Φράνσις Μπέηκον και Γουίλιαμ Μπάροουζ: το σώμα δραπετεύει από το σώμα

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν φηµίζονται για τις λογοτεχνικές τους αξιώσεις, που δύσκολα θα µπορούσαν να συγκαταλεχτούν, όσο υποκειµενικά και αν αντιλαµβανόµαστε το γούστο, σε ό,τι θα λέγαµε «αριστουργήµατα» ‒ συµβαίνει, παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοια βιβλία να ανακινούν προβληµατισµούς υψηλής έντασης αντίστοιχους µε εκείνους που προκαλούν τα αριστουργήµατα. Τέτοιου είδους βιβλία διακρίνονται περισσότερο για την ορµή και το εσωτερικό τους σθένος, την υπόγεια αυτή µυστηριακή δύναµη που διατρέχει την αφήγηση, παρά για την ίδια την αφήγηση, η οποία ούτε σφιχτή δοµή έχει, ούτε µαρτυρά ένα σύνθετο ή πρωτότυπο αρχικό σχέδιο. Φαίνεται σαν όλα να ’ναι γραµµένα στο πόδι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι η Αδερφή του Γουίλλιαµ Μπάροουζ (Queer στο πρωτότυπο· πρώτη δηµοσίευση το 1985).[1] Κακό βιβλίο στον βαθµό που απουσιάζει ό,τι θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε ως προτέρηµα µιας καλής, ποιοτικής λογοτεχνίας: καµία φροντίδα στο χτίσιµο των χαρακτήρων, οι ήρωες πιο πολύ µοιάζουν µε σκιάχτρα παρά µε αυθύπαρκτες οντότητες· η πλοκή είναι απλοϊκή, προσχηµατική, σχεδόν δεν υπάρχει· η αφήγηση δεν προδίδει κανένα αρχικό πλάνο, κανένα πρότερο σχεδίασµα, απόδειξη ότι τα επιµέρους σηµεία είναι τόσο χαλαρά δεµένα µεταξύ τους, ώστε αν κάποιος αφαιρέσει ένα από τα κοµµάτια του δεν τρέχει και τίποτα· τα εκφραστικά µέσα, τέλος, και τα ρητορικά σχήµατα, διακριτικά γνωρίσµατα µιας υψηλής λογοτεχνικής κατάρτισης, έχουν ισχνότατη παρουσία, αλλά ακόµα και όταν εµφανίζονται δεν είναι παρά τεκµήρια µιας άτσαλης, αδέξιας αξιοποίησης. (περισσότερα…)

Ακαδημία χωρίς ακαδημαϊκούς

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το περίφημο, με αυτόν τον τίτλο, δοκίμιο του Εμμανουήλ Ροΐδη που ήρθε στην επικαιρότητα αυτές τις ημέρες, με δημοσιεύματα που αφορούν την οικτρή τύχη του αρχείου του (το οποίο σαπίζει στα υπόγεια της Ακαδημίας Αθηνών), θέτει και ένα άλλο ζήτημα που ελάχιστα συζητείται και ίσως εξηγεί την αδυναμία του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος. Αναφέρομαι στην πλήρη υποβάθμιση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στις τάξεις αυτού καθώς σήμερα μόνον ένας ακαδημαϊκός υπάρχει από τον χώρο αυτό (ο ενενηντάχρονος Θ. Βαλτινός), έναντι μιας παράδοσης που ήθελε να υπάρχουν αρκετοί λογοτέχνες μεταξύ των «αθανάτων». Συνέπεια άμεση: να υπολειτουργούν ιδρύματα και επιτροπές που σχετίζονται με την λογοτεχνία ή να υπηρετούνται διά της «εισπηδήσεως» μελών άλλων κλάδων. Ιδού, για του λόγου το ασφαλές και ένα σύντομο ιστορικό:

