Για μια ανθολογία της επώνυμης κυπριακής ποίησης

Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης (1837-2021),
Γενική επιμέλεια -Εισαγωγή: Λεωνίδας Γαλάζης,
Ανθολόγηση – Επιμέλεια: Ομάδα φιλολόγων,
Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, Λευκωσία 2021

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Σημαντικό εκδοτικό γεγονός του προηγούμενου έτους αποτελεί αναμφίβολα η ανθολογία Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης (1837-2021), η οποία αντικατοπτρίζει εμπράκτως την πρόθεση του γνωστού Όμιλου Λογοτεχνίας και Κριτικής να αποδώσει τιμή στην επέτειο των Διακοσίων Χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και να συμβάλει ουσιαστικά στη λεπτομερή αποτύπωση της γραμματολογικής συνέχειας και της θεματικής ποικιλίας της κυπριακής ποίησης, η οποία όπως ορθά υπογραμμίζεται στην «Εισαγωγή» αποτελεί ανθισμένο κλαδί της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας με τις ιδιαιτερότητες, και τις ιδιομορφίες της ανθρωπογεωγραφίας, του τόπου και της διαλέκτου, να λειτουργούν μόνον εμπλουτιστικά και επιβεβαιωτικά. Το δύσκολο αυτό έργο της ανθολόγησης του ογκώδους αυτού τόμου, όπως εξαγγέλλεται στον «Πρόλογο», υλοποιήθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη πραγματοποιήθηκε η επιλογή και συγκέντρωση των ποιημάτων από τετραμελή ομάδα ανθολόγησης (Ανδρέα Αντζουλή, Λεωνίδα Γαλάζη, Κυριάκο Ιωάννου και Ανδρέα Γεωργαλλίδη), ενώ στη δεύτερη συγκροτήθηκε πενταμελής ομάδα (Γεωργία Γαλάζη, Σταυρούλα Μπίου, Γαβριέλλα Παναγή και Βασιλική Σελιώτη), η οποία ανέλαβε τη γενική  επιμέλεια του τόμου, υπό τη γενική ευθύνη και εποπτεία του ποιητή και φιλόλογου Λεωνίδα Γαλάζη. Σημαντικό, επίσης, στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η έκδοση επιχορηγήθηκε από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας στο πλαίσιο του Προγράμματος Πολιτισμός ΙΙ (2021-2025). (περισσότερα…)

Ντέρεκ Ουώλκοτ, Ποιήματα (Εισαγωγή-Ανθολόγηση-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας) 2/2

~.~

Η Εισαγωγή και το Πρώτο Μέρος του Αφιερώματος εδώ.

~.~
Από τη συλλογή Sea Grapes (1976)

Αγάπη μετά την αγάπη

Η ώρα θα ’ρθει
που όλος έκσταση
θα προϋπαντήσεις τον εαυτό σου φτάνοντας
στο δικό σου κατώφλι, στον δικό σου καθρέφτη
κι ο καθένας θα χαμογελάσει στου αλλουνού το καλωσόρισες

και θα πει κάθισε εδώ. Φάε.
Θ’ αγαπήσεις ξανά κείνον τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Βάλε κρασί. Κόψε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον ξένο που σ’ αγάπαγε

όλη τη ζωή σου και που αγνόησες
για κάποιον άλλον, που σ’ έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ραβασάκια από το ράφι

τις φωτογραφίες, τ’ απεγνωσμένα σημειώματα
ξεφλούδισε την εικόνα σου από τον καθρέφτη.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.

(περισσότερα…)

Ντέρεκ Ουώλκοτ, Ποιήματα (Εισαγωγή-Ανθολόγηση-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας) 1/2

