Για μια ανθολογία της επώνυμης κυπριακής ποίησης

Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης (1837-2021),
Γενική επιμέλεια -Εισαγωγή: Λεωνίδας Γαλάζης,
Ανθολόγηση – Επιμέλεια: Ομάδα φιλολόγων,
Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, Λευκωσία 2021

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Σημαντικό εκδοτικό γεγονός του προηγούμενου έτους αποτελεί αναμφίβολα η ανθολογία Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης (1837-2021), η οποία αντικατοπτρίζει εμπράκτως την πρόθεση του γνωστού Όμιλου Λογοτεχνίας και Κριτικής να αποδώσει τιμή στην επέτειο των Διακοσίων Χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και να συμβάλει ουσιαστικά στη λεπτομερή αποτύπωση της γραμματολογικής συνέχειας και της θεματικής ποικιλίας της κυπριακής ποίησης, η οποία όπως ορθά υπογραμμίζεται στην «Εισαγωγή» αποτελεί ανθισμένο κλαδί της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας με τις ιδιαιτερότητες, και τις ιδιομορφίες της ανθρωπογεωγραφίας, του τόπου και της διαλέκτου, να λειτουργούν μόνον εμπλουτιστικά και επιβεβαιωτικά. Το δύσκολο αυτό έργο της ανθολόγησης του ογκώδους αυτού τόμου, όπως εξαγγέλλεται στον «Πρόλογο», υλοποιήθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη πραγματοποιήθηκε η επιλογή και συγκέντρωση των ποιημάτων από τετραμελή ομάδα ανθολόγησης (Ανδρέα Αντζουλή, Λεωνίδα Γαλάζη, Κυριάκο Ιωάννου και Ανδρέα Γεωργαλλίδη), ενώ στη δεύτερη συγκροτήθηκε πενταμελής ομάδα (Γεωργία Γαλάζη, Σταυρούλα Μπίου, Γαβριέλλα Παναγή και Βασιλική Σελιώτη), η οποία ανέλαβε τη γενική  επιμέλεια του τόμου, υπό τη γενική ευθύνη και εποπτεία του ποιητή και φιλόλογου Λεωνίδα Γαλάζη. Σημαντικό, επίσης, στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η έκδοση επιχορηγήθηκε από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας στο πλαίσιο του Προγράμματος Πολιτισμός ΙΙ (2021-2025).

Πιο συγκεκριμένα, η Ανθολογία αποτελεί την τέταρτη κατά σειρά έκδοση του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής και συμπεριλαμβάνει με χρονολογική σειρά (με βάση το έτος γέννησης των ανθολογουμένων) πάνω από 300 Ελληνοκύπριους ποιητές και ποιήτριες από το 1837 μέχρι και το 2021. Το πλούσιο αυτό ποιητικό υλικό, ωστόσο, δεν διαχωρίζεται σε ενότητες κατά ποιητικές γενιές, καθώς όπως υποστηρίζουν οι επιμελητές, ειδικότερα για την ποίηση της πεντηκονταετίας 1970-2020 τα όρια μεταξύ των γενεών είναι ακόμη ρευστά και συχνά δυσδιάκριτα. Παράλληλα, τα ανθολογούμενα ποιήματα κατατάσσονται και θεματικά (ιστορικά, φιλοσοφικά, ανθρωπιστικά, ερωτικά, πολιτικά κ.ά.), δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον αναγνώστη να αντιληφθεί αφενός τη θεματική ποικιλία της κυπριακής ποιητικής παραγωγής και αφετέρου την πολύμορφη επεξεργασία ενός θέματος από διάφορους ποιητές και σε διαφορετικές χρονικές συγκυρίες.

Παρά το γεγονός, ωστόσο, ότι η πολύμοχθη επιλογή των ποιημάτων έγινε με κριτήριο την αισθητική αρτιότητα των κειμένων, εντούτοις η πρόθεση των επιμελητών «να  αποφευχθεί στο μέτρο του δυνατού ο αποκλεισμός ποιητών, ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτοί βρίσκονται στα πρώτα τους βήματα ή έχουν δημοσιεύσεις σε διάφορα έντυπα ή ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε., αλλά όχι σε αυτοτελή έκδοση» οδήγησε αναπόφευκτα στη μερική μόνο εφαρμογή του σημαντικού αισθητικού κριτηρίου. Κι αυτό γιατί, η αναζήτηση της ποιότητας, όπως δηλώνουν ευθαρσώς στην Εισαγωγή οι ίδιοι οι επιμελητές, αναγκαστικά περιορίστηκε «στη σύγκριση με τα υπόλοιπα ποιήματα του ίδιου του δημιουργού, όχι όμως και σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ποιήματα των ομοτέχνων του, [γεγονός] που θα αποσκοπούσε σε πιο αυστηρή στάθμιση της ποιότητας». Παρόλα αυτά, η ανά χείρας Ανθολογία επιτυγχάνει τον κύριο στόχο της και μας προσφέρει μιαν αντιπροσωπευτική και αντικειμενική εικόνα της κυπριακής ποιητικής παραγωγής.