Η Ακαδημία Αθηνών ξεκινά το 1926 (χάρη στον Θ. Πάγκαλο, ας μην το κρύβουμε) με τρεις ποιητές στις έδρες της λογοτεχνίας: Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Δροσίνης, Αριστομένης Προβελέγγιος. Οι λογοτέχνες στο ανώτατο πνευματικό ίδρυμα γίνονται εφτά ως το 1935, με την εκλογή τεσσάρων πεζογράφων: Δημήτριος Καμπούρογλους, Παύλος Νιρβάνας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Σπύρος Μελάς. Το 1938 ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αντικαθιστά τον θανόντα Νιρβάνα και το 1945 ο Σωτήρης Σκίπης (ζώντων του Σικελιανού και του Καζαντζάκη…) τον θανόντα Παλαμά. Στην διάρκεια της Κατοχής έχουν πεθάνει ακόμη ο Καμπούρογλους κι ο Παπαντωνίου. Το 1952 από τα προπολεμικά μέλη έχει απομείνει μόνον ο Σπ. Μελάς που κωλυσιεργώντας στην εκλογή οποιουδήποτε (εκείνη την εποχή άλλωστε εκστράτευε κατά Σικελιανού και Καζαντζάκη), είχε προωθήσει την εκλογή ως πεζογράφου το 1950 του ιστορικού Δ. Κόκκινου. Το 1955 εκλέγεται ως ποιητής ο Γ. Αθανασιάδης- Νόβας. Το 1957- 1958 εισέρχονται ο Ηλίας Βενέζης και ο Στρ. Μυριβήλης. Οι λογοτέχνες ακαδημαϊκοί είναι και πάλι τέσσερις- στην ποίηση όμως μόνον ο Νόβας, ως το 1968 που εκλέγεται ο Παπατσώνης αφού νωρίτερα οι ακαδημαϊκοί απαιτούσαν από τον ήδη κάτοχο του Νόμπελ Γ. Σεφέρη να δηλώσει εγγράφως εκ των προτέρων ότι θα αποδεχθεί την έδρα αν εκλεγεί!

Ο θάνατος Μυριβήλη και Βενέζη ανοίγει τον δρόμο στην εκλογή του Πέτρου Χάρη (1969) και του Άγγελου Τερζάκη (1974). Ο Παπατσώνης πεθαίνει το 1976 και ο Τερζάκης το 1979. Στο μεταξύ έχουν εκλεγεί το 1977 ο Θ. Πετσάλης και ο Π. Πρεβελάκης, οπότε οι λογοτέχνες ακαδημαϊκοί είναι και πάλι τέσσερις. Ακολουθεί η εκλογή (μεταξύ 1985- 1987) Άγγελου Βλάχου, Τάσου Αθανασιάδη και Νικηφόρου Βρεττάκου (στην θέση των θανόντων Πρεβελάκη και Νόβα), οπότε το 1987 έχουμε ξανά τέσσερις ακαδημαϊκούς πεζογράφους (Χάρης, Πετσάλης, Βλάχος, Αθανασιάδης) κι έναν ποιητή (Βρεττάκος). Συγχρόνως υπάρχει από το 1980 και ακαδημαϊκός στην έδρα της φιλολογίας, ο Λίνος Πολίτης αρχικά και από το 1984 ο Απ. Σαχίνης, μετά τον θάνατο του οποίου το 1997 η έδρα παραμένει επί… 25 χρόνια κενή: τέσσερις- πέντε απόπειρες απέβησαν άγονες αφού η ψηφοφορία απαιτεί απόλυτη πλειοψηφία και οι ακαδημαϊκοί δεν θεωρούν, φαίνεται, αναγκαία την έδρα.

Το 1997 ήταν και η χρονιά εκλογής της πρώτης γυναίκας ακαδημαϊκού, της πεζογράφου Γαλάτειας Σαράντη. Το 1998 πεθαίνει ο Χάρης και τον αντικαθιστά ο Ιάκωβος Καμπανέλης. Και από κει και πέρα αρχίζει η αποψίλωση. Ο θάνατος του Άγγ. Βλάχου, του Τ. Αθανασιάδη, της Γ. Σαράντη και του Ι. Καμπανέλη αφήνει την Ακαδημία για χρόνια μόνο με δύο λογοτέχνες, την Κ. Δημουλά (εκλογή: 2002) στην ποίηση και τον Θ. Βαλτινό (εκλογή: 2008) στην πεζογραφία. Ο τελευταίος είναι πλέον, μετά τον θάνατο της Κ. Δημουλά, ο μοναδικός λογοτέχνης ακαδημαϊκός, όσο για την φιλολογία, αγνοείται η τύχη της. Σε λίγο θα αγνοείται και η ποίηση, και –ζωή να έχει– μετά τον Βαλτινό, ποιος ξέρει, μπορεί η Ακαδημία Αθηνών να ξεφορτωθεί και την πεζογραφία.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

Ρενέ Ζιράρ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Κορνήλιος Καστοριάδης

*

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

René Girard, Η μιμητική επιθυμία στο Υπόγειο –
Διάλογος με τον Κορνήλιο Καστοριάδη,
Μετάφραση Χρήστος Γροσδάνης,
Πρόλογος Δημήτρης Δουλγερίδης,
Εκδόσεις Πλήθος, Αθήνα 2021