~.~

Ο Ντέρεκ Ουώλκοτ γεννήθηκε στις 23 Γενάρη του 1930 στο Castries της Αγίας Λουκίας. Η τριφυής καταγωγή του (Μ. Βρετανία, Ολλανδία, Αφρική) καθώς και το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε (μητέρα δασκάλα με πάθος για την τέχνη, η οποία συχνά παρουσιάζεται από τον ίδιο να γυροφέρνει το σπίτι απαγγέλλοντας από στήθους αποσπάσματα του Σαίξπηρ, πατέρας δημόσιος υπάλληλος και εικαστικός με έντονο το αίσθημα της φυσιολατρίας) έδρασαν καταλυτικά ευθύς εξαρχής στη διαμόρφωση από μέρους του μιας ιδιόμορφα εκλεπτυσμένης συνείδησης όσον αφορά την παράδοση και το τοπίο. Βραβευμένος με βραβείο Νόμπελ το 1992 για το έργο του, έργο το οποίο η Σουηδική Ακαδημία χαρακτήρισε «ένα ποιητικό σώμα εξαιρετικής φωτεινότητας με κέντρο του ένα ιστορικό όραμα πολυπολιτισμικής σκευής», ο Ουώλκοτ εμφανίζεται στα γράμματα μόλις δεκατεσσάρων, οπότε και δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα στην τοπική εφημερίδα της πόλης του. Η πρώτη του συλλογή-σταθμός με τίτλο Σε μια Πράσινη Νύχτα» συλλογή η οποία θα θέσει τα θεμέλια της ποιητικής του και θα του χαρίσει τα πρώτα ψήγματα διεθνούς αναγνώρισης, θα έρθει αρκετά αργότερα, και συγκεκριμένα το 1962, με άλλα 14 ποιητικά βιβλία να ακολουθούν, ανάμεσά τους το μεταμοντέρνο επικό ποίημα «Όμηρος», παράλληλα με ένα ευάριθμο, ουδόλως ήσσονος σημασίας, θεατρικό και δοκιμιακό έργο.

Βασικό θεματικό δίπολο της ποίησης του Ουώλκοτ αποτελεί ο στοχασμός γύρω από τη θέση των εθνών της Καραϊβικής στην ιστορία και η αναμέτρηση τους με τις -ακόμα αισθητές- ουλές της αποικιοκρατίας. Στο ποιητικό του έργο, επισημαίνει ο ίδιος σε συνέντευξή του με τον Αναστάση Βιστωνίτη (Βήμα, 25 Νοεμβρίου 2008), κυρίαρχη θέση έχει η «σκλαβιά, που σφραγίζει την ιστορία της Καραϊβικής, δηλαδή το δουλεμπόριο, και κατ’ επέκταση η αποκοπή των ανθρώπων από τις ρίζες τους, η εξορία που είναι συνδεδεμένη και με τη βίαιη αποκοπή, το ξερίζωμα, και με την αποδημία». Απότοκο του ξεριζωμού αυτού, θα παρατηρήσει αλλού, είναι μια ηχηρή απουσία παράδοσης και ιστορικής μνήμης, εν αντιθέσει με τον υπόλοιπο Δυτικό Κόσμο και, κυρίως, την Ευρώπη, όπου τόσο η ιστορία όσο και η ποίηση είναι πράγματα απτά: η πρώτη μεν στους κίονες, στις αρχαίες επιγραφές (ας θυμηθούμε πώς και τα ημέτερα «Εν τω μηνί Αθύρ» και «Έγκωμη», φερ’ ειπείν, αρδεύονται αναλόγως), ακόμα ακόμα και στις ίδιες τις πόλεις και την ανθρωπογεωγραφία τους, η δε δεύτερη κληρονομημένη από έναν στιβαρό, πολύκλαδο και εν εξελίξει Κανόνα. Έχοντας επίγνωση των περιορισμών αυτών ο Ουώλκοτ καλείται, σαν ένας Σολωμός της Καραϊβικής, να σκιαγραφήσει, φαινομενικά από το μηδέν, τη σύγχρονη λογοτεχνία ενός πολιτισμού βασισμένου, όχι στη στιχουργική του Αρνώ Ντανιέλ και των λοιπών –Οξιτανών και μη– τροβαδούρων, όχι στην Καπέλα Σιστίνα ή τα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, μα στο εθνικό παστίς και την προφορικότητα. Αντί όμως να πράξει το ορθολογικό αποκηρύσσοντας την ιδιότυπη αυτή πολλαπλότητα, ο Ουώλκοτ αντιλαμβάνεται πως η οδός προς την ωρίμανση, ατομική και συλλογική, διέρχεται μέσα από τη συμφιλίωση μαζί της. Είναι σε τούτη την απόφαση που εδράζεται το μεγαλείο του ως λογοτεχνικού γενάρχη.

