΄

Ελλαδέξ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Αντιθεσμική και προσβλητική η μη προσέλευση servicers και funds στην Βουλή», γράφουν τα ΜΜΕ, όσα το αναφέρουν καν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Όταν δεν χρησιμοποιείς καν λέξη ελληνική για να κατονομάσεις τα αρπακτικά που λυμαίνονται την χώρα, γιατί παραξενεύεσαι που αυτά γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους κρατικούς θεσμούς σου και τους πολιτικούς σου; (Που είναι άλλωστε και οι κυρίως υπαίτιοι για τη δική τους αυθαιρεσία, απόδειξη η τελευταία νομοθετική διάταξη που αποπειράθηκαν να περάσουν στη ζούλα υπέρ τους.)

Η ελευθερία ξεκινάει από τις λέξεις, δηλαδή από την εκφραστική αυτοδιάθεση, από την ανεξάρτητη αυτοκατανόηση κάθε υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού. Και το Ελλαδέξ, όπως το αποκαλούσε προφητικά ο Σεφέρης ήδη από τη δεκαετία του 1960, από την ελληνική γλώσσα έχει πάρει διαζύγιο. Αυτά τα δυο, ξενογλωσσία και υποτέλεια πάνε μαζί κι αχώριστα.

Η εικόνα από τον ομότιτλο, εμπνευσμένο από τον ποιητή, δίσκο του 1975.

///

«Ξεκίνα από τη μέση. Είναι ο μόνος κανόνας που έχω». Αυτή τη συμβουλή, διαβάζω σε τίτλο δημοσιεύματος, έδωσε σε κάποιον αναγνώστη της η αρτιβράβευτη νομπελίστρια Ανν Κάρσον. Και αναρωτιέμαι με τη σειρά μου: πόσοι έπιασαν την αναφορά στον Όμηρο και την Ιλιάδα, στον αρχαίο επικό κανόνα «In medias res» που κάποτε ήταν η «κοινή μέθοδος» στην τέχνη της αφήγησης; Γι’ αυτήν δεν μιλάει και ο Ροΐδης στην Πάπισσα Ιωάννα;

«Ἀπὸ τοῦ μέσου ἄρχονται συνήθως οἱ ἐπικοὶ ποιηταί· ταὐτὸ ποιοῦσι καὶ οἱ μυθιστοριογράφοι, ὅσοι τὰς δεκατόμους τύχας τῶν Πόρθων καὶ Ἀραμίδων παραγγέλουσιν ὑπομισθίῳ ἐφημερίδι νὰ ὀνομάσῃ, ἀριστοτελικῇ ἀδείᾳ, ἐποποιίας· ἔπειτα ὁ ἥρως, ὅταν εὕρῃ εὐκαιρίαν, ἐντὸς σπηλαίου ἢ ἀνακτόρου, ἐπὶ εὐώδους χλόης ἢ μαλακῆς κλίνης διηγεῖται τὰ προηγούμενα τῇ ἐρωμένῃ, «ἐπεὶ εὐνῆς καὶ φιλότητος ἐξ ἔρον ἕντο». Οὕτω θέλει ὁ Λατῖνος Ὀράτιος ἐν τῇ Ποιητικῇ· τοῦτο συνιστῶσι καὶ οἱ βιβλιοπῶλαι, ὁσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ὁρίζοντες εἰς τὸν συγγραφέα τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ ὡς τοῦ ἐνδύματος εἰς τὸν ῥάπτην. Τοιαύτη τέλος εἶναι ἡ κοινὴ μέθοδος».

Στην ίδια στιχομυθία, εξάλλου, η Κάρσον ως πηγή έμπνευσης για το έργο της αναφέρει ένα και μόνο όνομα: τον Όμηρο. Και δεν μπορώ εδώ παρά να σκεφτώ την ειρωνεία, αναλογιζόμενος από ποιαν πλευρά του λογοτεχνικού μας φάσματος αναθρώσκουν κυρίως τα εγκώμια προς την Καναδή: αν ο θαυμαστής δεν καταλαβαίνει την πηγή απ’ όπου τρέφεται το έργο της συγγραφέως που υποτίθεται ότι θαυμάζει, τι κατανοεί εντέλει από το έργο αυτό;…

Η τραγωδία του μοντερνισμού, από τον καιρό του πολεμιστήριου «Make it New!» του Έζρα Πάουντ, ήταν πάντα αυτή. Ότι ενώ οι πρωτοστάτες του γνώριζαν πολύ καλά τι ακριβώς επεδίωκαν να ανανεώσουν, ποιους κανόνες αθετούσαν και γιατί, οι επίγονοί τους εκλάμβαναν πάντα το έργο τους ως απροϋπόθετο. Εκλάμβαναν τη δεδηλωμένη συνέχεια ώς αυτόφωτη αφετηρία. Και έτσι, γυμνώνοντάς τους από το ουσιώδες περιεχόμενό τους, συρρίκνωναν και τους νεωτερικούς μέντορές τους στον ξηρό τρόπο, στην μορφική ιδιοτροπία καλύτερα, στην παραξενιά του εκφέρεσθαι. Ή πάλι τους άφηναν να πνιγούν σε μια θάλασσα υποσημειώσεων. Δεν ξέρω αν η Κάρσον κατάφερε ποτέ να βγει απ’ αυτήν. Διαβάζω με συγκίνηση τις πρώτες φράσεις του κειμένου της όπου μιλάει για το πάρκινσον (ελληνική μετάφρασή του δημοσιεύθηκε στο Νέο Πλανόδιον πέρυσι).