Το παρόν βιβλίο, η πρώτη έκδοση ενός νέου και υποσχόμενου εκδοτικού οίκου, αποτελείται από δύο κείμενα, το πρώτο από τα οποία είναι ένα σύντομο άρθρο του γνωστού Γάλλου ιστορικού και ανθρωπολόγου Ρενέ Ζιράρ για τον Ντοστογιέφσκι (το 1997, ως επίμετρο στην αγγλική μετάφραση ενός έργου του από το 1963), ενώ το δεύτερο, επίσης σύντονο, αποτελείται ουσιαστικά από τα πρακτικά μιας ανοικτής συζήτησης με πολλούς συνομιλητές, που καταλήγει σε αντιλογία του Ρενέ Ζιράρ με τον Κορνήλιο Καστοριάδη (στις αρχές της δεκαετίας του 1980). Ας τα πραγματευτούμε με την αντίστροφη σειρά. Αρχικά, η αντιπαράθεση των δύο στοχαστών, Καστοριάδη και Ζιράρ, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς οι δύο διανοητές ξεδιπλώνουν τα θεμέλια της σκέψης τους και φωτίζουν τις ίσως περισσότερο αγνοημένες πλευρές της. Από τη μια, ο ελληνικής καταγωγής σοσιαλιστής φιλόσοφος, Κορνήλιος Καστοριάδης, πιστεύει στη ριζική ενδεχομενικότητα του κόσμου μας, την οποία θεωρεί και αναγκαία συνθήκη για την αυτονομία των ανθρώπινων όντων. Οι κοινωνίες, θεωρεί, τείνουν να αυτοθεσμίζονται νοηματοδοτώντας τις πράξεις που κάνουν, ωστόσο κατά κανόνα δεν έχουν συνείδηση αυτής της ελευθερίας τους και κατά κανόνα αποδίδουν τη θέσμιση της κοινωνίας σε εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. Θεός, φύση, κάθε λογής αντικειμενικές αξίες κ.λπ.). Μια σημαντική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, αποτέλεσε για τον Καστοριάδη η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, την οποία ο ίδιος θεωρεί κατά κάποιον τρόπο «πρότυπο» για κάθε κοινωνία που επιχειρεί να συγκροτηθεί ελεύθερα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σύγχρονη Δύση. Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε ιδέα επιχειρεί να εξαρτήσει τις ανθρώπινες κοινωνίες από δυνάμεις που βρίσκονται εκτός τους (δηλ. εκτός των ίδιων των ανθρώπων που τις συγκροτούν), ο Καστοριάδης την αρνείται κατηγορηματικά: για παράδειγμα, τόσο ο Θεός, όσο και οι απρόσωπες δυνάμεις του κόσμου (π.χ. οι νόμοι της ιστορίας στον Χέγκελ ή και τον Μαρξ), θεωρεί, επιχειρούν να αρνηθούν την ανθρώπινη ελευθερία. Διόλου παράξενο, λοιπόν, που ο φιλόσοφος είναι όχι μονάχα πεπεισμένος αθεϊστής, αλλά και ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους του μαρξισμού σε όλες τις αποχρώσεις του. Αρκετά διαφορετικά είναι τα πράγματα όσον αφορά τον Ρενέ Ζιράρ. Σύμφωνα με τον Ζιράρ, που αντλεί τις ιδέες του κυρίως από τις αρχαίες τραγωδίες, τη Βίβλο και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, οι ανθρώπινες επιθυμίες έχουν μιμητικό χαρακτήρα. Το αντικείμενο των επιθυμιών ενός ανθρώπου διαμορφώνεται πάντοτε ως μίμηση προτύπων. (περισσότερα…)

Κικὴ Δημουλᾶ, Δύο χρόνια ἀπό τον θάνατό της

*

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς

ΣΥΝΑΔΕΛΦΙΚΟΤΗΣ
( σὰν σήμερα )

Φωτογραφία. Ἀποδρομὴ στὸ παρελθόν.
Κίνδυνος ϑάνατος, ποιητικός ―
προσοχή !

μὴ διαβεῖς τὴν πραγματικότητα
μὴ ξεχαστεῖς στὴν παραλία τῆς νιότης
μὴ κλείσει πίσω σου τὸ ἄλμπουμ

κι ἀναγκαστεῖς
νὰ κάνεις τὸν γύρο, ἐπιστροφὴ
ἀπὸ δρόμους δύσβατους
ὀλισθηροὺς

μέχρι νὰ ϕτάσεις
στὸ σύνορο σὲ ὅ,τι περιφράσσει
τὸ ἀσπρόμαυρο κάδρο τῆς μνήμης,
τῆς ἀναπόλησης
ἡ τέχνη ―

τὸ ὑψηλῆς τάσεως συρματόπλεγμα
συναδέλφου Κικῆς
ὁ στίχος.

