Αποχαιρετισμός στη Μαριανίνα Κριεζή

 

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Και είπες: Φεύγω,
γιατί το έργο
τελείωσε, Μαρία.
Ξελευτερία… 

Η Μαριανίνα Κριεζή έφυγε από τη ζωή, ωστόσο εδώ και πολλά χρόνια είχε αποσυρθεί συνειδητά από τα φώτα της δημοσιότητας, αποχωρώντας, μάλιστα, και από την πρωτεύουσα και ζώντας μόνιμα εκτός Αθηνών. Η αποχώρηση, ωστόσο, από το ευρύ κοινωνικό όραμα στην ελληνική στιχουργία έλαβε χώρα καιρό πριν, με την εξάντληση των πληθωρικών πρώτων ετών της Μεταπολίτευσης, ακριβώς, δηλαδή, στη χρονική στιγμή που ο λόγος της εισέρχεται στο ελληνικό τραγούδι, επιγονικά στη γενιά των μεγάλων ονομάτων της έντεχνης στιχουργίας, ωστόσο εντελώς αυθύπαρκτα. Τα τραγούδια της θα ντύσουν ακριβώς εκείνη την περίοδο που λαμβάνει χώρα η μεταστροφή προς το λεγόμενο «ιδιωτικό όραμα» και η έμφαση προς τον ίδιο τον εαυτό και τις ατομοκεντρικές θεάσεις της ολότητας που η αντίληψη αυτή προάγει. Η Κριεζή τυπικά εμφανίζεται να αρνείται συνειδητά και προγραμματικά το πολιτικό-κοινωνικό τραγούδι, εντούτοις, τόσο η όλη προταγματική δόμηση του σύμπαντός της και η φυγή προς τον κόσμο του παραμυθιού ως αντίθεση με το κράτος των μεγάλων αφηγήσεων όσο και διάσπαρτες επιμέρους εκλάμψεις και υποδόρροιες αναφορές στο έργο της. αποδεικνύουν ξεκάθαρα το εσφαλμένο και μονοδιάστατο μιας τέτοιας ερμηνείας.

Ταυτισμένη εν πολλοίς με τον αυτόνομο κόσμο που στήθηκε και πλαισίωσε επιτυχημένα τη ραδιοφωνική παιδική εκπομπή της «Λιλιπούπολης», η Αθηναία στιχουργός εισέρχεται δυναμικά σ’ ένα σύμπαν παραμυθικό, με ξεκάθαρες, ωστόσο, αναφορές στην καθημερινότητα και τον υπαρκτό «κόσμο» των μεγάλων, στον οποίο τα παιδιά θα καθίσταντο αυριανοί πολίτες. Μέσα από φαινομενικά αθώα παιδικά τραγούδια, διέρχονται ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και χρόνιων ελληνικών παθογενειών, ανθρώπινων σχέσεων, ανταγωνισμών ισχύος, χαμένων ονείρων και οραμάτων, πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων, υπαρξιακών αναζητήσεων με κρυμμένο όριο το φάσμα του θανάτου, ακόμα και υπόγειες νύξεις για τις χαμένες πατρίδες και την υποδοχή των προσφύγων. Η Κριεζή δομεί, ήδη από τη «Λιλιπούπολη», ένα ιδιόμορφο λεκτικό, με την κυριαρχία των χρωμάτων, των υποκοριστικών, των καθημερινών αντικειμένων που εξυψώνονται καλλιτεχνικά, με εμφανή πρόθεση να εξοπλίσει τη νεότερη γενιά με κοινωνική ευαισθησία και προσωπική αξιοπρέπεια, όπλα και εφόδια για τα χρόνια που έπονται στη ζωή τους, όταν πια η κυριαρχία του παραμυθικού στοιχείου ολοένα και θα βαίνει φθίνουσα.

