Νίκος Κωσταγιόλας

Dylan Thomas, Πρόλογος του Συγγραφέα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο «Πρόλογος του Συγγραφέα» («Author’s Prologue») υπήρξε το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Ντύλαν Τόμας. Συντέθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1953, και λειτουργεί σαν ποιητική διαθήκη αλλά και σαν πανηγυρική αυτοπαρουσίαση: ο ποιητής εμφανίζεται εδώ ως θαλασσινός βάρδος, βιβλικός προφήτης και τεχνίτης της γλώσσας μαζί, υψώνοντας την «κιβωτό» του μέσα σ’ έναν κόσμο που πλημμυρίζει από φθορά, μνήμη και τραγούδι.

Το ποίημα είναι επίσης αξιοσημείωτο για την εξαιρετικά ιδιότυπη κατασκευή της ομοιοκαταληξίας του. Ο Τόμας οργανώνει το κείμενο σαν κυκλικό πλέγμα ή κατοπτρική αλυσίδα: ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τελευταίο, ο δεύτερος με τον προτελευταίο, ο τρίτος με τον τρίτο από το τέλος κ.ο.κ., δημιουργώντας έτσι μια μορφή που κλείνει επάνω στον εαυτό της σαν κύμα ή σαν τελετουργικός ψαλμός. Η τεχνική αυτή –σπάνια ακόμη και στο δικό του έργο– εντείνει την αίσθηση πως το ποίημα δεν τελειώνει αλλά επιστρέφει αδιάκοπα στην πηγή του: στη φωνή, στη θάλασσα, στον χρόνο και τη μνήμη.

~.~

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Τη μέρα αυτή που αργά καταλαγιάζει
καθώς κατευοδώνεται το θέρος
μέσα στη σολομίσια ορμή του ήλιου
στο θαλασσοδαρμένο ετούτο σπίτι
επάνω σ’ ένα βράχων γκρεμοτόπι
πλεγμένο με καρπό και τσιριτρό
αφρούς, πτερύγια, φλάουτα και φτερά
στη χορική οπλή ενός δάσους, πλάι
σε γλιτσιασμένες, αστερόεσσες αμμουδιές
με τους σάμπως ψαρούδες φωνακλάδες
γλάρους τους –όστρακα, κοχλιούς μα και ξεφτέρια–
και άντρες κορακάτους, εκεί έξω,
που γονατίζουν, σύννεφα ζωσμένοι
στου ηλιοβασιλέματος τα βρόχια
–χήνες σχεδόν στον ουρανό, καμακιστές
αγόρια κι ερωδιούς και μια μπουρού
για θάλασσες επτά που ραψωδεί
νερά αιώνες απ’ τις πόλεις μακριά
της εννιαήμερης νυχτιάς με τους πυργίσκους
που λαμπαδιάζουν σαν τα λιοφρυγμένα
καλάμια από ψηλό ξεράχυρο
μες στον θρησκευτικό τον άνεμο–
σε μιαν ειρήνη φτώχεια μέσα ψάλλω
σ’ εσάς τους ξένους (αν και οι ωδές
μια φλογερή, λοφιοφόρα είναι πράξη –
είναι των πτερωτών η πυρκαγιά
μες στο στροβίλισμα του υπερκόσμιου δάσου
για τ’ άγαρμπά μου κύκνια πλατσουρίσματα)
έξω απ’ τα φύλλα αυτά που ψαύει η θάλασσα
που θα τους μοιάσετε κι εσείς στο πέταγμα
μα και στην πτώση τόσο σύντομα –
τρίμμα θα γίνετε κι ύστερα απέθαντοι
στ’ ασφυκτικό το βράδυ. Προς το πέλαγο
ασκητικός γλιστράει ο ήλιος-σολομός
κι άλαλοι κύκνοι στίκτουν με γλαυκό
του κόλπου το λυκόφως καθώς πελεκώ
τούτο το πανδαιμόνιο από μορφές
για να συλλάβετε το πώς εγώ,
άνθρωπος-αδελφός του σίφουνα,
μπορώ να αινώ αντάμα αυτό τ’ αστέρι –
γόνο του πέλαγου που όλο πουλιά κραυγάζει,
του ανθρώπου σπάραγμα, αιματοβλογημένο.
Τη γη σαλπίζω –ναι!– που αναπηδά
από το ψάρι ως τον λόφο! Δείτε εδώ:
χτίζω την όλο μυκηθμούς μου κιβωτό
όσο η αγάπη μου μπορεί καλύτερα
σαν ο κατακλυσμός γύρω αρχινά
μέσ’ απ’ το κεφαλόβρυσο του φόβου –
απ’ την κατάστιχη οργή όπως βρυχάται
κι από της σάρκας την αναπνοή
να τρέξει σαν οροσειρά τηγμένη
επάνω από των κοιμισμένων τ’ άλγη
και προβατόλευκων κοίλων αγρών
στην Ουαλία, ως τη δική μου αγκάλη. (περισσότερα…)

