωνίας. Σέ πολιτικό ἐπίπεδο, ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρεώσης φαίνεται νά ἀνταποκρίνεται στήν παραπάνω περιγραφή τῆς ἀτομικῆς ἐνέργειας, ὡς ἐσωτερικῆς μορφῆς, μέ στόχο τήν ποιοτική ἀναβάθμιση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ἄρα, ὁ σεβασμός στήν ἐκπλήρωση τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀποτελεῖ χειρονομία πολιτισμοῦ. Ὁ πολιτισμός μέ αὐτόν τόν τρόπο λειτουργεῖ ὡς ὁδοδείκτης πνευματικῶν ἐπιλογῶν ἐντός τῆς πραγματικότητας, ἐμπλουτίζοντας τή ζωή τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου-πολίτη. Ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι, δομικό στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ, ὄχι τῆς κουλτούρας καί τῶν παραδόσεων, εἶναι νά κομίζει δυναμικά παραδείγματα καθολικῆς ἀποδοχῆς, τά ὁποία ἐσωτερικευμένα ἀπό τίς κοινωνίες, μετασχηματίζονται σέ ἀξίες. Κάτι τέτοιο ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ ὅσους κατανοοῦν ὡς πολιτισμό καί πνευματική πρόοδο τά στατικά μιμήματα συμπεριφορῶν ἑνός ἔνδοξου παρελθόντος. Σέ αὐτό τό πλαίσιο, ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρέωσης συνιστᾶ κατεξοχήν πολιτισμό, διότι προϋποθέτει ἐκλέπτυνση πνεύματος, ἄρα ἀτομική προσπάθεια, καί ἔγνοια γιά τόν συνάνθρωπο ἄρα πρόταση ζωῆς σέ καθολική προοπτική.

Λογική προϋπόθεση καί ἐσωτερική ἄνοιξη

 Προϋπόθεση γιά τήν ἀνάδειξη τῆς ὑποχρέωσης ὡς ἀξίας ἀποτελεῖ ἡ ἐξάσκηση τοῦ πολίτη στίς ἀρχές τῆς λογικῆς, προκειμένου νά μορφώνει καί νά ἀνα-δια-μορφώνει συνεχῶς τόν ἐσωτερικό του κόσμο. Ἡ ὑποχρέωση μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποκτᾶ σταθερό καί ἐμμενές πλαίσιο νοηματοδότησης καί συνεχή ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα, χωρίς ὅμως νά ἐξαντλεῖται στίς λογικές προκείμενες μιᾶς στατικά καθολικῆς παραδοχῆς. Δικλείδα ἀσφαλείας, προκειμένου ἡ ἐσωτερική μορφή νά μήν   ἀλλοιωθεῖ σέ διανοητικισμό καί στεῖρο ὀρθολογισμό, ἀποτελεῖ ἡ ἐξασφάλιση τῆς ἐσωτερικῆς κινητικότητας τοῦ ἀτόμου πού ἀναζητᾶ νοήματα καί ὄχι ἁπλά λύσεις. Ἡ λογική ἔτσι γίνεται τό μεγάλο ὅπλο τοῦ πολίτη, ἀλλα ὄχι ὁ σκοπός του. Ὡς σκοπός ἡ λογική, μπορεῖ εὔκολα νά ὁδηγήσει στήν ἀνάπτυξη μηδενιστικῶν γιά τήν ὕπαρξη ἐπιλογῶν καί λύσεων. Ἄν τό μέσο-λογική γίνει σκοπός, τότε οἱ μηδενιστικές τάσεις θά συντρίψουν τήν τρυφερότητα τοῦ αἰσθήματος, συντελεστής ὑπό προϋποθέσεις σημαντικότατος καί ζωογόνος γιά τήν κατανόηση τῆς  πολιτικῆς ὑποχρέωσης ὡς πολιτιστικῆς χειρονομίας. Ἀντίθετα, ἡ λογική ὡς μέσο ἐξασφαλίζει τήν ἐν ἀτρεμεῖ ἐπαφή τοῦ πολίτη μέ τό ἐνθάδε καθώς καί τό κοινό πεδίο συνεννόησης τῶν πολιτῶν μεταξύ τους. Στόχος μιᾶς τέτοιας διαδικασίας εἶναι νά ἐπιτευχθεῖ ἡ κατασκευή τῆς μήτρας, πού θά γεννήσει τήν κατανόηση τῆς ὑποχρεώσης ὡς ἀξίας. Ἡ μήτρα αὐτή νοήματος δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τόν διαρκῆ ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ. Στήν ἐνεργῆ σχέση μέ τόν ἑαυτό του ὁ ἄνθρωπος κτίζει νοήματα, δημιουργώντας χώρους ὑποδοχῆς γιά τήν αὐθεντική διάσταση τόσο τήν δική του ὅσο καί τῶν ἄλλων. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ λογική σταματᾶ νά εἶναι ἀτροφική καί ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος παύει νά εἶναι ἀποκλεισμένος ναρκισσιστικά στό ἐγώ του. Αὐτό τό ὁποῖο λοιπόν γεννᾶ τήν ἀξία τῆς ὑποχρεώσης ἤ τήν ὑποχρέωση ὡς ἀξία, εἶναι ἡ στροφή τοῦ ἀνθρώπου μέσα του.