*

Επιστροφή στον Ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Πόσο μακριά είμαστε, τελικά, από την εποχή που ο Φράνσις Φουκουγιάμα και το «Τέλος της Ιστορίας» του, έδιναν τον ιδεολογικό τόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του Ανατολικού Στρατοπέδου. Οι γνωστές προβλέψεις του

ότι μετά τις γιγάντιες συγκρούσεις του εικοστού αιώνα, … η ακαταμάχητη νίκη του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού – πάνω σε όλους τους ανταγωνιστές του σημαίνει όχι μόνο- το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή την παρέλευση μιας συγκεκριμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά αυτό τούτο το τέλος της ίδιας της ιστορίας, δηλαδή το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρωπίνου γένους και την οικουμενοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης.[1]

έχουν τεθεί κυριολεκτικά στις ελληνικές καλένδες, προφανώς λόγω της αστοχίας τους. Δεν είναι στις προθέσεις μας να προβούμε σε συνολική κριτική των απόψεων του Φ. Φουκουγιάμα. Όμως ένα σημείο χρειάζεται να αναδειχθεί: αυτό που αναφέρεται στον πόλεμο. Πρόκειται για το πιο σημαντικό σημείο της άποψης του:

Συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας πρέπει να εμπλέκουν μεγάλα κράτη που αναγνωρίζονται (ως τέτοια) στον ρου της ιστορίας, και τα οποία φαίνεται ότι τώρα έχουν φύγει από τη σκηνή […] Συνεπώς δεν θα υπάρξει Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ούτε επιστροφή σε Συγκρούσεις Μεγάλων Δυνάμεων που χαρακτήρισαν τον 18ο και 19ο αιώνα.

Μάλιστα στο κλείσιμο του άρθρου χαρακτήριζε τους επερχόμενους (sic!!!) αιώνες της μετά-ιστορίας ως βαρετούς (“Perhaps this very prospect of centuries[!] of boredom at the end of history will serve to get history started once again.”) (περισσότερα…)

Η αυτοακύρωση ως ηγεμονία: Η αριστερά μετά την πανδημία

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο κυρίαρχος λόγος στην Ελλάδα και άλλες δυτικές χώρες έχει πια επιβάλει ως πολιτική διαιρετική τομή της πανδημικής κρίσης την «επιστήμη εναντίον του ανορθολογισμού», σε αυτήν την διατύπωση ή με παραλλαγές. Έχουμε ουσιαστικά δηλαδή μια αναδιατύπωση του κυρίαρχου σχήματος «λαϊκισμός/αντι-λαϊκισμός» της προηγούμενης δεκαετίας, όπου η πολιτική διαμάχη παρουσιάζεται ως σύγκρουση δυο ασυμβίβαστων στρατοπέδων: ορθολογισμός, μετριοπάθεια, επιστήμη από την μια, εξαλλοσύνη, συνωμοσιολογία και «ψεκασμοί» από την άλλη. Η κρίση της πανδημίας επομένως επιταχύνει την αποδόμηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτίσεων και τοποθετήσεων, ιδιαίτερα κατά μήκος του παραδοσιακού ιδεολογικού άξονα αριστερά-δεξιά.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της αριστεράς, της οποίας η περιθωριοποίηση συνεχίστηκε με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία δυο χρόνια, ακυρώνοντας οριστικά τις ελπίδες που είχαν γεννηθεί για αυτήν με την οικονομική κρίση του 2008. Στην Ευρώπη, η μάχη με την λιτότητα έληξε με την απόλυτη επικράτηση του ευρωκατεστημένου. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο, η επικράτηση Κόρμπυν στο Εργατικό Κόμμα το 2015 και η υποψηφιότητα Σάντερς στους Δημοκρατικούς το 2016 απέφεραν τελικά πενιχρά αποτελέσματα. Μετά και την πανδημία, το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμα και εκεί όπου υπήρξε πρόσφατα κάποια εκλογική στροφή προς πιο προοδευτική κατεύθυνση, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, τα κέρδη τα καρπώθηκαν εκφραστές του σοσιαλφιλελεύθερου κέντρου.