Τέσσερα νέα ποιήματα: Γαλανάκης – Κωσταγιόλας – Σαμπάνης – Σπυράτου

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

1

Την τελευταία τετραετία είχα την ευκαιρία να διαβάσω τέσσερις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν από το 2023 έως το 2025, συγκεκριμένα: Ντρόγκα (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Θανάση Γαλανάκη, Ακούγοντας δάση (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Νίκου Κωσταγιόλα, ἐν τούτοις (Λειμών, Αθήνα 2024) του Κωνσταντίνου Σαμπάνη και Ομώνυμα πλάσματα (Σμίλη, Αθήνα 2025) της Άννας Σπυράτου. Πρόκειται λοιπόν για «φρέσκα» ποιητικά προϊόντα, παρότι οι τέσσερις δημιουργοί τους έχουν ήδη αξιόλογη πνευματική (δοκιμιακή, μεταφραστική, λογοτεχνική ή αμιγώς επιστημονική) «προϋπηρεσία» και οι ηλικίες ποικίλλουν: οι Γαλανάκης και Κωσταγιόλας είναι συνομήλικοι (γενν. 1993), ο Σαμπάνης της δικής μου «σειράς» (γενν. 1980 – ο γράφων το 1984) και η Σπυράτου ελάχιστα παλαιότερη (γενν. 1977). Οι συλλογές έφτασαν στα χέρια μου με δύο τρόπους, δηλαδή είτε κατόπιν δικής μου παράκλησης (προκειμένου για τα έργα των Κωσταγιόλα και Σαμπάνη), είτε επειδή οι ποιητές είχαν την ευγενική καλοσύνη να με συμπεριλάβουν από μόνοι τους στο αναγνωστικό τους κοινό (Γαλανάκης και Σπυράτου). Κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης των πονημάτων και επαρκούς αναστοχασμού επ’ αυτών, σκέφτηκα να ξεχωρίσω το, κατά την κρίση μου, καλύτερο ποίημα από κάθε συλλογή και να το παρουσιάσω στο παρόν κείμενο, εφόσον βέβαια συμφωνούμε ότι η λογοτεχνία γράφεται για να διαβάζεται – αρχή που, φοβάμαι, δεν εφαρμόζεται τελικά στην πράξη, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε. Σημειώνω προκαταρκτικά ότι οι συλλογές των Γαλανάκη και Κωσταγιόλα κυκλοφόρησαν μόνο ψηφιακά, ενώ των Σαμπάνη και Σπυράτου έντυπα. Τέλος, το πλήρες κείμενο των τεσσάρων ποιημάτων παρατίθεται στο επίμετρο.

 

2

Για τον Θανάση Γαλανάκη η πραγματικότητα είναι υλική και πήλινη, κι όμως γοητευτική και αξιοπρόσεκτη. Ταυτόχρονα, η αντίληψη της πραγματικότητας λειτουργεί ως ναρκωτικό που μουδιάζει τις αισθήσεις, εντούτοις το υποκείμενο μπορεί να βρει μία σταγόνα «καθαρής ουσίας» εφόσον κάνει τον κόπο να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει εκεί που πρέπει. Γενικά θα έλεγα ότι η ποίηση του Γαλανάκη στην Ντρόγκα, και ειδικά η ενότητα «Ακαρνανική παράβαση» (η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, σε όλο το βιβλίο) έχει κάτι από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα της επόμενης (σκεφτείτε, λ.χ., τις ταινίες του Σωτήρη Γκορίτσα): όλα είναι θολά, αργά και σκληρά, μα εντέλει πιο «πραγματικά» από οποιαδήποτε θεολογική ή φιλοσοφική αλήθεια. Δεν ξέρω τις πιθανές βιβλικές συνυποδηλώσεις, αλλά η πυκνή παρουσία των σκυλιών στη συλλογή ενισχύει ενδεχομένως αυτή τη «βαλκανική» αισθητική της κατά Γαλανάκης ποιητικής.