Απέναντι στη σύγχυση των ανάμεικτων καταβολών και της ιστορικής ασυνέχειας ο Ουόλκωτ θα προτάξει, τόσο γλωσσικά όσο και μορφικά στην ποίησή του, τη λύση του συγκρητισμού. Αφομοιώνοντας τα κρείττονα της κάθε παράδοσης που βρίσκεται στη διάθεσή του –της σαιξπηρικής/βικτωριανής από τη μία και την αφρικανικής/κρεολικής από την άλλη– θα καλλιεργήσει ένα μορφικό, εκφραστικό και γλωσσικό ιδίωμα «μιχτό, αλλά νόμιμο» το οποίο, δίχως να ανατρέπει το παρελθόν, αλλά και απέχοντας παρασάγγας από το καινοθηρικό δέλεαρ του σκληροπυρηνικού μοντερνισμού, καταλήγει όχι μόνο να σωματοποιήσει μια, κατά κανόνα έως τότε, προφορική παράδοση, μα και να ρυμουλκήσει, αυτή τη φορά εκτός προγράμματος, την αγγλόφωνη ποίηση από τα λεμφατικά τενάγη στα οποία είχε περιέλθει, άμα τη αποδημία της Σύλβιας Πλαθ.

Όπως η ψυχική υπόσταση της Θείας Κωμωδίας δε θα μπορούσε να μετουσιωθεί μορφικά παρά μόνο στην τριαδική μορφή της terza rima και των τριών ενοτήτων από τριαντατρία άσματα η καθεμιά σε μια σχεδόν εμμονική, θα λέγαμε, επίκληση της θείας πρόνοιας, έτσι και η ποίηση του Ουώλκοτ, εγγεγραμμένη στη διαρκή της παλινδρόμηση ανάμεσα στους δύο προγονικούς της κόσμους, βρίσκει τη μορφική της κατόρθωση, όχι μόνο στον «Όμηρο» όπου μια χαλαρωμένη εκδοχή της δαντικής τερτσίνας, σμιλεμένη με ακανόνιστα μοτίβα ρίμας, ημιρίμας ή, ενίοτε, και οπτικής μόνο ρίμας δεξιώνεται το ιαμβικό πεντάμετρο (ή, κατά κόσμον, blank verse) του Σαίξπηρ εκτεταμένο κατά έναν ρυθμικό πόδα σε μιαν απόπειρα προσέγγισης του ηρωικού εξαμέτρου, αλλά και στο σύνολο του έργου του, όπου παρατηρούμε την ευρωστία του blank verse να κάμπτεται εξακολουθητικά, μέσω της σποραδικής ναρκοθέτησής του με μεμονωμένους στίχους ή και, όχι σπανίως, ολόκληρα αποσπάσματα μικρότερου ή μεγαλύτερου αριθμού συλλαβών (είτε αυτές ακολουθούν ένα σαφές μετρικό σχήμα, είτε ρέπουν προς τον ελεύθερο στίχο) αποσκοπώντας, έτσι, στην απήχηση του πολυπολιτισμικού, μετα-αποικιακού βιώματος. Γλωσσικά και πάλι ρηξικέλευθος, ο Ουώλκοτ θα εμβολιάσει  τον, κατά βάση σαιξπηρικών καταβολών, λόγο του με στοιχεία της τοπικής διαλέκτου των Αντιλλών, «γκριζάροντας» τα όρια μεταξύ των δύο προκειμένου «να γράψ[ει] έτσι ώστε ένας ψαράς να μοιράζεται την ένταση των συναισθημάτων, ακόμα και αν δεν κατανοεί εντελώς τους διαλόγους». Ο μετρημένος συγκερασμός αυτός σε συνδυασμό με το αλληγορικό ύφος, την εικονοποιητική ευχέρεια και μια μοναδική έφεση στην παρομοίωση και τη μελωδικότητα αποτελούν ειδοποιά χαρακτηριστικά της ποίησής του.

