Από αριστερά: Εουτζένιο Μοντάλε, Σαλβατόρε Κουαζίμοντο, Τζουζέππε Ουνγκαρέττι
*
Μετάφραση Χρίστος Κρεμνιώτης
~.~
Umberto Saba
Οδυσσέας
Σαν ήμουν νέος ταξίδεψα
πλάι στις ακτές της Δαλματίας.
Νησιά μικρά μόλις διακρίνονταν
πάνω απ’ του κύματος την άφρα –
και κάπου κάπου ένα πουλί μες στον αιθέρα
κοντόστεκε ξαμώνοντας το θήραμά του –
γλυφά και καλυμμένα από τα φύκια, κάτω
από τον ήλιο ‘μοιαζαν με σμαράγδια. Όταν
η πλημμυρίδα που τη νύχτα σηκωνόταν
τ’ αφάνιζε, ιστία υπήνεμα όλο πιο αλάργα
γλιστρούσαν να ξεφύγουν απ’ τον δόλο.
Τώρα, βασίλειό μου, η γη του κανενός.
Το λιμάνι, για άλλους τα φώτα του ανάβει
κι όλο μακρύτερα με σεργιανίζουν
η αδέσποτη ψυχή μου και αυτή
η επώδυνη για τη ζωή αγάπη.
///
Salvatore Quasimodo
Η θάλασσα ακούγεται ακόμη
Η θάλασσα μετά από τόσες νύχτες,
ακόμη ακούγεται, ανάλαφρη στην άμμο.
Ηχώ φωνής στον νου κλεισμένης που
μεσ’ απ’ τα περασμένα καταφτάνει και
μαζί της κι ο άπληστος θρήνος των γλάρων –
ίσως πουλιών που από τους πύργους
ο Απρίλης τα εξορίζει στις πεδιάδες.
Με τη φωνή της, σ’ ένιωθα κοντά μου.
Τώρα, θα ήθελα σ’ εσένα να ’ρθει
μια ηχώ δικής μου ανάμνησης όμοιας μ’ εκείνο
τον σκοτεινό του πέλαγου αναστεναγμό.
///
Eugenio Montale
Σπίτι στη θάλασσα
Εδώ τελειώνει το ταξίδι: στις
υστερόβουλες έγνοιες που
την ψυχή διχάζουν και πια
δεν ξέρει μήτε να ουρλιάξει. Τώρα
τα λεπτά, σταθερά και πανόμοια
σαν τις κινήσεις μιας αντλίας.
Χτυπάει: ανεβαίνει το νερό βροντώντας.
Ξανά: κι άλλο νερό· και κάποτε ένας κρότος.
Σ’ ετούτη την ακτή τελειώνει το ταξίδι
που φτάνει το αργό, επίμονο κύμα.
Τίποτα δεν αποκαλύπτεται άλλο, μόνο
λίγα ποτάμια ράθυμα που εδώ εκβάλλουν.
Το λιμανάκι το σκαλίζουν
ανάλαφρα φυσήματα και απέναντί του,
σπάνια, μεσα στην άναυδη γαλήνη,
ανάμεσα σ’ άλλα νησιά του μετανάστη αέρα,
η Καπραΐα κι αμυδρά
βράχοι της Κορσικής.
Ρωτάς αν όλα κάπως έτσι θα χαθούν:
μέσα σε λίγη ομίχλη από μνήμες.
Εάν στην ακίνητη ώρα ή μήπως
στον αναστεναγμό του φλοίσβου
το πεπρωμένο συντελείται.
Θα ’θελα να σου απαντούσα: όχι. Όμως
ζυγώνει η ώρα που, πέρα απ’ τον χρόνο,
θα περάσεις και ίσως, μονάχα εκείνος
που το ποθεί ν’ απεραντώνεται: εσύ,
μπορεί, μα εγώ δεν θέλω.
Σκέφτομαι πως για τους πολλούς
δεν έχει σωτηρία μα, κάθε τόσο,
όλο και κάποιος ανατρέπει τον κανόνα,
περνά πιο πέρα απ’ το κατώφλι και
αυτό που γύρευε είναι.
Θα ’θελα να υπέκυπτα, για να σου δείξω
τον δρόμο που μπορείς, για να ξεφύγεις, να διαλέξεις –
άστατος είναι σαν τους ταραγμένους τόπους
της θάλασσας που αφρομανεί και μουρμουράει.
Τη λίγη ελπίδα μου, σου τη χαρίζω.
Ακόμη κι αν θα την κρατούσα,
καθώς περνούν οι μέρες, όχι
δεν θα μπορούσα ζωντανή να τη φυλάξω
–κουράστηκα– ενέχυρο πια την προσφέρω
στο πεπρωμένο σου: για να ξεφύγεις.
Σε αυτές τις αμμουδιές ο δρόμος μου τελειώνει
που η αναποφάσιστη παλίρροια, τις σαθρώνει.
Δίπλα μου η καρδιά σου κι όμως, δεν μ’ ακούει:
Ίσως που για το αιώνιο, ήδη πανιά σηκώνει.
///
Giuseppe Ungaretti
Φινάλε
Πια δεν στενάζει, τίποτε δεν ψελλίζει η θάλασσα,
η θάλασσα.
Άχρωμος κάμπος δίχως τα όνειρα η θάλασσα,
η θάλασσα.
Για λύπηση και η θάλασσα,
η θάλασσα.
Από αθέατα νέφη παρασέρνεται η θάλασσα,
η θάλασσα.
Σε λυπηρούς καπνούς, χάρισε το κρεβάτι της η θάλασσα,
η θάλασσα.
Νεκρή κι αυτή ακόμα, δες, η θάλασσα,
η θάλασσα.
///
*
**