Πρωταγωνιστικό μάλιστα ρόλο έχει ένα ζεύγος σκύλων στο εξαιρετικό ποίημα «Η θεία λάσπη» (πβ. τον τίτλο με τα όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο). Το στιχούργημα είναι γραμμένο σε άψογο ελευθερωμένο ίαμβο, με σποραδικά ομοιοτέλευτα και ελεύθερη χρήση συνιζήσεων και χασμωδιών. Ο λόγος είναι στοχαστικός ή παρατηρητικός, η διατύπωση ρέει αβίαστα, ωσάν ο αφηγητής να κάθεται απέναντί σου στο τρένο, αφηγούμενος την ιστορία ενός προσκυνηματικού οδοιπορικού, που κατέληξε στον σεβασμό, όχι μπροστά στην ιερή εικόνα, αλλά για την καθημερινή, «χθαμαλή», εικόνα δύο ψωριάρικων σκυλιών που υπερασπίζονται ένα ήσυχο γουρουνάκι μέσα σε ένα χαμώι. Όλα όμως ξεκίνησαν από έναν κτηνοτρόφο που μερίμνησε ώστε τα ζωάκια του να έχουν το καταφύγιο μέσα στο οποίο παίζεται το βασικό «δράμα» του ποιήματος. Ο αφηγητής τελικά ανακαλύπτει τη θρησκευτικότητα και τη σωτηρία, όχι στα απλά, ούτε στα ταπεινά, αλλά στα εκ πρώτης όψεως πιθανώς ανάξια και καταφρονημένα. (περισσότερα…)

Derek Walcott, Ο άνεμος στην αυλόπορτα και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤA

για τον Έρικ Ρόουτς

Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το σκισμένο στόμα.
Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το αλμυρό του σώμα.

Μα θα σου πω τι υμνεί:

Λέει για τον τοίχο με την πρωινή χαρά να ξεχειλίζει
από το χείλος του περιβολιού,
για την αυλή με το στρωμένο χώμα,
καθαρή σαν σαλονιού τραπέζι,
μ’ ένα κίτρινο δέντρο,
ένα άκε, μι’ αμυγδαλιά,
ή μια ροδιά
μες στο κρυστάλλινο ανθογυάλι του ήλιου.

Καμιά φορά θ’ ακούμπαγε το δάχτυλο
στου ανέμου τον σφυγμό
σαν άκουγε τη θάλασσα μέσα τις αρκεύθους.
Ξεκίνησε να κολυμπά ως την Αφρική,
μα το σώμα του τον πρόδωσε·
διάλεξε αυτόν τον τρόπο
να φτάσει στους προγόνους του.

Όχι, δεν ήθελα να το γράψω αυτό,
μα θέλοντας και μη
θ’ ανοίξει δρόμο
με τη ματσέτα του ανερώτητα ο ήλιος
ανάμεσα απ’ τα βουρκωμένα βλέφαρα.
Στον ιδρωμένο από την πάχνη αγρό
τα μηρυκαστικά μασούν το μαύρο
σάμπως εργοστάσια.
Δεν ήθελα να τ’ ακούσω ξανά:
τον αντίλαλο από σαραβαλιασμένους ανεμόμυλους,
το σούσουρο των άγριων γλυκοπατατών
κυριεύοντας αργά τους ρημαγμένους φράχτες,
των βρύων τις ραπτομηχανές
γαζώνοντας των σκλάβων τα κελιά…

Μα η βροχή ξεσπά
στα μέτωπα των άγριων γλυκοπατατών,
η αυλόπορτα πιάνει ξανά
το σκουριασμένο της ρεφρέν,
και οι πρώτες σταγόνες της ψιχάλας,
σπονδές στον Σάνγκο
– μέσα μου διορθώνει ο Αφροέλληνας: στον Δία! –
στεγνώνουν γρήγορα σαν ιδρώτας στο μέτωπο –
μαζί και τα δάκρυά μας.