(περισσότερα…)

Πανδημία, επιστήμη και ρομαντισμός

*

της ΜΑΡΙΑΛΕΝΑΣ ΤΣΑΝΤΗΛΑ

Από την αρχή της πανδημίας και τη σταδιακή δημιουργία αυτού του τεχνητού πολιτικού δίπολου (εμβολιασμός ή μη, εμβολιασμένος / ανεμβολίαστος), ένα είδος συζήτησης κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο, αυτό της επιστήμης. Ή μήπως «επιστήμης»; Διότι ο τρόπος που μιλάμε γι’ αυτήν πιο πολύ παραπέμπει σε κάποια… προβατίνα με το όνομα επιστήμη, που από τότε που την πιάσαμε την περιφέρουμε από εδώ και από εκεί, δείχνοντας ο ένας στον άλλον «να, αυτή είναι η επιστήμη», παρά στο σύστημα γνώσεων που αποκτώνται μέσω της τεκμηρίωσης και της απόδειξης. Πολύ απλά, φαίνεται ότι οι επιχειρηματολογίες που επιζητούν να είναι οι πιο επιστημονικά ορθές, είναι και οι πιο αντιεπιστημονικές. Φράσεις του τύπου «η επιστήμη λέει», «σύμφωνα με την επιστήμη», «αυτό είναι επιστήμη» τοποθετημένες σε πλαίσιο όπου η επιστήμη χρησιμοποιείται ως αυθεντία, χαράζουν, σβήνουν, τερματίζουν την ίδια φύση του πράγματος το οποίο επικαλούνται. Καλύτερα να μιλούσαμε για την προβατίνα. Η επιστήμη βρίσκεται εκεί που υπάρχει κατάρριψη, διάψευση, αμφισβήτηση, κριτική (αναφορά στα κριτήρια του Πόππερ) και για να υπάρχουν αυτά πρέπει να υπάρχει πλουραλισμός. Όχι μόνο ένας de facto πλουραλισμός απόψεων/πλευρών, αλλά ένας που εκφράζεται και σε προσωπικό επίπεδο, στην στάση μας ως προς τη συζήτηση με διαφορετικά στοιχεία, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Έχω την εντύπωση ότι και τα δύο εκλείπουν. (περισσότερα…)

Πάτροκλος Λεβεντόπουλος, Χάικου

~ . ~

ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ

Σπαράζω στο φως
Ο ήλιος λαθροθήρας
Εγώ η λεία ;

~ . ~

ΔΙΛΗΜΜΑ

Στάχτη στο τζάκι
Ο Μάρτης αντιφάσκει
Ποιος κελαηδεί ;

~ . ~

ΕΠΙΡΡΟΗ

α
Λύχνε της σκέψης
Στη διάβαση του μηδενός
Ξυλάρμενο φωτός.

β
Λύχνε της σκέψης
Κι αν παντού δεν φτάνεις
Λάμψε στις λέξεις !

γ
Λύχνε της σκέψης
Στο φως που εκπέμπεις
Να πιστέψεις !

~ . ~

ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Φως ή σκοτάδι ;
Προτιμώ το ημίφως
Και αμφιβάλλω.

~ . ~ (περισσότερα…)

Παύλος Νιρβάνας, Ερωτικαί εκδικήσεις

*

Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!».

Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν.

Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ’ ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ’ ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ’ εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του. (περισσότερα…)

Αποχαιρετισμός στη Μαριανίνα Κριεζή

 

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Και είπες: Φεύγω,
γιατί το έργο
τελείωσε, Μαρία.
Ξελευτερία… 