«Όταν διαγνώστηκα με πάρκινσον το σύμπτωμα που πραγματικά με τρόμαξε ήταν ότι παραμορφώθηκε το γράψιμό μου. Ευχαριστιόμουν να γράφω σε σημειωματάρια, γέμιζα ολόκληρα ράφια, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τώρα οι κάθετες μολυβιές λυγίζουν ή σπάνε ή πάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, τα φωνήεντα συρρικνώνονται σε σφαιρίδια, οι ουρές χάνουν τις ήπιες, έξυπνες γωνίες τους, όλα γενικά φαίνονται πολύ άσχημα. Ή, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ, ηλίθια. Κάθομαι και σβήνω ολόκληρες παραγράφους από ντροπή. Δύσκολο να περιγράψεις ή να εξηγήσεις την αισχύνη του κακού χειρογράφου. Το κακό χειρόγραφο είναι άσχημο. Φαίνεται κάπως βλακώδες. Ήμουν έτοιμη να πω πως δείχνει ψεύτικο, αλλά μετά συνειδητοποίησα πως το αντίθετο συμβαίνει. Μέσα στην αταξία της, η χαοτική γραφή μοιάζει να μου αποκαλύπτει κάτι που θα προτιμούσα να μην το κοιτάξω. Φέρνει στο προσκήνιο εκείνο που ο Τζέραλντ Μάνλεϋ Χόπκινς αποκαλούσε «εσωτερικό τοπίο». «Πρόσεχε εκείνον που η γραφή του ταλαντεύεται όπως το καλάμι στον άνεμο» έλεγε ο Κομφούκιος. Η γραφολογία, όπως φαντάζομαι θα γνωρίζετε, είναι η μελέτη της γραφής ενός ανθρώπου που μπορεί να μας δώσει στοιχεία για την ανάλυση του χαρακτήρα του.»

Ύστερα όμως κοντοστέκομαι. Είναι στ’ αλήθεια αναγκαίες όλες αυτές οι μνείες στον Μπάρτ, στον Χόπκινς, στον Κομφούκιο για να μιλήσουμε για κάτι τόσο στοιχειωδώς ανθρώπινο, όπως ο πόνος και η ασθένεια; Φαίνεται πως, για μας, σήμερα, είναι. Η σχολαστική μανιέρα των λίγων τώρα πια τροφίμων του όψιμου μοντερνισμού μας (ας προσθέσει κανείς στη λέξη όσα μετά- και post- επιθυμεί) ριζώνει στην υπερτροφία της μνήμης. Ίσως ακριβώς επειδή απευθύνεται στην λησμοσύνη του πλήθους.

///

Τὸ μὲν συγχωρῆσαι, συγκεχώρηται ὑμῖν· τὸ δὲ μεῖναι, οὐκέτι μένω μεθ’ ὑμῶν, διότι οὐχ εὑρέθη εἷς ἐξ ὑμῶν ἔχων διάκρισιν τοῦ συμπαθῆσαί μοι.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

///

Για κάθε παιδί που πηγαίνει σ’ ένα όποιο συνοικιακό φροντιστήριο, οι γονείς τους λαμβάνουν έξι-εφτά σελίδες πυκνογραμμένες με νομικές ανοητολογίες, φόρμες προς συμπλήρωση, αιτήσεις προς έγκριση και τα παρόμοια. Διασφαλίσεις όλα αυτές τάχα ότι τηρείται ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και άλλα τέτοια σπουδαιοφανή. Κι αυτό τη στιγμή που τα πραγματικά προσωπικά μας δεδομένα είναι εντελώς κοινά, πουλιούνται κι αγοράζονται ελευθέρως στην ψηφιόσφαιρα, παρακολουθούνται από κάθε λογής κρατικές και παρακρατικές υπηρεσίες, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται κατά το δοκούν και κατά σύστημα.

Το ίδιο και με την λεγόμενη ανακύκλωση. (περισσότερα…)

Τα νήματα του κόσμου

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κατά βάθος, η ιδέα ότι τα νήματα αυτού του κόσμου τα κινούν κάποιοι καλά κρυμμένοι συνομώτες, είναι μια ιδέα αισιόδοξη, βγαλμένη κι αυτή από τη δέσμη των ασπρόμαυρων διαφωτιστικών διανοημάτων που κηδεμονεύουν τη σκέψη μας τους τελευταίους αιώνες. Διότι συνοδεύεται πάντα από την διαβεβαίωση: αρκεί να τραβήξουμε τον μπερντέ και όλα θα έρθουν στο φως, οι κατεργάρηδες θα πάνε στον πάγκο τους και τον ρόλο του κουκλοπαίχτη, στα φανερά πια, θα τον αναλάβουν εκείνοι που πρέπει.

Όμως στην πράξη τα νήματα του κόσμου δεν τα κινεί κανείς αποκλειστικά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συνωμοσίες, όπως διδάσκουν οι, αφελείς ή ιδιοτελείς, αντισυνομωσιολόγοι του καιρού μας. Από συνωμοσίες, απάτες, ψεύδη, υποκρισία βρίθει η προσωπική και η συλλογική μας ζωή, στα φανερά λίγα πράγματα γίνονται, όποιοι και να τα κάνουν. Αλλά διότι το έργο που παίζεται είναι χαοτικό εξαρχής και οι πρωταγωνιστές του φιγούρες τυχάρπαστες και εναλλάξιμες ταχύτατα.