Ο αναγνώστης, λοιπόν, αυτού του σημαντικού έργου δεν θα αργήσει, κατά την άποψή μου, να διαπιστώσει ότι η θεματολογία, αλλά και η μορφολογία της νεότερης λογοτεχνίας της Κύπρου, παρά τις όποιες μορφολογικές και υφολογικές διαφοροποιήσεις που αναπόφευκτα υπάρχουν από γενιά σε γενιά, υπήρξε πάντα προσανατολισμένη στις πολιτιστικές και ιστορικές εξελίξεις του νησιού όσο και του ελληνισμού γενικότερα. Εκτείνεται δε, συχνά, και πέραν αυτών, αγγίζοντας οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα, τα οποία αναδεικνύει άλλοτε με λυρισμό και στοχασμό κι άλλοτε με απαλή ή καυστική ειρωνεία. Ένα ακόμη σημαντικό, επομένως, στοιχείο που αναδεικνύει το πολύμοχθο αυτό έργο, είναι ότι η ελληνοκυπριακή ποίηση παρακολουθεί συνεχώς τα διεθνή και σύγχρονα γεγονότα συνήθως διαμεσολαβημένα μέσω του ελλαδικού κέντρου, εκτός από τις τελευταίες δεκαετίες που η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί λόγω της διάδοσης της χρήσης του διαδικτύου.

Αξιοσημείωτη, επίσης, σε αριθμό ποιημάτων της Ανθολογίας είναι η λογοτεχνικά γόνιμη χρήση της κυπριακής διαλέκτου είτε αμιγώς είτε σε συνδυασμό με τη νεοελληνική κοινή.  Κι αυτό γιατί, πέραν από τον κοινό προβληματισμό που αντιμετωπίζει διαχρονικά ο κάθε Κύπριος ποιητής, ο οποίος αποφασίζει να διαχειριστεί την τοπική διάλεκτο και αφορά κυρίως τη δυσκολία που παρουσιάζει η πρόσληψη και η αναγνώριση της σπουδαίας κυπριακής, διαλεκτικής ποίησης (π.χ. Β. Μιχαηλίδης, Δ. Λιπέρτης, Κ. Μόντης. Κ. Βασιλείου, Μ. Πασιαρδής κ. ά.) από τον πανελλήνιο λογοτεχνικό κανόνα, η κυπριακή διάλεκτος αποτελεί μέχρι σήμερα ένα ζωντανό γλωσσικό όργανο με ανεξάντλητο ποιητικό βάθος. Και παρά το γεγονός ότι αυξάνει της απαιτήσεις για τον εξωδιαλεκτικό αναγνώστη ώστε να γίνει κατανοητή, εντούτοις, ο ποιητικός σπινθήρας που εγκλείεται σε αυτήν είναι αδύνατον να μην λάμψει στα επιλεγμένα ποιήματα.

Λαμβάνοντας, λοιπόν, τα πιο πάνω στοιχεία υπόψη, η ανά χείρας Ανθολογία επιτυγχάνει να αναδείξει τον χαρακτήρα και την αισθητική ποιότητά της κυπριακή ποίησης, προβάλλοντας δείγματα τόσο από τα ήδη αναγνωρισμένα επιτεύγματα όσο και σημαίνουσες ψηφίδες από πιο σύγχρονες εκφραστικές μορφές εξέλιξής της, δημιουργώντας έτσι μια νεόδμητη γέφυρα επικοινωνίας με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αλλά και με τον ευρύτερο κορμό της ελληνικής λογοτεχνίας. Και για τούτο, η παρούσα έκδοση αποτελεί αναμφισβήτητα,  κατά την άποψή μου, μια σημαντική και χρήσιμη προσθήκη στην προβολή και μελέτη της ελληνικής κυπριακής ποίησης.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

*