Η Μαριανίνα Κριεζή έφυγε από τη ζωή, ωστόσο εδώ και πολλά χρόνια είχε αποσυρθεί συνειδητά από τα φώτα της δημοσιότητας, αποχωρώντας, μάλιστα, και από την πρωτεύουσα και ζώντας μόνιμα εκτός Αθηνών. Η αποχώρηση, ωστόσο, από το ευρύ κοινωνικό όραμα στην ελληνική στιχουργία έλαβε χώρα καιρό πριν, με την εξάντληση των πληθωρικών πρώτων ετών της Μεταπολίτευσης, ακριβώς, δηλαδή, στη χρονική στιγμή που ο λόγος της εισέρχεται στο ελληνικό τραγούδι, επιγονικά στη γενιά των μεγάλων ονομάτων της έντεχνης στιχουργίας, ωστόσο εντελώς αυθύπαρκτα. Τα τραγούδια της θα ντύσουν ακριβώς εκείνη την περίοδο που λαμβάνει χώρα η μεταστροφή προς το λεγόμενο «ιδιωτικό όραμα» και η έμφαση προς τον ίδιο τον εαυτό και τις ατομοκεντρικές θεάσεις της ολότητας που η αντίληψη αυτή προάγει. Η Κριεζή τυπικά εμφανίζεται να αρνείται συνειδητά και προγραμματικά το πολιτικό-κοινωνικό τραγούδι, εντούτοις, τόσο η όλη προταγματική δόμηση του σύμπαντός της και η φυγή προς τον κόσμο του παραμυθιού ως αντίθεση με το κράτος των μεγάλων αφηγήσεων όσο και διάσπαρτες επιμέρους εκλάμψεις και υποδόρροιες αναφορές στο έργο της. αποδεικνύουν ξεκάθαρα το εσφαλμένο και μονοδιάστατο μιας τέτοιας ερμηνείας. (περισσότερα…)

Παλλαδάς ο Αλεξανδρινός: Ανάμεσα στην Ποίηση και την Ιστορία

*

της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Εκτός από τα επιγράμματά του, τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό για τον Αλεξανδρινό γραμματικό και ποιητή Παλλαδά (ή ίσως Παλλάδα;).[i] Τα επιγράμματα αυτά όμως με τον καιρό απόκτησαν, πέρα και άσχετα από την ποιητική τους αξία, ιδιαίτερη σημασία, καθώς θεωρήθηκαν, και εξακολουθούν να θεωρούνται, μία από τις σημαντικές ιστορικές πηγές για τα δραματικά γεγονότα του 4ου μ.Χ. αιώνα, της εποχής που σήμανε το τέλος τού ειδωλολατρικού Αρχαίου Κόσμου, και την απαρχή της νέας Χριστιανικής περιόδου. Και είναι ως ιστορική πηγή κυρίως και όχι ως ποιητής που αντιμετωπίζεται ο Παλλαδάς στη νεώτερη, αλλά και την πιο πρόσφατη, βιβλιογραφία. Είναι πολυάριθμα τα άρθρα στα οποία επιχειρείται να συνδεθούν οι αναφορές ή οι υπαινιγμοί που κάνει στα επιγράμματά του με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Καθώς όμως υπάρχουν διαφορετικές υποθέσεις όσον αφορά τη χρονολόγηση της ζωής και της δράσης του Αλεξανδρινού, οι ερμηνείες και τα συμπεράσματα ποικίλουν. Τα χρονικά όρια στα οποία τοποθετείται κυμαίνονται έτσι από τα χρόνια της βασιλείας του “πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα” Κωνσταντίνου και των διαδόχων του, μέχρι την οριστική επικράτηση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την εποχή του Θεοδόσιου και των δικών του διαδόχων στις αρχές του 5ου.[ii]

(περισσότερα…)

Κοχυλάκια

*

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Διαβάζοντας το ωραίο κείμενο «Για την αμετάδοτη γλώσσα. Γράμμα σε παλιό φίλο εκδότη» της Νατάσας Κεσμέτη, στάθηκα μεταξύ άλλων στα Κοχυβαδάκια του Νίκου Φωκά και στο απόσπασμα του Βαλερύ σε επιμέλεια Δημήτρη Αρμάου.

Θα ήθελα να προσθέσω και τις δικές μου συμπτώσεις που με φέρνουν νοερά σ’ αυτή την παραλία με τα κοχύλια (κάπου στη γη ή στο σύμπαν) μέσω των βιβλίων και της πραγματικότητας.