Αυτά που παρακολουθούμε να γίνονται στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη, το Ιράν, στην τεχνητή νοημοσύνη, στα πολιτικά πράγματα της Δύσης κ.ο.κ., ναι, κάποιοι τα θέλησαν αρχικά. Τώρα όμως κανείς δεν τα ελέγχει και όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν, καυχιούνται για μια ισχύ που δεν διαθέτουν εμπράκτως.

Μακάρι να την είχαν! Ακόμη και μια καταθλιπτική βεβαιότητα θα ήταν προτιμότερη από το ιλιγγιώδες αυτό σκόρπισμα του κόσμου που όλο και επιταχύνεται μπροστά μας.

///

«Αυτό το ποίημα είναι ένα θαύμα. Η πικρία του είναι η μόνη πικρία που έχει νόημα, εκείνη που πηγάζει από την καθυποταγή του ανθρώπινου πνεύματος στη βία, δηλαδή, εντέλει, στην ύλη. Αυτή η καθυποταγή είναι κοινή μοίρα, αν και κάθε πνεύμα την υπομένει διαφορετικά, κατά τις αρετές του. Κανείς στην Ιλιάδα δεν γλιτώνει από αυτήν, όπως και κανείς άνθρωπος πάνω στη γη. Όμως και κανείς υποτασσόμενος δεν αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση γι’ αυτό. Όποιος, μέσα στην ίδια του την ψυχή και στις ανθρώπινες σχέσεις, ξεφεύγει από την κυριαρχία της βίας, χαίρεται την αγάπη, αλλά μια αγάπη που την σκιάζει πάντα η θλίψη λόγω του ολέθρου που επικρέμεται συνεχώς πάνω της.

Τέτοιο είναι το πνεύμα του μοναδικού αληθινού έπους που διαθέτει η Δύση. Εμπρός της η Οδύσσεια φαντάζει απλώς μια καλή μίμηση, άλλοτε της Ιλιάδας, άλλοτε ανατολικών ποιημάτων. Η Αινειάδα είναι μια μίμηση που, όσο λαμπρή κι αν είναι, την παραμορφώνει η ψυχρότητα, η πομπώδης ρητορική και το κακό γούστο. Τα γαλλικά chansons de geste, στερούμενα της αίσθησης της δικαιοσύνης, δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη μεγαλοσύνη: στο Chanson de Roland, ο θάνατος ενός εχθρού δεν συγκινεί ούτε τον συγγραφέα ούτε τον αναγνώστη με τον ίδιο τρόπο όπως ο θάνατος του Ρολάνδου.

Η αττική τραγωδία, ή τουλάχιστον η τραγωδία του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αποτελεί την πραγματική συνέχεια του έπους. Η έννοια της δικαιοσύνης τη διαφωτίζει, χωρίς ποτέ να παρεμβαίνει άμεσα σε αυτήν. Εδώ η βία εμφανίζεται με την ψυχρότητα και τη σκληρότητά της, πάντα συνοδευόμενη από μοιραίες συνέπειες αναπόφευκτες και γι’ αυτούς που την ασκούν και γι’ αυτούς που την υφίστανται.»

SIMONE WEIL

///

Ο Μαζωνάκης και η Βίσση. Ό,τι γνώμη και να έχει κανείς για τους δυο τους, είναι προφανές: αντικατοπτρίζουν με μεγάλη ακρίβεια αυτό που είμαστε ως συλλογικότητα. Μας αντιπροσωπεύουν.

///

Δύσμοιρα ελληνικά… Ούτε στις μαρκίζες των βιβλιοπωλείων, ούτε στους τίτλους των λογοτεχνικών περιοδικών, ούτε στις αφίσες των ποιητικών φεστιβάλ δεν περισσεύει πια θέση για σας.

/// (περισσότερα…)

Γιατί βρίζουν τόσο τις Σκιαδαρέσες; Επεξηγώντας ένα μουσικό φαινόμενο

Η φωτογραφία από τη σελίδα των καλλιτέχνιδων στο fb

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~ 

Παρουσιάζει συχνά ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον για τον ερευνητή να παρατηρεί και να περιγράφει καταστάσεις και φαινόμενα όχι τόσο από τη βολική χρονική απόσταση του μέλλοντος, αλλά ακριβώς τη στιγμή εκείνη που εξελίσσονται, σχηματοποιούνται και διαμορφώνονται. Μια τέτοια προοπτική, δεδομένης της αδιαμόρφωτης ακόμα κατάστασης και της μη γνώσης του πού η μπίλια θα κάτσει (αν «κάθεται» εντέλει και ποτέ κάπου οριστικά) επιτρέπει στον εκάστοτε μελετητή, όταν το εκάστοτε εφήμερο πρόταγμα δεν του θολώνει την κρίση και τη ματιά, να προβεί σε προβλέψεις για τη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων, οι οποίες στη μακροχρονία μπορεί να καταστούν ακόμα και εντελώς άστοχες και αδικαίωτες, αλλά θα προέρχονται σε κάθε περίπτωση από τα δεδομένα  που έχει ενώπιόν του.