Και όμως, η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει αν όχι πειστικό, τουλάχιστον στοιχειωδώς συνεκτικό λόγο στην πανδημία δεν θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη. Ίσα ίσα, είναι παράδοξο ότι η αριστερά δεν έχει κάτι να πει για μια κρίση που έχει βυθίσει εκατομμύρια ανθρώπους στην οικονομική ανασφάλεια, ανέδειξε τις συνέπειες δεκαετιών λιτότητας για τα δημόσια συστήματα υγείας, και επιταχύνει την συγκέντρωση πλούτου στα χέρια μιας τεχνοοικονομικής ολιγαρχίας. Το ερώτημα είναι αν η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει την αντίθεσή της είναι ένδειξη συγκυριακών ελλειμμάτων (ηγεσίας, οράματος κλπ.), ή μιας βαθύτερης αλλαγής που κάνει τις ιδέες και τις προτεραιότητές της θεμελιωδώς ασύμβατες με τα νέα αιτήματα που έχει δημιουργήσει η πανδημία.

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξετάσουμε ένα ζήτημα το οποίο σπάνια χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πολιτικών ιδεολογιών: την σχέση τους με την κρατική εξουσία. Η πανδημία έχει θέσει με έντονο τρόπο τα όρια και τις αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας ως το μεγάλο ζήτημα της εποχής μας. Από την επιβολή των λοκντάουν σε μέτρα όπως μάσκες και έλεγχοι εισόδου σε δημόσιους χώρους στην υποχρεωτικότητα των εμβολίων, το κράτος έχει αναλάβει εξουσίες πρωτοφανείς σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες. Μόνο απέναντι σε αυτό το μεγάλο ερώτημα μπορεί να μετρηθεί σήμερα μια ιδεολογία. (περισσότερα…)

Ε. Μύρων, Εφτάρες και άλλα πεζά

*

Εφτάρες

Μόλις γύρισα σπίτι τσέκαρα την αλληλογραφία μου. Πρώτο απ’ όλα άνοιξα το e-mail από το νηπιαγωγείο της κομητείας Χωρίς Όνομα. Τα παιδιά της κομητείας μού είχαν απαντήσει πως επιτέλους βρήκαν τον τρόπο να φτιάξουν μια βόμβα από παραμύθι. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, σκέφτηκα – αυτή η φράση, όμως, είναι πιο πανούργα απ’ όσο νομίζετε, γιατί, κρυφίως, μεταμόρφωσε τους ανεμοστρόβιλους που είχα κρύψει στο πατάρι σε ανεμιστηράκια που δουλεύουν με μια μπαταρία ΑΑ.

Σηκώθηκα αμέσως και βγήκα στο μπαλκόνι. Με τα χέρια θαμμένα στις τσέπες του παντελονιού μου κοίταξα απέναντι, την ψηλότερη πολυκατοικία της οδού Ακτοφυλακής. Εκεί είχε νοικιάσει κάποτε μια γκαρσονιέρα, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι, ο νεαρός ζωγράφος Χούκερ Μπουργκουντί. Όμως με το που τακτοποιήθηκε ο Μπουργκουντί και άρχισε να ζωγραφίζει, η πολυκατοικία ένιωσε μια αδιαθεσία: τα ανατομικά μαξιλάρια των υπολοίπων ενοίκων σκλήρυναν, τα έπιπλα χόρευαν πυρρίχιο, οι τοίχοι είχαν γεμίσει κοκκινίλες, τα ταβάνια ίδρωσαν γιατί υπέφεραν από υψοφοβία, οι πόρτες άνοιγαν μόνο από μέσα, τα παράθυρα είχαν κολλήσει και ένα αίσθημα καύσου κυκλοφορούσε στους σωλήνες κεντρικής θέρμανσης, (τα κοινόχρηστα, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και αισχροκέρδιζαν μοσχοπουλώντας τις νύχτες αλλοιωμένη ασφάλεια). Η επίσημη διάγνωση ήταν αναφυλαξία. Ως μέρος της φυσιολογικής ανοσοποιητικής αντίδρασης παρήχθησαν ειδικοί μηχανισμοί ναυτίας οι οποίοι απέβαλλαν τον εισβολέα. Ο Μπουργκουντί μετά από περιπλανήσεις και κακουχίες, (φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς μια περιοχή που παίζει κρυφτούλι με τον χάρτη…), έφτασε στην κομητεία Χωρίς Όνομα. Εκεί εντάχθηκε στους Συντηρητές Oυράνιων Tόξων. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Ρεύματα