Έτυχε να διαβάσω τώρα τελευταία το παρακάτω: (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Μετά τον Μηδενισμό

~ . ~

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Στις μελέτες και τις ομιλίες που παρουσιάζονται εδώ και οι οποίες διόλου δεν πραγματεύονται συστηματικά ένα κοινό θέμα, αλλά προήλθαν από τις πιο διαφορετικές αφορμές και ψυχικές διαθέσεις, βρίσκονται στο προσκήνιο, ως συνέπεια της στοχαστικής προτίμησης του συγγραφέα η οποία εξακολουθεί να προωθείται ολοένα προς μιαν εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση, δύο έννοιες: η έννοια της προοδευτικής εγκεφαλοποίησης και εκείνη του μηδενισμού. Σ’ αυτές αντιπαρατίθεται έπειτα, σε ορισμένα σημεία, η έννοια του εποικοδομητικού πνεύματος ως η έκφραση των δυνάμεων και αποπειρών να αντιταχθεί στις ληθαργοποιητικές τάσεις των εννοιών εκείνων. Έχομε ακόμη τη δύναμη, αναρωτιέται ο συγγραφέας, απέναντι στο επιστημονικά καθοριστικό κοσμοείδωλο, να επιβάλομε ένα Εγώ δημιουργικής ελευθερίας, έχομε ακόμη τη δύναμη, όχι με βάση οικονομικούς χιλιασμούς και πολιτικά μυθολογήματα, αλλά μέσα από την ισχύ της παλιάς δυτικής σκέψης, να διασπάσομε τον υλιστικό-μηχανιστικό μορφολογικό κόσμο, και με βάση μιαν ιδανικότητα που θέτει η ίδια τον εαυτό της και με ένα μέτρο που χαλιναγωγεί το ίδιο τον εαυτό του, να σχεδιάσομε τις εικόνες βαθύτερων κόσμων; Συνεπώς, εποικοδομητικό πνεύμα ως τονισμένη και συνειδητή αρχή εκτεταμένης απελευθέρωσης από κάθε υλισμό, ψυχολογικού, εξελικτικού, φυσικοεπιστημονικού, για να μην αναφέρομε διόλου κοινωνιολογικού είδους –, εποικοδομητικό πνεύμα ως το αληθινά ανθρωπολογικό ύφος, ως η αληθινή ουσία των ανθρωποειδών, η οποία αναπτυσσόμενη μυθοπλαστικά, αιώνια λαμπρυνόμενη μεταφορικά, ολοκλήρωσε την πορεία της ανθρωπότητας προς την μη πραγματικότητα του φωτός, τον φαντασιακό χαρακτήρα όλων των πραγμάτων, σε ένα είδος παιχνιδιού που εκτελείται  από μακριά ανάμεσα στα άστρα που ξεχύνουν τον χώρο και την απεραντοσύνη τους και στις ιδιοφυΐες του δικού τους στήθους και αναμειγνύοντας με τους ουρανούς και τις κολάσεις μεγάλων δημιουργικών ομάδων. (περισσότερα…)

Μή­πως ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα εἶναι ὑπερτιμημένος;

*

του ΤΖΟΖΕΦ ΕΠΣΤΑΪΝ

Ὁ Ἔν­τμουντ Οὐ­ίλ­σον ὑ­πο­στή­ρι­ζε πὼς τὸ μό­νο ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βά­ζει παίρ­νον­τας τὸ πρω­ι­νό του θὰ ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ μαρ­κη­σί­ου ντὲ Σάντ. Ἐ­γώ, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ δια­βά­σω Φρὰν­τς Κάφ­κα μὲ τὸ πρω­ι­νό μου. Τὰ τό­σα βά­σα­να, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τραυ­μά­των, ὁ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμός, ὁ σα­δο­μα­ζο­χι­σμός, ἡ ἀ­νε­ξή­γη­τη σκλη­ρό­τη­τα, ἡ ἐμ­φά­νι­ση τρω­κτι­κῶν, σκα­θα­ριῶν, ὄρ­νε­ων καὶ ἄλ­λων γκρο­τέ­σκων πλα­σμά­των – καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ φόν­το τὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι προ­φα­νῶς ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος ν’ ἀρ­χί­σεις τὴ μέ­ρα σου. Ὁ Κάφ­κα δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­να­κου­φι­στι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα οὔ­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο.

