Ντέρεκ Ουώλκοτ, Ποιήματα (Εισαγωγή-Ανθολόγηση-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας) 2/2

~.~

Η Εισαγωγή και το Πρώτο Μέρος του Αφιερώματος εδώ.

~.~
Από τη συλλογή Sea Grapes (1976)

Αγάπη μετά την αγάπη

Η ώρα θα ’ρθει
που όλος έκσταση
θα προϋπαντήσεις τον εαυτό σου φτάνοντας
στο δικό σου κατώφλι, στον δικό σου καθρέφτη
κι ο καθένας θα χαμογελάσει στου αλλουνού το καλωσόρισες

και θα πει κάθισε εδώ. Φάε.
Θ’ αγαπήσεις ξανά κείνον τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Βάλε κρασί. Κόψε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον ξένο που σ’ αγάπαγε

όλη τη ζωή σου και που αγνόησες
για κάποιον άλλον, που σ’ έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ραβασάκια από το ράφι

τις φωτογραφίες, τ’ απεγνωσμένα σημειώματα
ξεφλούδισε την εικόνα σου από τον καθρέφτη.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.

~ . ~

Μεσοκαλόκαιρο, Τομπάγκο

Φαρδιές αμμουδιές
σβολωτική γητεία του ήλιου

Λαύρα λευκή
ένα σμαραγδί ποτάμι

Μια γέφυρα,
κίτρινοι καψαλισμένοι κοκοφοίνικες

Λάφυρα του ματιού
απ’ τη βεράντα ενός σπιτιού που
λαγοκοιμισμένο
εξερευνά τον Αύγουστο με τα όνειρα

Μέρες που κράτησα,
μέρες που έχασα

Μέρες που κάποτε η αγκαλιά δεν τις χωρά

όπως μια κόρη που μεγάλωσε.

~ . ~

Θαλασσοστάφυλα

Εκείνο το μικρό πανί στο φως που γέρνει
μπουχτισμένο απ’ το αρχιπέλαγος
μια σκούνα-βίτσα στο κυανό

προς κάποιο αραξοβόλι, ίσως και νά ‘ναι ο Οδυσσέας
στη σκαλιστή παλιννοστώντας κλίνη του
κι εκείνη του πατέρα και συζύγου η αδημονία

κάτω απ’ τα οζώδη ξινοστάφυλα, ενός μοιχού
που ακούει «Ναυσικά»
κάθε που γλάρος σκούζει.

Γαλήνη πού, στα δυο σαν κόβεσαι; Η αρχαία διαμάχη σ’ εμμονή
ανάμεσα κι ευθύνη
θα θάλλει εδώ ατελεύτητη

για πολύπλαγκτους αδιάφορο ή για κείνον που σε κάποια ακτή
απλώς πλωρίζει σπίτι του μ’ αδέξιο σανδάλι
απ’ τον καιρό που η Τροία απώλεσε την αρχαία της φλόγα

και του γκαβού γίγαντα ο βράχος ξήλωσε το παχνί
απ’ όπου των εξαίσιων εξάμετρων η δόνηση
φθάνει σαν επιμύθιος, αποσταμένος ρόχθος.

Κάποτε οι κλασσικοί παρηγορούν. Μα θέλει κι άλλα η λύτρωση.

~.~

Η Πρωινιάτικη Σελήνη

Ακόμη στοιχειωμένος απ’ τον κύκλο της σελήνης
τροχάζοντας μ’ ένα πανί πρησμένο
πέρα από της γερμένης φάλαινας τη ράχη
του όρους Μόρνε Κόκο

Στη συνετή λαμπράδα της η ανάσα δοκιμάζεται

Είναι αρχές Δεκέμβρη,
η αύρα ανανεώνει τη δορά τούτης της γης
το χηνοπέτσι του νερού,

και χαμπαριάζω τις μαβιές σκιές
το κατρακύλισμά τους στ’ όρος Μόρνε Κόκο
μια μεριδιάνα του Δεκέμβρη,

κεφάτη που η γη αλλάζει ακόμα,
που το φλουρί της πανσελήνου με τυφλώνει σαν το θέλει
κάθε λαμπρό πρωινιάτικο προαύλισμα

και λεπτεπίλεπτοι ολόλευκοί βλαστοί
σκάνε μέσα στα γένια μου.