Ο αγρότης ζέχνει γλυκερά κάτι από θάμνο·
μυρίζει όπως το γαϊδουράκι του –
μυρίζουν και οι δύο το ίδιο:
σαν τον ψηλό, ψηλό τόπο,
γεμάτο σύννεφα, χρυσές
μηλιές περιφραγμένες. (περισσότερα…)

Μπαχ, Ραμώ και το ερώτημα της Σχέσης

*

του ΝΙΚΟΥ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑ

~.~

Η ιστορία της μουσικής θεωρίας συχνά αφηγείται την πορεία της ως μια προοδευτική κατάκτηση της τάξης: από την εμπειρία προς τον νόμο, από το άκουσμα προς το σύστημα. Ωστόσο, πίσω από αυτήν την αφήγηση λανθάνει ένα βαθύτερο ερώτημα – λιγότερο τεχνικό και περισσότερο φιλοσοφικό: αν η μουσική θεμελιώνεται πρωτίστως σε μια προϋπάρχουσα μεταφυσική δομή ή αν αναδύεται μέσα από τη ζώσα σχέση των φωνών εν τω χρόνω. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και τον Ζαν-Φιλίπ Ραμώ αποτελεί ίσως το καθαρότερο πεδίο όπου αυτό το ερώτημα τίθεται με ακρίβεια, όχι ως θεωρητική διαφωνία αλλά ως διαφορετικός τρόπος αντίληψης του κόσμου. Kι αυτό διότι, ο μεν Ραμώ –κεντρική μορφή του γαλλικού Διαφωτισμού– επιχειρεί να θεμελιώσει τη μουσική σε αρχές καθολικές, φυσικές και αναγώγιμες στον λόγο. Έτσι, στο Traité de l’harmonie (1722), βλέπουμε την αρμονία να παρουσιάζεται ως αντικειμενική τάξη, εδραιωμένη στη φύση του ήχου και, τελικά, στον ίδιο τον λόγο της φύσης. Η περίφημη basse fondamentale δεν είναι κάτι που ακούγεται – αντιθέτως, είναι κάτι που νοείται, λειτουργώντας έτσι ως αφηρημένο υπόστρωμα, ικανό να ενοποιήσει την ποικιλία των φαινομένων σε ένα σύστημα αναγκαίων σχέσεων. Όπως στον Καρτέσιο η αλήθεια είναι κάτι σαφώς αποκαλύψιμο και διακριτοποιήσιμο μέσω της νόησης, έτσι και στον Ραμώ η μουσική αλήθεια μπορεί να αποδοθεί με τρόπο εννοιολογικό, ανεξάρτητα από την ενσάρκωσή της στον χρόνο.

Η συγγένεια αυτής της σκέψης με την εγελιανή μεταφυσική, αν και όχι ιστορική, είναι δομική. Στον Έγελο, το Όλον προηγείται των μερών και τα επιμέρους φαινόμενα αντλούν το νόημά τους από την ένταξή τους σε μια συνολική, αναγκαία κίνηση του Πνεύματος. Αντίστοιχα, στο αρμονικό σύστημα του Ραμώ, κάθε συγχορδία, κάθε ένταση, κάθε απόκλιση έχει ήδη τον τόπο της μέσα στη συνολική λογική της τονικότητας. Η δυσαρμονία δεν είναι ρήξη αλλά στιγμή προορισμένη για άρση. Η τάξη προηγείται της σχέσης και η ενότητα προηγείται της πολλαπλότητας. Η μουσική καθίσταται έτσι κανονιστική: οι φωνές οφείλουν να υπακούσουν σε μια προϋπάρχουσα μεταφυσική τάξη.