Ὑ­πο­χόν­δρι­ος, πά­σχων ἀ­πὸ ἀ­υ­πνί­ες, παράξενος μὲ τὸ φα­γη­τό, ἀ­να­πη­ρι­κὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στος, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος ἀπὸ τὴ ζω­ή, ἐμ­μο­νι­κὸς μὲ τὸν θά­να­το, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα με­τέ­τρε­ψε, ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε, τὶς νευ­ρώ­σεις του σὲ τέ­χνη. Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας χα­ρα­κτή­ρας στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Ἰ­σά­ακ Μπά­σε­βιτς Σίν­γκερ “Ένας φίλος τοῦ Κάφκα’’, ἦ­ταν «homo sapiens στὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ τοῦ αὐ­το­βα­σα­νι­σμοῦ». Ἐν­τού­τοις, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ εὐ­ρεί­α συ­ναί­νε­ση ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας μον­τερνιστής δά­σκα­λος: συγ­κε­κρι­μέ­να, ἕ­νας δά­σκα­λος κα­τὰ τὴ μον­τερ­νι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, στε­γα­σμέ­νος στὸ ἴ­διο πάν­θε­ον μὲ τὸν Τζό­υς, τὸν Πι­κάσ­σο, τὸν Στρα­βίν­σκυ, τὸν Μαλ­λαρ­μὲ καὶ ἄλ­λους καλ­λι­τέ­χνες ποὺ ἔ­χουν με­τα­βά­λει ρι­ζι­κὰ τὴ σύγ­χρο­νη κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου.

Ὁ Κάφ­κα δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ «συ­σκο­τι­σμέ­νη δι­αύ­γει­α», ἔ­γρα­ψε ὁ Ἔ­ριχ Χέλ­λερ στὸ βι­βλί­ο του γι’ αὐτόν. «Ἡ τέ­χνη του εἶ­ναι ἡ πι­ὸ ὀ­δυ­νη­ρὰ καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ συ­σκο­τι­σμέ­νη τέ­χνη», πρό­σθε­σε, «στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας». Νο­μί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι συλ­λαμ­βά­νει τὸ νό­η­μα τοῦ Κάφ­κα, ὅ­μως τὸ συλ­λαμ­βά­νει ὄν­τως; Ὅ­λα μοιά­ζουν πεν­τα­κά­θα­ρα, μὰ εἶ­ναι; Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν δι­ά­ση­μο ἀ­φο­ρι­σμό του: «Οἱ κρυ­ψῶ­νες εἶ­ναι ἀ­μέ­τρη­τες, ἡ δι­α­φυ­γὴ μό­νο μί­α, ὅ­μως οἱ δυ­να­τό­τη­τες δι­α­φυ­γῆς εἶ­ναι ἐ­πί­σης τό­σες ὅ­σες καὶ οἱ κρυ­ψῶ­νες». Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν ἄλ­λο ἀ­φο­ρι­σμό: «Ἕ­να κελ­λὶ πῆ­γε νὰ βρεῖ ἕ­να που­λί».

Ὅ,­τι ἰ­σχύ­ει γιὰ τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς τοῦ Κάφ­κα, ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὶς σύν­το­μες πα­ρα­βο­λές του. Οἱ πα­ρα­βο­λές, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Βάλ­τερ Μπέν­γι­α­μιν, «δὲν ἐ­ξαν­τλοῦν­ται πο­τὲ ὡς πρὸς τὶς δυ­να­τὲς ἐ­ξη­γή­σεις τους. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὁ Κάφ­κα ἔ­λα­βε ὅ­λες τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­φυ­λά­ξεις ἐ­νάν­τι­α στὴν ἑρ­μη­νεί­α τῶν γρα­πτῶν του». Ὅ­ποιες κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὲς οἱ προ­φυ­λά­ξεις, ἀποδείχτηκαν ἀ­νε­παρ­κεῖς, ἀ­φοῦ τὰ ἔρ­γα τοῦ Φρὰν­τς Κάφ­κα –πέρα ἴ­σως ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο καὶ τὰ ἔρ­γα τοῦ Σαίξ­πη­ρ– ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὰ πι­ὸ ἑρ­μη­νευ­μέ­να, ἂν ὄ­χι ὑ­πε­ρερ­μη­νευ­μέ­να, ἔρ­γα στὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