~ . ~

Νέος Κόσμος

Κι ύστερα απ’ την Εδέμ
υπήρξε άραγε
έστω κι ένα ξάφνισμα;
Ω ναι, το δέος του Αδάμ
στον πρώτο κόμπο ιδρώτα.

Έκτοτε η σάρκα του ολάκερη
θ’ αργάζονταν μ’ αλάτι
για να ’ναι απτή η κοψιά των εποχών
ο φόβος και ο θέρος
η χαρά η δυσκολοκέρδιστη
μα επιτέλους δική του χαρά.

Όσο για το φίδι, δε θα σκούριαζε
στο διχαλωτό του δέντρο.
Το φίδι θαύμαζε το μόχθο
δε θα τον παρατούσε.

Κι αντάμα θα κοιτούσανε τα φύλλα
τις σκλήθρες που ασημώνονταν
τις δρυς να βάφουν κίτρινο το Νοέμβρη
– μια αλχημεία του χρήματος.

Έτσι σαν εξορίστηκε ο Αδάμ
στη Νέα του Εδέμ, το φίδι κουλουριάστηκε αναπαυτικά
στα σωθικά της κιβωτού, εφησυχασμένο
με τη νέα του συντροφιά· τέτοιο ήταν το θέλημα.

Ήτανε τότε που ο Αδάμ σκαρφίστηκε το εξής:
θ’ αντιστάθμιζαν, αυτός και το φίδι,
την απώλεια της Εδέμ με ένα κέρδος.
Θα φτιάχνανε μαζί έναν νέο κόσμο. Κι ήταν καλός.

~ . ~

Θαλασσοκάλαμα

Μισοί απ’ τους φίλους μου, νεκροί.
Θα σου σκαρώσω νέους, είπε η γη.
Κάλλιο πίσω να μου τους φέρεις, όπως ήτανε,
με ψεγάδια, με όλα, φώναξα.

Μπορώ απόψε να ξεκλέψω τις κουβέντες τους
στο λιγοθυμισμένο βόμβισμα του ρόχθου
μέσ’ απ’ τις καλαμιές, μα να βαδίσω δε μπορώ

πάνω στα φεγγαρόλουστα φύλλα του ωκεανού
το μονοπάτι το λευκό να πάρω μόνος
ή να συμπλεύσω με την ονειρόεσσα κίνηση

της κουκουβάγιας που αλαφραίνει απ’ τα εγκόσμια.
Ω γη, στα σπλάχνα σου οι φίλοι δεκατίσανε
αυτούς που μ’ απομείναν ν’ αγαπήσω.

Στον κάβο οι καλαμιές σπιθίζουν πράσινο κι ασήμι
λόγχες της πίστης που κάποτε αναπτέρωνε·
μα από οτιδήποτε χαμένο, ισχυρότερο αναβρύζει

με σκούτο τη ρητή στίλβη της πέτρας
κόντρα στο σεληνόφως, πέρα από την απόγνωση
με την αλκή του ανέμου που ξακρίζοντας καλάμια

φέρνει εκείνους που αγαπάμε ενώπιόν μας
έτσι όπως ήταν, μ’ ελαττώματα και με όλα
καθόλου ευγενέστερους
μονάχα  υ π α ρ κ τ ο ύ ς.