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Ο Δέκατος Όγδοος αιώνας είχε αμφισβητήσει τα πάντα, ο Δέκατος Ένατος αισθάνθηκε την αναγκαιότητα να βγάλει συμπεράσματα, ο Εικοστός είδε ότι τα συμπεράσματα ήταν βιαστικά και οπισθοδρόμησε τόσο σε σχέση με εκείνον που έθετε ερωτήματα όσο και με εκείνα που είχαν προκύψει από τα συμπεράσματα, και έγινε για μιαν ακόμη φορά μεσαιωνικός, άρχισε με υπαρξιακή φιλοσοφία, ψυχανάλυση, ψυχολογία των ορμών. Ως αφετηρία πολύ καινοτόμα, κατά το αίσθημα δημιουργική και βαθιά, ένα είδος ανθρωπολογίας, μπορεί κανείς να την αποκαλέσει σπερματική ανάλυση. Από όλες τις πλευρές την λείαινε ο αιώνας· εκείνο στο οποίο απέβλεπε, ήταν τα προστάδια, το πρωτόγονο. Η παλαιοντολογία έφερε το υλικό από χώρους τόσο  μακρινούς που δεν μπορούσε να τους μαντέψει κανείς. Η ερμηνεία των μύθων αποκάλυψε τις ρίζες της συνείδησης, τα γεννητικά στρώματα της διαμόρφωσης των συμβόλων. Η θεωρία της εντελέχειας και η τυπολογική έρευνα στράφηκαν μακριά από τα τελικά αποτελέσματα, τα άτομα, και παρακολούθησαν την αφετηρία τους από την προδιάθεση, το σχετικό με το είδος, τον πυρήνα. Υποτίθεται ότι ήταν το ενδογενές, το πριν την αποδόμηση, το πριν τον εκφυλισμό. Παρουσιάστηκε η κλινική Ιατρική και είπε: Οι ασθένειες είναι κρίσεις της ύπαρξης, ας παρατηρήσομε την ουσία μάλλον παρά τα συμπτώματα. (περισσότερα…)

Η μοκέτα του «Ιανού»

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε η διαρροή του e-mail από την υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού της γνωστής αλυσίδας ΙΑΝΟΣ που καλούσε τον διαχειριστή του κτηρίου στην οδό Σταδίου να βρέχει το βράδυ την μοκέτα της εισόδου, προκειμένου να αποτρέψει τους άστεγους από το να περνούν την νύχτα τους εκεί, ενώ αναφέρει ότι οι άστεγοι πλέον κοιμούνται πάνω στην βρεγμένη μοκέτα και κάνει λόγο για αναγκαίους ‘security’ που θα διώχνουν τους ανθρώπους από την βιτρίνα του καταστήματος ενώ μάλιστα προειδοποιεί ότι το κατάστημα θα βάλει μπροστά ακόμα και σειρήνα».  (in.gr, ethnos.gr)

Βρέξαν κι απόψε την μοκέτα
στην είσοδο του Ιανού,
τους άστεγους ζεσταίνουν τώρα
μόνο τ’ αστέρια τ’ ουρανού.

Πολιτισμού είναι αλυσίδα
και του βιβλίου η κιβωτός
ή απανθρωπιάς μαύρη σελίδα
και για το χρήμα ένας ναός;

Και οι ανθρώποι των Γραμμάτων
διπρόσωποι όπως ο Ιανός,
βρέχουν κι αυτοί… το σωβρακάκι –
φωνή ακούτε κανενός;

Θεέ μου εσύ, ποιητή των όλων,
μοκέτα κι η ζωή βρεγμένη.
Κι οι ποιητές, θεοί των κώλων,
απ’ τα σκατά είναι πιο σκατένιοι!

Ω, ναι, χωρίς αμφιβολία,
για να στεγνώσει η μοκέτα
κάψτε ένα-ένα τα βιβλία
κι α, γαμηθείτε – νέτα σκέτα!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

 

*

«Καλλιά  να ιδώ το αίμα μου στη γη να κοκκινίσει…»

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η Αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή  νοσηλεύτρια κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, βλ. φωτογραφία πιο πάνω), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με  στενή φιλία. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί η Ελισάβετ εξιστορεί στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς και της επανάστασης του 1821.

***

Οι δυο φίλες πήραν τον δρόμο για την Ακαδημία του Πλάτωνος και τον λόφο του Ίππιου Κολωνού. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, σε λιγότερο από μια ώρα θα έφταναν· σιωπηλές περπατούσαν απολαμβάνοντας τη ανοιξιάτικη φύση.

– Μίλησέ μου για σένα, Ελισάβετ, και για τις περιπέτειες σου στην Κρήτη, έσπασε τη σιωπή η Φλωρεντία. Θέλω να τ’ ακούσω κι εγώ, από σένα την ίδια.