Απέναντι σε αυτήν τη λογική της προτεραιότητας του συστήματος, η μουσική του Μπαχ προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό – όχι ως θεωρία, αλλά ως πράξη. Ο Μπαχ δεν ξεκινά από την αρμονία, αλλά από τη συνύπαρξη. Οι φωνές του δεν υπόκεινται σε συγχορδίες· αποτελούν αυθύπαρκτες παρουσίες, εκτεθειμένες η μία στην άλλη καθώς ελίσσονται, εκδιπλούμενου του χρόνου. Η αρμονία, εν γένει στη μπαρόκ μουσική και ιδίως στον Μπαχ, δεν επιβάλλεται εκ των προτέρων – αντίθετα, αναδύεται εκ των υστέρων, ως αποτέλεσμα μιας πιστής και συχνά επισφαλούς συνύπαρξης, λειτουργώντας πια όχι ως αιτία μα ως μαρτυρία. (περισσότερα…)

Στους ομοτέχνους του Νέου Πλανοδίου – Ένα ποιητικό δώρο Χριστουγέννων

*

ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ

Χριστέ μου, δεν θ’ αντισταθώ καθόλου αυτό το βράδυ,
πετώ με θάρρος την αιδώ μες στο ξερό πηγάδι.
Καλπάζει η αγάπη μου η σφοδρή με του έρωτα τον ίππο
και στάθηκε να πιει νερό στον μυστικό μου κήπο.
Μακάριο το πένθος μου και το πικρό μου δάκρυ
αν έβρισκα το ταίρι μου στου πέλαγου την άκρη,
μα αν κάποτε ξεστράτιζε το γλυκερό της βέλος
δεν θα έκλεινα τα μάτια μου μπροστά στο βίαιο τέλος.

Τριγύρω μου καλή χορεία
φωτίζει την τρωτή πορεία
και δώρα τέτοια με κερνάει
στη θλίψη που με προσπερνάει:

σονέτα απ’ τη Μαρία πρίμα
της Άννας την ωραία ρίμα
του Νίκου τους στεντόρειους ήχους
μελωδικούς του Θάνου στίχους
σφοδρές απ’ τον Θανάση δόσεις
στον Ρίλκε τέλειες αποδόσεις
από του Κώστα τη γραφίδα.
Ζαλίζει το άγγιγμα του Μίδα
όμως το φρούτο δεν αλλάζει·
η γεύση πάντα συναρπάζει.

Στην πτώση μου με τέτοια συνοδεία
ξορκίζω την πανάρχαιη τραγωδία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

Derek Walcott, Νοσταλγώντας τη θάλασσα και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΑΕΡΑΚΙ

Η Κ., με το γρήγορό της γέλιο, το μελένιο δέρμα και μαλλί,
και πάντοτε λεφτά. Ποιον ίσκιο αμμουδιάς και ποια χρονιά
έχει μυρώσει τόσο με την τρυφερότητά της,
που δε μπορώ να δω νερό να στραφταλίζει
δίχως να τη σκεφτώ; –
εκείνο το έκτακτο πρωινό, κουβάρι ξετυλίγοντας
στιχάκια του Μπεν Τζόνσον: «το χρυσό κουρέλι»
–μήλον της έριδος για δύο ερωτιδείς–
μα και «τον νάρδο στη φωτιά»
– α, ο νάρδος στη φωτιά! –
πάνω στο αλμυρό πεντάγραμμο της θάλασσας
με τη δροσάτη αύρα να μπερδεύει τις μελένιες μπούκλες –
μα ποια χρονιά ήταν η φωτιά;
Πρόσωπα κοριτσιών θολά απ’ τον χρόνο – η Αντρεϊγί χρυσωμένη από το φως
σαν Κυριακή. Το χορτάρι ξεμυτίζει μες από το γκρεμισμένο ντόκο.
Τραπέζια στις σκιές των ακακιών, σαν να μπαίνεις μέσα σ’ έναν Ρενουάρ.
Maintenant je n’ai plus ni fortune, ni pouvoir… (περισσότερα…)

Derek Walcott, Ο φάρος και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο ΦΑΡΟΣ

I

Σαν μέσα σε φυσούνα φωτογράφου
η οροσειρά που βλέπει προς την πόλη
κεντράρει το ηλιοβασίλεμα, τραβάει ένα κορδόνι –
κι όλα μεμιάς τα φώτα της ανάβουν.