Έχοντας το παραπάνω αξίωμα ως βάση, θα προσπαθήσουμε να επεξηγήσουμε ένα εγχώριο μουσικό και κοινωνικό φαινόμενο των τελευταίων ετών ως προς το girl band που διχάζει και πολώνει και το οποίο γνωρίζει τεράστια απήχηση σε ένα σημαντικό τμήμα της νεολαίας, ιδιαίτερα εκείνης που βρίσκεται στη λεγόμενη «πρώτη νιότη» και δεν έχει συμπληρώσει ακόμα το 30ό έτος της ηλικίας της. Γιατί, λοιπόν, από σχεδόν όλους τους καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται σήμερα στο πεδίο της μουσικής και του τραγουδιού, ακόμα και από τους trappers εκείνους που κάνουν καριέρα πάνω σε τραγούδια που μιλούν ανοιχτά και απροκάλυπτα για όπλα, ναρκωτικά και σωματεμπορία, οι «Σκιαδαρέσες» (γκρουπ που αποτελείται από τις δίδυμες αδελφές Νίκη και Όλγα και τραγουδά κατά βάση για θέματα ερωτικά και υπαρξιακά) είναι αυτές που έχουν δεχτεί αθροιστικά δυσανάλογα πολλές περισσότερες διαδικτυακές επιθέσεις, χλευασμό και υποτίμηση; Περιγράφοντας ορισμένους λόγους που κατά την κρίση μας επεξηγούν το φαινόμενο, θα προβούμε, παράλληλα, και σε μια αντικειμενική και ουδέτερη σκιαγράφηση του ως τώρα έργου και της πορείας τους, προσπαθώντας να αφήσουμε στην άκρη το γεγονός πως και ο αρθρογράφος ανήκει στους θαυμαστές του συγκεκριμένου μουσικού σχήματος, καθώς θεωρεί πως έχει κομίσει κάτι το ιδιαίτερα φρέσκο και ελπιδοφόρα καινοτόμο στη βαλτωμένη επικράτεια του λεγόμενου «έντεχνου» τραγουδιού (παρόλο που είμαστε βέβαιοι πως οι καλλιτέχνιδες δεν θα αυτοπροσδιορίζονταν ως εκπρόσωποί του).

Αν προσπαθούσαμε, επομένως, να επεξηγήσουμε το γιατί οι Σκιαδαρέσες δέχονται τόσο έντονες και επίμονες μέσα στα χρόνια επιθέσεις στα κοινωνικά δίκτυα, θα καταλήγαμε μάλλον στους ακόλουθους λόγους:

–> Γιατί θεωρούνται ένα ποπ φαινόμενο του διαδικτύου

Οι Σκιαδαρέσες βρέθηκαν από τα πρώτα τους βήματα εκτεθειμένες στα κάθε λογής σχόλια, μιας και αναδείχθηκαν και δόμησαν το ύφος και την ταυτότητά τους από την αποκλειστική ανάρτηση των τραγουδιών τους στον χώρο του διαδικτύου, έτσι ώστε σήμερα να έχουν θεωρηθεί ως ένα ακόμα «ποπ φαινόμενο», το οποίο εκείνο γέννησε κατά την περίοδο του covid. Κάνοντας τα πρώτα τους μουσικά βήματα σε μια εποχή καθολικής κατάρρευσης της δισκογραφίας, επέλεξαν απλά να την αγνοήσουν (μέχρι σήμερα δεν έχουν κυκλοφορήσει ούτε ένα cd ούτε καν κάποιο συλλεκτικό βινύλιο) και αντ’ αυτής να εστιάσουν απόλυτα την προσοχή τους στον κυβερνοχώρο, με low-budget ηχογραφήσεις και ανάρτηση των τραγουδιών τους στις κοινωνικές και μουσικές πλατφόρμες, με επιμερισμό τους ανά σελίδα (άλλα εξ αυτών στο YouTube, άλλα στο Spotify που στις νεότερες ηλικίες έχει υποκαταστήσει το πρώτο, άλλα μονάχα συναυλιακά, ορισμένα απευθείας στα κοινωνικά δίκτυα), με διαφορετικές και αυτόνομες αναρτήσεις στο καθένα από τα τελευταία, με παράλληλο vlogging, με βίντεο καθημερινής ζωής δίχως ωραιοποιήσεις, με ατομική αλληλεπίδραση με μεμονωμένους θαυμαστές και θαυμάστριες, αλλά και με μια γενικευμένη αίσθηση αυθεντικότητας και αδιαμεσολάβητης επαφής (εν μέρει αληθινής εν μέρει τμήματος της περσόνας τους), η οποία διατηρείται στο ακέραιο μέχρι και σήμερα που θεωρούνται πλέον πλήρως «καθιερωμένες». Τα ξένα παραδείγματα αυτού του είδους είναι πολλά και χαρακτηριστικά, με την ελληνική περίπτωση μονάχα του ατυχούς Παντελή Παντελίδη (σε ένα τελείως διαφορετικό, βέβαια, μουσικό ελαφρολαϊκό είδος και «μαζικό» κοινό) να ξεχωρίζει ως προς το διαδικτυακό της ξεκίνημα, αλλά κι εκείνον πολύ σύντομα να απορροφάται από την κανονικοποίηση του δισκογραφικού χώρου. Οι Σκιαδαρέσες, αντιθέτως, επιμένουν συνειδητά στο alternative και στη σάτιρα του μέινστρημ, ακόμα κι όταν αξιοποιούν και οικειοποιούνται επιδεικτικά όλα τα όπλα και τα μοτίβα του, ως μια οργανικά ενταγμένη αντίρρησή του. Με το αρχικό τους μουσικό ύφος («Στο Ναύπλιο», «Καραόκε πάρτυ») να θυμίζει αρκετά το καθιερωμένο «έντεχνο» της περασμένης δεκαετίας, όπως εκείνο σχηματοποιήθηκε από ερμηνεύτριες όπως τη Νατάσα Μποφίλιου, στην πορεία εξελίσσονται και βρίσκουν τη δική τους αυτόνομη μουσική ταυτότητα, συνενώνοντας στοιχεία της ποπ και της ροκ, indie επιρροές, πολυφωνικά μοτίβα και ηλεκτρονικές πινελιές που δένουν, όλως παραδόξως, απολύτως οργανικά κι επιτυχημένα. Το διαδίκτυο αποτέλεσε μονάχα την αφορμή, ώστε να ανάψει η πρώτη σπίθα και αυτή να διαχυθεί ύστερα από τους διαύλους του προς όλες τις κατευθύνσεις. (περισσότερα…)

Μίλτος Σαχτούρης, «Ο τρελός λαγός»

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Κυριακή 5 Ιουλίου | Θεατρική παράσταση-Πρεμιέρα

Μίλτος Σαχτούρης
«Ο τρελός λαγός»

Μια θεατρική περιήγηση στον ποιητικό κόσμο του Μίλτου Σαχτούρη σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη και μουσική Νίκου Ξυδάκη.