– Είναι μεγάλη και θλιβερή η ιστορία μου, όπως και η ιστορία της πατρίδας μου. Κοντά είκοσι χρόνια  που ζω στην Αθήνα τη λέω και την ξαναλέω συνέχεια σε όσους επισκέπτες των Χιλλ με ρωτούν, Έλληνες και ξένους. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (2/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

«Περὶ τῆς τοῦ βίου ματαιότητος
καὶ ἀπιστίας καὶ κοινοῦ παντὸς τέλους»

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (2/4)

«Δυὸ ποιήματά μου ἐναυάγησαν γιατὶ δὲ βρῆκα Γρηγόριο Ναζιανζηνὸ στὴν Ἀλεξάνδρεια» είπε κάποτε ο Καβάφης στον Τίμο Μαλάνο, αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων πως η μελέτη του ποιητικού έργου του Γρηγορίου ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση ορισμένων δικών του ποιημάτων (Ο Καβάφης). Γνωστό επίσης παραμένει και το σύντομο σχόλιό του για τον Ναζιανζηνό στο άρθρο του «Οἱ βυζαντινοί ποιηταί», του 1892: «Ἡ χριστιανικὴ ποίησις τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ ἐθαυμἀσθη ὑπὸ τῶν λογίων πασῶν τῶν ἐποχῶν, καὶ ἐν τοῖς καθ᾽ ἡμᾶς χρόνοις συνεκρίθη προς την ποίησιν του… Λαμαρτίνου» (Τα Πεζά)· σχόλιο που αμέσως συμπληρώνει (επεξηγηματικά) ο Αλεξανδρινός με την παράθεση της ακόλουθης κρίσης του Παπαρρηγόπουλου: «Τὰ ἔπη ταῦτα ὠνομάσθησαν ὑπὸ τῆς νεωτέρας κριτικῆς θρησκευτικαὶ μελέται ἐξ ἀναλογίας τῶν Ποιητικῶν Μελετῶν τοῦ Λαμαρτίνου· διότι τῳόντι μεγάλη μὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς φύσεως τῶν δύο ποιητῶν καὶ τῶν χρόνων καθ᾽ οὓς ἑκάτερος ἔζησεν, οὐδὲν ἧττον ὅμως παρετηρήθῃ εὐλόγως, ὅτι τὰ τοῦ Γρηγορίου ἔπη ἔχουσι πολλάκις παράδοξον οἰκειότητα πρὸς τὰς περιπλανήσεις τῆς φαντασίας τοῦ ποιητοῦ ἐκείνου τῆς σκεπτικῆς καὶ κόρου μεστῆς ἡλικίας τοῦ αἰῶνος ἡμῶν. Ὑπάρχουσι μάλιστα τινὰ τῶν ἐπῶν τούτων τὰ ὁποῖα ὁ περὶ τὰ τοιαῦτα τοσοῦτον ἔμπειρος Οὐϊλλεμαῖνος δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποκαλέσῃ προδρόμους τῶν θελκτικοτέρων στεναγμῶν τῆς μελαγχολικῆς τῶν καθ᾽ ἡμᾶς χρόνων μούσης, εἰ καὶ ἀποπνέοντα πίστιν εἰσέτι νεαρὰν καὶ ἀφελῆ ἐν τῷ θορύβῳ αὐτῆς».

Το ενδιαφέρον είναι πως την ίδια ακριβώς κρίση του εθνικού ιστορικού, για την μελαγχολική αποπνοή της ποίησης του Γρηγορίου, ενστερνίζεται και ο Κ. Παλαμάς, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως γέφυρα μετάγουσα από την αρχαία στη νεώτερη ποίηση, αλλά και ως προπαρασκευαστικό σταθμό για την μύηση στην τελευταία: «τινὰ τεμάχια τῶν Πατέρων, ὡς οἱ στίχοι τοῦ Γρηγορίου […] θὰ ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν οἱονεὶ ὡς γέφυραι μεταβάσεως ἀπὸ τῆς δρώσης ζωῆς τῆς ποιήσεως τῶν ἀρχαίων καὶ τῆς  σ ω μ α τ ο ε ι δ ο ῦ ς,  κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ρήτορος, φαντασίας ἐκείνων, εἰς τὴν ἀνήσυχον μελαγχολίαν τῆς Μούσης τῶν νεωτέρων· σταθμὸς θὰ ἔλεγα, προπαρασκευάζων ἡμᾶς ἀπὸ τῆς  γνώσεως τῶν κλασικῶν προτύπων εἰς τῶν ρομαντικῶν ἀριστουργημάτων τὴν μύησιν» (Ἐμπρός, 5/2/1917). Ακόμη περαιτέρω αναγνωρίζει κι εξαίρει την ποιητική ταυτότητα του Γρηγορίου, ιδίως στο περιβάλλον της εποχής της, μ᾽ όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της: «τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν διακρίνον αὐτὸν γνώρισμα εἶνε ἡ πρὸς τὴν θρησκευτικὴν θεωρίαν ροπὴ καὶ –πρᾶγμα σπάνιον διὰ τὸν καιρόν του–  ἡ ποιητικὴ ἀγάπη πρὸς τὴν φύσιν. Ἦτο ποιητής. Καὶ τὰ ποιήματά του […] διαφέρουν τῶν ψυχρῶν καὶ σοφῶν παιγνίων τῶν συγχρόνων του, ἐμπνεύσεις βαθείας θεοσεβείας καὶ αληθοῦς αἰσθήσεως τῆς φύσεως» (Ἐμπρός, 29/1/1917). Ο Μωραϊτίδης, με τους τρόπους και τις δυνατότητές του, μεταφέρει κάτι από αυτή την ιδιάζουσα μελαγχολική διάθεση του Ναζιανζηνού, εδώ που συλλογάται το κοινό πάντων τέλος.