Στὸ τεῦ­χος τῆς 7ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 τοῦ Times Literary Supplement δημοσιεύεται μιὰ κρι­τι­κὴ τοῦ Γκάμ­πρι­ελ Τζο­σι­πο­βί­τσι γιὰ τὰ πρό­σφα­τα ἔργα περὶ Κάφ­κα. Μὲ τὸ βι­βλί­ο Franz Kafka: The Poet of Shame and Guilt τοῦ Σά­ουλ Φρην­τλαῖν­τερ στὸν ἀμφίρροπο ἀγῶνα εἰσέρχεται ἄλλος ἕνας γερὸς ἀθλητής. Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ δὲν ἐ­παγ­γέλ­λε­ται τον κρι­τι­κὸ λο­γο­τε­χνί­ας, εἶναι ἱ­στο­ρι­κός. Ἡ σχέ­ση του μὲ τὸν Κάφ­κα εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κὴ καὶ προ­σω­πι­κή. Ἡ οἰ­κο­γέ­νει­ά του, γερ­μα­νό­φω­νη καὶ ἑ­βρα­ϊ­κὴ ὅ­πως καὶ τοῦ Κάφ­κα, κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν Πρά­γα. Ὁ πα­τέ­ρας του πῆ­γε στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μι­ο μ’ αὐτὸν, ἂν καὶ κά­που δεκαπέντε χρό­νι­α ἀρ­γό­τε­ρα. Κι ὅ­πως ὁ Κάφ­κα ἔ­χα­σε τὶς τρεῖς ἀ­δερ­φές του, ὁ Φρην­τλαῖν­τερ ἔ­χα­σε τοὺς γο­νεῖς του στὰ να­ζι­στι­κὰ στρα­τό­πε­δα.

Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ γνω­ρί­ζει κα­λὰ τὶς ἀν­τι­τι­θέ­με­νες θε­ω­ρί­ες γιὰ τὸ περιορισμένο σὲ ὄγκο ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει τρί­α ἀ­νο­λο­κλή­ρω­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κάτι παραπά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ση­μαν­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ πα­ρα­βο­λὲς καὶ σύντομα ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὰ ἔρ­γα, ἡ­με­ρο­λό­γι­α, συλ­λο­γὲς ἐ­πι­στο­λῶν (πολ­λὲς σὲ ἐ­ρω­μέ­νες του ποὺ δὲν παν­τρεύ­τη­κε), κα­θὼς καὶ τὴν πε­ρί­φη­μη Ἐ­πι­στο­λὴ στὸν πα­τέ­ρα, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἔ­στει­λε πο­τέ. Στὸ μι­κρό του βι­βλί­ο ὁ Φρην­τλαῖν­τερ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου τοῦ συγγραφέα σὲ μιὰ προ­σπά­θει­α νὰ ἐ­ξηγήσει τὴ σπουδαιότητά του. Δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὸ με­γα­λεῖ­ο του, ἂν καὶ ἀν­τι­στέ­κε­ται στὸν πειρασμὸ νὰ ὁρίσει σὲ τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ συ­νί­στα­ται. (περισσότερα…)

Τόνια Κοβαλένκο, Το έξυπνο μαξιλάρι

*

Οκτώ παραλλαγές για το ίδιο ποίημα

Να θέλεις να γεράσεις
να μη θες να γεράσεις:
αυτή η αντικρουόμενη επιθυμία
πανίσχυρη και στις δυο όψεις της
τι αντίκρισμα να έχει
στην τράπεζα της ύπαρξης;
Σα να ποντάρεις ταυτόχρονα
το ίδιο ποσό
στο κόκκινο και το μαύρο –
κανείς δεν κερδίζει
ούτε το καζίνο, ούτε εσύ

*

Δεν ξέρω να γράφω
παρά για τον εαυτό μου
κι ο εαυτός μου λιγοστεύει,
όσο δουλεύει με τις λέξεις των άλλων
τόσο χάνει τις δικές του
με ξένη ομορφιά τρέφεται
αφού δεν έχει πια δική του
παλεύει να γεμίσει τα κενά
μα κάτω απ’ τα πόδια του χάσκει
ο παλιός, ο τελειωμένος κόσμος (περισσότερα…)