Ο Τρελός Λαγός είναι ένα κεντρικό σύμβολο στην ποίηση του Σαχτούρη, εκφράζοντας τον σύγχρονο άνθρωπο που ζει σε μια εφιαλτική και αποξενωμένη ατμόσφαιρα, σε έναν κόσμο απειλητικό και σημαδεμένο από τη βία της Ιστορίας. Ο ίδιος ο ποιητής, ως εκπρόσωπος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, επηρεάστηκε βαθιά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, γεγονός που αντανακλάται στην ποίησή του.

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
Κυριακή 5 Ιουλίου, 9.00 μμ πρεμιέρα
Δευτέρα 6 Ιουλίου, 9.00 μμ
Τρίτη 7 Ιουλίου, 9.00 μμ
Τετάρτη 8 Ιουλίου, 9.00 μμ
Παρασκευή 17 Ιουλίου, 9.00 μμ
Σάββατο 18 Ιουλίου, 9.00 μμ
Κυριακή 19 Ιουλίου, 9.00 μμ
Δευτέρα 27 Ιουλίου, 9.00 μμ
Τρίτη 28 Ιουλίου, 9.00 μμ
Τετάρτη 29 Ιουλίου, 9.00 μμ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Ποιήματα: Μίλτος Σαχτούρης
Σκηνοθεσία και αισθητική: Μιχάλης Βιρβιδάκης
Μουσικές συνθέσεις, μελοποιήσεις ποιημάτων: Νίκος Ξυδάκης
Φλάουτο και πιάνο: Φώτης Μυλωνάς
Φωτισμοί: Νέλια Μανωλάκη

ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ
Δημήτρης Κιοστεράκης
Χρυσούλα Λιγγερίδου
Ντένια Καραβασιλειάδη
Ελένη Ορνεράκη

Η παράσταση συνοδεύεται από πρόγραμμα με πρωτότυπο κείμενο, εισαγωγικό στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, γραμμένο ειδικά για την παράστασή μας από την Αγγέλα Γιώτη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Συγκριτικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
https://www.ticketservices.gr/…/miltos-sahtouris-o…/

Είσοδος 14 €

*

**

Ιούλιος στα Χανιά

*

Desmond O’Grady, «Νίκος Γκάτσος»

*

Μετάφραση-Επίμετρο
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~ 

 

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
1914-1992 *

Φθάνω, πάω στο ξενοδοχείο,
πάντα τηλεφωνώ στο 815069.
Πάντα απαντά η αδελφή σου, που ποτέ
δεν συνάντησα. Συναντιόμαστε εσύ κι εγώ
πάντα στου Φλόκα, στη γωνία, στις δύο μ.μ.

Κομψός και περιποιημένος εσύ, άψογος,
φοράς γραβάτα, πάντα, όση
ζέστη κι αν έχει έξω. Εγώ στην αρχή
έμοιαζα με Ιρλανδό
που τράβαγε ανατολικά, αργότερα,
ύστερα απ’ την Πάρο, τον ήλιο,
τη θάλασσα, τα καράβια, μοιάζω
με Κέλτη που τραβάει δυτικά.

«Αγαπητέ μου Ντέσμοντ», χαιρετάς.
«Πώς είσαι Νίκο;»
Παραγγέλνουμε κρασί, νερό.
«Πήρες το γράμμα μου;» Εγώ. Παύση. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (4/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (4/4)

 

Τίς εἶμαι; Πόθεν δὲ ἐγὼ ς᾽ τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον;
Ἀφοῦ δὲ λάβῃ με ἡ γῆ κι᾽ ἀναστηθῶ κατόπιν
ἀπὸ τὴν κόνιν, τίς ἐγὼ θὰ εἶμαι τότε πάλιν;
Ποῦ θὰ μὲ θέση ὁ Θεός; Ἆρά γε θὰ μὲ σώσῃ;
ἀφοῦ μὲ λάβῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, εἰς εὔδιον λιμένα;

Πολλαὶ βεβαίως αἱ ὁδοὶ τοῦ πολυτλήτου βίου.
Ἄλλος μὲ ἄλλας θλίψεις του συμφύρεται καὶ πάθη,
κι᾽ οὐδὲν καλὸν ς᾽ τὸν ἄνθρωπον χωρὶς κακὸν ὑπάρχει.
Εἴθε δὲ μὴ τὰ λυπηρὰ πλεῖον μέρος κατεῖχον!