(περισσότερα…)

Έμιλυ Ντίκινσον, «Ο κόσμος δεν τελειώνει εδώ…» και άλλα ποιήματα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Έχει ειπωθεί ότι όλα τα ποιήματα της Ντίκινσον μπορούν να τραγουδηθούν πάνω στον ίδιο σκοπό. Ισχύει σε εντυπωσιακό βαθμό. Η έρευνα έχει δείξει ότι η τεράστια πλειονότητα των ποιημάτων της, γύρω στα εννέα δέκατα των 1800 που έγραψε, είναι γραμμένα στο λεγόμενο hymnic metre, το μέτρο δηλαδή στο οποίο βασιζόταν η προτεσταντική υμνωδική παράδοση του καιρού της. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης ήταν ο Isaac Watts, ο αποκαλούμενος και «Godfather of English Hymnody», που το πρώτο του βιβλίο, Hymns and Spiritual Songs, δημοσιεύθηκε το 1707.

Το «υμνωδικό μέτρο» του Ουώττς είναι απλούστατο, μονότονο θα έλεγε κανείς: ιαμβικοί τετράμετροι είτε μόνοι τους είτε συνδυαζόμενοι με ιαμβικούς τρίμετρους σε τετράστιχες συνήθως στροφές. Η ρίμα είναι της μορφής αβαβ ή xαxα. Ο Βενιαμίν Φρανκλίνος και το κίνημα της «Χριστιανικής αφύπνισης» διέδωσαν τους ύμνους του Ουώττς στην Αμερική και η Έμιλυ τούς γνώρισε παιδί στην First Church in Amherst, στη Μασσαχουσέττη όπου η οικογένειά της εκκλησιαζόταν. Σημαντικό είναι να σημειωθεί εδώ ότι στους προτεσταντικούς ναούς το εκκλησίασμα συμψάλλει, κάθε πιστός μετέχει έχοντας το κείμενο τυπωμένο εμπρός του.

Ακόμη και στις ομοιοκαταληξίες και στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ή στον γνωμικό-διδακτικό συχνά χαρακτήρα των στίχων της ή, τέλος, στην περσόνα του μικρού και αθώου παιδιού που υιοθετεί, η παρουσία του Ουώττς είναι έντονη στους στίχους της Ντίκινσον. Πρωτίστως η συλλογή του Divine Songs Attempted in Easy Language for the Use of the Children του 1715 ήταν εκείνη που την επηρέασε.

Με άλλα λόγια, παρ’ όλες τις στιχουργικές ελευθερίες που ενίοτε παίρνει και τη διαφορετική θεματική της, η Ντίκινσον καλλιεργεί κατά κύριο λόγο μία φόρμα: αυτήν του τραγουδιού, ιδίως μάλιστα του παιδικού τραγουδιού. Πράγμα που εξηγεί δύο πράγματα: αφενός μεν την αμεσότητα των ποιημάτων της (για όσους τα ξέρουν απ’ το πρωτότυπο), αφετέρου δε την προτίμηση που της δείχνουν οι συνθέτες, από τον Άαρων Κόπλαντ ώς τους σημερινούς.

Στις μεταφράσεις μου επιχειρώ να κρατήσω τα δύο αυτά κύρια γνωρίσματα της ποίησής της, την ωδική ρυθμικότητα και την παιδική αμεσότητά της.

(περισσότερα…)