~ . ~

Το να επιστρέφεις στα δέντρα

Ο πλάτανος, ένα δεντρί.
Ο πλάτανος, αυτή η γριά Δρυάδα
αμόρφαστη στο ψέκασμα του αφρού

σ’ αυτό το απόστρατο άλσος
οδεύοντας προς Μέγαρα.
Α, στα δέντρα να επιστρέφεις,

γλυκά να μαραζώνεις σαν και δαύτο,
τη στρουμπουλή βελανιδιά
κάποιου Φιλήμονα!

Ή, τάχα ψεύδομαι
όπως ετούτο το κουτσουρεμένο αμύγδαλο
γράφοντας πως προσδοκώ το γήρας –

ένας ροζιασμένος ποιητής
με γένι του τον στρόβιλο,
τα μέτρα του αστραπή;

Δεν είναι μόνο η θάλασσα,
όχι,
γιατί τα ανεμωμένα πράσινα πρωινά
σπλαχνοσκοπώ τις αλλαγές
στους σπόνδυλους της Πάρνηθας

απ’ την ευώδη αυγή
ως το τεφρώδες τέλος της·
το γκρίζο μ’ έχει κατοικήσει,

δεν είναι πλέον αμέτοχο,
μήτε το λεκιασμένο λάβαρο
κουράγιου που καθεύδει

μοιάζει μάλλον με χαλαζία
έτσι πιτσιλωτό, συγκεχυμένο
καθώς η ανία,

το γκρίζο τώρα όμοιο
κρυσταλλωμένη πάχνη, διαμαντικό θαμπό,
σκονισμένο, στωικό

το γκρίζο είναι η καρδιά η ειρηνεμένη,
απ’ τον πολεμιστή σκληρότερη
που τα έθνη διασκελίζει,

είναι η μεγάλη παύση
σαν οι κολώνες του ναού αναπαύονται
στις χούφτες του Σαμσών

κι εκεί κρατιούνται, κρατιούνται,
εκείνη τη στιγμή
όταν η πέτρα η ασήκωτη του κόσμου

στους ώμους του Άτλαντα
παιδί αποκοιμιέται
κι εκείνος κλείει τα βλέφαρα

– δασμός ισορροπίας.
Ο Πλάτωνας, η μυθευμένη πλήξη, με
τα φαγωμένα της, κοπιώδη Αττικά

– μονάχα σε σπαράγματα μπορώ να τον διαβάσω
κερματισμένου φλοιού –
οι Κρίτωνές του με στροβίλους χαλκευμένοι,

στο χρόνο ξάλλαξαν τα δυο φωνήεντά τους
μόνο στη λέξη ζώντας πια,
«Πλάτανος», σα δυο μάτια
βλέποντας έξω από του δέντρου τις ρυτίδες

στην άμμο αργά βουλιάζοντας
παρέα μ’ αυτή τη γλώσσα

– κι αμμόκοκκους
αμμόκοκκους χιλιετηρίδες.

~ . ~

Από τη συλλογή The Fortunate Traveller (1981)