Ὁ πλοῦτος εἶνε ἄπιστος. Ἓν ὄνειρον ὁ θρόνος.
Πόνος ἐστὶ τὸ ἄρχεσθαι. Εἱρκτὴ δὲ ἡ πενία.
Τὸ κάλλος δὲ ταχύπτερον, μιᾶς ἀστραπῆς ἡ λάμψις.
Βράσμα τοῦ χρόνου, μαρασμός, ὑπάρχει ἡ νεότης.
Τὸ γῆρας πλῆρες θλίψεων, τοῦ βίου μας ἡ δύσις.
Οἱ λόγοι δέ, πτερόεντες. Τὸ κλέος καὶ τὸ αἷμα
τὸ παλαιόν, οἱ εὐγενεῖς γονεῖς μας, ὅλα ταῦτα,
ἕνας ἀέρας. Ἡ ἰσχὺς τοῦ σώματός μας πάλιν,
συὸς ἀγρίου δύναμις. Καὶ ὑβριστής, ὁ κόρος.
Δεσμός, ὁ γάμος βέβαια. Ἡ εὐτεκνία πάλιν
εἶν᾽ ἀναγκαία τις φροντίς. Ἡ δυστεκνία νόσος.
Αἱ ἀγοραί, τὰ βήματα, μέριμναι τῆς κακίας.
Ἡ ἠρεμία πάλιν δέ, ἀδράνεια ὑπάρχει.
Αἱ τέχναι, ἀποβλέπουσιν εἰς θεραπείαν πάντων
τῶν χαμαιζήλων καὶ φθαρτῶν. Στενὸς ὁ ξένος ἄρτος.
Τὸ νὰ ὀργόνης δὲ τὴν γῆν, μόχθος. Τῶν ποντοπόρων
μέρος τὸ περισσότερον, εὑρίσκεται εἰς ᾍδην.
Ἡ δὲ πατρίς, ἓν βάραθρον, οἰκεῖον. Ὄνειδός δε,
ἡ ξενιτεία. Ἅπαντα τὰ τῶν θνητῶν ἐνταῦθα
μόχθος καὶ πόνος. Ἅπαντα τὰ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ
γέλως ὑπάρχουν, χνοῦς, σκιά, φάσμα, πνοὴ καὶ δρόσος,
πτερόν, ἀτμὶς καὶ ὄνειρον, ροῦς ποταμοῦ καὶ κῦμα,
ἴχνη νεὼς καὶ αὖρα δὲ καὶ κόνις. Ἕνας κύκλος
τῳόντι ἀεικίνητος ὁποὺ ὁμοίως πάντα
κατακυλίει καὶ ἐστὼς καὶ τρέχων ἢ καὶ μένων
πάγιος, ἢ λυόμενος, εἴς τε τὰς περιόδους
τοῦ χρόνου, εἰς ἡμέρας τε καὶ νύκτας, εἰς τοὺς πόνους,
εἰς τοὺς θανάτους, ἔτι δὲ εἰς τὰς ἀνίας πάσας,
εἰς τὰς χαράς, τὰς νόσους μας, εἰς τε τὰς δυσπραγίας
καὶ εὐδρομίας, ὄλβους τε ἅμα καὶ δυστυχίας.

Καὶ ὅμως τοῦτο εἶνε δὰ τῆς Σῆς Σοφίας, Λόγε
Γενέτωρ, ὅλα τὰ ἐδῶ ἄστατα νὰ ὑπάρχουν,
ἵνα μὲ ἔρωτα βαθὺν τὰ στάσιμα ποθῶμεν.
Τὰ πάντα μὲ τὰς πτέρυγας διέρχονται τοῦ νοῦ μας
τροχάδην, ὅσα παλαιὰ καὶ ὅσα αὖθις νέα.
Κανὲν οὐτιδανώτερον ἄλλο δὲν εἶνε μᾶλλον
ἀπὸ αὐτὰ τὰ μάταια καὶ τὰ φθαρτὰ τοῦ κόσμου.

Εἰς τοὺς ἀνθρώπους μόνον ἓν καλὸν ὄντως ὑπάρχει
καὶ στερεὸν καὶ μόνιμον· τῆς γῆς νὰ ἀποσπῶνται,
τὸν τοῦ Κυρίου αἴροντες Σταυρὸν ἀγαλλιῶντες.
Καὶ δάκρυα καὶ στεναγμοί, νοῦς μελετῶν τὰ θεῖα.
Ἐλπὶς καὶ λάμψις ἔκλαμπρος Τριάδος οὐρανίας,
τοῖς καθαροῖς τε καὶ ἁγνοῖς μόνοις συμμιγνυμένης.
Τοῦ ἀστοχάστου τοῦ χοὸς λύσις. Ἡ ἀφθαρσία
Εἰκόνος ἣν ἐλάβομεν παρὰ Θεοῦ οἱ πάντες.
Νὰ ζῶμεν ἕνα βίον δὲ ἀλλότριον καὶ ξένον
τῆς ζωῆς ταύτης. Καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τοῦ παρόντος
κόσμον ἄλλον νὰ λάβωμεν. Τὰ ἄχθη καὶ τὰς θλίψεις
ὅλας νὰ ὑπομένωμεν μὲ γενναιοψυχίαν.