Στο υπόλοιπο έργο της, για το οποίο έχει χαρακτηριστεί εύστοχα ως η «στιχουργός με την ενήλικη παιδικότητα», η Μαριανίνα Κριεζή δεν απεμπολεί ουδέποτε αυτή την ευαίσθητη και συναισθηματική θέαση της πραγματικότητας που τη διέπει. Ούτε όταν μιλά στα τραγούδια του «Σαμποτάζ» ανοιχτά κι απενοχοποιημένα για τον σωματικό έρωτα, την κυριαρχία ενός αμείλικτου καταναλωτισμού, την ανάγκη ατομικής πλέον διαφυγής από τη σκληρή πραγματικότητα, ούτε όταν δίνει το λόγο στα καθημερινά αντικείμενα του σπιτιού, του ρουχισμού, της διατροφής, με ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο του τηλεφώνου ως κυρίαρχου πια διαύλου της διαμεσολαβημένης κι αποσπασματικής ανθρώπινης επικοινωνίας, ούτε όταν επεξηγεί τον ανθρώπινο πόνο κατά τη λήξη των ερωτικών σχέσεων και στην πίστη σε ανθρώπους που δεν ακολούθησαν τον ίδιο μύθο του έρωτα και υπέκυψαν στις πιέσεις και τις νόρμες της εποχής, ούτε καν στις ελάχιστες –και συνειδητά παρασιωπημένες– στιγμές της στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όπου φαίνεται να παρασύρεται κι εκείνη από το ρεύμα νέου εθνικισμού που δόμησε το Μακεδονικό ζήτημα. Σ’ όλες τις εκφάνσεις και τις περιόδους του έργου της, η Κριεζή παραμένει αδιαπραγμάτευτα συναισθηματική και πολέμια του συμβιβασμού και του κυνισμού, παραμυθικά κοινωνική, ξεκάθαρα και προγραμματικά θηλυκή, καθιστάμενη έτσι στον παράλληλο αυτό έμφυλο άξονα το αντίθετο άκρο ενός Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Δίχως να αγγίζει τον ανόθευτο λαϊκό λόγο με τις ρητορικές περί ζωής αποφάνσεις της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου ή το καθολικό σφιχταγκάλιασμα του ανθρώπινου πόνου και τις πολιτικο-κοινωνικές αναφορές της Σώτιας Τσώτου, η Μαριανίνα Κριεζή, έστω και με τις όποιες επιμέρους αστάθειές της στο μέτρο και τη ρίμα, δόμησε έναν κόσμο ξεκάθαρα μεταμοντέρνο, όχι όμως στενά ατομοκεντρικό, μια πραγματικότητα που πάλλεται ανάμεσα σ’ έναν ιδιότυπα φωτισμένο μαγικό ρεαλισμό από τη μία πλευρά κι από την άλλη στη φυγή προς το παραμύθι ως το μοναδικό χρονότοπο που καθίσταται ικανός να αποτελέσει αντίβαρο στη σκληρότητα των καιρών και των ανθρώπινων σχέσεων. Οι παράλληλοι κόσμοι που δομεί, είτε παίρνουν τη μορφή της φανταστικής κοινότητας που διέπεται από τους πολύχρωμους κανόνες της είτε αφορούν τη διαφορετική χρωματοθεσία εντός των ρεαλιστικών ανθρώπινων σχέσεων, απέκτησαν εντέλει τέτοια λαϊκή απήχηση εξαιτίας ακριβώς αυτής της αυθεντικότητάς τους, της απλότητας και ρεαλιστικότητας του λεκτικού, καθώς και της χρησιμοποίησης καθημερινών, ακόμα και χθαμαλών λέξεων που φωτίζονται διαφορετικά, οδηγώντας συνεκδοχικά σε μια εναλλακτική αντιμετώπιση του άλγους της επιβίωσης. Με την απόλυτη ατομικότητά της, οδηγεί παραδόξως σε μία απώλεια της εξατομίκευσης, μιας και οι φανταστικοί κόσμοι της, σε αντίθεση με άλλες μεταμοντέρνες στιχουργούς της Μεταπολίτευσης που αναζήτησαν τη «σωτηρία της ψυχής» στη διάσπαση του νοήματος, καθίστανται οικείοι και προσβάσιμοι, μιλούν στις καθημερινές εμπειρίες και εκφράζουν τα όνειρα δεκάδων εγκλωβισμένων στην μετανεωτερική ατομικότητα μοναχικών υπάρξεων. Και καθίστανται εντέλει ικανοί να δομήσουν οάσεις συνεκτικής αφήγησης, ως ένα αυθύπαρκτο φράγμα στον χείμαρρο της διασποράς του επιστητού.

Ναι, σαφέστατα μια τέτοια «όαση» θα μας λείψει. Ραντεβού, οπότε, ακριβώς εκεί, Μαριανίνα, στις «δέκα και τριάντα»…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

*