Το σετ των καρτ-ποστάλ του περιστρέφεις
–τρίζουν λιγάκι– μια πενηνταετία μπροστά:
ο φάρος, ένα νέφος
καϊκιών σε διάπυρα νερά,

κι αστέρια στίκτοντας τις συνεπείς τους θέσεις
πάνω απ’ το Κάστρις· ξεπατικωμένες
τελείες που ήταν να συνδέσεις
σε παιδικό βιβλίο, τώρα μόλις ενωμένες

λάμπα τη λάμπα ως τη Λα Πλας, τούτο το βράδυ
που η ανάσα του άσπρο ρούμι αναδίνει
κι έχει ένα βάδισμα κηδείας το σκοτάδι
που σαν την πόλη να προεκτείνει,

ώσπου το φως του προβολέα –η σελήνη–
σβέλτα περνώντας τ’ ανεμόδαρτα φιτίλια
των θαλασσοκλημάτων, να επιμείνει
στο μπαρ Νέα Ιερουσαλήμ, όπου τα χείλια

σε λίγο βρέχεις με ουίσκι. Αστέρες άλλοι
τις μάζες μοιάζει εσχάτως να ηλεκτρίζουν (περισσότερα…)

Πότισμα με φόντο όχι και τόσο μακρινό ατομικό μανιτάρι

*

Ω ναι,
παρόλη την οσκαρική κανονικότητα
οι τραγωδίες συμβαίνουν

Φωνή ἐν Ῥαμᾷ
Φωνή ἐν Γάζῃ
– της ιστορίας ένδοξα υψώματα
ανεστραμμένες τάφροι, χαρακώματα
και déjà vu ελιγμοί
όπου ενδημεί
κατά στοιβάδες το αίμα
κι ολοένα «θάλαττα» –τυφλός–
να κρώζει ο μαουνιέρης

7 Μαρτίου, νεκροί 83
24 Μαΐου, εβδομήκοντα και εννιά
2 Αυγούστου – στο σημείο διανομής
τροφίμων ξηλωμένο χέρι
μες στη σφιγμένη ακόμα χούφτα
ασπαίροντας το μάννα
– στον αιώνα πια δικό του

83, 79, 250.9
αριθμοί ξεδιάντροπα αστρογγύλευτοι
καθόλου για OCD
φανατικά εμπαίζοντας
τις πτώσεις, τις νευρώσεις
κι όμως να επενδύεις γιατί «απ’ τα ολότελα»
τανγκό χορεύοντας δήθεν με το Παράλογο
καθώς πισώπλατα σε μαχαιρώνει
απεγνωσμένα ανασύροντας λαχνούς
μ’ αυτούς να σκαν στα χέρια σου
γιατί η βρώμα που είχε βγει (πως τα ψηφία του π
στην όλη τους κρυψίνοια
κάποτε –έστω και με στον κρόταφο την κάννη–
θα μιλήσουν)
ήταν εν τέλει πτωμαΐνη
χίλιων οπτιμιστών
παρόλη την επιμελή ταρίχευση (περισσότερα…)

«Όστια» και άλλα ποιήματα

*

ΟΣΤΙΑ

Κόπιασα – ανήγγειλε στο απέραντο δωμάτιο· κόπιασα πολύ
τονίζοντας μια-μια τις συλλαβές
– μια απόπειρα να πείσει ή να επιπλήξει
ίσως με στόχο πάνω απ’ όλα τον εαυτό του –

πέρασα τριάντα έτη συναπτά
– ολόκληρο, δηλαδή, το απόγευμα –
βλέποντας τις κερασιές
στα μάγουλά μου να φυλλορροούν
θρέφοντας του δειλινού τα ολοκαυτώματα
δίχως να Τους δώσω τη χαρά
ενός καν μορφασμού

επιστράτευσα, αντιθέτως,
όλη μου την εγκράτεια να μη δω
τον ταριχευτή χρόνο να περνά
αργά μα σταθερά
μ’ ασήμι τα μαλλιά μου
– επένδυση αδρή
στο τρόπαιο που θα γίνω
στο σαλόνι του