Νέα Παλαιά Αγγλία

Μ’ αίμα φάλαινας καλαφατισμένα μαύρα πλοία
μαζεύουν τα πανιά τους αριβάροντας στο Νιου
Μπεντφορντ, το Νιου Λόντον, το Νιου Χέηβεν. Έν’ άσπρο σήμαντρο
ακιδωτό σφυρίζει προς το διάστημα, σάμπως
ξιφίας πυραυλοκίνητος αιθέρες εμβολίζοντας
καθώς τηγμένα συντριβάνια το ένα τ’ άλλο πα-
ραβγαίνουν μες σε λούκια παγερά ώσμε των λόφων
τις πατούσες κι αστερόεσσες βιτσίζουν τους σταυρούς
κείνων των αγροτόπαιδων που πήγαν στο Βιετνάμ.
Ακόμα ανάλλακτα οι εποχές μετριούνται: με
τον άβακα του φλεβιασμένου φύλλου, του κορμιού
του φλεβιασμένου, κάθε που το εαρινό αγέρι
θα αιφνιδιάσει το βηματίσιο θρόισμα του δρυ
μ’ ενός τις θύμησες πολέμου που έγδαρε λαούς
ολάκερους από το καλαντάρι.
.                                                            Η λοφο-
πλαγιά χάσκει ακόμα λαβωμένη απ’ το λευκό
καμπαναριό· το ινδιάνικο μονοπάτι σταλάζει
απ’ τα θεμέλια του σαν αίμα φάλαινας, καφέ,
πάνω στα κράνα φουσκαλιάζοντας όπως τα καπ-
νισμένα δέντρα που σα Βίβλοι είχαν καεί, θαρρείς
από τις φλόγες της Κολάσεως. Η πολεμική
ιαχή έχει απλωθεί σα γάγγραινα πάνω στο πτέρωμα
εκείνο της χιονάτης ουκουβάγιας που, σταχτύ,
ως πνεύμα είχε θητεύσει των Ινδιάνων σε καιρούς
αλλοτινούς και σιδηρόδρομοι τώρα λυμαίνονται
την αχανή οροπέδινη απουσία των Ιρόκουα
κάνοντας ρόνια σα σαϊτες. Η άνοιξη λογχίζει
ξύλο μαζί και τραύμα και πηγές τρεχάτες κε-
λαρρύζουνε γλιστρώντας σε παρκέ από συμήδα
κεκκλιμένα, πάνω στους ρημαγμένους τους ηλιίσκους
από χάντρα και κάθρεφτη – υποσχέσεις πατημένες
που ’καναν ετούτη τη Δημόκρατία αυτό που είναι.

Τόσο στεντόρεια, όσο κι ο δρυς την άνοιξη, τρανώνει
το λοφίο της καταδίκης μας, οι ρίζες του
μελετηρά απλωμένες κι εφησυχασμένες ότι
ο Θεός μες στην πραότητά του μεριμνά για μας
με τη ρομφαία στο χέρι. Το καμάκι του είναι η
λευκή λόγχη της εκκλησίας, ο νους του, πλάνητας,
ένα μες στις σημύδες στριμωγμένο μονοπάτι,
η οργή του τα καζάνια όπου βράζαν τα λιωμένα
κτήνη όπως τα μαύρα πλοία παλιννόστησαν (με σάβανα
δεμένα στ’ άρμπουρα) τους γιους μας εξ ανατολών.

~ . ~

Ελλάδα

Πέρα απ’ τις χορικές χειρονομίες της ελιάς,
σταφιδιασμένος σαν τ’ αμύγδαλο, πάνω από ογκόλιθους
ξερούς, σαν ασβεστώδεις τραπεζίτες κάποιου Κύκλωπα,
πέρα απ’ το ξάφρισμα το αφηνιασμένο ενός σπηλαίου
σκαρφάλωσα μ’ ένα κορμί στους ώμους μου βαστώντας.
Κρατούσα, για λεπίδι, με σφυρήλατες κοψιές,
μια πριονωτή αγαύη. Από κάτω μου στην άμμο
καρύδων ριζωμένες φάλαγγες απλώνονταν,
Τρώων και Σπαρτιατών – τα κράνη τους θροΐζανε.
Με γάντζο μου ένα ματωμένο χέρι, και σε κάθε
ανέβασμά μου αγκομαχώντας, έφτασα στο ύψος
που φέρναν κύκλους οι θαλασσοκόρακες κι απίθωσα,
στο λίθινο εκτάριο του ακρωτηρίου, το άχθος.
Ήταν επάνω εδώ που, εν τέλει, βρίσκονταν η γνήσια
η ιστορία, κατάγυμνη: μόνο πέτρα και φως.