~•~

Πρὸς ἑαυτόν

(Κατ’ Ἐρώτησιν καὶ Ἀπόκρισιν)

Ποῦ δὲ οἱ λόγ’ οἱ πτερωτοί, πετῶντες εἰς ἀέρα;
Ποῦ τῆς ἐμῆς νεότητος τὸ ἄνθος τὸ ὡραῖον;
―Ἐχάθη φεῦ! ὁλοτελῶς. ―Ἡ δόξα δὲ ἡ τόση;
―Ἄφαντος ἔγεινε κι᾽ αὐτή. ―Ἀλλὰ καὶ ποῦ τὸ σθένος
τῶν εὐπαγέων μου μελῶν; ―Τὸ ἔκαμψεν ἡ νόσος.
―Ὁ πλοῦτος καὶ τὰ κτήματα ποῦ εἶνε τώρα πλέον;
―Τὰ ἔχει ὁ Θεὸς αὐτά. Ἄλλα δὲ εἰς παλάμας
ἁρπακτικὰς τῶν ἀσεβῶν παρέδωκεν ὁ φθόνος.
―Οἱ δὲ γονεῖς μου οἱ καλοὶ καὶ ἡ τῶν αὐταδέλφων
σεπτὴ δυὰς καὶ ἱερά; ―Κατῆλθον εἰς τὸν τάφον…
Καὶ μόνη μοῦ ἀπέμεινεν ἡ γλυκερὰ πατρίς μου.
Ἀλλὰ ἐπῆλθε κ’ ἐπ’ αὐτὴν ὁ βάσκανος ὁ δαίμων
σηκώσας κῦμα κελαινόν. Καὶ τώρα ξένος εἶμαι
καὶ ἔρημος, πλανώμενος εἰς χώραν ἀλλοτρίαν,
σύρων ζωήν τε λυπηρὰν κι’ ἀσθενικὸν τὸ γῆρας.
Ἄθρονός τε καὶ ἄπολις καὶ ἄπαις γε, μὴ ἔχων
τέκνα ποὺ νὰ φροντίζωσι νὰ μὲ γηροκομῶσι,
ζὼν ὅλας τὰς ἡμέρας μου μ’ ἀειπλανεῖς τοὺς πόδας.
Ποῦ νὰ τὸ ρίψω τοῦτό μου τὸ σῶμα; Ποῖον τέλος
θέλει μὲ εὕρει ἄρά γε καὶ ποία γῆ; Τίς τάφος
θὰ μὲ δεχθῇ φιλόξενος καὶ θὰ μὲ συγκαλύψῃ;
Τὰ ὄμματά μου ποῖος δέ, ὅταν θὰ βασιλεύουν,
ἠρέμα μὲ τὰ δάκτυλα ποῖος θὰ μοῦ τὰ κλείσῃ;
Ἄρά γε φίλος τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐσεβὴς θὰ ἦνε
αὐτὸς βεβαίως, ἢ κανεὶς ἐκ τῶν κακίστων ἴσως;
Αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς μοῦ φέρει
ἡ αὔρα, καὶ ἡ μέριμνα αὐτὴ μόνον ὑπάρχει
τῆς νηπιώδους μου φρενός. Εἴτε εἰς τάφον δώσῃ
κανεὶς τὸ σῶμα τὸ ἐμόν, ἕν ἄπνουν ἄχθος πλέον,
εἴτε καὶ ἄταφον αὐτὸ διόλου τῶν θηρίων
γείνη βορά, ἢ σπάραγμα θηρῶν τε καὶ κυνῶν τε
καὶ σαρκοφάγων πετεινῶν. Ἀνίσως δὲ καὶ θέλῃς,
πυρίκαυστον συσκόρπισον αὐτὸ εἰς τὸν ἀέρα,
ἢ ἄταφον ἀπόρριψον αὐτὸ κατὰ σκοπέλων,
ἢ μέσα εἰς τοὺς ποταμοὺς ἂς σήπεται, ἢ μέσα
ς᾽ τῶν ὑετῶν τὰ ρεύματα· διότι δὲν θὰ ἦμαι
μόνος ἐγὼ ὁ ἄγνωστος κ᾽ ἐξωκκλησιασμένος.
Εἴθε καλλίτερον αὐτὸ πολλοῖς θνητοῖς νὰ ἦτο!
Ἀλλ᾽ ὅμως ἅπαντας ὁμοῦ τὰ νεύματα τὰ θεῖα
ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς εἰς ἓν ὁμοῦ συνάγουν
ἐκείνην τὴν ὑστάτην δὰ ἡμέραν τὴν μεγάλην,
ἔστω κι᾽ ἂν ἔγεινε κανεὶς σποδὸς ἴσως καὶ κόνις,
ἢ κι᾽ ἂν ἐξηφανίσθησαν τὰ μέλη του ἐκ νόσου.
Ἕνα δὲ μόνον τοῦτο δὰ μυρολογῶ στενάζων,
καὶ τοῦ Θεοῦ τρέμω πολὺ τὸ Βῆμα, τοὺς πυρίνους
τοὺς ποταμοὺς καὶ τ᾽ ἀφεγγῆ τὰ βάραθρα ἐκεῖνα.
Ἀλλ᾽, ὦ Χριστέ μου βασιλεῦ, σὺ εἶσαι ἡ πατρίς μου,
τὸ σθένος μου, ὁ ὄλβος μου, τὸ πᾶν. Καὶ εἰς ἐσένα
εἴθε ἀνάπαυσιν καλὴν κι᾽ ἀναψυχὴν νὰ εὕρω,
ὅταν ἀφήσω τὴν ζωήν, τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πόνους.

~•~

Θρηνητικὸν ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς

Ἀρτίγαμός τις νεαρὰ τὸν περιπόθητόν της
νυμφίον ἀπολέσασα, νεκρὸν αὐτὸν προθεῖσα
μέσα εἰς τοὺς παρθενικοὺς θαλάμους της ἀκόμη,
ἀρχίζει μυρολόγιον σπαρακτικόν, στιλπνή τε
καὶ ὡραιόμορφος· αἱ δὲ δμωαὶ αὐτῆς καὶ ἄλλαι
γυναῖκες συνομήλικες, ἔνθεν αὐτῆς καὶ ἔνθεν
ἱστάμεναι, ἀμοιβαδὸν μὲ γόους καταπίκρους
κραυγάζουν, μίαν ἀρωγήν, μίαν παρηγορίαν
νὰ δώσουν εἰς τὴν κλαίουσαν γυναῖκα προσπαθοῦσαι.