μα πάνω απ’ όλα έβαλα τα δυνατά μου
να κατεβάσω ως τα θεμέλια του οισοφάγου μου
κείνο το «έχει ο Θεός» που σαν όστια
έσπρωξε στο πληγιασμένο στόμα μου
το κορίτσι με τα διάφανα, ακαταλόγιστα χέρια
– αφόρητα λίγη μου,
απέθαντη ελπίδα –
όταν στα χιλιάδες δέντρα
που φύτεψα χθες
είχαν ως το πρωί
φυτρώσει ή κρεμαστεί
ισάριθμες φθαρμένες σαμπρέλες
να κάνει κούνια
επάνω από τις τέφρες των ονείρων μου
– θυμίζοντας το καθρεφτάκι
όταν μας μούτζωναν παιδιά,
μανούλα στον νόμο του μπούμερανγκ –
μ’ αναγνωριστικό στο μπράτσο του
άστρο εβραϊκό
ένα κεφαλαίο Θήτα
ο Μέγας Ενεχυροδανειστής.

/// (περισσότερα…)

Robert Browning, Ο εραστής της Πορφυρίας

*

Νωρίς απόψε κόπιασε η βροχή
κι ο άνεμος, αγουροξυπνημένος,
μαδούσε απ’ την κακία του την κορφή
της γριάς φτελιάς και, μ’ όλο του το μένος,
τη λίμνη ανάδευε: μαρμαρωμένος

τον άκουγα ώσπου, ίδια αερικό,
γλιστράει η Πορφυρία μες στο καλύβι
κι αφού κλειδώνει έξω όλο το κακό
τα κάρβουνα ν’ ανασκαλέψει σκύβει
– το μέσα κι έξω κρύο μου συνετρίβη.

Θ’ απάλλασσε την ακριβή μορφή της
απ’ τον μανδύα της που ’σταζε, το σάλι
τα γάντια, το καπέλο –η στεγνή της
κόμη, λυτή, τον χώρο μου ν’ αγάλει–
στο πλάι μου, τέλος, για να προβάλει

με τ’ όνομά μου και να με καλέσει.
Άχνα δεν έβγαλα. Ωστόσο εκείνη
το χέρι μου περνά γύρω απ’ τη μέση
της και τον τρυφερό της ώμο γδύνει
κι ανάλαφρα προς τη μεριά μου κλίνει

το μάγουλό μου εκεί για ν’ αναπαύσει·
με τα ξανθά μαλλιά της με τυλίγει
και λόγια αγάπης πιάνει δίχως παύση – (περισσότερα…)

Ο Βλαδίμηρος αποκαλύπτει στον Εστραγκόν το τρικ

*

Το μυστήριο που φέρει κάθε τι
ήταν ανέκαθεν υπόθεση ενός κλείστρου
από την άδολη έκσταση ως την καχυποψία

Αν κοιτάξω προσεκτικά απ’ την κουπαστή
οι εξαίσιοι χρωματισμοί στον ουρανό
δεν είναι παρά έντεχνα διαρρυθμισμένα led
είναι τα κυκλοδίωκτα μάτια ενός αρθρόποδου
κλώθοντας στο σάλιο του τα μέλλοντα
κι είναι των μάντεων μάτια που αχρηστεύτηκαν
κι απ’ άλλη γη τον όλεθρο μ’ άβακες αριθμούν

το δε νερό
είναι κουστούμι ορειχάλκινο
δράκου κινεζικού
που η χορική του ανάδευση
από τους ένδον του Ιωνάδες
υποδύεται κυματισμούς
κι η όλη φαντασμαγορία εν γένει έγκειται
στο γεγονός πως δεν είχα αποχωριστεί
το δέντρο μου ποτέ έως τώρα
– παναπεί δεν ταξίδεψα
ουσιαστικά ποτέ