Περπάτησα ως στην άκρη του γκρεμού, ξανοίγοντας
το βλέμμα μου, σ’ αυτή τη γύμνια εντρυφώντας από
θάλασσα και αέρα, με τον άνεμο που γέμιζε
το στόμα μου την ίδια λέξη να προφέρει: «άνεμος»
μα εδώ αλλιώς ν’ ακούγεται, θαρρείς τη θάλασσα
σα να ‘ταν κομματιάζοντας χαρτί καθώς μαζί έσκιζε
άνεμο, θάλασσα και λέξη απ’ τις στρεβλές τους ρί-
ζες, με τη μνήμη μου να χύνεται σαν όρνεο
στη λεία της. Το σώμα πού’ χα μπρος στα πόδια μου
σωριάσει δεν ήτανε σώμα αληθινό μα ένα
πελώριο βιβλίο ακόμα που κυμάτιζε,
σα μιας ζωφόρου τους χιτώνες, ώσπου ο άνεμος
εξάρθρωσε απ’ τη ράχη τις σελίδες του σκορπίζοντας
του Έκτορα και του Αχιλλέα τις μήνεις σε λευκά,
όλο και συρρικνούμενα κομμάτια που σα γλάροι
πέρα ξεμάκρυναν απ’ των γυρτών νησιών τις γκρί-
ζες Σφίγγες.
                          Άδραξα στα χέρια μου τον δίχως γλώσσα
αέρα, με τα τέρατα των άλλων στο κεφάλι
εξοντωμένα. Έμελλε κι εγώ το νήμα εκείνο το
χρυσό ν’ ακολουθήσω, που ένωνε τις ράχες των
βιβλίων σ’ ένα ορφνό βιβλιοθήκης ράφι, γύρω
από μια κατακόμβη που όλο στένευε, όπου οι
νεκροί, μες σε κολώνες, σφραγισμένοι, δερματόδετες
κι επίχρυσες προσμένουνε, ώσπου βρέθηκα, με πρόσωπο
χυτό μπρος στο Μινώταυρο, στο αδιέξοδο του πε-
ριβόητου λαβυρίνθου όπου μ’ ετούτη την αγαύινη
λεπίδα μου πετσόκοψα το γερο-Έλληνα ταύρο.
Τώρα, σκυφτός μπροστά στο άγραφο μνήμα σκάλισα
τον ήχο για τη «θάλασσα», τ’ αχνάρι για τον «ήλιο».

~ . ~

Από τόσο μακριά

Ι

Τα λευκά αμύγδαλα ενός αγάλματος κοιτούν
το πάλεμα μιας μυγδαλιάς να ξεντυθεί τη σκιά της
όπως το φόρεμά της μια κοπέλα – κίνηση ζηλευτή
για μάρμαρο ακαθόριστο.
.                                                          Ένα βυτιοφόρο ελληνικό γλιστρά
μέσα απ’ το δίχτυ των κλαδιών
υπό το σύρσιμο εκσκαφέων που μασουλάνε ένα νταμάρι –
το αμπάρι του ολόφορτο μαρμάρινα κεφάλια·
απ’ τον Ορφέα ως τον Ωνάση,
το πέλαγο ανεμίζει μια σημαία:
αλφαδιασμένα λευκά κύματα, σ’ ανόθευτο γαλάζιο.

Το παραθύρι του ουρανού τραντάζει ολάκερο
καθώς γρανάζια συνωστίζονται στην όπισθεν·
όμως κεφάλι πέτρινο στην σκόνη δεν κυλά,
κανείς Θεός στο χώμα μας θαμμένος.
Μας τους παρέδωσαν, Σεφέρη,
νεκρούς με το ξεφόρτωμα.

*

ΙΙ

Η αυγή δένει το κράνος
του σαλαχόμορφου Αγαμέμνονα.
Ένα δίχτυ τινάζεται προς τα ρηχά·
διχάζει ο ωκεανός: θύρα ορειχάλκινη.
Πολεμιστών κορμιά ξεβράζονται
κι αποτραβιούνται με το κύμα.
Στίχοι εξαίσιοι, Σεφέρη, τους σύραν ως εδώ.