Καὶ πάλιν μήτηρ δυστυχὴς υἱόν της τὸν νεόχνουν
θανόντα κλαίει καὶ θρηνεῖ, ς᾽ τὰς παλαιὰς ὠδῖνας
νέας ὠδῖνας ἔχουσα. Καὶ ἄλλος τὴν πατρίδα
τὴν γλυκεράν του ἔκλαυσε μ᾽ ὀλοφυρμοὺς μεγάλους,
ἣν Ἄρης ἐξεπόρθησεν ὁ φοβερός· καὶ ἄλλος
κλαίει φεῦ! τὴν οἰκίαν του, ἣν φλὸξ ἡ οὐρανία
πανοίκτιστα κατέκαυσε καὶ ἐκεραύνωσέ την.

Ἀλλ᾽ εἰς ἐσένα, ὦ ψυχή, εἰπέ μου, ποῖος γόος
ἐπάξιος ὑπάρχει σοι, ἥνπερ αὐτὸς ὁ ὄφις
ὁ σκολιὸς ἐφόνευσε, ς᾽ τὴν θείαν δὲ Εἰκόνα
θάνατον ἐνετύπωσε πικρότατον τῳόντι;

Δάκρυε, δάκρυε λοιπόν, ἁμαρτωλέ, διότι
αὐτὸ μόνον ἀπέμεινεν εἰς σὲ φάρμακον πλέον.
Ἀφήσωμεν συμπόσια καὶ δεῖπνα καὶ θαλίας,
τοὺς ποθεινοὺς τοὺς φίλους μας καὶ συνομίληκάς μας.
Θ᾽ ἀφήσω δ᾽ οὕτῳ καὶ ἐγὼ τὸ ἐκ τῶν λόγων κλέος
καὶ δόξαν τὴν ὑπέρλαμπρον ἐπὶ τῇ ρητορείᾳ.
Θ᾽ ἀφήσω τὴν εὐγένειαν τὴν τῆς καταγωγῆς μου,
τοὺς οἴκους τοὺς ὑψηρεφεῖς καὶ ὅλον μου τὸν ὄλβον.
Θ᾽ ἀφήσω τὸ γλυκύτατον φῶς τοῦ ἡλίου· ἔτι
τὸν οὐρανὸν μὲ τ᾽ ἄστρα του τὰ ἀκτινοβολοῦντα,
ὁποῦ ὡς ἕνας στέφανος λαμπρὸς τὸν στεφανόνουν.
[…]

Καὶ ὅμως ἡ καρδία μου καὶ οὕτω δὲν φροντίζει
περὶ αὐτῶν, οὐδὲ καλά-καλὰ τὰ λογαριάζει.
Μόνον δὲ τρέμω τοῦ Θεοῦ τὴν πλάστιγγα ἐκείνην,
τὴν καθαρὰν καὶ ἄδολον. Ἀλλοίμονον ς᾽ ἐμένα!
Τί ἔχω τότε δὰ ἐγὼ νὰ πάθω! Πῶς νὰ φύγω
τὴν ἁμαρτίαν; Εἰς τῆς γῆς τὰ βάθη νὰ κατέλθω,
ἢ εἰς τὰ νέφη ν᾽ ἀναβῶ διαλαθὼν τὸν βίον;
Εἴθε καὶ τόπος τις ἐδῶ τῳόντι νὰ ὑπῆρχεν
ἐλεύθερος ἁμαρτιῶν, ὡς λέγουν πὼς ὑπάρχει
χωρὶς θηρία τόπος τις, καὶ χώρα χωρὶς νόσους,
ἵνα ἐξόριστος ἐκεῖ ἀπὸ ἐδῶ ἀπέλθω.
[…]

~•~

Εἰς τὴν ἔξοδον

Παρῆλθον τἄνθη, ὁ καιρὸς προσήγγισε τοῦ θέρους.
Κατελευκάνθη μου ἡ θρίξ, καλεῖ τὸν στάχυν ἅλως.
Ὁ ὄμφαξ πέρασε κι᾽ αὐτός, ἡ δὲ τομὴ πλησίον.
Τῶν δὲ κακῶν μου ὁ ληνὸς ἰδοὺ πατεῖται πλέον.
Ἀλλοίμονον εἰς τὴν κακὴν ἡμέραν μου ἐκείνην!
Καὶ ποῦ νὰ φύγω ἀπ᾽ αὐτήν; Καὶ τί θὰ ἀπογείνω;
Πόσος δὲ φόβος ἐπ᾽ ἐμὲ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μου!
Φόβος δὲ μὴ ἀναφανῶ ἐξ ἀκανθῶν γεμᾶτος
καὶ τῆς Γομόρρας σταφυλῶν, ὅταν ὁ Χριστὸς ἔλθῃ
κριτής, Θεὸς πρὸς τοὺς θεοὺς τὰ κατ᾽ ἀξίαν νέμων,
Χώραν φωτὸς εἰς ἕκαστον ὅσον ἀντέχ᾽ ἡ ὄψις.
Μία δὲ μόνη μου ἐλπὶς ὑπάρχει, τὰς ἡμέρας
αὐτάς μου τὰς ὀλιγοστάς, τὴ ποδηγίᾳ, Μάκαρ,
τῇ σῇ καθοδηγούμενος, νὰ ἐπιστρέψω πάλιν.

(περισσότερα…)