μας έταξαν μια θάλασσα ανεξάντλητη, Γκογκό
μα πόσο αφόρητα κατάκοπη στο βάθος
μια πλαδαρή, ταβανιασμένη αιωνιότητα
συνθηκολογημένη μες στους κύκλους της
– λύκος που απαρνήθηκε το αφροδίσιο
ρίσκο των δασών
για ένα γεμάτο πιάτο και την άδοξη
στέγη ενός σκυλόσπιτου –
τους ίδιους κι απαράλλακτους ανθίζοντας νεκρούς
μ’ έναν αλγόριθμο χαμάλη στα ηνία

(περισσότερα…)

Η ελληνική σεστίνα

*

Εισαγωγή και Καταγραφή
ΣΤΑΘΗΣ Α. ΚΙΣΣΑΜΙΤΗΣ

H σεστίνα είναι η πιο ιδιότυπη ίσως μορφή της ευρωπαϊκής ποίησης. Η επινόηση του είδους αποδίδεται στον Arnaut Daniel, Προβηγκιανό τροβαδούρο του 12ου αιώνα, αν και έχει υποστηριχθεί πως ο Ντανιέλ ανανέωσε απλώς μια ήδη προϋπάρχουσα φόρμα. Με τους επιγόνους του, κυρίως Ιταλούς μεταξύ των οποίων ο Δάντης και ο Πετράρχης, παγιώθηκε η κλασσική μορφή της σεστίνας όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Από την Ιταλία το είδος εισήχθη σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Αγγλία, τον 16ο αιώνα. Τον ίδιο αιώνα εμφανίζονται και οι πρώτες σεστίνες στα ελληνικά, στις κυπριακές Ρίμες αγάπης. Τον 20ό αιώνα το είδος θα τραβήξει την προσοχή διάσημων ποιητών όπως ο Ezra Pound, ο T. S. Eliot και ο W. H. Auden, που θα το μεταχειριστούν με μεγάλη κάποτε ελευθεριότητα.

Στο θεμέλιό της η σεστίνα έχει την πυθαγόρεια-πλατωνική αριθμοσοφία: μαθηματικά και ποίηση εδώ συμπίπτουν στην Ιδέα της μορφής, της ιδεατής ευμορφίας του παντός. Βέβαια, για τους περισσότερους ποιητές το κίνητρο να ασχοληθούν με το είδος είναι η πρόκληση, η πρακτική δυσκολία της φόρμας. Όπως με τους αυτοσχεδιασμούς του Παγκανίνι, κάθε βιολιστής θέλει να δει αν μπορεί να αντεπεξέλθει.

Στην Ελλάδα –πλην σπάνιων εξαιρέσεων, πρωτίστως μεταφρασμάτων– σεστίνες θα ξαναγραφούν καθώς φαίνεται μόλις τη δεκαετία του 1990 κ.ε. από ποιητές όπως ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Γιώργος Κοροπούλης και ο Γιώργος Κεντρωτής. Η παρούσα καταγραφή περιλαμβάνει τις περισσότερες γνωστές στον γράφοντα ελληνικές σεστίνες, πρωτότυπες ή μεταγλωττισμένες. Σε μια πρώτη της μορφή παρουσιάστηκε προ δεκαετίας στη διαδικτυακή ανθολογία Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό. Ευχαριστίες για τη βοήθειά τους οφείλω στον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο και τους κ.κ. Γιώργο Κεντρωτή και Ηλία Μαλεβίτη.

~.~

Η σεστίνα στην τυπική της μορφή αποτελείται από έξι εξάστιχες στροφές ανομοιοκατάληκτες που ακολουθούνται από μία τρίστιχη, γνωστή ως envoi ή tornada. Στην πρώτη της μορφή, όπως παρουσιάστηκε από τον Ντανιέλ, η σεστίνα είχε τους στίχους των στροφών της δεκασύλλαβους, εκτός από τον πρώτο κάθε στροφής, ο οποίος αποτελείτο από επτά συλλαβές. Ωστόσο κατά την μετέπειτα καλλιέργεια του είδους ο αριθμός των συλλαβών και το μέτρο των στίχων ποικίλλουν. Από τις άλλες παραλλαγές, αναφέρουμε εδώ την πετραρχική διπλή σεστίνα, και τις σεστίνες που είναι γραμμένες σε ελεύθερο στίχο.

(περισσότερα…)