Το σούρουπο αιμορραγεί ο θεάνθρωπος
χωμένος μπρούμητα στον φλεβιασμένο πόντο.

Η μπλάβα νύχτα βουίζει ίδια μελίσσι.
Κάθε ώρα και μια τρύπα στην κυψέλη
του λαβυρίνθου, και στο τέρμα του
η χυδαία επιμειξία χαμηλώνει τα λυρόμορφά της κέρατα,
κι είτε για κούφια μάρμαρα, είτε των ακανθών τον θεό,
τρεκλίζουμε στην αρένα με μάτια που τρέχουν.

Οι αμυγδαλιές σωρεύουν τις σκιές τους
όπως εμείς τους ίσκιους των φίλων.
Σαν ένα φύλλο μπρούτζινο σπιθίζει, ξανακούω
το σκισμένο λαρύγγι στον σκισμένο ίσκιο
έπειτα τα μάτια μου απολιθώνονται σ’ ένα κεφάλι πέτρινο.

Τους βλέπω στις σκυρόδετες κολώνες
στο περιστύλι της προβλήτας
όπου κουρνιάζει ο γλάρος.
Τους ακούω να γογγύζουν με τους εκσκαφείς.
Τρώω ένα παγωτό στη λαύρα της παραλιακής,
φορώ γιλέκο με ρίγες γαλανόλευκες,
σ’ ενός θαλασσοστάφυλου την εύθραυστη σκιά,
πλάι στα ρηχά που ζέχνουν από ιώδιο,
κοιτώντας το αδειανό λιμάνι
ν’ αφρίζει με θαλαμηγούς,
όταν ο ίσκιος ενός οργισμένου ταύρου
στον φυλλωμένο τοίχο παίζει θέατρο.
Το φέρρυ-μποτ περνά,
κι ο γλάρος τσιρίζει το μήνυμά του,
τα φτερά του ξεδιπλώνοντας σα γράμμα,
κι η τσιριξιά του γίνεται κυκλώνας
από κόρακες ρακένδυτους σε πέτρινο αλώνι.

*

ΙΙΙ

Είναι κάπου εδώ, Σεφέρη,
που η κοπελιά που μάχεται να ξεντυθεί τη σκιά της
διπλώνει με το κύμα σα δελφίνι,
κι ο ρόχθος κρύβει το λυγμό των γυναικών
έτσι που, μέσα από των εκσκαφέων το γδούπο,
πίσω απ’ του λόφου την αρένα,
ακούω τα ξυλοπάπουτσα
και το ξερό αναγούλιασμα λαγωνικών.

Πάνω από κάτι – ένα ψοφίμι, τον σκυλοπνιγμένο άνακτα του ηλίου –
φέρνουνε ακόμα κύκλους μες στα ράκη τους οι γύπες·
βλέπω τον αρπιστή με τα γνεφένια μάτια,
θυμάμαι εσένα να κρατάς ένα βαρύ μαρμάρινο κεφάλι·
βλέπω τον άλλον που τους βαρβάρους κάλεσε
σ’ ασβεστωμένους δρόμους.

Παρέμεινα με τους δικούς μου. Το χέρι μου αφαίμαξα από ονόματα,
φαύνος κανένας στον καρπό μου δε χωρεύει,
κι ούτε ποτέ θα δω τον Πειραιά το όνομά του με νερό,
κι αφρό ν’ αντιλαλεί
μα είτε τα μάτια μου σε προτομή γίνουν σπόροι λευκοί,
ή, πιθανότερα, φρούτα αλμυρά για τα σκουλήκια
πάντοτε οι κόγχες θα κομπάζουνε ορθάνοιχτες
για κείνες τις εκλάμψεις ενδόμυχου σφρίγους,
από του κεφαλιού τις κεραυνόεσσες θύελλες.

~.~

~.~