Ἡ ὑποχρέωση ὡς σχέση μέ τόν ἑαυτό

Θεωροῦμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρέωσης εἶναι μονόπλευρα συνδυασμένη  μέ τήν προτεσταντική μεταφυσική. Ἴσως τότε νά συστηματοποιήθηκε σέ ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο, ἀλλά ἀποτελεῖ σέ κάθε περίπτωση, καί πιθανόν πάνω ἀπ΄ ὅλα, λογική κατασκευή καί ὑπαγόρευση. Ἐπίσης, λόγω τῆς σύνδεσής της μέ τήν χριστιανική πίστη, κυρίως στόν δυτικό πολιτισμό, ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρέωσης γίνεται ἀντιληπτή ὡς καταναγκαστικό ἔργο καί ἔκτιση ποινῆς γιά μιά μεταφυσική ἐκκρεμότητα. Πρέπει νά γίνει σαφές στό συλλογικό ὑποσυνείδητό μας, ὅτι ἐκτελώντας τίς ὑποχρεώσεις μας δέν κατευνάζουμε τό μένος μιᾶς ἀνώτερης ἐξωκοσμικῆς δύναμης καί δέν ἐξαγοράζουμε κανένα παράδεισο. Ταυτόχρονα, καί πηγαίνοντας στό ἄλλο ἄκρο, ἀρνούμενοι νά ἐκπληρώσουμε τίς ὑποχρεώσεις μας ὡς πολίτες, πιστεύουμε ἐσφαλμένα ὅτι ἐκδικούμαστε τό κράτος, χωρίς νά καταλαβαίνουμε ὅτι οὐσιαστικά πληγώνουμε τόν ἑαυτό μας. Σύμφωνα μ΄ αὐτή, τήν πιό «ἀνατολίτικη» λογική, ἡ πραγματικότητα, τό ἐνθάδε, ἀξιολογεῖται ἀρνητικά ὡς συνθήκη προσωρινοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀπό κάτι μεταφυσικά ὑψηλότερο. Στόν ἐγκλωβισμό τῆς  ἐσωτερικῆς συνθήκης πού ὑποτιμᾶ τήν πραγματικότητα, τό φαντασιακό αυτονομεῖται μέ αποτέλεσμα ὁ πολίτης νά ὁδηγεῖται σέ συμπεριφορές παράλογες καί ἀνεύθυνες. Προσπαθοῦμε νά καταστήσουμε σαφές, ὅτι ἀποδεσμεύοντας τίς πολιτικές ὑποχρεώσεών μας ἀπό τίς θρησκευτικές ἐγγραφές, τίς ὁποῖες κατανοοῦμε εἴτε ὡς ἀποπλήρωση προϊστορικοῦ χρέους, εἴτε ὡς ἀδιαφορία γιά τήν πραγματικότητα, μποροῦμε νά τίς καταλάβουμε (τίς ὑποχρεώσεις) ὡς ἄξία. Ἀκόμα καί ἄν οἱ μεταφυσικές ἐγγραφές δέν εἶναι πάντα συνειδητές, ἡ ἐπιρροή τους στήν συμπεριφορά μας εἶναι καταφανής μέσα ἀπό τίς νοοτροπίες, τήν ἀσύνειδη, μονοκόμματη καί ἀσφυκτικά φορμαρισμένη κίνηση τοῦ νοῦ. Ἡ παραπάνω προσέγγιση ἀποτελεῖ ἴσως τήν πιό χαρακτηριστική ἐκδοχή τῆς ἀποδέσμευσης τοῦ ἐγώ ἀπό τό ἐμεῖς. Ἡ ἐν λόγω ἀποδέσμευση πρέπει νά γίνει κατανοητή ὄχι μέ διάθεση συγκρουσιακή, ἀλλά μέ πρόθεση νά διαφανεῖ ἡ ἀνάγκη γιά ἐσωτερική τάξη, ὥστε τό ἐγώ νά κατανοεῖ τή δομή του καί τό πεδίο τῶν κινήσεών του. Σέ αὐτό πλαίσιο, ἡ ἀξιακή κατανόηση τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀποκαλύπτει τή βαθύτερη σχέση μέ τόν ἑαυτό μας. Μέ αὐτό τόν τρόπο, ὁ σεβασμός τῆς ἐκπλήρωσης τῆς ὑποχρεώσης ἀποτελεῖ σημαντικό πεδίο ἄσκησης γιά ὅλους, καί ὄχι μόνο γιά τούς λίγους καί ἐν ἐρήμω ἀπομεμακρυσμένους. Τό λογικό ἔρεισμα τῆς ἀξίας τῆς ὑποχρεώσης τήν καθιστᾶ δυνατή νά ἀποκτηθεῖ ἀπό ὅλους ἀδιακρίτως.

Συντάσσοντας τό διά ταῦτα

Προσπαθήσαμε νά δείξουμε, ὅτι ἡ ἄσκηση τῶν πολιτῶν στήν ἐκπλήρωση τῶν πολιτικῶν τους ὑποχρεώσεων, μέ λογικά κριτήρια καί ἐσωτερική ἑτοιμότητα, ἀποτρέπει τίς μηδενιστικές δυνάμεις τοῦ ἀτομικισμοῦ καί τοῦ ὠχαδελφισμοῦ ἀπό τό νά διαβρώνουν τήν πολιτική-κοινωνική πραγματικότητα. Ἡ ἀποτροπή συνίσταται στήν κατανόηση τῆς πολιτικῆς ὑποχρέωσης ὡς ἀξίας.

///

***